Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ

Η καλλιέργεια της χαρουπιάς  ΣΕ  PDF

Η καλλιέργεια της χαρουπιάς1 SE DOCX

Η χαρουπιά (ξυλοκερατιά, τερατσιά) ανήκει στην οικογένεια Leguminosae, στο γένος
Ceratonia και στο είδος Ceratonia siliqua L. Η επιστημονική ονομασία της χαρουπιάς
προέρχεται από την ελληνική λέξη κεράς (κέρατο) και τη λατινική λέξη «siliqua»,
υποδηλώνοντας τη σκληρότητα και το σχήμα του λοβού. Η κοινή ονομασία της προέρχεται
από την εβραϊκή λέξη «kharuv».

O χώρος καταγωγής του φυτού είναι η Μέση Ανατολή και αποτελεί σημαντικό στοιχείο της
μεσογειακής χλωρίδας. Εκτός από τις μεσογειακές χώρες της ΕΕ (Ισπανία, Ιταλία,
Πορτογαλία, Ελλάδα, Κύπρος, Μάλτα) καλλιεργείται και σε άλλες χώρες όπως το Μαρόκο,
το Ισραήλ, η Τουρκία, η Τυνησία, η Αλγερία, η Παλαιστίνη, ο Λίβανος και η Αίγυπτος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων (FAO, 2011), η
καλλιεργούμενη έκταση της χαρουπιάς ανέρχεται σε 84.000 εκτάρια παγκοσμίως, έκταση
η οποία αντιστοιχεί σε μία ετήσια παραγωγή της τάξης των 188.000 τόνων. Οι χώρες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης παράγουν το 75% περίπου του παγκόσμιου όγκου παραγωγής, ενώ οι
μεγαλύτερες παραγωγές χώρες είναι η Ιταλία (23,8%), η Ισπανία (20,4%), η Πορτογαλία (16,6%),
η Ελλάδα (11,2%), το Μαρόκο (10,9%), η Τουρκία (7,4%), και η Κύπρος (5,6%). (FAO, 2011)

1
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ

Εισαγωγή

Στην Κύπρο η χαρουπιά καλλιεργείται από πολύ παλιά και αποτελούσε μία από τις κύριες
πηγές εισοδήματος των κατοίκων καθώς κατατασσόταν ως ένα από τα πιο σημαντικά
εξαγώγιμα προϊόντα, το οποίο, λόγω της συμβολής του στην εισαγωγή συναλλάγματος,
ονομαζόταν «μαύρος χρυσός» της Κύπρου. Ωστόσο, λόγω των χαμηλών διεθνών τιμών των
χαρουπιών που επικράτησαν κατά τη δεκαετία του 1960 και αργότερα, της ραγδαίας
οικιστικής ανάπτυξης στις παράλιες περιοχές, της σταθερής αύξησης του κόστους των
εργατικών, της υψηλής ζήτησης και κατά συνέπεια χρήσης τους ως ξυλοκάρβουνων και
καυσόξυλων καθώς και άλλων παραγόντων, η χαρουπιά παραμελήθηκε και συρρικνώθηκε
σε έκταση.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία (Στατιστική Υπηρεσία, 2012), η καλλιεργούμενη έκταση
της χαρουπιάς στην Κύπρο ανέρχεται στα 1.709 εκτάρια, έκταση η οποία αντιστοιχεί σε
9.123 τόνους συνολικού όγκου παραγωγής και 2,14 εκατομμύρια ευρώ αξία παραγωγής.
Το 34% του συνολικού όγκου παραγωγής χαρουπιών στην Κύπρο διατίθεται στην κυπριακή
βιομηχανία για σκοπούς μεταποίησης, το 20% προορίζεται ως ζωοτροφή και το 46%
προορίζεται για εξαγωγή.

Η χαρουπιά είναι δέντρο αείφυλλο, μέτριου ως μεγάλου μεγέθους, που μπορεί να φθάσει
τα 10 μέτρα ύψος, με πλαγιόκλαδη κυρίως βλάστηση, κόμη σφαιρική και δυνατούς
βλαστούς με τραχύ φλοιό.
Τα φύλλα είναι σύνθετα, κατ’ εναλλαγή, μήκους 10-20 εκατοστών. Έχουν χρώμα
χαλκοκόκκινο στη νεαρή ηλικία και βαθυπράσινο όταν ωριμάσουν. Είναι λεία και
δερματώδη και καλύπτονται από μία παχιά κηρώδη επίστρωση που αποτρέπει την
υπερβολική απώλεια υγρασίας σε ημίξηρα κλίματα.
Οι οφθαλμοί της διακρίνονται σε βλαστοφόρους και ανθοφόρους (απλοί). Οι ανθοφόροι
που βρίσκονται σε ξύλο του προηγούμενου χρόνου εκπτύσσονται το φθινόπωρο και
δίνουν μονοστέλεχες ταξιανθίες, ενώ αυτοί που βρίσκονται σε ξύλο μεγαλύτερης ηλικίας,
3-15 ετών, δίνουν πολυστέλεχες ταξιανθίες. Οι οφθαλμοί στερούνται λεπίων (γυμνοί) αλλά
περιβάλλονται από πυκνό τρίχωμα.
Τα άνθη είναι μικρά (μήκους 6-12 χιλιοστών), πολλαπλά, τοποθετημένα σπειροειδώς σε
βοτρυοειδείς ταξιανθίες, σε ξύλο ηλικίας 2-15 ετών. Έχουν χρώμα πρασινοκόκκινο και
δυσάρεστη οσμή (κυρίως τα αρσενικά). Φέρουν μόνο χνουδωτά σέπαλα και διακρίνονται
σε αρσενικά, θηλυκά και ερμαφρόδιτα. Τα θηλυκά φέρουν ένα βραχύστυλο ύπερο και τα

Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
2

Υφιστάμενη κατάσταση στην Κύπρο

Βοτανική περιγραφή

αρσενικά πέντε στήμονες. Τα ερμαφρόδιτα άνθη (τα οποία σπανίζουν), περιέχουν τόσο
βραχύστυλο ύπερο όσο και στήμονες. Μόνο ένα μικρό ποσοστό από τα άνθη αποδίδει
καρπούς και σπάνια δημιουργούνται δύο καρποί ανά άνθος.
Η χαρουπιά είναι δίοικο δέντρο, ο καρπός της είναι χέδρωπας, έχει σχήμα τοξοειδές,
χρώμα καστανό και συρρικνωμένη, δερματώδη υφή (αφού ωριμάσει). Αποτελείται κατά
90% από πούλπα, πλούσια σε σακχαρόζη, γλυκόζη, κυτταρίνη και τανίνες, και κατά 10%
από σπόρους. Συγκεκριμένα, ο καρπός αποτελείται από το περικάρπιο (σκληρό,
δερματώδες περίβλημα) και το μεσοκάρπιο (σαρκώδες, πλούσιο σε σάκχαρα), ενώ περιέχει
10 – 16 σκληρά σπέρματα, γυαλιστερά και κεραμόχρoα. Χαρακτηριστικό των σπερμάτων
είναι ότι έχουν όλα το ίδιο βάρος. Λέγεται δε ότι το μέτρημα του χρυσού σε καράτια πήρε
το όνομα του από το κεράτιο, δηλαδή το χαρούπι.

Κλίμα
Η χαρουπιά είναι δέντρο θερμών και ξηρών περιοχών και μπορεί να ευδοκιμήσει και να
αποδώσει ικανοποιητικά σε θερμές, υποτροπικές περιοχές. Η βλαστική ανάπτυξη της
χαρουπιάς μειώνεται αισθητά όταν οι θερμοκρασίες είναι κάτω των 10°C ενώ, ως είδος,
παρουσιάζει κάποια ευαισθησία στον παγετό, είναι ωστόσο λιγότερο ευαίσθητη από την
ελιά. Συγκεκριμένα, θερμοκρασίες μεταξύ -4°C και -7°C είναι δυνατό να προκαλέσουν
ζημιές στο φυτό, με ξηράνσεις όχι μόνο των νεαρών βλαστών αλλά και των παλαιότερων
ή ακόμη και ολόκληρης της κόμης. Ωστόσο, λόγω της ιδιότητας της χαρουπιάς να παράγει
πολλές παραφυάδες είναι δυνατό να γίνει αντικατάσταση των κατεστραμμένων βλαστών
από αυτές. Αντίθετα, το φυτό είναι εξαιρετικά ανθεκτικό σε υψηλές θερμοκρασίες που
ξεπερνούν τους 40°C χωρίς να υπόκειται οποιαδήποτε ζημιά.

3
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ

Εδαφοκλιματικές απαιτήσεις

Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
4

Γι’ αυτό, κατάλληλες περιοχές για φύτευση με χαρουπιά θεωρούνται οι περιοχές με ήπιους
χειμώνες, ήπια/ζεστή άνοιξη και θερμά/ξηρά καλοκαιρία, αποφεύγοντας κατά το δυνατό,
περιοχές που πλήττονται από παγετούς ή περιοχές με υψόμετρο μεγαλύτερο των 600
μέτρων. Επίσης, θα πρέπει να αποφεύγονται περιοχές που πλήττονται από ανέμους καθώς
τα νεαρά δέντρα είναι επιρρεπή στους ισχυρούς ανέμους.
Οι καλύτερες συνθήκες ανάπτυξης για τη χαρουπιά εντοπίζονται στις παράλιες περιοχές
λόγω ευνοϊκότερων κλιματικών συνθηκών.
Σε χρονιές με έντονες φθινοπωρινές βροχές είναι δυνατό να παρατηρηθεί μειωμένη
καρπόδεση καθώς η βροχή παρεμποδίζει τη μεταφορά γύρης και, κατ’ επέκταση, τη μη
ικανοποιητική επικονίαση. Επιπρόσθετα, υψηλά ποσοστά υγρασίας κατά την περίοδο της
άνοιξης δυνατό να αυξήσουν την πιθανότητα προσβολής από ωίδιο (μύκητας γένους
Oidium) τόσο στα φύλλα όσο και στους καρπούς.

Έδαφος
Η χαρουπιά είναι δέντρο με περιορισμένες εδαφικές απαιτήσεις. Ευδοκιμεί σε διάφορα
είδη εδαφών, εκτός από πολύ αργιλώδη και υγρά εδάφη, ευδοκιμεί ακόμα και σε βραχώδη,
ξηρά και επικλινή εδάφη με την προϋπόθεση ότι είναι βαθιά και ελαφριά ούτως ώστε να
διαπερνώνται από το ριζικό σύστημα της χαρουπιάς. Ως καταλληλότερα εδάφη
θεωρούνται τα αμμοπηλώδη εδάφη με καλή αποστράγγιση.
Στην Κύπρο η χαρουπιά καλλιεργείται με επιτυχία σε εδάφη ξηρά, πετρώδη και
ασβεστολιθικά. Έτσι αξιοποιούνται περιοχές ξηρές και άγονες, που η γεωργική τους
εκμετάλλευση με άλλα είδη είναι αδύνατη.

Στην Κύπρο τα καλλιεργούμενα δέντρα χαρουπιάς προέρχονται από εξημέρωση με
εμβολιασμό των αυτοφυόμενων δέντρων χαρουπιάς.
Ο κύριος τρόπος εμβολιασμού της χαρουπιάς είναι ο ενοφθαλμισμός με όρθιο «Τ» πάνω
σε υποκείμενα σποροφύτων ηλικίας δύο χρόνων. Ως καταλληλότερη εποχή εμβολιασμού
θεωρείται η περίοδος της άνοιξης καθώς και του φθινοπώρου.
Τα υποκείμενα σποροφύτων παράγονται από σπόρο που βλαστάνει αργά και δύσκολα. Για
την επιτάχυνση και διευκόλυνση της βλάστησης των σπόρων συστήνεται όπως οι σπόροι
πριν τη σπορά τους τοποθετηθούν για 24 – 48 ώρες σε χλιαρό νερό για να φουσκώσουν
και ακολούθως εμβαπτιστούν σε μυκητοκτόνο διάλυμα για απολύμανση.

Πολλαπλασιασμός

5
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ

Στην Κύπρο υπάρχουν τρεις κατηγορίες χαρουπιάς. Oι άγριες, οι οποίες είναι δέντρα με
λεπτούς κορμούς, μικρά φύλλα και μικρή έως ελάχιστη παραγωγή μικρού μεγέθους
χαρουπιών. Χρησιμοποιούνται συνήθως ως σπορόφυτα για εμβολιασμό σε αυτά των
επιθυμητών ποικιλιών. Οι αποστολίτικες είναι δέντρα μη εμβολιασμένα και με καρπούς
καλύτερους από τις άγριες χαρουπιές. Τέλος, οι ήμερες χαρουπιές είναι τα εμβολιασμένα
δέντρα.

Aνάμεσα στις ήμερες χαρουπιές έχουμε τις πιο κάτω ποικιλίες:

α) Τηλλυρίας

Τα δέντρα της ποικιλίας αυτής είναι ορθόκλαδα, ζωηρής ανάπτυξης, κυρίως όταν το έδαφος
είναι γόνιμο με ικανοποιητική υγρασία. Οι κορυφές των νέων βλαστών και τα μικρά φύλλα
έχουν χρώμα πράσινο προς ελαφρά κόκκινο. Η ωρίμαση των καρπών αρχίζει κατά το
δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου και το χρώμα τους είναι βαθύ σοκολατί εως καφέ.
Ο καρπός είναι μακρύς, 17 εκατοστά περίπου, και ίσιος.

Οι σπόροι, 15 – 16 σε αριθμό, αποτελούν το 7,6 – 10,6% του καρπού και είναι πεπλατυσμένοι
με ομαλή επιφάνεια. Ο καρπός περιέχει 51% σάκχαρα και οι σπόροι 49% κόμμι.
Χαρακτηριστικό της ποικιλίας είναι ότι ακόμα και μετά την πλήρη ωρίμαση οι καρποί δεν
έχουν την τάση να πέφτουν.

β) Κουντούρκα

Οι νεαροί βλαστοί και τα φύλλα της ποικιλίας αυτής έχουν ερυθρό χρώμα. Οι βλαστοί και
οι κλώνοι έχουν την τάση να κλείνουν προς το έδαφος. Τα παλιά φύλλα σε περιόδους
ανομβρίας συστρέφονται. Η ανθοταξία είναι ίσια.

Η ωρίμαση του καρπού αρχίζει το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου και ο καρπός
έχει χρώμα καφέ σοκολατί, είναι ίσιος, μήκους 13 περίπου εκατοστών και συγκριτικά με
την ποικιλία «Τηλλυρία» δεν έχει κοφτερή άνω ραφή. Χαρακτηριστικό της ποικιλίας είναι
ότι η μία πλευρά του καρπού είναι πιο χοντρή από την άλλη.

Το πάχος του καρπού φθάνει τα 7,3 – 9,7 χιλιοστά και οι σπόροι στον ώριμο καρπό
ακούγονται κατά το τράνταγμα. Οι σπόροι αποτελούν το 14,7% του καρπού, είναι γωνιώδεις
και πιο χοντροί από της «Τηλλυρίας».

Με την έναρξη της πλήρους ωρίμασης των καρπών παρατηρείται φυσική καρπόπτωση,
γεγονός που διευκολύνει τη διαδικασία συγκομιδής. Ο καρπός περιέχει 50% σάκχαρα και
οι σπόροι 58% κόμμι.

Ποικιλίες

Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
6

γ) Κουμποτά
Οι νεαροί βλαστοί και τα φύλλα έχουν χρώμα ανοικτό ερυθρό. Οι καρποί έχουν μήκος 20
περίπου εκατοστά και ωριμάζουν περί τα μέσα Αυγούστου. Έχουν χρώμα καφέ σοκολατί
και είναι πιο κυρτοί από τις άλλες ποικιλίες. Έχουν πάχος 7,6 – 10,5 χιλιοστά και περιέχουν
53% σάκχαρα. Οι σπόροι περιέχουν 53% κόμμι.

Η χαρουπιά είναι δίοικο φυτό, δηλαδή άλλα δέντρα είναι αρσενικά και άλλα θηλυκά. Γι’ αυτό
τον λόγο θα πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια κατά την εγκατάσταση μιας φυτείας ώστε να
υπάρχουν και αρσενικά ή ερμαφρόδιτα δέντρα (επικονιαστές) για την επίτευξη
ικανοποιητικής επικονίασης και γονιμοποίησης.
Η αναλογία αρσενικών ή ερμαφρόδιτων δέντρων σε σχέση με τα θηλυκά συστήνεται να
είναι ένα αρσενικό για κάθε 8 – 10 θηλυκά δέντρα. Επίσης, είναι σημαντικό όπως οι
επικονιαστές κατανέμονται τόσο περιμετρικά όσο και εντός της φυτείας και με
συγκεκριμένη διάταξη/μοτίβο ώστε να επιτυγχάνεται αποτελεσματική επικονίαση.
Συγκεκριμένα, συστήνεται όπως οι επικονιαστές φυτεύονται σε κάθε τρίτη σειρά φύτευσης
και ενδιάμεσά τους, εντός της γραμμής, να παρεμβάλλονται δύο θηλυκά δέντρα (όπως
φαίνεται στο πιο κάτω διάγραμμα).
Η άνθιση αρχίζει από τα τέλη Αυγούστου και τελειώνει τον Νοέμβριο. Η επικονίαση
επιτυγχάνεται με τις μέλισσες και τον άνεμο. Αν οι συνθήκες επικονίασης δεν είναι
ικανοποιητικές, τότε παρατηρείται έντονη πτώση ανθέων και μειωμένη καρπόδεση. Ο
βαθμός επικονίασης είναι δυνατό να επηρεάσει επιπρόσθετα και το μέγεθος του καρπού.

Διάγραμμα 1: Διάταξη επικονιαστών

Άνθιση/Γονιμοποίηση/Καρποφορία

7
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ

Όσο πιο αποτελεσματική είναι η επικονίαση τόσο μεγαλύτερο είναι το μέγεθος του καρπού,
σε σχέση πάντοτε με τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας.

Η δημιουργία, ανάπτυξη και ωρίμαση του καρπού διαρκεί σχεδόν ένα ολόκληρο χρόνο,
από τη στιγμή που λαμβάνει χώρα η άνθιση μέχρι και τον Αύγουστο του επόμενου έτους,
και διακρίνεται σε τρία στάδια:

l Το πρώτο στάδιο ξεκινά από το τέλος του φθινοπώρου και ολοκληρώνεται μέχρι τον
χειμώνα, όπου παρατηρείται πολύ βραδεία ανάπτυξη του καρπού.

l Το δεύτερο στάδιο διαρκεί καθόλη τη διάρκεια της άνοιξης μέχρι και την έναρξη του
καλοκαιριού, όπου παρατηρείται πολύ ταχεία ανάπτυξη του καρπού.

l Κατά το τρίτο στάδιο (Ιούλιος- Αύγουστος) λαμβάνει χώρα η ωρίμαση η οποία
συνοδεύεται με πολύ αργή ανάπτυξη του καρπού.

Η ωρίμαση του καρπού σηματοδοτείται από την αλλαγή του χρώματος του περικαρπίου
από πράσινο σε καφέ και παράλληλη σημαντική μείωση των επιπέδων υγρασίας στον
καρπό. Η περίοδος σύνθεσης των σακχάρων στον καρπό παρατηρείται από τα μέσα
Ιουνίου μέχρι τα μέσα Ιουλίου.

Σε ό,τι αφορά την παραγωγή, η χαρουπιά εισέρχεται αργά στην καρποφορία, περίπου στο
8ο έτος, και έχει την τάση να παρενιαυτοφορεί. Ωστόσο, τα μειονεκτήματα αυτά μπορούν

να περιοριστούν σημαντικά στην περίπτωση που η φυτεία αρδεύεται και λαμβάνει τις
απαιτούμενες καλλιεργητικές φροντίδες.

Η μέγιστη παραγωγή επιτυγχάνεται όταν η χαρουπιά φτάσει σε ηλικία 20 – 25 χρόνων και
ακολούθως σταθεροποιείται.

Η προετοιμασία του εδάφους για την εγκατάσταση της φυτείας είναι παρόμοια με εκείνη
των άλλων καρποφόρων δέντρων. Τα δενδρύλια, ως αείφυλλα, φυτεύονται με μπάλα
χώματος.
Η καλύτερη περίοδος φύτευσης των δενδρυλλίων είναι αρχές της άνοιξης, αφού παρέλθει
ο κίνδυνος εμφάνισης παγετού. Κατά τη φύτευση πρέπει να γίνεται προσπάθεια να μην
πληγώνονται τα ριζικά τριχίδια του φυτού. Επίσης, το φυτό θα πρέπει να τοποθετείται στο
κέντρο του λάκκου και σε ευθεία γραμμή με τα άλλα δέντρα.
Κατά την προσθήκη χώματος στους λάκκους, αυτό θα πρέπει να πιέζεται ελαφρώς ώστε
να επιτυγχάνεται η καλύτερη εγκατάσταση του ριζικού συστήματος. Αμέσως μετά τη
φύτευση θα πρέπει να ακολουθεί βαθύ πότισμα και ακόμη ένα πότισμα δύο εβδομάδες
μετά. Για σκοπούς καλύτερης εγκατάστασης των φυτών είναι σημαντικό να
πραγματοποιηθεί άρδευση των νεαρών δενδρυλλίων τουλάχιστο 5 – 8 φορές (ανάλογα με
τον τύπο του εδάφους) κατά τη διάρκεια του πρώτου καλοκαιριού μετά τη φύτευσή τους.
Αν στην περιοχή επικρατούν δυνατοί άνεμοι, τότε το δενδρύλλιο πρέπει να υποστυλώνεται.

Εγκατάσταση φυτείας

Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
8

Ταξιανθία με αρσενικά άνθηΤαξιανθία με θηλυκά άνθη

9
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ

Η χαρουπιά φυτεύεται σε τετράγωνα ή κατά γραμμές σε απόσταση 8 – 10 μέτρων μεταξύ
των φυτών (π.χ. 8 x 8, 9 x 9, 10 x 10, 8 x 9, 8 x 10, 9 x 10).
Η φύτευση κατά τετράγωνα διευκολύνει την εκτέλεση των καλλιεργητικών εργασιών που
γίνονται και προς τις δύο κατευθύνσεις. Στη φύτευση κατά γραμμές τα δέντρα φυτεύονται
στις κορυφές ορθογώνιου παραλληλογράμμου που σχηματίζονται από τις τομές κάθετων
γραμμών. Συνήθως οι γραμμές αυτές είναι παράλληλες προς τα φυσικά όρια του τεμαχίου.

Διάγραμμα 2: Συστήματα φύτευσης χαρουπιάς

Κατά τετράγωνα Κατά γραμμές

Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
1 0

Άρδευση
Η χαρουπιά είναι ανθεκτική στην ξηρασία και κατατάσσεται στις ξηρικές καλλιέργειες. Η
ιδιότητα αυτή της χαρουπιάς οφείλεται: α) στην ικανότητα του δέντρου να αναπτύσσει
εκτενές και βαθύ ριζικό σύστημα, με αποτέλεσμα τη διείσδυσή του σε περιοχές που υπάρχει
διαθέσιμη εδαφική υγρασία, β) στα σκληρά, κηρώδη φύλλα του δέντρου που το
προστατεύουν από έντονη διαπνοή και τέλος, γ) στην ιδιότητα των φύλλων να διατηρούν
υψηλά ποσοστά υγρασίας, ακόμα και σε συνθήκες περιορισμένης εδαφικής υγρασίας.
Η χαρουπιά είναι δυνατό να προσαρμοστεί ικανοποιητικά σε περιοχές με ετήσιο ύψος
βροχόπτωσης από 250 – 500 mm. Ωστόσο, ικανοποιητική καρποφορία επιτυγχάνεται σε
περιοχές με ετήσιο ύψος βροχόπτωσης 350 mm, ενώ οι μέγιστες αποδόσεις
παρατηρούνται σε περιοχές με ετήσιο ύψος βροχόπτωσης 500 mm. Γι’ αυτό τον λόγο,
ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής, η άρδευση είναι δυνατό να γίνει
συμπληρωματικά προς τη βροχόπτωση.
Τα νεαρά δέντρα, στα πρώτα στάδια ανάπτυξής τους, πρέπει να αρδεύονται για να αναπτυχθούν
ομαλά. Συγκεκριμένα, συστήνεται όπως πραγματοποιείται άρδευση προς το τέλος της άνοιξης
με αρχές καλοκαιριού, κατά τα πρώτα δύο χρόνια από την εγκατάσταση της φυτείας.
Τα μεγάλα δέντρα θα πρέπει να αρδεύονται την άνοιξη και κατά την έναρξη του
καλοκαιριού (περίοδος που παρατηρείται γρήγορη ανάπτυξη του καρπού), καθώς και κατά
την περίοδο του φθινοπώρου (περίοδος άνθισης και εναπόθεσης αποθησαυριστικών
ουσιών). Για την άρδευση της χαρουπιάς το καλύτερο βελτιωμένο σύστημα άρδευσης είναι
οι σταγόνες, μία γραμμή ανά σειρά δέντρων, με δύο σταγόνες ανά δέντρο. Η χαρουπιά,
λόγω της ανθεκτικότητας που παρουσιάζει στα άλατα, μπορεί να αρδεύεται με σχετικά
προβληματικά και υποβαθμισμένα νερά.

Λίπανση
Η καλλιέργεια της χαρουπιάς στην Κύπρο γίνεται συνήθως είτε σε εκτατική μορφή είτε σε
συγκαλλιέργεια, κατά κανόνα με σιτηρά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η χαρουπιά, που
μπορεί να θεωρηθεί δέντρο με περιορισμένες απαιτήσεις σε θρεπτικά στοιχεία, περιορίζει
την ανάπτυξη της και ικανοποιεί τις ανάγκες της από τα αποθέματα του εδάφους. Έτσι,
στην περίπτωση συγκαλλιεργείας με σιτηρά, τα λιπάσματα που εφαρμόζονται ικανοποιούν
πλήρως και τις ανάγκες της χαρουπιάς. Σε αντίθετη περίπτωση, και με σκοπό την επίτευξη
καλύτερης παραγωγής, θα πρέπει να εφαρμόζονται 200 – 300 g τριπλού υπερφωσφορικού
λιπάσματος στις αρχές Δεκεμβρίου σε κάθε δέντρο. Συνήθως δεν απαιτείται η προσθήκη
καλίου, αν όμως χρειάζεται, τότε μία ποσότητα της τάξης των 300 – 400 g ανά δέντρο είναι
ικανοποιητική. Στις αρχές Φεβρουαρίου εφαρμόζουμε 2 – 3 κιλά θειικής αμμωνίας σε κάθε
δέντρο.

Καλλιεργητικές φροντίδες

1 1
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ

Σημαντική καλλιεργητική πρακτική που δεν θα πρέπει να παραλείπεται είναι η εφαρμογή
και ενσωμάτωση κοπριάς κάθε 2 – 3 χρόνια. Η κοπριά, εκτός του ότι περιέχει σημαντικές
ποσότητες θρεπτικών στοιχείων, περιέχει παράλληλα και σημαντικές ποσότητες οργανικής
ουσίας. Όπως είναι γνωστό, η οργανική ουσία στο έδαφος αποτελεί σημαντικό παράγοντα
βελτίωσης της δομής του εδάφους, του περιορισμού της διάβρωσης καθώς και της
συμπίεσης και του σχηματισμού επιφανειακής κρούστας.

Κατεργασία εδάφους
Η κατεργασία του εδάφους είναι μία πολύ σημαντική εργασία στην καλλιέργεια της
χαρουπιάς, η οποία θα πρέπει να γίνεται τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο. Η πρώτη
καλλιέργεια πρέπει να γίνεται μία φορά τον Οκτώβρη-Νοέμβρη και η δεύτερη μετά τις
τελευταίες βροχές του Μαρτίου-Απριλίου.
Με τις δύο αυτές καλλιέργειες του εδάφους επιτυγχάνεται η συγκράτηση του νερού κατά
τις βροχοπτώσεις του χειμώνα, η καταστροφή των ζιζανίων και παράλληλα παρεμποδίζεται
η εξάπλωση πυρκαγιών.

Κλάδεμα
Κλάδεμα διαμόρφωσης
Το κλάδεμα διαμόρφωσης εφαρμόζεται στα νεαρά δέντρα και αποσκοπεί στο να δώσει
στο δέντρο το κατάλληλο σχήμα και ύψος ανάλογα με το είδος της φυτείας καθώς και τον
τρόπο συγκομιδής (χειρωνακτικά ή μηχανικά).
Στην περίπτωση όπου η συγκομιδή θα πραγματο ποιείται με το χέρι, το κλάδεμα που
εφαρμόζεται δεν μετα βάλλει ουσιαστικά το φυσικό σχήμα και την ανάπτυξη του δέντρου.
Για τον λόγο αυτό, πραγματοποιείται, τα πρώτα χρόνια, ένα πάρα πολύ ελαφρύ κλάδεμα
το οποίο στοχεύει στην ανάπτυξη της κόμης του δέντρου περι μετρικά και στον περιορισμό
του ύψους του δέντρου ώστε να διευκολύνεται αργότερα η συγκομιδή με το χέρι και να
δημιουργείται ένα σχήμα ανοικτού κυπέλλου στο δέντρο. Συγκεκριμένα, μέχρι το δέντρο
να εισέλθει σε πλήρη καρποφορία, αφαιρούνται απλά οι βλαστοί που φύονται από τον
κορμό (παραφυάδες). Αφού το δέντρο εισέλθει σε καρποφορία, αφαιρούνται οι κατώτεροι
βλαστοί, ηλικίας πέραν των δύο χρόνων, ώστε να δημιουργηθεί κορμός στο δέντρο ύψους
γύρω στα 70 εκατοστά.
Στην περίπτωση όπου η συγκομιδή θα πραγματοποιείται μηχανικά, τότε το κλάδεμα που
εφαρμόζεται στοχεύει στη δημιουργία 4 – 5 ισχυρών βραχιόνων οι οποίοι θα πρέπει να
κατανέμονται ομοιόμορφα γύρω από τον κορμό ύψους ενός μέτρου περίπου. Το κλάδεμα
αυτό ευνοεί την ανάπτυξη του δέντρου προς τα πάνω και διευκολύνει τη μηχανική
συγκομιδή.

Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
1 2

Κλάδεμα καρποφορίας
Το κλάδεμα καρποφορίας πραγματοποιείται κάθε 3 – 4 χρόνια περίπου, αμέσως μετά τη
συγκομιδή, και αποσκοπεί στη διατήρηση του σχήματος, στην ανάπτυξη της νέας
βλάστησης και στην αφαίρεση των παραφυάδων από τον κορμό καθώς και των ξηρών και
συμπλεκόμενων κλάδων της κόμης με σκοπό την αύξηση του ηλιακού φωτός στο
εσωτερικό της κόμης.
Είναι σημαντικό να εφαρμόζεται ελαφρύ κλάδεμα διότι τα αυστηρά κλαδέματα ευνοούν
την εμφάνιση παρενιαυτοφορίας. Επίσης, μετά το κλάδεμα, καλό είναι όπως οι μεγάλες
τομές επαλείφονται με ειδική αλοιφή για την προστασία του ξύλου από διάφορους
μικροοργανισμούς.

Εχθροί και ασθένειες
Η ποντίκα αποτελεί τον κύριο εχθρό της χαρουπιάς, και εάν δεν ληφθούν τα απαραίτητα
μέτρα, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ζημιές στο δέντρο, ακόμη και να επιφέρει τη
νέκρωσή του. Ο καρπός του δέντρου αποτελεί μια πολύ ελκυ στική τροφή για την ποντίκα,
όμως, η μεγαλύτερη ζημιά στα χαρουπόδεντρα προκαλείται από το ξύσιμο του φλοιού των
βλαστών και κλάδων, που συνηθίζει η ποντίκα να κάνει κατά τους καλοκαιρινούς μήνες,
στην προσπάθεια της να εξεύρει πηγές νερού. Ως αποτέλεσμα του ξυσίματος του φλοιού,
οι κλάδοι ξηραίνονται αφού δεν μπορούν να τροφοδοτηθούν με νερό και θρεπτικά
στοιχεία, απαραίτητα συστατικά για την επιβίωση του δέντρου. Οι επανειλημμένες σοβαρές
προσβολές σε συνδυασμό με την έλλειψη καλλιεργητικών φροντίδων μπορεί να
οδηγήσουν ακόμη και στην πλήρη νέκρωση του δέντρου.

Αποξήρανση βλαστών που προκλήθηκε από ξύσιμο του φλοιού από την ποντίκα

1 3
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ

Αξιόπιστες ενδείξεις που σηματοδοτούν ότι τα χαρούπια είναι ώριμα και έχουν εξασφαλίσει
τα ανώτατα επίπεδα σακχάρων (σε σχέση με τα χαρακτηριστικά της κάθε ποικιλίας) είναι
το χρώμα του φλοιού και του ποδίσκου του καρπού. Συγκεκριμένα, τα χαρούπια είναι
έτοιμα να συγκομισθούν όταν ο φλοιός τους έχει αποκτήσει το χαρακτηριστικό χρώμα της
ποικιλίας κατά την ωρίμαση (καστανός) και όταν ο ποδίσκος του έχει σκουρύνει τελείως.
Η συγκομιδή των χαρουπιών πραγματοποιείται τέλος του καλοκαιριού με αρχές του
φθινοπώρου, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Είναι
δυνατό να πραγματοποιηθεί χειρονακτικά ή μηχανικά. Ο πλέον διαδεδομένος τρόπος είναι
ο χειρωνακτικός, ο οποίος πραγματοποιείται με ράβδισμα στο εσωτερικό της κόμης με
αποτέλεσμα την πτώση των χαρουπιών σε ειδικά δίχτυα τα οποία τοποθετούνται κάτω από
τα δέντρα. Αυτή η μέθοδος συγκομιδής αποτελεί τη σημαντικότερη δαπάνη της
καλλιέργειας και αυξάνει σημαντικά το κόστος της καλλιέργειας. Αντίθετα, η μηχανική
συγκομιδή μειώνει σημαντικά το κόστος της καλλιέργειας.
Στη χαρουπιά η περίοδος συγκομιδής συμπίπτει με την περίοδο ανθοφορίας. Για τον λόγο
αυτό θα πρέπει να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε τα κτυπήματα κατά τη
συγκομιδή να γίνονται προσεκτικά, για να προστατεύονται οι ταξιανθίες και κατ’ επέκταση
η καρποφορία του επόμενου έτους.
Αμέσως μετά τη συγκομιδή, τα χαρούπια θα πρέπει να μεταφέρονται στον τόπο
επεξεργασίας τους είτε να αποθηκεύονται σε σκιερό χώρο.

Η απόδοση της χαρουπιάς είναι δυνατό να ποικίλλει σημαντικά από έτος σε έτος καθώς το
είδος αυτό έχει την τάση να παρενιαυτοφορεί. Παράλληλα, το ύψος παραγωγής
επηρεάζεται από μία σειρά ελεγχόμενων και μη παραγόντων όπως οι καλλιεργητικές
φροντίδες που εφαρμόζονται από την πλευρά του παραγωγού, οι κλιματικές συνθήκες που
επικράτησαν καθόλη τη διάρκεια του έτους και ο βαθμός επιτυχούς επικονίασης.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία (Στατιστική Υπηρεσία, 2012), η απόδοση ενός δεκαρίου
χαρουπιάς ανέρχεται στα 530 κιλά ανά δεκάριο. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά αφορούν
εκτατικές-ξηρικές φυτείες χαρουπιάς στις οποίες δεν εφαρμόζονται σημαντικές
καλλιεργητικές φροντίδες. Κατ’ επέκταση, εάν δοθεί η πρέπουσα σημασία εκμετάλλευσης,
το ύψος παραγωγής είναι δυνατό να αυξηθεί σημαντικά.

Αποδόσεις

Ωρίμαση – Συγκομιδή

Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
1 4

Τα χαρούπια διατίθενται αυτούσια ή μεταποιούνται σε διάφορα προϊόντα. Οι διάφορες
μορφές με τις οποίες διατίθενται τα χαρούπια παρουσιάζονται στο πιο κάτω διάγραμμα
(διάγραμμα 3):

Χρήσεις των χαρουπιών

Διάγραμμα 3: Μεταποίηση χαρουπιών

Aλεσμένα χαρούπια μεγάλου
μεγέθους

Αλεσμένα χαρούπια μεσαίου
μεγέθους

Χαρουπάλευρο

Χαρούπια ολόκληρα

Χαρουποπυρήνας Χαρούπια αλεσμένα

Κόμμι
Χαρουπάλευρο

Μέσου
μεγέθους

Μεγάλου
μεγέθους

Χαρουπόσκονη

1 5
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ

Έτσι, ανάλογα με τη μορφή στην οποία θα διατεθούν, τα χαρούπια έχουν και την ανάλογη
χρήση.

Α. Για ανθρώπινη κατανάλωση: Τρώγονται αυτούσια είτε με τη μορφή διάφορων
παρασκευασμάτων. Παραδο σιακά παρα σκευά σματα στην Κύπρο είναι το «παστέλλι» και το
«τερατσόμελο». Επίσης, ύστερα από καβούρδισμα και άλεσμα, παρασκευάζεται σε
βιομηχανική βάση η χαρουπόσκονη που χρησιμοποιείται διεθνώς στη ζαχαρο πλα στική,
κυρίως ως υποκατάστατο του κακάο.

  1. B. Για διατροφή των ζώων: Τα χαρούπια, λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε
    υδατάνθρακες και φυτικές ίνες και της χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες
    θεωρούνται ιδανικά για χρήση τους ως ζωοτροφές. Χρησιμοποιούνται είτε ολόκληρα είτε
    αλεσμένα, αυτούσια ή σε μίγματα με άλλα είδη ζωοτροφών.

Γ. Για βιομηχανική χρήση: Από τον πυρήνα των χαρουπιών, μετά από αποφλοίωση και
άλεσμα, εξάγεται το κόμμι, που έχει πάρα πολλές χρήσεις όπως για παράδειγμα στη
βιομηχανία τροφίμων, καλλυντικών, φαρμάκων, φωτογραφικών φιλμ, σπίρτων, μπογιών,
μελανιών και συγκολλητικών γομών.

Η χαρουποκαλλιέργεια συμβάλλει, επίσης, σημαντικά στη βελτίωση του φυσικού
περιβάλλοντος. Η συμβολή της χαρουπιάς προς αυτή την κατεύθυνση είναι ιδιαίτερα
σημαντική. Μπορεί να ευδοκιμήσει σε ξηρικές περιοχές και σε φτωχά εδάφη όπου άλλα
είδη δέντρων δεν αναπτύσσονται. Επιπρόσθετα, στη χαρουπιά αποδίδονται ειδικές
ικανότητες απορρόφησης του μολύβδου που υπάρχει στην ατμόσφαιρα. Λόγω του
πλούσιου ριζικού συστήματος του δέντρου, η χαρουπιά μπορεί να χρησι μοποιηθεί ως
δασικό δέντρο για προστασία του εδάφους από τη διάβρωση. Τέλος, η χαρουπιά μπορεί να
χρησιμοποιηθεί ως φυτό τοπιοτέχνησης σε πάρκα, δενδροστοιχίες ή ακόμα και σε κήπους
σπιτιών.

Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
1 6

  • Battle I. and Tous J. (1997), Carob tree. Ceratonia siliqua L. Promoting the conservation
    and use of underutilized and neglected crops.17. Institute of plant Genetics and Crop
    Plant Research, Gatersleben/ International Plant Genetic Resources Institute, Rome, Italy.
  • Orphanos, P. I. (1980), Practical aspects of carob cultivation in Cyprus. Portug. Acta Biol. (A),
    XVI (1-4):221-228, Agricultural Research Institute, Nicosia, Cyprus.
  • Orphanos, P.Ι. and J. Papaconstantinou (1969). The carob varieties of Cyprus. Tech. Bull. 5.
    Agriculture Research Institute, Nicosia, Cyprus.
  • Hamide Gubbuk et. al. (2013), Carob Production Potential in Turkey and Uses of Carob
    (online) retrieved from
    https://ekonferans.artvin.edu.tr/index.php/ICFS/ICFS/paper/viewFile/107/100
  • Ποντίκης Κ. Α. (1987). Ειδική Δενδροκομία. Ακρόδρυα, Πυρηνόκαρπα, Λοιπά Καρποφόρα.
    Εκδόσεις Σταμούλης, Αθήνα, Πειρεάς.
  • Ροδοσθένους Χ. (1997). Η Χαρουπιά. Έκδοση 10, Τμήμα Γεωργίας, Υπουργείο Γεωργίας,
    Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος.
  • Τμήμα Γεωργίας (1990). Μελέτη για την παραγωγή και Εμπορία Χαρουπιών στην Κύπρο,
    Λευκωσία, Κύπρος.

Βιβλιογραφία

Εκτύπωση: Τυπογραφείο Κυπριακής Δημοκρατίας

Γ.Τ.Π. 292/2016 – 1.000 ISBN: 978-9963-50-424-4
Εκδόθηκε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών

 

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ
ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
Τ Μ Η Μ Α Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Α Σ
Η καλλιέργεια της χαρουπιάς
Έκδοση 8/2016
Λευκωσία-ΚΥΠΡΟΣ
Κείμενο
Χρυστάλλα Κώστα
Λειτουργός Γεωργίας Α΄
Κλάδος Οπωροκηπευτικών
Τμήμα Γεωργίας
Επιμέλεια Έκδοσης
Κλάδος Γεωργικών Εφαρμογών –
Δημοσιότητα
Τμήμα Γεωργίας
Φωτογραφικό υλικό
Αρχεία Τμήματος Γεωργίας
και Τμήματος Δασών
Γλωσσική και
Καλλιτεχνική Επιμέλεια
Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών
Π Ε Ρ Ι Ε ΧΟ Μ Ε Ν Α
Εισαγωγή ………………………………………………………. 1
Υφιστάμενη κατάσταση στην Κύπρο ……….. 2
Βοτανική περιγραφή …………………………………… 2
Εδαφοκλιματικές απαιτήσεις …………………….. 3
Πολλαπλασιασμός ………………………………………. 4
Ποικιλίες ……………………………………………………….. 5
Άνθιση/Γονιμοποίηση/Καρποφορία ………… 6
Εγκατάσταση φυτείας ………………………………… 8
Καλλιεργητικές φροντίδες …………………………. 10
Ωρίμαση – Συγκομιδή …………………………………. 13
Αποδόσεις ……………………………………………………. 13
Χρήσεις των χαρουπιών …………………………….. 14
Βιβλιογραφία ……………………………………………….. 16
Η χαρουπιά (ξυλοκερατιά, τερατσιά) ανήκει στην οικογένεια Leguminosae, στο γένος
Ceratonia και στο είδος Ceratonia siliqua L. Η επιστημονική ονομασία της χαρουπιάς
προέρχεται από την ελληνική λέξη κεράς (κέρατο) και τη λατινική λέξη «siliqua»,
υποδηλώνοντας τη σκληρότητα και το σχήμα του λοβού. Η κοινή ονομασία της προέρχεται
από την εβραϊκή λέξη «kharuv».
O χώρος καταγωγής του φυτού είναι η Μέση Ανατολή και αποτελεί σημαντικό στοιχείο της
μεσογειακής χλωρίδας. Εκτός από τις μεσογειακές χώρες της ΕΕ (Ισπανία, Ιταλία,
Πορτογαλία, Ελλάδα, Κύπρος, Μάλτα) καλλιεργείται και σε άλλες χώρες όπως το Μαρόκο,
το Ισραήλ, η Τουρκία, η Τυνησία, η Αλγερία, η Παλαιστίνη, ο Λίβανος και η Αίγυπτος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων (FAO, 2011), η
καλλιεργούμενη έκταση της χαρουπιάς ανέρχεται σε 84.000 εκτάρια παγκοσμίως, έκταση
η οποία αντιστοιχεί σε μία ετήσια παραγωγή της τάξης των 188.000 τόνων. Οι χώρες της
Ευρωπαϊκής Ένωσης παράγουν το 75% περίπου του παγκόσμιου όγκου παραγωγής, ενώ οι
μεγαλύτερες παραγωγές χώρες είναι η Ιταλία (23,8%), η Ισπανία (20,4%), η Πορτογαλία (16,6%),
η Ελλάδα (11,2%), το Μαρόκο (10,9%), η Τουρκία (7,4%), και η Κύπρος (5,6%). (FAO, 2011)
1
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
Εισαγωγή
Στην Κύπρο η χαρουπιά καλλιεργείται από πολύ παλιά και αποτελούσε μία από τις κύριες
πηγές εισοδήματος των κατοίκων καθώς κατατασσόταν ως ένα από τα πιο σημαντικά
εξαγώγιμα προϊόντα, το οποίο, λόγω της συμβολής του στην εισαγωγή συναλλάγματος,
ονομαζόταν «μαύρος χρυσός» της Κύπρου. Ωστόσο, λόγω των χαμηλών διεθνών τιμών των
χαρουπιών που επικράτησαν κατά τη δεκαετία του 1960 και αργότερα, της ραγδαίας
οικιστικής ανάπτυξης στις παράλιες περιοχές, της σταθερής αύξησης του κόστους των
εργατικών, της υψηλής ζήτησης και κατά συνέπεια χρήσης τους ως ξυλοκάρβουνων και
καυσόξυλων καθώς και άλλων παραγόντων, η χαρουπιά παραμελήθηκε και συρρικνώθηκε
σε έκταση.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία (Στατιστική Υπηρεσία, 2012), η καλλιεργούμενη έκταση
της χαρουπιάς στην Κύπρο ανέρχεται στα 1.709 εκτάρια, έκταση η οποία αντιστοιχεί σε
9.123 τόνους συνολικού όγκου παραγωγής και 2,14 εκατομμύρια ευρώ αξία παραγωγής.
Το 34% του συνολικού όγκου παραγωγής χαρουπιών στην Κύπρο διατίθεται στην κυπριακή
βιομηχανία για σκοπούς μεταποίησης, το 20% προορίζεται ως ζωοτροφή και το 46%
προορίζεται για εξαγωγή.
Η χαρουπιά είναι δέντρο αείφυλλο, μέτριου ως μεγάλου μεγέθους, που μπορεί να φθάσει
τα 10 μέτρα ύψος, με πλαγιόκλαδη κυρίως βλάστηση, κόμη σφαιρική και δυνατούς
βλαστούς με τραχύ φλοιό.
Τα φύλλα είναι σύνθετα, κατ’ εναλλαγή, μήκους 10-20 εκατοστών. Έχουν χρώμα
χαλκοκόκκινο στη νεαρή ηλικία και βαθυπράσινο όταν ωριμάσουν. Είναι λεία και
δερματώδη και καλύπτονται από μία παχιά κηρώδη επίστρωση που αποτρέπει την
υπερβολική απώλεια υγρασίας σε ημίξηρα κλίματα.
Οι οφθαλμοί της διακρίνονται σε βλαστοφόρους και ανθοφόρους (απλοί). Οι ανθοφόροι
που βρίσκονται σε ξύλο του προηγούμενου χρόνου εκπτύσσονται το φθινόπωρο και
δίνουν μονοστέλεχες ταξιανθίες, ενώ αυτοί που βρίσκονται σε ξύλο μεγαλύτερης ηλικίας,
3-15 ετών, δίνουν πολυστέλεχες ταξιανθίες. Οι οφθαλμοί στερούνται λεπίων (γυμνοί) αλλά
περιβάλλονται από πυκνό τρίχωμα.
Τα άνθη είναι μικρά (μήκους 6-12 χιλιοστών), πολλαπλά, τοποθετημένα σπειροειδώς σε
βοτρυοειδείς ταξιανθίες, σε ξύλο ηλικίας 2-15 ετών. Έχουν χρώμα πρασινοκόκκινο και
δυσάρεστη οσμή (κυρίως τα αρσενικά). Φέρουν μόνο χνουδωτά σέπαλα και διακρίνονται
σε αρσενικά, θηλυκά και ερμαφρόδιτα. Τα θηλυκά φέρουν ένα βραχύστυλο ύπερο και τα
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
2
Υφιστάμενη κατάσταση στην Κύπρο
Βοτανική περιγραφή
αρσενικά πέντε στήμονες. Τα ερμαφρόδιτα άνθη (τα οποία σπανίζουν), περιέχουν τόσο
βραχύστυλο ύπερο όσο και στήμονες. Μόνο ένα μικρό ποσοστό από τα άνθη αποδίδει
καρπούς και σπάνια δημιουργούνται δύο καρποί ανά άνθος.
Η χαρουπιά είναι δίοικο δέντρο, ο καρπός της είναι χέδρωπας, έχει σχήμα τοξοειδές,
χρώμα καστανό και συρρικνωμένη, δερματώδη υφή (αφού ωριμάσει). Αποτελείται κατά
90% από πούλπα, πλούσια σε σακχαρόζη, γλυκόζη, κυτταρίνη και τανίνες, και κατά 10%
από σπόρους. Συγκεκριμένα, ο καρπός αποτελείται από το περικάρπιο (σκληρό,
δερματώδες περίβλημα) και το μεσοκάρπιο (σαρκώδες, πλούσιο σε σάκχαρα), ενώ περιέχει
10 – 16 σκληρά σπέρματα, γυαλιστερά και κεραμόχρoα. Χαρακτηριστικό των σπερμάτων
είναι ότι έχουν όλα το ίδιο βάρος. Λέγεται δε ότι το μέτρημα του χρυσού σε καράτια πήρε
το όνομα του από το κεράτιο, δηλαδή το χαρούπι.
Κλίμα
Η χαρουπιά είναι δέντρο θερμών και ξηρών περιοχών και μπορεί να ευδοκιμήσει και να
αποδώσει ικανοποιητικά σε θερμές, υποτροπικές περιοχές. Η βλαστική ανάπτυξη της
χαρουπιάς μειώνεται αισθητά όταν οι θερμοκρασίες είναι κάτω των 10°C ενώ, ως είδος,
παρουσιάζει κάποια ευαισθησία στον παγετό, είναι ωστόσο λιγότερο ευαίσθητη από την
ελιά. Συγκεκριμένα, θερμοκρασίες μεταξύ -4°C και -7°C είναι δυνατό να προκαλέσουν
ζημιές στο φυτό, με ξηράνσεις όχι μόνο των νεαρών βλαστών αλλά και των παλαιότερων
ή ακόμη και ολόκληρης της κόμης. Ωστόσο, λόγω της ιδιότητας της χαρουπιάς να παράγει
πολλές παραφυάδες είναι δυνατό να γίνει αντικατάσταση των κατεστραμμένων βλαστών
από αυτές. Αντίθετα, το φυτό είναι εξαιρετικά ανθεκτικό σε υψηλές θερμοκρασίες που
ξεπερνούν τους 40°C χωρίς να υπόκειται οποιαδήποτε ζημιά.
3
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
Εδαφοκλιματικές απαιτήσεις
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
4
Γι’ αυτό, κατάλληλες περιοχές για φύτευση με χαρουπιά θεωρούνται οι περιοχές με ήπιους
χειμώνες, ήπια/ζεστή άνοιξη και θερμά/ξηρά καλοκαιρία, αποφεύγοντας κατά το δυνατό,
περιοχές που πλήττονται από παγετούς ή περιοχές με υψόμετρο μεγαλύτερο των 600
μέτρων. Επίσης, θα πρέπει να αποφεύγονται περιοχές που πλήττονται από ανέμους καθώς
τα νεαρά δέντρα είναι επιρρεπή στους ισχυρούς ανέμους.
Οι καλύτερες συνθήκες ανάπτυξης για τη χαρουπιά εντοπίζονται στις παράλιες περιοχές
λόγω ευνοϊκότερων κλιματικών συνθηκών.
Σε χρονιές με έντονες φθινοπωρινές βροχές είναι δυνατό να παρατηρηθεί μειωμένη
καρπόδεση καθώς η βροχή παρεμποδίζει τη μεταφορά γύρης και, κατ’ επέκταση, τη μη
ικανοποιητική επικονίαση. Επιπρόσθετα, υψηλά ποσοστά υγρασίας κατά την περίοδο της
άνοιξης δυνατό να αυξήσουν την πιθανότητα προσβολής από ωίδιο (μύκητας γένους
Oidium) τόσο στα φύλλα όσο και στους καρπούς.
Έδαφος
Η χαρουπιά είναι δέντρο με περιορισμένες εδαφικές απαιτήσεις. Ευδοκιμεί σε διάφορα
είδη εδαφών, εκτός από πολύ αργιλώδη και υγρά εδάφη, ευδοκιμεί ακόμα και σε βραχώδη,
ξηρά και επικλινή εδάφη με την προϋπόθεση ότι είναι βαθιά και ελαφριά ούτως ώστε να
διαπερνώνται από το ριζικό σύστημα της χαρουπιάς. Ως καταλληλότερα εδάφη
θεωρούνται τα αμμοπηλώδη εδάφη με καλή αποστράγγιση.
Στην Κύπρο η χαρουπιά καλλιεργείται με επιτυχία σε εδάφη ξηρά, πετρώδη και
ασβεστολιθικά. Έτσι αξιοποιούνται περιοχές ξηρές και άγονες, που η γεωργική τους
εκμετάλλευση με άλλα είδη είναι αδύνατη.
Στην Κύπρο τα καλλιεργούμενα δέντρα χαρουπιάς προέρχονται από εξημέρωση με
εμβολιασμό των αυτοφυόμενων δέντρων χαρουπιάς.
Ο κύριος τρόπος εμβολιασμού της χαρουπιάς είναι ο ενοφθαλμισμός με όρθιο «Τ» πάνω
σε υποκείμενα σποροφύτων ηλικίας δύο χρόνων. Ως καταλληλότερη εποχή εμβολιασμού
θεωρείται η περίοδος της άνοιξης καθώς και του φθινοπώρου.
Τα υποκείμενα σποροφύτων παράγονται από σπόρο που βλαστάνει αργά και δύσκολα. Για
την επιτάχυνση και διευκόλυνση της βλάστησης των σπόρων συστήνεται όπως οι σπόροι
πριν τη σπορά τους τοποθετηθούν για 24 – 48 ώρες σε χλιαρό νερό για να φουσκώσουν
και ακολούθως εμβαπτιστούν σε μυκητοκτόνο διάλυμα για απολύμανση.
Πολλαπλασιασμός
5
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
Στην Κύπρο υπάρχουν τρεις κατηγορίες χαρουπιάς. Oι άγριες, οι οποίες είναι δέντρα με
λεπτούς κορμούς, μικρά φύλλα και μικρή έως ελάχιστη παραγωγή μικρού μεγέθους
χαρουπιών. Χρησιμοποιούνται συνήθως ως σπορόφυτα για εμβολιασμό σε αυτά των
επιθυμητών ποικιλιών. Οι αποστολίτικες είναι δέντρα μη εμβολιασμένα και με καρπούς
καλύτερους από τις άγριες χαρουπιές. Τέλος, οι ήμερες χαρουπιές είναι τα εμβολιασμένα
δέντρα.
Aνάμεσα στις ήμερες χαρουπιές έχουμε τις πιο κάτω ποικιλίες:
α) Τηλλυρίας
Τα δέντρα της ποικιλίας αυτής είναι ορθόκλαδα, ζωηρής ανάπτυξης, κυρίως όταν το έδαφος
είναι γόνιμο με ικανοποιητική υγρασία. Οι κορυφές των νέων βλαστών και τα μικρά φύλλα
έχουν χρώμα πράσινο προς ελαφρά κόκκινο. Η ωρίμαση των καρπών αρχίζει κατά το
δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου και το χρώμα τους είναι βαθύ σοκολατί εως καφέ.
Ο καρπός είναι μακρύς, 17 εκατοστά περίπου, και ίσιος.
Οι σπόροι, 15 – 16 σε αριθμό, αποτελούν το 7,6 – 10,6% του καρπού και είναι πεπλατυσμένοι
με ομαλή επιφάνεια. Ο καρπός περιέχει 51% σάκχαρα και οι σπόροι 49% κόμμι.
Χαρακτηριστικό της ποικιλίας είναι ότι ακόμα και μετά την πλήρη ωρίμαση οι καρποί δεν
έχουν την τάση να πέφτουν.
β) Κουντούρκα
Οι νεαροί βλαστοί και τα φύλλα της ποικιλίας αυτής έχουν ερυθρό χρώμα. Οι βλαστοί και
οι κλώνοι έχουν την τάση να κλείνουν προς το έδαφος. Τα παλιά φύλλα σε περιόδους
ανομβρίας συστρέφονται. Η ανθοταξία είναι ίσια.
Η ωρίμαση του καρπού αρχίζει το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου και ο καρπός
έχει χρώμα καφέ σοκολατί, είναι ίσιος, μήκους 13 περίπου εκατοστών και συγκριτικά με
την ποικιλία «Τηλλυρία» δεν έχει κοφτερή άνω ραφή. Χαρακτηριστικό της ποικιλίας είναι
ότι η μία πλευρά του καρπού είναι πιο χοντρή από την άλλη.
Το πάχος του καρπού φθάνει τα 7,3 – 9,7 χιλιοστά και οι σπόροι στον ώριμο καρπό
ακούγονται κατά το τράνταγμα. Οι σπόροι αποτελούν το 14,7% του καρπού, είναι γωνιώδεις
και πιο χοντροί από της «Τηλλυρίας».
Με την έναρξη της πλήρους ωρίμασης των καρπών παρατηρείται φυσική καρπόπτωση,
γεγονός που διευκολύνει τη διαδικασία συγκομιδής. Ο καρπός περιέχει 50% σάκχαρα και
οι σπόροι 58% κόμμι.
Ποικιλίες
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
6
γ) Κουμποτά
Οι νεαροί βλαστοί και τα φύλλα έχουν χρώμα ανοικτό ερυθρό. Οι καρποί έχουν μήκος 20
περίπου εκατοστά και ωριμάζουν περί τα μέσα Αυγούστου. Έχουν χρώμα καφέ σοκολατί
και είναι πιο κυρτοί από τις άλλες ποικιλίες. Έχουν πάχος 7,6 – 10,5 χιλιοστά και περιέχουν
53% σάκχαρα. Οι σπόροι περιέχουν 53% κόμμι.
Η χαρουπιά είναι δίοικο φυτό, δηλαδή άλλα δέντρα είναι αρσενικά και άλλα θηλυκά. Γι’ αυτό
τον λόγο θα πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια κατά την εγκατάσταση μιας φυτείας ώστε να
υπάρχουν και αρσενικά ή ερμαφρόδιτα δέντρα (επικονιαστές) για την επίτευξη
ικανοποιητικής επικονίασης και γονιμοποίησης.
Η αναλογία αρσενικών ή ερμαφρόδιτων δέντρων σε σχέση με τα θηλυκά συστήνεται να
είναι ένα αρσενικό για κάθε 8 – 10 θηλυκά δέντρα. Επίσης, είναι σημαντικό όπως οι
επικονιαστές κατανέμονται τόσο περιμετρικά όσο και εντός της φυτείας και με
συγκεκριμένη διάταξη/μοτίβο ώστε να επιτυγχάνεται αποτελεσματική επικονίαση.
Συγκεκριμένα, συστήνεται όπως οι επικονιαστές φυτεύονται σε κάθε τρίτη σειρά φύτευσης
και ενδιάμεσά τους, εντός της γραμμής, να παρεμβάλλονται δύο θηλυκά δέντρα (όπως
φαίνεται στο πιο κάτω διάγραμμα).
Η άνθιση αρχίζει από τα τέλη Αυγούστου και τελειώνει τον Νοέμβριο. Η επικονίαση
επιτυγχάνεται με τις μέλισσες και τον άνεμο. Αν οι συνθήκες επικονίασης δεν είναι
ικανοποιητικές, τότε παρατηρείται έντονη πτώση ανθέων και μειωμένη καρπόδεση. Ο
βαθμός επικονίασης είναι δυνατό να επηρεάσει επιπρόσθετα και το μέγεθος του καρπού.
Διάγραμμα 1: Διάταξη επικονιαστών
Άνθιση/Γονιμοποίηση/Καρποφορία
7
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
Όσο πιο αποτελεσματική είναι η επικονίαση τόσο μεγαλύτερο είναι το μέγεθος του καρπού,
σε σχέση πάντοτε με τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας.
Η δημιουργία, ανάπτυξη και ωρίμαση του καρπού διαρκεί σχεδόν ένα ολόκληρο χρόνο,
από τη στιγμή που λαμβάνει χώρα η άνθιση μέχρι και τον Αύγουστο του επόμενου έτους,
και διακρίνεται σε τρία στάδια:
l Το πρώτο στάδιο ξεκινά από το τέλος του φθινοπώρου και ολοκληρώνεται μέχρι τον
χειμώνα, όπου παρατηρείται πολύ βραδεία ανάπτυξη του καρπού.
l Το δεύτερο στάδιο διαρκεί καθόλη τη διάρκεια της άνοιξης μέχρι και την έναρξη του
καλοκαιριού, όπου παρατηρείται πολύ ταχεία ανάπτυξη του καρπού.
l Κατά το τρίτο στάδιο (Ιούλιος- Αύγουστος) λαμβάνει χώρα η ωρίμαση η οποία
συνοδεύεται με πολύ αργή ανάπτυξη του καρπού.
Η ωρίμαση του καρπού σηματοδοτείται από την αλλαγή του χρώματος του περικαρπίου
από πράσινο σε καφέ και παράλληλη σημαντική μείωση των επιπέδων υγρασίας στον
καρπό. Η περίοδος σύνθεσης των σακχάρων στον καρπό παρατηρείται από τα μέσα
Ιουνίου μέχρι τα μέσα Ιουλίου.
Σε ό,τι αφορά την παραγωγή, η χαρουπιά εισέρχεται αργά στην καρποφορία, περίπου στο
8ο έτος, και έχει την τάση να παρενιαυτοφορεί. Ωστόσο, τα μειονεκτήματα αυτά μπορούν
να περιοριστούν σημαντικά στην περίπτωση που η φυτεία αρδεύεται και λαμβάνει τις
απαιτούμενες καλλιεργητικές φροντίδες.
Η μέγιστη παραγωγή επιτυγχάνεται όταν η χαρουπιά φτάσει σε ηλικία 20 – 25 χρόνων και
ακολούθως σταθεροποιείται.
Η προετοιμασία του εδάφους για την εγκατάσταση της φυτείας είναι παρόμοια με εκείνη
των άλλων καρποφόρων δέντρων. Τα δενδρύλια, ως αείφυλλα, φυτεύονται με μπάλα
χώματος.
Η καλύτερη περίοδος φύτευσης των δενδρυλλίων είναι αρχές της άνοιξης, αφού παρέλθει
ο κίνδυνος εμφάνισης παγετού. Κατά τη φύτευση πρέπει να γίνεται προσπάθεια να μην
πληγώνονται τα ριζικά τριχίδια του φυτού. Επίσης, το φυτό θα πρέπει να τοποθετείται στο
κέντρο του λάκκου και σε ευθεία γραμμή με τα άλλα δέντρα.
Κατά την προσθήκη χώματος στους λάκκους, αυτό θα πρέπει να πιέζεται ελαφρώς ώστε
να επιτυγχάνεται η καλύτερη εγκατάσταση του ριζικού συστήματος. Αμέσως μετά τη
φύτευση θα πρέπει να ακολουθεί βαθύ πότισμα και ακόμη ένα πότισμα δύο εβδομάδες
μετά. Για σκοπούς καλύτερης εγκατάστασης των φυτών είναι σημαντικό να
πραγματοποιηθεί άρδευση των νεαρών δενδρυλλίων τουλάχιστο 5 – 8 φορές (ανάλογα με
τον τύπο του εδάφους) κατά τη διάρκεια του πρώτου καλοκαιριού μετά τη φύτευσή τους.
Αν στην περιοχή επικρατούν δυνατοί άνεμοι, τότε το δενδρύλλιο πρέπει να υποστυλώνεται.
Εγκατάσταση φυτείας
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
8
Ταξιανθία με θηλυκά άνθη Ταξιανθία με αρσενικά άνθη
9
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
Η χαρουπιά φυτεύεται σε τετράγωνα ή κατά γραμμές σε απόσταση 8 – 10 μέτρων μεταξύ
των φυτών (π.χ. 8 x 8, 9 x 9, 10 x 10, 8 x 9, 8 x 10, 9 x 10).
Η φύτευση κατά τετράγωνα διευκολύνει την εκτέλεση των καλλιεργητικών εργασιών που
γίνονται και προς τις δύο κατευθύνσεις. Στη φύτευση κατά γραμμές τα δέντρα φυτεύονται
στις κορυφές ορθογώνιου παραλληλογράμμου που σχηματίζονται από τις τομές κάθετων
γραμμών. Συνήθως οι γραμμές αυτές είναι παράλληλες προς τα φυσικά όρια του τεμαχίου.
Διάγραμμα 2: Συστήματα φύτευσης χαρουπιάς
Κατά τετράγωνα Κατά γραμμές
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
1 0
Άρδευση
Η χαρουπιά είναι ανθεκτική στην ξηρασία και κατατάσσεται στις ξηρικές καλλιέργειες. Η
ιδιότητα αυτή της χαρουπιάς οφείλεται: α) στην ικανότητα του δέντρου να αναπτύσσει
εκτενές και βαθύ ριζικό σύστημα, με αποτέλεσμα τη διείσδυσή του σε περιοχές που υπάρχει
διαθέσιμη εδαφική υγρασία, β) στα σκληρά, κηρώδη φύλλα του δέντρου που το
προστατεύουν από έντονη διαπνοή και τέλος, γ) στην ιδιότητα των φύλλων να διατηρούν
υψηλά ποσοστά υγρασίας, ακόμα και σε συνθήκες περιορισμένης εδαφικής υγρασίας.
Η χαρουπιά είναι δυνατό να προσαρμοστεί ικανοποιητικά σε περιοχές με ετήσιο ύψος
βροχόπτωσης από 250 – 500 mm. Ωστόσο, ικανοποιητική καρποφορία επιτυγχάνεται σε
περιοχές με ετήσιο ύψος βροχόπτωσης 350 mm, ενώ οι μέγιστες αποδόσεις
παρατηρούνται σε περιοχές με ετήσιο ύψος βροχόπτωσης 500 mm. Γι’ αυτό τον λόγο,
ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής, η άρδευση είναι δυνατό να γίνει
συμπληρωματικά προς τη βροχόπτωση.
Τα νεαρά δέντρα, στα πρώτα στάδια ανάπτυξής τους, πρέπει να αρδεύονται για να αναπτυχθούν
ομαλά. Συγκεκριμένα, συστήνεται όπως πραγματοποιείται άρδευση προς το τέλος της άνοιξης
με αρχές καλοκαιριού, κατά τα πρώτα δύο χρόνια από την εγκατάσταση της φυτείας.
Τα μεγάλα δέντρα θα πρέπει να αρδεύονται την άνοιξη και κατά την έναρξη του
καλοκαιριού (περίοδος που παρατηρείται γρήγορη ανάπτυξη του καρπού), καθώς και κατά
την περίοδο του φθινοπώρου (περίοδος άνθισης και εναπόθεσης αποθησαυριστικών
ουσιών). Για την άρδευση της χαρουπιάς το καλύτερο βελτιωμένο σύστημα άρδευσης είναι
οι σταγόνες, μία γραμμή ανά σειρά δέντρων, με δύο σταγόνες ανά δέντρο. Η χαρουπιά,
λόγω της ανθεκτικότητας που παρουσιάζει στα άλατα, μπορεί να αρδεύεται με σχετικά
προβληματικά και υποβαθμισμένα νερά.
Λίπανση
Η καλλιέργεια της χαρουπιάς στην Κύπρο γίνεται συνήθως είτε σε εκτατική μορφή είτε σε
συγκαλλιέργεια, κατά κανόνα με σιτηρά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η χαρουπιά, που
μπορεί να θεωρηθεί δέντρο με περιορισμένες απαιτήσεις σε θρεπτικά στοιχεία, περιορίζει
την ανάπτυξη της και ικανοποιεί τις ανάγκες της από τα αποθέματα του εδάφους. Έτσι,
στην περίπτωση συγκαλλιεργείας με σιτηρά, τα λιπάσματα που εφαρμόζονται ικανοποιούν
πλήρως και τις ανάγκες της χαρουπιάς. Σε αντίθετη περίπτωση, και με σκοπό την επίτευξη
καλύτερης παραγωγής, θα πρέπει να εφαρμόζονται 200 – 300 g τριπλού υπερφωσφορικού
λιπάσματος στις αρχές Δεκεμβρίου σε κάθε δέντρο. Συνήθως δεν απαιτείται η προσθήκη
καλίου, αν όμως χρειάζεται, τότε μία ποσότητα της τάξης των 300 – 400 g ανά δέντρο είναι
ικανοποιητική. Στις αρχές Φεβρουαρίου εφαρμόζουμε 2 – 3 κιλά θειικής αμμωνίας σε κάθε
δέντρο.
Καλλιεργητικές φροντίδες
1 1
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
Σημαντική καλλιεργητική πρακτική που δεν θα πρέπει να παραλείπεται είναι η εφαρμογή
και ενσωμάτωση κοπριάς κάθε 2 – 3 χρόνια. Η κοπριά, εκτός του ότι περιέχει σημαντικές
ποσότητες θρεπτικών στοιχείων, περιέχει παράλληλα και σημαντικές ποσότητες οργανικής
ουσίας. Όπως είναι γνωστό, η οργανική ουσία στο έδαφος αποτελεί σημαντικό παράγοντα
βελτίωσης της δομής του εδάφους, του περιορισμού της διάβρωσης καθώς και της
συμπίεσης και του σχηματισμού επιφανειακής κρούστας.
Κατεργασία εδάφους
Η κατεργασία του εδάφους είναι μία πολύ σημαντική εργασία στην καλλιέργεια της
χαρουπιάς, η οποία θα πρέπει να γίνεται τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο. Η πρώτη
καλλιέργεια πρέπει να γίνεται μία φορά τον Οκτώβρη-Νοέμβρη και η δεύτερη μετά τις
τελευταίες βροχές του Μαρτίου-Απριλίου.
Με τις δύο αυτές καλλιέργειες του εδάφους επιτυγχάνεται η συγκράτηση του νερού κατά
τις βροχοπτώσεις του χειμώνα, η καταστροφή των ζιζανίων και παράλληλα παρεμποδίζεται
η εξάπλωση πυρκαγιών.
Κλάδεμα
Κλάδεμα διαμόρφωσης
Το κλάδεμα διαμόρφωσης εφαρμόζεται στα νεαρά δέντρα και αποσκοπεί στο να δώσει
στο δέντρο το κατάλληλο σχήμα και ύψος ανάλογα με το είδος της φυτείας καθώς και τον
τρόπο συγκομιδής (χειρωνακτικά ή μηχανικά).
Στην περίπτωση όπου η συγκομιδή θα πραγματο ποιείται με το χέρι, το κλάδεμα που
εφαρμόζεται δεν μετα βάλλει ουσιαστικά το φυσικό σχήμα και την ανάπτυξη του δέντρου.
Για τον λόγο αυτό, πραγματοποιείται, τα πρώτα χρόνια, ένα πάρα πολύ ελαφρύ κλάδεμα
το οποίο στοχεύει στην ανάπτυξη της κόμης του δέντρου περι μετρικά και στον περιορισμό
του ύψους του δέντρου ώστε να διευκολύνεται αργότερα η συγκομιδή με το χέρι και να
δημιουργείται ένα σχήμα ανοικτού κυπέλλου στο δέντρο. Συγκεκριμένα, μέχρι το δέντρο
να εισέλθει σε πλήρη καρποφορία, αφαιρούνται απλά οι βλαστοί που φύονται από τον
κορμό (παραφυάδες). Αφού το δέντρο εισέλθει σε καρποφορία, αφαιρούνται οι κατώτεροι
βλαστοί, ηλικίας πέραν των δύο χρόνων, ώστε να δημιουργηθεί κορμός στο δέντρο ύψους
γύρω στα 70 εκατοστά.
Στην περίπτωση όπου η συγκομιδή θα πραγματοποιείται μηχανικά, τότε το κλάδεμα που
εφαρμόζεται στοχεύει στη δημιουργία 4 – 5 ισχυρών βραχιόνων οι οποίοι θα πρέπει να
κατανέμονται ομοιόμορφα γύρω από τον κορμό ύψους ενός μέτρου περίπου. Το κλάδεμα
αυτό ευνοεί την ανάπτυξη του δέντρου προς τα πάνω και διευκολύνει τη μηχανική
συγκομιδή.
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
1 2
Κλάδεμα καρποφορίας
Το κλάδεμα καρποφορίας πραγματοποιείται κάθε 3 – 4 χρόνια περίπου, αμέσως μετά τη
συγκομιδή, και αποσκοπεί στη διατήρηση του σχήματος, στην ανάπτυξη της νέας
βλάστησης και στην αφαίρεση των παραφυάδων από τον κορμό καθώς και των ξηρών και
συμπλεκόμενων κλάδων της κόμης με σκοπό την αύξηση του ηλιακού φωτός στο
εσωτερικό της κόμης.
Είναι σημαντικό να εφαρμόζεται ελαφρύ κλάδεμα διότι τα αυστηρά κλαδέματα ευνοούν
την εμφάνιση παρενιαυτοφορίας. Επίσης, μετά το κλάδεμα, καλό είναι όπως οι μεγάλες
τομές επαλείφονται με ειδική αλοιφή για την προστασία του ξύλου από διάφορους
μικροοργανισμούς.
Εχθροί και ασθένειες
Η ποντίκα αποτελεί τον κύριο εχθρό της χαρουπιάς, και εάν δεν ληφθούν τα απαραίτητα
μέτρα, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ζημιές στο δέντρο, ακόμη και να επιφέρει τη
νέκρωσή του. Ο καρπός του δέντρου αποτελεί μια πολύ ελκυ στική τροφή για την ποντίκα,
όμως, η μεγαλύτερη ζημιά στα χαρουπόδεντρα προκαλείται από το ξύσιμο του φλοιού των
βλαστών και κλάδων, που συνηθίζει η ποντίκα να κάνει κατά τους καλοκαιρινούς μήνες,
στην προσπάθεια της να εξεύρει πηγές νερού. Ως αποτέλεσμα του ξυσίματος του φλοιού,
οι κλάδοι ξηραίνονται αφού δεν μπορούν να τροφοδοτηθούν με νερό και θρεπτικά
στοιχεία, απαραίτητα συστατικά για την επιβίωση του δέντρου. Οι επανειλημμένες σοβαρές
προσβολές σε συνδυασμό με την έλλειψη καλλιεργητικών φροντίδων μπορεί να
οδηγήσουν ακόμη και στην πλήρη νέκρωση του δέντρου.
Αποξήρανση βλαστών που προκλήθηκε από ξύσιμο του φλοιού από την ποντίκα
1 3
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
Αξιόπιστες ενδείξεις που σηματοδοτούν ότι τα χαρούπια είναι ώριμα και έχουν εξασφαλίσει
τα ανώτατα επίπεδα σακχάρων (σε σχέση με τα χαρακτηριστικά της κάθε ποικιλίας) είναι
το χρώμα του φλοιού και του ποδίσκου του καρπού. Συγκεκριμένα, τα χαρούπια είναι
έτοιμα να συγκομισθούν όταν ο φλοιός τους έχει αποκτήσει το χαρακτηριστικό χρώμα της
ποικιλίας κατά την ωρίμαση (καστανός) και όταν ο ποδίσκος του έχει σκουρύνει τελείως.
Η συγκομιδή των χαρουπιών πραγματοποιείται τέλος του καλοκαιριού με αρχές του
φθινοπώρου, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Είναι
δυνατό να πραγματοποιηθεί χειρονακτικά ή μηχανικά. Ο πλέον διαδεδομένος τρόπος είναι
ο χειρωνακτικός, ο οποίος πραγματοποιείται με ράβδισμα στο εσωτερικό της κόμης με
αποτέλεσμα την πτώση των χαρουπιών σε ειδικά δίχτυα τα οποία τοποθετούνται κάτω από
τα δέντρα. Αυτή η μέθοδος συγκομιδής αποτελεί τη σημαντικότερη δαπάνη της
καλλιέργειας και αυξάνει σημαντικά το κόστος της καλλιέργειας. Αντίθετα, η μηχανική
συγκομιδή μειώνει σημαντικά το κόστος της καλλιέργειας.
Στη χαρουπιά η περίοδος συγκομιδής συμπίπτει με την περίοδο ανθοφορίας. Για τον λόγο
αυτό θα πρέπει να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε τα κτυπήματα κατά τη
συγκομιδή να γίνονται προσεκτικά, για να προστατεύονται οι ταξιανθίες και κατ’ επέκταση
η καρποφορία του επόμενου έτους.
Αμέσως μετά τη συγκομιδή, τα χαρούπια θα πρέπει να μεταφέρονται στον τόπο
επεξεργασίας τους είτε να αποθηκεύονται σε σκιερό χώρο.
Η απόδοση της χαρουπιάς είναι δυνατό να ποικίλλει σημαντικά από έτος σε έτος καθώς το
είδος αυτό έχει την τάση να παρενιαυτοφορεί. Παράλληλα, το ύψος παραγωγής
επηρεάζεται από μία σειρά ελεγχόμενων και μη παραγόντων όπως οι καλλιεργητικές
φροντίδες που εφαρμόζονται από την πλευρά του παραγωγού, οι κλιματικές συνθήκες που
επικράτησαν καθόλη τη διάρκεια του έτους και ο βαθμός επιτυχούς επικονίασης.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία (Στατιστική Υπηρεσία, 2012), η απόδοση ενός δεκαρίου
χαρουπιάς ανέρχεται στα 530 κιλά ανά δεκάριο. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά αφορούν
εκτατικές-ξηρικές φυτείες χαρουπιάς στις οποίες δεν εφαρμόζονται σημαντικές
καλλιεργητικές φροντίδες. Κατ’ επέκταση, εάν δοθεί η πρέπουσα σημασία εκμετάλλευσης,
το ύψος παραγωγής είναι δυνατό να αυξηθεί σημαντικά.
Αποδόσεις
Ωρίμαση – Συγκομιδή
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
1 4
Τα χαρούπια διατίθενται αυτούσια ή μεταποιούνται σε διάφορα προϊόντα. Οι διάφορες
μορφές με τις οποίες διατίθενται τα χαρούπια παρουσιάζονται στο πιο κάτω διάγραμμα
(διάγραμμα 3):
Χρήσεις των χαρουπιών
Διάγραμμα 3: Μεταποίηση χαρουπιών
Aλεσμένα χαρούπια μεγάλου
μεγέθους
Αλεσμένα χαρούπια μεσαίου
μεγέθους
Χαρουπάλευρο
Χαρούπια ολόκληρα
Χαρουποπυρήνας Χαρούπια αλεσμένα
Κόμμι Χαρουπάλευρο
Μέσου
μεγέθους
Μεγάλου
μεγέθους
Χαρουπόσκονη
1 5
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
Έτσι, ανάλογα με τη μορφή στην οποία θα διατεθούν, τα χαρούπια έχουν και την ανάλογη
χρήση.
Α. Για ανθρώπινη κατανάλωση: Τρώγονται αυτούσια είτε με τη μορφή διάφορων
παρασκευασμάτων. Παραδο σιακά παρα σκευά σματα στην Κύπρο είναι το «παστέλλι» και το
«τερατσόμελο». Επίσης, ύστερα από καβούρδισμα και άλεσμα, παρασκευάζεται σε
βιομηχανική βάση η χαρουπόσκονη που χρησιμοποιείται διεθνώς στη ζαχαρο πλα στική,
κυρίως ως υποκατάστατο του κακάο.
B. Για διατροφή των ζώων: Τα χαρούπια, λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε
υδατάνθρακες και φυτικές ίνες και της χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες
θεωρούνται ιδανικά για χρήση τους ως ζωοτροφές. Χρησιμοποιούνται είτε ολόκληρα είτε
αλεσμένα, αυτούσια ή σε μίγματα με άλλα είδη ζωοτροφών.
Γ. Για βιομηχανική χρήση: Από τον πυρήνα των χαρουπιών, μετά από αποφλοίωση και
άλεσμα, εξάγεται το κόμμι, που έχει πάρα πολλές χρήσεις όπως για παράδειγμα στη
βιομηχανία τροφίμων, καλλυντικών, φαρμάκων, φωτογραφικών φιλμ, σπίρτων, μπογιών,
μελανιών και συγκολλητικών γομών.
Η χαρουποκαλλιέργεια συμβάλλει, επίσης, σημαντικά στη βελτίωση του φυσικού
περιβάλλοντος. Η συμβολή της χαρουπιάς προς αυτή την κατεύθυνση είναι ιδιαίτερα
σημαντική. Μπορεί να ευδοκιμήσει σε ξηρικές περιοχές και σε φτωχά εδάφη όπου άλλα
είδη δέντρων δεν αναπτύσσονται. Επιπρόσθετα, στη χαρουπιά αποδίδονται ειδικές
ικανότητες απορρόφησης του μολύβδου που υπάρχει στην ατμόσφαιρα. Λόγω του
πλούσιου ριζικού συστήματος του δέντρου, η χαρουπιά μπορεί να χρησι μοποιηθεί ως
δασικό δέντρο για προστασία του εδάφους από τη διάβρωση. Τέλος, η χαρουπιά μπορεί να
χρησιμοποιηθεί ως φυτό τοπιοτέχνησης σε πάρκα, δενδροστοιχίες ή ακόμα και σε κήπους
σπιτιών.
Η Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α Τ Η Σ Χ Α Ρ Ο Υ Π Ι Α Σ
1 6
• Battle I. and Tous J. (1997), Carob tree. Ceratonia siliqua L. Promoting the conservation
and use of underutilized and neglected crops.17. Institute of plant Genetics and Crop
Plant Research, Gatersleben/ International Plant Genetic Resources Institute, Rome, Italy.
• Orphanos, P. I. (1980), Practical aspects of carob cultivation in Cyprus. Portug. Acta Biol. (A),
XVI (1-4):221-228, Agricultural Research Institute, Nicosia, Cyprus.
• Orphanos, P.Ι. and J. Papaconstantinou (1969). The carob varieties of Cyprus. Tech. Bull. 5.
Agriculture Research Institute, Nicosia, Cyprus.
• Hamide Gubbuk et. al. (2013), Carob Production Potential in Turkey and Uses of Carob
(online) retrieved from
https://ekonferans.artvin.edu.tr/index.php/ICFS/ICFS/paper/viewFile/107/100
• Ποντίκης Κ. Α. (1987). Ειδική Δενδροκομία. Ακρόδρυα, Πυρην