Η μάνα πεθανε. Αυτή τη φορά στα αληθεια. Αχ ρε μάνα….!!! Πόσες φορές έχεις πεθανει?. Πέθανες στα 7σου χρόνια, τοτε που πεθανε ο πατερας σου. Σε κράτησε η μάνα σου από το σχολείο να φυλάς τα αρνια. ( ποιος έδινε τότε στο μεσοπόλεμο σημασία στα κορίτσια…..). Ήσουν η πρώτη μαθήτρια, όμως έμεινες αναλφαβητη. Τα ήξερες όμως όλα. Λίγο μετά σε έστειλαν υπηρέτρια στη πατρα. Ο βομβαρδισμός της…

Η μάνα πεθανε. Αυτή τη φορά στα αληθεια. Αχ ρε μάνα….!!! Πόσες φορές έχεις πεθανει?. Πέθανες στα 7σου χρόνια, τοτε που πεθανε ο πατερας σου. Σε κράτησε η μάνα σου από το σχολείο να φυλάς τα αρνια. ( ποιος έδινε τότε στο μεσοπόλεμο σημασία στα κορίτσια…..). Ήσουν η πρώτη μαθήτρια, όμως έμεινες αναλφαβητη. Τα ήξερες όμως όλα. Λίγο μετά σε έστειλαν υπηρέτρια στη πατρα. Ο βομβαρδισμός της πατρας σε βρήκε μαζί με την οικογένεια του αφεντικου σου μέσα στο αυτοκίνητο. Αυτοί έτρεξαν όλοι στα καταφυγια και σενα σε άφησαν έξω. Ποιος είχε την έννοια σου!!!! Μονο εσυ νοιαζοσουν για όλους. Ενοιωθες σαν να χρωστουσες σε όλους και έπρεπε να τους ξεπληρώσεις. Γνωστους και αγνωστους. Από μικρή φορτωθηκες ευθυνες μεγάλων. Όπως όλη η γεννιά σου. Η γεννιά που δουλεψε, πονεσε, κρυωσε παλεψε και προδοθηκε. Η γεννιά που μέχρι τα πενηντα της, παρηγαγε, το ψωμί της το κρασί της και τη φαι της μόνη της και έκανε μπάνιο στη ξυλινη σκάφη Για το λάδι πηγαινε στου Αιγίου τα μοναστηριακά λιοστάσια και δουλευε ήλιο με ήλιο. Πήγαινε με τα ποδια, φορτωμένη το τσουβάλι που ζυγίζει πανω απο 30 κιλά. Το ταξείδι ήταν πανω από 15 ώρες. Μας διηγούνταν τα βασανα της. Ξέραμε όλη τη ζωή της. Σε κάποιο ταξείδι περασε ένα φορτηγό και γλίτωσαν καμμια 20ρια χμ ποδαροδρομο. Μας φόρτωσε όλους στη καρότσα μου έλεγε, είμαστε καμμια τριανταρια νοματαιοι. Νομίσαμε ότι μας πηγε στο παραδεισο, ήταν τόσο μεγάλη η κουραση. Ήμουν 8 χρονών όταν μου το είπε. Μάνα της είπα, όταν μεγαλωσω και παρω αμάξι, θα τους βάζω ουλους μέσα. Της φορτώσανε έναν δυσκολο ανθρωπο, που είχε παρει μέρος στο εμφυλιο και μετέπειτα μακρονησιωτη. Κανεις δεν βγήκε αλώβητος. Αν και αγαπουσε άλλον, τον παντρευτηκε. Πηγες να γεννήσεις στο ιατρείο του χωριού βρε μάνα και ο γιατρός ο Ξυδης μάθαινε μαιευτικη πανω σου. Σου έβγαλε το σπλαχνο σου κομμάτια. Έφυγες μου εκμυστηρεύτηκες κάποτε από το ιατρείο σαν άδειο κουφάρι και με την ακρη του ματιου σου είδες τον άνθρωπο που αγαπουσες να κλαίει. Το επόμενο χρόνο πηγες στα Καλάβρυτα να γεννήσεις, για καλυτερα. Εκεί, έπαθες τα χειρότερα. Έφυγες παλι μόνη σου. Αργότερα διαπιστώσαμε ότι το παιδι αυτό σου το κλέψανε. Δεν πιστευε η γεννιά σου ότι οι γιατροί κλέβουν παιδια. Οι γιατροί πιστευατε ότι ήταν μετά το θεο. Δεν σε θυμάμαι ρε μάνα να είχες κοιμηθεί πανω απο έξι ώρες. Έπρεπε να υπηρετήσει, άντρα, παιδια, πεθερικα και να κάνεις όλες τις δουλειές του σπιτιου. Αν σε γνώριζε κοριτσάκι ο Παπαδιαμάντης, θα σε έπνιγε στο ποταμι να γλιτώσεις. Ήμουν στα Μαζεικα, και ήθελα να γυρίσω στο χωριό μας μου είπες τελευταία. Δεν είχα 2 δραχμες για το εισιτηριο. Είχα την αδερφη σας μαζί και γκαστρωμένη εσας. Ο εισπαχτορας δεν με έβαζε στο λεωφορείο. Μόνο το παιδι μπορουσε να μπει. Το έκοψα με τα ποδια από το Τσαρουχλεικο και έφτασα πρωτα από το λεωφορείο στο χωριό. Τι να πρωτοθυμηθω ρε μάνα από τα βασανα σου!!! Όμως δεν λυγίσες δεν παραπονεθηκες, δεν λυποψυχησες. Πάντα με το καλαμπουρι σου και για κάθε περιπτωση είχες και την παροιμια που κολαγε. «0ποιος κάθεται βρωμάει, όποιος περπαταει μυρίζει» » Μου εδωσε η μάνα μου, μου εδωσε ο πατερας μου, μου έδωσαν οι συγγενείς, μου εδωσε ο νο υνός μου, αλλά όσα μου έδωσαν τα χέρια μου δεν μου εδωσε κανεις» Αντισυμβατική χωρίς να το ξερει. » Αν δεις άνθρωπο να τον κυνηγουν έλεγε, κρυψε τον» Ζυμωνες παντα τη νυχτα. Λαγοκοιμοσουν κάποιες ώρες και το πρωι που ξυπνουσαμε για το σχολείο το ψωμί το είχες βγάλει από το φουρνο και Μοσχοβολούσε η γειτονιά. Πηρες τη συνταξη και ήρθες στο χτημα. Παντου μπροστά. Στις καλλιέργειες, στη φροντίδα των ζώων, στη κουζίνα. Ογδόντα χρονών γυναίκα και μαγειρευες για 20 ανθρώπους. Θα παρουν φαι πρωτα τα ξένα παιδια μου έλεγες και αν θα μείνει, θα φας εσυ. Εσυ εισαι στο σπίτι σου, αυτά είναι μακριά από τη μανα τους. Πόσο μου άρεσε ρε μάνα που σε αποκαλούσαν ολοι, μαμά. Αχ ρε μάνα!!!! Τι χαρηκες από τη ζωή σου? Η ζωή σου ήταν μια συνεχής ευθυνη. Ήθελες να τα προλαβεις όλα, να ελέγχεις όλα. Τα χέρια σου είχαν παραμορφωθει από τη δουλειά. Στα φωτογραφισα και τα δείχνω στα νέα παιδια να δουν από ποια γεννιά κατάγονται. Αχ ρε μάνα! Πως άντεξες? Πως από το πουθενα, είχες παντα κάτι να βάλεις στο τραπέζι για φαγητό. Επαιρνες το ένα και το έκανες πεντε και εμείς περνουμε το πεντε και το κάνουμε μηδέν. Δουλέψες μου έλεγες στη διάνοιξη του δρόμου Σοπωτου- Καλαβρύτων, δουλέψες στο Καστέλι, στα ωρυχεια καρβουνου. Με 4 εγχειρήσεις και με μόνιμη ομφαλοκοιλη.Τι να πρωτοθυμηθω ρε μάνα!!! Σήμερα λυτρωθηκες. Αχ ρε μάνα. Δεν σου είχα πει ποτε ποσο σε αγαπουσα, γιατί βουρκώναν τα μάτια μου και πνιγοταν η φωνή μου. Όμως ρε μάνα κρατησα την υπόσχεση μου. Όταν πηρα αυτοκίνητο, όποιον οδοιπόρο βρίσκω, τον βάζω μεσα, όποιος και να είναι, ότι ώρα και να είναι. πηγη