STOP, Περάσατε, από, τα, Βούβανα, ναι, απολαύατε, το, τοπίο, από ,την, μοναδική, θεά …Ξενάγηση, στα, Βρουβιανά, Δήμος, Αμφιλοχίας,Tο βίντεο που θα παρακολουθήσετε στην συνέχεα είναι αναδημοσίευση από την επίσημη ιστοσελίδα του Δήμου Αμφιλοχίας στο youtube ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ το δείτε …

Ξενάγηση στα Βρουβιανά Δήμος Αμφιλοχίας Βρουβιανά Δήμος Αμφιλοχίας

https://business.facebook.com/249908061700307/videos/240960881175768/

Tο βίντεο που θα παρακολουθήσετε στην συνέχεα είναι αναδημοσίευση από την επίσημη ιστοσελίδα του Δήμου Αμφιλοχίας στο youtube ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ το δείτε εδώ= https://www.youtube.com/watch?v=rTJdmfosR2M με τίτλο Ξενάγηση στα Βρουβιανά. Προσωπικά να συγχαρούμε την πρωτοβουλία του Δήμου Αμφιλοχίας είναι ένα βήμα που έλειπε και είναι απαραίτητο και ως παράδειγμα κάλο θα ήταν να το επιχειρήσουν και άλλη δήμοι τις πατρίδος μας . Επίσης το πρόεδρο του Δ.Σ. του δήμου και συγχωριανό μας Σωκράτη Ροΐδη για την ολοκλήρωση αυτής της προβολής του χωριού μας. ΑΜΦΙΛΟΧΙΑ Ξενάγηση στα Βρουβιανά Το κείμενο που ακόλουθη πριν από το βίντεο είναι από την ιστοσελίδα του συλλόγου του χωριού μας syllogosvrouvianon.gr

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

Αποκεντρωμένη Διοίκηση: Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου

Περιφέρεια: Δυτικής Ελλάδας

Περιφερειακή Ενότητα: ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

Δήμος: ΑΜΦΙΛΟΧΙΑΣ

Δημοτική Ενότητα: ΙΝΑΧΟΥ

Τοπ. ή Δημ. Κοινότητα: Τοπική Κοινότητα Βρουβιανών

Επίσημη Ονομασία: τα Βρουβιανά

Έδρα Δήμου: Αμφιλοχία

Υψόμετρο: 493

Κωδικός Οικισμού: 3804020501

Γεωγραφικό Μήκος: 21.4078395997

Γεωγραφικό Πλάτος : 39.1061836320

Γεωγ. Διαμέρισμα: Στερεά Ελλάδα

Νομός: ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

Πρώην Δήμος ή Κοινότητα: ΙΝΑΧΟΥ

Παλ. Όνομα Τοπ. Διαμερίσματος: Βρουβιανών

Τρία χωριά: τα Βρουβιανά, το Αυλάκι και το Περδικάκι βρίσκονται στον αυχένα του βουνού, στην αγκαλιά του δάσους, στο βουητό του Αχελώου και στο σμαραγδί φόντο της λίμνης των Κρεμαστών.Τα Βρουβιανά απλώνονται νωχελικά απέναντι από τα βουνά των Αγράφων.Μέσα σε μια καταπράσινη πλαγιά και πάνω από έναν όμορφο κάμπο, που καταλήγει στην κοίτη άλλοτε του ποταμού Αχελώου και άλλοτε της τεχνίτης λίμνης των Κρεμαστών.Σύμφωνα με πληροφορίες του syllogosvrouvianon.gr:Χρειάζεται να διανύσεις 82 χιλ. από το Αγρίνιο για να φτάσεις στα Βρουβιανά Βάλτου.Η διαδρομή είναι ευχάριστη. Στα πρώτα χιλιόμετρα ταξιδεύεις δίπλα στη λίμνη των Κρεμαστών. Στη συνέχεια ο δρόμος ανηφορίζει μέσα σε δάσος από έλατα και αισθάνεσαι δέος, αντικρίζοντας την άγρια ομορφιά του βουνού και της λίμνης στο βάθος. Η ύπαρξη του χωριού μας, χρονολογείται σύμφωνα με μαρτυρίες τουλάχιστον στα 300 χρόνια. Κάποιες μαρτυρίες κάνουν λόγο μέχρι και 500 χρόνια ιστορίας.Η μορφολογία παλιότερα ήταν αρκετά διαφορετική.Συγκεκριμένα εκεί που είναι σήμερα ο ΄΄χαλιάς΄΄ ήταν λάκκα και είχαν καλύβες οι Καρατζουναίοι.Στα τέλει περίπου του 18ου αιώνα, μετά από μεγάλη θεομηνία που κράτησε μέρες, κατέβηκε από το βουνό όλος αυτός ο χαλιάς και σκέπασε το σημείο.Λέγεται ότι κάποιος Κώστας Καρατζούνης που βρισκόταν στο βουνό, όταν είδε το βουνό να «κατεβαίνει» τουφέκισε με το όπλο του και φώναξε για να προλάβει ο κόσμος να απομακρυνθεί.Μάλιστα μια γυναίκα που δεν πρόλαβε να φύγει, ανέβηκε σε ένα πολύ μεγάλο πουρνάρι και σώθηκε. Πολλοί θα θυμούνται αυτό το δέντρο, που βρισκόταν στο σημείο που είναι σήμερα το σπίτι του Λάζαρου Καρατζούνη. Σωζόταν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και φαινόταν μόνο τα κλαδιά του, μιας και ο κορμός του ήταν καλυμμένος από το χαλιά.Μαρτυρίες λένε πως με αυτή τη θεομηνία, είχε κατεβάσει χαλιά από το βουνό προς τον κάμπο και το ρέμα ‘’Αράτσου’’ στις ‘’Κοπρισιές’’, στο σημείο που λέγεται χαλίκι, από όπου πήρε και την ονομασία του.Με την ίδια θεομηνία, τα ορμητικά νερά του Αχελώου, παρέσυραν ένα τεράστιο πλάτανο όρθιο, που χτυπώντας πάνω στο παλιογέφυρο το γκρέμισε. Τα πρώτα σπίτια που κτίστηκαν στο σημείο που είναι σήμερα το χωριό, ήταν τέσσερα:Το ατζουναίικο, ο Καναβαίικο, το Ματσιουλαίικο και το Ροϊδαίικο. Τα νοικοκυριά παλιά ήταν διασκορπισμένα στον κάμπο και τις στάνες. Εκεί που ο καθένας είχε τις δουλειές του.Με το πέρασμα των χρόνων και τον ερχομό σύγχρονων μέσων, εγκαταστάθηκαν στο σημείο που είναι σήμερα το χωριό μας, δημιουργώντας ένα πυκνοκατοικημένο και πανέμορφο χωριό.Η αρχική του ονομασία ήταν Προβιανή, (τόπος κατάλληλος για την εκτροφή προβάτων) που όπως λέγεται ήταν και ο λόγος της αρχικής του ονομασίας.Οι περισσότεροι κάτοικοι είναι κτηνοτρόφοι. Από τα χαράματα βγαίνουν στις πλαγιές ή στον κάμπο με τα κοπάδια τους. Από τα παιδικά τους χρόνια, με μια γκλίτσα στο χέρι που πολλές φορές δεν αποχωρίζονται ούτε στο καφενείο.Πασίγνωστη στη ευρύτερη περιοχή η φιλοξενία στα Βρουβιανά.Η φιλοξενία που προσέφεραν πάντα με ευχαρίστηση οι Βρουβιανίσοι, σε όποιον περνούσε από το χωριό μας, ήταν κυρίαρχο και χαρακτηριστικό στοιχείο του χωριού.Μάλιστα πολλές φορές, φιλονικούσαν στα καφενεία για το ποιος θα φιλοξενήσει στο σπίτι του, τον όποιο επισκέπτη.Ξακουστό ήταν το εμποροζωοπανήγυρο του Αϊ Γιαννιού στις 29 Αυγούστου.Διαρκούσε μια εβδομάδα και διατηρείται μέχρι σήμερα, διήμερο πλέον.‘’Κόσμημα’’ της περιοχής, το γεφύρι της Τέμπλας. Είναι ένα έργο τέχνης, που γεφυρώνει την Αιτωλοακαρνανία με την Ευρυτανία.Μεγάλο και επιβλητικό δεσπόζει στην ευρύτερη περιοχή.Πέτρινο γεφύρι χτισμένο το 1911.Στέκει αγέρωχο και αντέχει τις «επιθέσεις» από τα ορμητικά νερά του Αχελώου.Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, υπήρξαν πολλοί αξιόλογοι Βαλτινοί αρματωλοί. Ένας από αυτούς ήταν ο Γιάννης ο Μπουκουβάλας.Ο γέρο Μπουκουβάλας, ο σπουδαιότερος της οικογένειας των Μπουκουβαλέων. Ο καπετάνιος που έζησε περίπου στο 1700, με πολλές μάχες και μεγάλες νίκες, στην ευρύτερη περιοχή, με σημαντικότερη αυτή στο Κεράσοβο.Υπήρξε καπετάνιος στο αρματολίκι των Αγράφων και είχε το αρχηγείο και ορμητήριο του, στον κάμπο του χωριού μας. Κατοικούσε με την οικογένειά του, στο σημείο που μέχρι και σήμερα λέγετε: στου Μπουκουβάλα.Υπάρχει και μια σπηλιά δίπλα στον Αχελώο, η σπηλιά του Μπουκουβάλα, που ο καπετάνιος τη χρησιμοποιούσε ως κρησφύγετο.Μάλιστα μια φορά χρειάστηκε να κρύψει εκεί γυναικόπαιδα του χωριού, για να τα σώσει από τους Τούρκους. Προστατεύοντας τη σπηλιά με τα παλικάρια του και μετά από μάχες πολλών ημερών, κατάφερε να φυγαδεύσει τα γυναικόπαιδα και να τα σώσει.Οι τελευταίοι απόγονοι των Μπουκουβαλαίων, είναι οι κόρες του αείμνηστου Χρήστου Μπουκουβάλα που γεννήθηκε και έζησε στο χωριό μας.Πολλοί ήταν οι συγχωριανοί μας, που πολέμησαν για την Πατρίδα μας σε όλους τους μετέπειτα πολέμους.– Τα Βρουβιανά από το 1841 μέχρι το 1912 ανήκαν στον δήμο Ιδωμένης, με την ονομασία Προβιανή.– Το 1912 όταν πολλοί δήμοι καταργήθηκαν και θεσμοθετήθηκαν οι κοινότητες, τα Βρούβιανά ανήκαν στην κοινότητα Σακαρετσίου, με την ονομασία Προβιανή, μαζί με τα χωριά Σακαρέτσι, Βερβίτσα ( Αυλάκι) και Μηλιά.– Η πρώτη επίσημη καταγραφή από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, έγινε το 1907 ως οικισμός του Σακαρετσίου, με την ονομασία Προβιανή και 274 κατοίκους.– Το Προβιανή με τον καιρό επαλείφθηκε και πήρε τη σημερινή του ονομασία, Βρουβιανά.– Το 1965 μετά από προσπάθειες κατοίκων Βρουβιανών και Αυλακίου , τα δύο χωριά Βρουβιανά και Αυλάκι αποσπάστηκαν από την κοινότητα Σακαρετσίου και σχημάτισαν ξεχωριστή κοινότητα με έδρα τα Βρουβιανά.– Το 1998 με το σχέδιο Καποδίστρια, τα Βρουβιανά ανήκουν διοικητικά στο δήμο Ινάχου.– Το 2010 με το νέο σχέδιο Καλλικράτης ανήκουν πλέον στο δήμο Αμφιλοχίας.Οι μεταφορές και οι μετακινήσεις παλιά ήταν ιδιαιτέρα δύσκολες.Γινόταν με ζώα και πεζοπορία. Τις περισσότερες φορές χρειαζόταν αρκετές μέρες για να φτάσει κανείς στον προορισμό του.Ο πρώτος δρόμος που εξυπηρετούσε τις ανάγκες των συγχωριανών μας, ήταν από τη μεριά της Ευρυτανίας και έφτανε μέχρι τη γέφυρα της Τέμπλας. Αργότερα οι κάτοικοι του χωριού, με προσωπική εργασία έφτιαξαν το δρόμο μέχρι την πλατεία του χωριού.-Το 1974 είδαμε με χαρά τη μπουλντόζα να φτάνει στο χωριό μας, λύνοντας το πρόβλημα της συγκοινωνίας.Με τον ερχομό του ηλεκτρικού ρεύματος το 1977, μας έμεινε πλέον ανάμνηση το διάβασμα κάτω από το λιγοστό φώς της λάμπας (λαμπόγιαλο).Δύσκολη και η τηλεφωνική επικοινωνία στο χωριό μας. Μιας και υπήρχαν δύο μονάδες στα καφενεία του Αθ. Φλώρου και Χρ. Β. Μουτσώκου.Πολλοί θα θυμούνται τον ήχο της μανιβέλας και την αγωνία για το αν θα καταφέρουν τελικά να επικοινωνήσουν.Τα πρώτα τηλέφωνα άρχισαν να μπαίνουν στα σπίτια το 1991, λύνοντας οριστικά το πρόβλημα της επικοινωνίας.Το νερό και αυτό λιγοστό και με δυσκολίες. Μας ξεδιψούσαν οι δύο βρύσες του χωριού και οι αυτοσχέδιες στέρνες.Το 1986 με την ολοκλήρωση της υδροδότησης, πρασίνισαν οι κήποι, οι αυλές γέμισαν λουλούδια και οι βαρέλες έγιναν πλέον γλάστρες.https://syllogosvrouvianon.gr/index.php… ΟΙ ΣΤΑΝΕΣ- ΣΤΡΟΥΓΚΕΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ Η λέξη στάνη αποτελεί και σχετίζεται με την χειμωνιάτικη και καλοκαιρινή ζωή των Σαρακατσαναίων, τα γυναικόπαιδα, τους τσοπάνηδες, τους σμίχτες, τους στανιώτες, όπως λέγονται όλοι μαζί, τα κοπάδια, τα καλύβια, τα διάφορα μαντριά για τα ζώα, τις στρούγκες για το άρμεγμα και το μπατζαριό (το μέρος που γίνεται το τυρί και το βούτυρο), τα βοσκοτόπια. Γενικότερα αυτή η λέξη προσδιορίζει την περιοχή που ξεκαλοκαιριάζουν και ξεχειμωνιάζουν, έχοντας κοντά τους όσα τους χρειάζονται στην ζωή και στο επάγγελμά τους. Επίσης στάνη λέγανε το τόπο που βρίσκονταν τα προβατοκόπαδα, τα γιδοκόπαδα και όλα τα ζώα, τα λιβάδια που έχουν στήσει τα γρέκια και περιμένουν οι τσοπάνηδες να κάνουν οι γυναίκες τα καλύβια και τα μαντριά για να μπει ο γέννος για να πάνε να καλοξεχειμάσουν, όλοι μαζί αργότερα στο χειμαδιό. Έτσι στάνη λέγεται από το Δεκέμβρη και ύστερα το μέρος που είναι στημένα τα μαντριά, η στρούγκα για το άρμεγμα και το τυροκομείο, το μπατσαριό, δηλ το στανοτόπι, ή το στανομάντρι, όπου μαζώνεται η ζωή και η βαριά δουλειά της στάνης. Έτσι συνήθιζαν να λένε στανεύω, ή στανεύω στον λόγγο, η στανεύω στο γεννιλίβαδο, για να δείξουν το σημείο που είναι ο βιoς τους, και η περιουσία τους γενικότερα. Στανοκόπι λένε επίσης την άνοιξη στην στράτα, στα ταξίδια τους, όταν ανεβαίνουν στους κάμπους και στα βουνά, οποιοδήποτε μέρος στέκονταν μέρα νύχτα οι τσοπάνηδες με τα κοπάδια, για να ξεκουραστούν ή να κοιμηθούν, να μουδιάσουν τα γαλάρια ή αν στηθεί η στρούγκα και το πρόχειρο μπατζαριό, για να αρμέξουν και να φτιάξουν τα τυριά και τα βούτυρα. Κάθε άνοιξη και φθινόπωρο η στάνη αλλάζει μορφή. Την Άνοιξη οι Σαρακατσαναίοι όταν ετοιμάζονται για τα ταξίδια τους η στάνη είναι σε εγρήγορση, για να ανέβουν στο βουνό, με τα κοπάδια τους, τους τσοπάνηδες, τα γαλάρια, τους προβαταραίους ,τα γυναικόπαιδα, τα υποζύγια, τα φορτικά, όλο τους το βιός η όλα τα σέ(γ)ια και όλα όσα χρειάζονται για την στρούγκα και το μπατσαριό. Γι’ αυτό την άνοιξη λένε, έφυγε η στάνη ή περνάει η στάνη. Μονάχα τα στερφοκόπαδα και τα αλογομούλαρα τραβάνε από άλλους δρόμους. Η αναχώρηση της στάνης γινόταν εντελώς ξαφνικά και την ώρα της αναχώρησης την ήξερε μόνο ο τσέλιγκας. Αυτό γινότανε για να μη ματιάσουν οι ξένοι την στάνη την ώρα της αναχώρησης. Τον φθινόπωρο η σημασία της στάνης αλλάζει. Επαγγελματικοί και άλλοι λόγοι ανάγκαζαν τα γυναικόπαιδα να φεύγουν νωρίτερα και να κατεβαίνουν στα χειμαδιά. Οι τσοπάνηδες και τα κοπάδια γύριζαν από άλλες στράτες. Μπροστά φεύγουν τα κοπάδια με τα αρνιά, τα ζυγουράκια, γιατί δεν αντέχουν τα κρύα του χειμώνα. Έπειτα από αρκετές ημέρες κατεβαίνουν και τα κονάκια στα χειμαδιά, πίσω έμεναν μόνο οι γυναίκες για να μαζέψουν τα σέ(γ)ια, τα φόρτωναν του Αγίου Δημητρίου και τράβαγαν από τους πιο κακοτράχαλους και δύσκολους δρόμους για να γυρίσουν πιο γρήγορα στα χειμαδιά. ΤΑ ΣΥΝΕΡΓΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΣΟΠΑΝΗ Στο στανομάντρι είναι σκορπισμένα αριστερά και δεξιά όλα τα σέγια που χρειάζεται ο τσοπάνος για τις ατομικές του ανάγκες και για τις διάφορες δουλειές της στάνης. Εκείνα τα χρόνια αν έριχνες μία ματιά σε μία στάνη θα έβλεπες τα παρακάτω σέγια. Ντουφέκι, πιστόλι, χαντζάρι, μαχαίρι, λάζο με θηκάρι, σουγιά, κουρέλα (μικρό μαχαίρι), ραβδί, γίλα , γκλίτσα, βέργες , βίτσες, διάφορα σκόπια (ραβδιά), κλαδευτήρια για να κόβει ξύλα, κουροψάλιδα, πυρόβολο ή πρυόβολο ή τσακμάκι για να ανάβει φωτιά, ακόνια για τα χαντζάρια και τα μαχαίρια, ίκλες, τρίχες, γκέμια, καμιτσίκια, κιουστέκια, μαχμούζια ή ζιγκιά, μαγκούρες, πέταλα, σάγματα ή πανωσάμαρα, βουτσέλια, τσετούλα για να μετράει τις καρδάρες με το γάλα, σουφλιά για να ψήνει τα αρνιά, πυρουστιές, διάφορα τσόλια, στρουγκότσουλα (τσόλια της στρούγκας), στραγγιά για να στραγκάει το τυρί ή το γιαούρτι, στραγγοτσαντίλες ή τσαντίλες, κάπες, σακκιά, χαράρια, τρουβάδες, δισάκια , τραγομάλινα τσόλια για να κοιμάται, ξυλοχούλιαρο, χουλιάρι, χουλιάρες, βουτσέλι ή βουτσέλα, βαρέλι ή βαρέλα για να κουβαλούν οι γυναίκες το νερό στην στάνη κλπ. Κάποια από τα σέγια της στάνης είναι δερμάτινα, αυτά είναι τα εξής. Το σκαφίδι από σφαχτό ή από προβιά, που μέσα πλένει τα σκεύη του ο τσοπάνος. Τ’ ασκιά ή δερμάτια ή τομάρια, ή τομαράκια, ή τουλούμια, φτιαγμένα από αρνοτόμαρα ή κατσικοτόμαρα. Μέσα σ’ αυτό βάζουν το τυρί που θα κρατήσουν για το κονάκι η θα το πουλήσουν στο παζάρι. Αυτά συνήθως είναι το γκιζοτόμαρο η πρεντζοτόμαρο . Τα τομάρια είναι αργασμένα από τους ίδιους και αφημένα στο φυσικό τους χρώμα ,τα τέσσερα πόδια τους κρέμονται δεμένα, ενώ ο λαιμός μένει ελεύθερος για να βάζουν ή να βγάζουν το τυρί. Τα καλά τομάρια γίνονται από δέρμα προβάτων, τα γίδινα μαδάνε και γεμίζει το τυρί τρίχες. Τα πιο καινούργια τομάρια τα έχουν στα κονάκια, για να φυλάνε τις προμήθειες από γενήματα και διάφορα τρόφιμα, ταμπάκο, κρασί, αλεύρι κλπ. Μερικά από αυτά έχουν και ειδικές ονομασίες. Το γαλατσάκι είναι το τομαράκι για το γάλα ή το ξυνόγαλο του τσοπάνου. Το τυρολόϊ είναι ένα μικρό τομαράκι για να φυλάει ο τσοπάνος το καλό το τυρί του. Η τραγατσίκα ή ταργατσίκα γινόταν από κατσικοτόμαρο, την χρησιμοποιούσαν οι τσοπάνηδες για τρουβά, εκεί έβαζαν το ψωμί, το τυρί, τον καπνό, το μαχαίρι κλπ. Υπήρχε και ένα άλλο μικρό ασκί που την χρησιμοποιούσαν οι τσοπάνηδες για να κουβαλάνε νερό, στο ένα πόδι του τομαριού ήταν στερεωμένο ένα μικρό ξύλινο σωληναράκι, η βίγλα απ’ όπου έπιναν νερό. Τα πρυοβόλα δεν έλειπαν από κανέναν τσοπάνο, στα λόγγια και στις ερημιές ήταν η μόνη του παρηγοριά, μ’ αυτά ανάβει φωτιές όπου βρεθεί στην στράτα, στην ερημιά, για να ζεσταθεί, για να στεγνώσει, για να βράσει τα γάλατα, και να προστατευθεί από τ’ αγρίμια. Ο τσοπάνος με την φωτιά διώχνει τα ζλάπια μακριά, ειδικά με την αρκούδα που φοβάται πολύ την φωτιά (χτυπώντας αδιάκοπα τα πρυόβολα του που πετάνε σπίθες). Τα πρυόβολα είναι αποτελούνται από ένα κομμάτι ατσάλι, μια στουρναρόπετρα, κι ένα κομμάτι ίσκα. Τα αγγεία του μπατζαριού και της στρούγκας Εκτός από τα παραπάνω στην στρούγκα συναντάμε και διάφορα άλλα χρήσιμα σύνεργα. 1. Οι ξύλινες καρδάρες ή καρδάρια ή τα ξύλινα μαστέλα για το άρμεγμα. Με το καρδάρι που ξέρουν πόσες οκάδες παίρνει το καθένα μετράνε και το γάλα που δίνουν στο μπάτζο. Γιαυτό και την καρδάρα την λένε και μετριγιάρα. Οι μικρές μετριγιάρες χωράνε δέκα οκάδες γάλα και οι μεγάλες δεκαπέντε, υπάρχουν και καρδάρες που παίρνουν λιγότερο γάλα. Υπάρχουν όμως και οι μπικόνες, οι τενεκεδένιες καρδάρες που χωράνε μεγαλύτερη ποσότητα. Συνήθως στην ξύλινη καρδάρα έπηζαν το τυρί. 2. Τα χάλκινα καζάνια ή λεβέτια, σ’ αυτά χύνουν το γάλα από τις καρδάρες και το κουβαλούν στο μπατζαριό. Σ’ αυτά βράζουν ή ζεσταίνουν το γάλα για να κάνουν τα γιαούρτια, τα τυριά τη φέτα, μανούρι, μυζήθρα κλπ. 3. Μπακράτσες ή μπακράτσια, τα μικρότερα καζάνια με την χειρολαβή (το αρβάλι ή τη χερουλάδα) για να τα κρεμάνε. 4. Οι κούτλες ή τα κουτούλια ή ο κούτουλας, στην Ήπειρο τον έλεγαν και κουτλοχούλιαρο, είναι από τα πιο απαραίτητα σκεύη που το χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για να μετράνε το γάλα αλλά και για να μαγειρεύουν, να πίνει νερό ο τσοπάνος κλπ. Είναι το τσουκάλι, το τηγάνι, και το κανάτι του τσοπάνη είναι δηλ. ένα σκεύος που δεν λείπει από κανένα κονάκι, στην άκρη έχουν μία χειρολαβή για να την κρεμάνε, έπαιρναν μία με δύο οκάδες γάλα. 5. Οι κεπτσέδες ή τσεπτσέδες, τα σουρωτήρια όπου σούρωναν το γάλα ή μάζευαν την μυζήθρα. 6. Τα στραγγότσουλα ή στρογότσουλα, τα τσόλια που σκέπαζαν το γάλα μέχρι να πήξει. 7. Οι τσαντίλες ή τα τσαντίλια ή στραγγοτσάντηλες για να στραγγάει το νερό, ο ουρός (αρχ. ορρός) από το γάλα και να γίνεται μυζήθρα ή χλωροτύρι. 8. Πυτιολόος και γιαουρτολόος, τα μικρά πήλινα ή γυάλινα δοχεία, που έβαζαν τις πυτιές που χρησιμοποιούσαν για μαγιά, όταν έπηζαν το γάλα. 9. Τα μεγάλα τουλούμια από τομάρια, που φύλαγαν το τυρί. 10. Οι βεδούρες ή βεδούρια, όπου έπηζαν το γιαούρτι. Γίνονταν από ξύλο κέδρου και έπαιρναν μία έως μιάμιση οκά γιαούρτι. 11. Οι διάφοροι κάδοι ή κάδες ή καδιά. Κατασκευάζονταν από έλατο ή δέντρος ή δρυς. 12. Στη κάδη ή κάδα έβαζαν το τυρί για να το αλατίσουν και να το φυλάνε, λέγεται και τυρόκαδα ή τάλαρος ή ταλάρι ή ταλάρα. Χωρούσε εκατόν πενήντα οκάδες τυρί. Η βουτυρόκαδα είναι η κάδη που φυλάγανε το βούτυρο. 13. Στην γινόκαδη άφηναν το γάλα για να ξινίσει που θα γινόταν βούτυρο. 14. Η βούρτσα ή κοπανόκαδη ή κοπανόκαδος ή τραμπουλίτσα (Ήπειρος) ήταν ο κάδος που με το τρίφτη ή κόφτη ή βουρτσόξυλο ή το φουρλίτσιο (Ήπειρος) χτυπάγανε το γάλα και γινόταν βούτυρο. Το βουρτσόξυλο είναι ένα ραβδί από έλατο ή πεύκο με τρία δίχαλα προς το κάτω μέρος 15. Η κρεμαντζάλα .Για να είναι συγυρισμένα τα σέγια και να μην είναι όλα καταγής, το μπατζαριό έχει διάφορα κρεμαστάρια για να κρεμάνε πάνω τους διάφορα αντικείμενα αυτά τα κρεμαστάρια ονομάζονταν κρεματζάλες ή κρεμαντάλες, που στη ουσία ήταν ένας κορμός δέντρου που είχε πολλά κλωνάρια κομμένα. Την κρεματσάλα την έμπιχναν στο χώμα και στα κλαδιά του κρέμαγαν τα σέγια τους. 16. Όμοιος με την κρεματζάλα ήταν ο στάλιακας με την διαφορά ότι εκεί κρεμάγανε μόνο την τσαντίλα με το τυρί. Τα περισσότερα από τα σύνεργα τα συναντάμε και μέσα στα καλύβια τους στο καλύβι για το κατοικιό και στις παρακαλύβες. Το τσελιγκάτο Κάθε στάνη ή κάθε τσελιγκάτο έχει έναν αρχηγό, έναν καπετάνιο, τον τσέλιγκα, αυτός έχει πατριαρχικά δικαιώματα πάνω σε όλη την στάνη, συγγενείς, συνεταίρους, σμιχτές και τσοπάνηδες, φέρει όμως και την ευθύνη όλου του τσελιγκάτου και γι’ αυτό φέρει και το όνομα του. Ο τσέλιγκας εκπρόσωπει παντού το τσελιγκάτο, αυτός ρυθμίζει την κοινωνική, οικονομική, και συντροφική ζωή όλης της στάνης. Αυτός φροντίζει και προστατεύει όλους όσους απαρτίζουν την στάνη, συνεταίρους, τσοπάνηδες και όλες τις οικογένειες τους. Είναι παράλληλα ο άρχοντας και ο καπετάνιος της στάνης είναι ο άνθρωπος που τον σέβονται, φοβούνται και υπακούουν όλοι μέσα στο τσελιγκάτο μικροί και μεγάλοι. Ο τσέλιγκας πρέπει να έχει προσόντα καπετάνιου, κοινωνική παράσταση και ηθικές αρετές, να είναι έξυπνος, δραστήριος, συνετός, γενναίος, και να γνωρίζει καλά κάθε ζήτημα που έχει σχέση με την στάνη, για να μπορεί να δίνει λύση αμέσως και χωρίς πολλές κουβέντες. Ο τίτλος του Τσέλιγκα παραμένει πάντα μέσα στη οικογένεια, και πάει από τον πατέρα στον γιο, υπήρχαν τσελιγκάδες που οι γενιές (ζουνάρια) τους μετριόνταν πάνω από τριακόσια χρόνια, το γενεαλογικό τους δέντρο έχει μεγαλώσει τόσο πολύ που η συγγένεια έχει χαθεί εντελώς. Οι απόγονοι τους έπειτα από τόσα χρόνια μπορεί να είναι τσέλιγκες, μπορεί να είναι τσοπάνηδες ή ακόμα και σμίχτες. Υπάρχουν περιπτώσεις που μεγάλοι τσελιγκάδες από διάφορες κακουχίες καταντήσανε απλοί τσοπάνηδες ή σμίχτες σε άλλα τσελιγκάτα ή μπορεί ακόμη να είχαν άσχημη συμπεριφορά προς τα υπόλοιπα μέλη της στάνης και να φύγουν οι τσοπάνηδες και οι σμίχτες να πάνε σε άλλες στάνες και να διαλυθεί το τσελιγκάτο τους, αυτοί λέγονταν χαλασοστάνηδες. Ο τσέλιγκας παρέδιδε τον τίτλο στο πρώτο του αγόρι το πρώτο τσελιγκόπουλο. Όταν όμως ο πρώτος γιος δεν είναι ικανός να διοικήσει το τσελιγκάτο, το παίρνει ο πιο ικανός και πιο δραστήριος από τα αγόρια του τσέλιγκα, όταν πάλι κάποιος από αυτούς δεν είναι ικανός να το κουμαντάρει τότε παίρνει την αρχηγία ο πιο δραστήριος και πιο έξυπνος τσοπάνος έστω και ας μην είναι πλουσιότερος. Για τους παραπάνω λόγους λέγανε ότι ο τάδε τσέλιγκας έχει το τσελιγκάτο με το σπαθί του. Τα παιδιά του τσέλιγκα (τ’ αγόρια) και ειδικά ο πρωτότοκος, ο μελλοντικός τσέλιγκας, δεν πάει ποτέ στα πρότα, δηλ. δεν βόσκει πρόβατα, δεν κάνει την δουλειά της γλίτσας. Τα βόσκει μόνο όταν είναι μικρός, μέχρι δεκαπέντε χρονών, μαθαίνει όμως καλά όλες τις δουλειές της στάνης και σε αυτές παίρνει μέρος αφού μεγαλώσει. Και όταν ακόμη γίνει τσέλιγκας παίρνει μέρος στο άρμεγμα, στο γένο, στον κούρο κλπ. Οι τίτλοι του τσέλιγκα. Ανάλογα με τον πλούτο σε κοπάδια και σε πληθυσμό της στάνης ο τίτλος του τσέλιγκα διακρίνεται σε: Μικροτσέλιγκα, αυτός που η στάνη του αποτελείται από δύο έως πέντε κονάκια λίγα κοπάδια λίγους συνεταίρους, σμίχτες, και από έναν έως δύο τσοπάνηδες που τους πληρώνει με μισθό, τα φυλαχτικά ή την ρόγα, τους ρογιασμένους ή τους μπιστικούς. Μικροτσέλιγκα όμως λέγανε και αυτόν που είχε γίδια όσα πολλά και αν ήταν. Αυτόν δεν τον λογάριαζαν για την σειρά τους των πραγματικών τσελιγκάδων οι Σαρακατσαναίοι, και τον είχαν ξεπεσμένο. Οι βέροι Σαρακατσαναίοι περιφρονούσαν τα γίδια, τα είχαν για ντροπή και εξευτελισμό. Τσέλιγκας είναι αυτός που έχει στην στάνη του πάνω από επτά κονάκια, τουλάχιστον δώδεκα, αρκετά μεγάλο αριθμό από πρόβατα και λίγα γίδια για τις ανάγκες των οικογενειών, και μία καλή λακνιά από άλογα, φοράδες, μουλάρια, καθώς επίσης και πολλούς σμίχτες. Αρχιτσέλιγκας, λεγόταν αυτός που είχε στο τσελιγκάτο του το λιγότερο εικοσιπέντε κονάκια καθώς και μεγάλα προτοκόπαδα, ένα πλούσιο βαλμαριό με πάνω από εκατό χοντρά ζα (ζώα), πολλούς σμίχτες και πολλούς ρογιασμένους.Ο αρχιτσέλιγκας λέγεται και πρωτοτσέλιγκας και στάνατζης ή μαγαλοτσέλιγκας ή καπετάνιος. Οι υποχρεώσεις ήταν ίδιες απέναντι στο τσελιγκάτο είτε από τον μικροτσέλιγκα, είτε από τον τσέλιγκα είτε από τον αρχιτσέλιγκα, αδιάφορο αν είναι μικρή ή μεγάλη η στάνη σε πληθυσμό ή σε βιος. Στρατολογεί, συμφωνεί, και πληρώνει τους συντρόφους του, την παρέα του, τους σμίχτες, και τους ρογιασμένους. Βρίσκει λιβάδια για βοσκές, τα μισθώνει και διαχειρίζεται όλα τα ζητήματα της ομάδας απέναντι στον μισθωτή. Κανονίζει τα βοσκοτόπια, ορίζει τους τσοπαναραίους και την δουλειά που θα κάνουν.ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ vaxtsavanis/= https://syllogosvrouvianon.gr/index.php…

Ξενάγηση στα Βρουβιανά Δήμος Αμφιλοχίας Βρουβιανά Δήμος Αμφιλοχίας

https://business.facebook.com/249908061700307/videos/240960881175768/

https://business.facebook.com/249908061700307/videos/1046939032777618/

https://business.facebook.com/249908061700307/videos/352208069624547/