• lithari 8:54 pm on 11/04/2017 Μόνιμος σύνδεσμος Απάντηση  

    Ποια pH είναι κατάλληλα για κάθε είδος;…Λούπινο, το «κρέας του φτωχού»: Η καλλιέργειά του δίνει 400 ευρώ το στρέμμα…Καλλιέργεια Λούπινου …λούπινα καλλιεργούνται για την παραγωγή των σπερμάτων τους και σπανιότερα χρησιμοποιούνται ως φυτό χλωρής λίπανσης…Εν τούτοις, τα λούπινα δεν είναι ιδιαίτερα απαιτητικά στη γονιμότητα του εδάφους και μπορούν να δώσουν ικανοποιητική παραγωγή σε φτωχά, αμμώδη εδάφη, όπου άλλα ψυχανθή αποτυγχάνουν ή δίνουν μικρή παραγωγή. Τα κίτρινα λούπινα π.χ. αναπτύσσονται ικανοποιητικά σε …

    Λούπινο, το «κρέας του φτωχού»: Η καλλιέργειά του δίνει 400 ευρώ το στρέμμα.

    Το αποκαλούν «κρέας του φτωχού», επειδή οι παλαιότεροι το έτρωγαν λόγω της υψηλής περιεκτικότητας των καρπών του σε πρωτεΐνη -φτάνει μέχρι και 44%- ενώ σήμερα το λούπινο (περί ου ο λόγος) έρχεται να δώσει λύση στα αυξημένα έξοδα των κτηνοτρόφων σε ζωοτροφές.

    Το λούπινο αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη καλλιέργεια κτηνοτροφικού ψυχανθούς για την ελληνική ύπαιθρο και την ελληνική κτηνοτροφία, συγκαταλέγεται στις εύκολες καλλιέργειες με χαμηλό κόστος παραγωγής, ενώ αποτελεί και μια κερδοφόρα καλλιέργεια για τον παραγωγό, όπως εξήγησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο γεωπόνος-συγγραφέας, Κάσσανδρος Γάτσιος.

    Μπορεί, σήμερα, να είναι ελάχιστα τα στρέμματα που καλλιεργούνται στη χώρα μας, αλλά η οικονομική κρίση, σε συνδυασμό με τα προωθούμενα μέτρα στον αγροτικό χώρο, αυξάνουν την ανάγκη για μείωση του κόστους παραγωγής και την καλλιέργεια προϊόντων που θα απορροφηθούν άμεσα στην εσωτερική αγορά.

    «Οι δυνατότητες του πρωτογενούς τομέα είναι τεράστιες» επανέλαβε ο κ. Γάτσιος, προσθέτοντας ωστόσο ότι «ο μικρός γεωργικός κλήρος στη χώρα μας, η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού σε βάθος 10ετίας τουλάχιστον, αλλά και ισχυρών ομάδων παραγωγών, όπως και η μη επαρκής λειτουργία υπηρεσιών σε επίπεδο πολιτείας, που θα μπορούσαν να πιάσουν από το χέρι τον αγρότη και να τον καθοδηγήσουν, φρενάρουν σημαντικά τον κλάδο».

    Καθαρό εισόδημα 400 ευρώ/στρέμμα και …αποδόσεις

    Το λούπινο είναι ένα φυτό γνωστό από την αρχαιότητα, που επανέρχεται και πάλι δυναμικά στο διατροφικό προσκήνιο, και η καλλιέργειά του κερδίζει έδαφος πανευρωπαϊκά. Από τον καρπό του μπορεί να παραχθεί αλεύρι αλλά και λάδι, ενώ πολλές είναι και οι θεραπευτικές του ιδιότητες. Το φυτό είναι γνωστό εδώ και 3.000 χρόνια στην περιοχή της Μεσογείου. Στην Ελλάδα θεωρείται κυρίως κτηνοτροφικό φυτό και πολύ ευτελές και φτωχικό φαγητό, το οποίο εγκαταλείφθηκε με την πάροδο των χρόνων και αντικαταστάθηκε από την εισαγόμενη σόγια, η οποία στο μεγαλύτερο ποσοστό της είναι μεταλλαγμένη.

    Η ζήτηση για λούπινο αυξάνεται, κυρίως στην Ευρώπη, και η καλλιέργειά του μπορεί να αποφέρει ένα σημαντικό εισόδημα και συγκεκριμένα ακαθάριστο ετήσιο εισόδημα ύψους 300-500 ευρώ/στρέμμα, με το καθαρό εισόδημα να υπολογίζεται σε 200-400 ευρώ/στρέμμα.

    Η παραγωγή του λούπινου εξαρτάται από την ποικιλία, τις εδαφοκλιματικές συνθήκες, την εποχή σποράς, την πυκνότητα φύτευσης κ.λπ. Η όψιμη φθινοπωρινή σπορά, όπως επίσης και η έλλειψη εδαφικής υγρασίας από την άνθιση και μετά, επηρεάζουν αρνητικά τις αποδόσεις. Οι ποικιλίες του λευκού λούπινου αποδίδουν από 240 έως και 450 κιλά/στρέμμα, με τις αποδόσεις της ποικιλίςας Multitalia για τα ελληνικά δεδομένα να κυμαίνονται από 130 μέχρι και 300 κιλά.στρέμμα, ανάλογα τις εδαφοκλιματικές συνθήκες.

    Το λούπινο είναι ένα ποώδες φυτό, ετήσιο, ορθόκλαδο. Έχει ριζικό σύστημα που αναπτύσσει διακλαδώσεις και μία κεντρική κατακόρυφη ρίζα. Τα φύλλα των λούπινων είναι σύνθετα παλαμοειδή, τα δε φυλλάριά τους εκπτύσσονται κυκλικά γύρω από την άκρη του μίσχου. Τα άνθη του μπορεί να έχουν λευκό, κίτρινο, κυανό, μαργαριτώδες χρώμα και εκπτύσσονται επάκρια σε βότρεις. Τα άνθη του φέρουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ανθέων των ψυχανθών. Τα λούπινα είναι φυτά αυτογόνιμα, αλλά μπορούν να σταυρογονιμοποιηθούν, με τη βοήθεια των εντόμων.

    Οι «γλυκές» και «ημίγλυκες» ποικιλίες λούπινου καλλιεργούνται σε Αυστραλία, Γαλλία, Πολωνία και τη Χιλή σαν βασική πηγή πρωτεΐνης στις ζωοτροφές, καθώς ο καρπός περιέχει μέχρι και 44% πρωτεΐνη ανάλογα με το είδος, την ποικιλία και τις εδαφοκλιματικές συνθήκες.

    Στην Ελλάδα, παλαιότερα, καλλιεργούνταν κυρίως το λευκό, ντόπιο, πικρό λούπινο όπου ύστερα από την κατάλληλη αποπίκρινση καταναλωνόταν από ανθρώπους και ζώα. Η καλλιέργεια, όπως εξήγησε ο κ. Γάτσιος, γινόταν κυρίως σε Πελοπόννησο, Κρήτη και Αιτωλοακαρνανία.

    Σήμερα, η καλλιέργειά του επανέρχεται με εισαγόμενες (κυρίως από Ιταλία) και λιγότερο πικρές ποικιλίες ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα.

    Εύκολη καλλιέργεια με χαμηλό κόστος

    «Το λούπινο είναι εύκολη καλλιέργεια χαμηλού κόστους, με τέτοια περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη που μπορεί επάξια να αντικαταστήσει τη σόγια στο σιτηρέσιο των ζώων και να εξασφαλίσει αυτάρκεια στην ελληνική κτηνοτροφία» είπε ο κ. Γάτσιος.

    Το χαρακτηριστικό των λούπινων είναι ότι είναι ευαίσθητα στην υψηλή περιεκτικότητα του εδάφους σε ασβέστιο. Σε εδάφη με περιεκτικότητα σε ασβέστιο μεγαλύτερη του 5%, η καλλιέργειά τους είναι προβληματική. Τα εδάφη που είναι κατάλληλα είναι αυτά που έχουν ρΗ 5-7.

    Τα λούπινα δεν απαιτούν πολύ γόνιμα εδάφη, αλλά μπορούν να καλλιεργηθούν σε φτωχά, αμμώδη. Τις καλύτερες αποδόσεις τις δίνουν σε αμμοπηλώδη εδάφη.

    Σε περιοχές που καλλιεργούνται για πρώτη φορά τα λούπινα, θα πρέπει να γίνεται ο εμβολιασμός του εδάφους με τα κατάλληλα αζωτοβακτήρια, ώστε τα φυτά να προσλαμβάνουν τις απαραίτητες ποσότητες αζώτου που έχουν ανάγκη.

    Για την καλλιέργειά τους ακολουθείται η εξής διαδικασία: γίνεται η ίδια κατεργασία του εδάφους που γίνεται και για τα άλλα ετήσια φυτά, δηλαδή ένα όργωμα και ένα φρεζάρισμα. Στη συνέχεια γίνεται η σπορά του σπόρου και μία ελαφρά επικάλυψη του σπόρου με μία σβάρνα. Η λίπανση που απαιτείται στην καλλιέργεια των λούπινων, επειδή είναι φυτά που ανήκουν στα ψυχανθή, αφορά τη λίπανση με φωσφόρο και κάλιο, επειδή το φυτό αυτό έχει μεγάλες ανάγκες στα στοιχεία αυτά. Επειδή όμως το ριζικό του σύστημα είναι εκτεταμένο, μπορεί να προμηθεύεται τον φωσφόρο και το κάλιο από βαθύτερα σημεία του εδάφους, με αποτέλεσμα η λίπανσή του με λιπάσματα να γίνεται με μέτριες ποσότητες φωσφόρου και καλίου. Γενικά θα πρέπει να αποφεύγονται τα λιπάσματα που περιέχουν ασβέστιο. Τα λούπινα είναι επίσης ευαίσθητα στην έλλειψη μαγγανίου.

    Η πικράδα του καρπού οφείλεται σε ορισμένες αλκαλοειδείς ουσίες, οι οποίες είναι τοξικές για τον άνθρωπο και τα ζώα και για αυτό συνιστάται ξεπίκρισμα πριν τη χρήση. Παλαιότερα, ξεπίκριζαν το λούπινο με εμβάπτιση στη θάλασσα ή με καβούρδισμα. Ο καρπός του λούπινου αποτελεί επίσης πλούσια πηγή ασβεστίου, σιδήρου, μαγνησίου και φωσφόρου.

    Ιστορικά στοιχεία

    Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η καλλιέργεια του λούπινου στην αρχαιότητα ξεκίνησε από την Αίγυπτο (Zoukovsky 1923). Όμως πιθανότερο είναι το λευκό λούπινο να καλλιεργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα (Kurlovich, 2002), όπου υπάρχουν οι περισσότερες ποικιλίες του φυτού σε άγρια μορφή μέχρι σήμερα. Ένα άλλο είδος λευκού λούπινου που αυτοφύεται στη Βαλκανική χερσόνησο είναι το ssp. termis (Θέρμος ο ήμερος).

    Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τα λούπινα ως τροφή όπως γίνεται ακόμη και σήμερα σε διάφορες χώρες. Ο Θεόφραστος ονόμασε το βότανο θέρμος. Ο Διοσκουρίδης το αποκαλούσε θέρμος ο ήμερος και ξεχώριζε δύο είδη λούπινα. Το γλυκό και το πικρό στα οποία απέδιδε θρεπτικές ιδιότητες.

    Οι ωχροκίτρινοι καρποί σύμφωνα με τον Λουκιανό, ήταν απαραίτητο μέρος των δείπνων της Εκάτης, της θεάς «των νυκτίων φαντασμάτων», ενώ ταυτόχρονα αποτέλεσαν και την ειδική τροφή των επισκεπτών του Νεκρομαντείου του Αχέρωνα, σαν προετοιμασία για την επικοινωνία τους με τους νεκρούς. Τα σπέρματά τους ήταν ακόμη γνωστή τροφή των Κυνικών Φιλοσόφων και δίνοντας ως τράγημα (επιδόρπια) στα συμπόσια. Ο Φλωρεντίνος αναφέρει ότι είναι ωφέλιμα γιατί περιέχουν άζωτο και καθιστούν τα χωράφια γόνιμα. Και αυτό είναι σωστό, γιατί το λούπινο τραβά άζωτο από την ατμόσφαιρα το οποία χρησιμοποιεί αλλά και αποθηκεύει στις ρίζες του.

    Εδώ και χιλιάδες χρόνια το βότανο έχει χρησιμοποιηθεί εσωτερικώς χωρίς να αφαιρεθεί η πικρότητά του ως ελμινθοκτόνο. Το άλευρό τους χρησιμοποιήθηκε σαν διαλυτικό, μαλακτικό και καταπραϋντικό, σε τοπικά καταπλάσματα. Το αφέψημα τους χρησιμοποιήθηκε σε καταπλάσματα, πλύσεις, πυριάματα (θερμικά επιθέματα). Χρησιμοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία κατά χρόνιων δερματικών παθήσεων όπως εκζέματα , λειχήνες κ.α. Τα καβούρδιζαν όπως τον καφέ και τα έπιναν με νερό γιατί πίστευαν ότι θεράπευαν στομαχικά και αρθριτικά νοσήματα. Επίσης τα έπαιρναν για προβλήματα λευκωματουρίας και διαβήτη.

    Στα Χανιά λούπινα φύονται πολλά στην περιοχή του Αποκόρωνα. Παλαιότερα τα θεωρούσαν πολύ καλό μεζέ για τη ρακί. Τους καρπούς τους αποκαλούσαν στη Δυτική Κρήτη λιμπίνους, στην κεντρική Κρήτη λουμπούνους ή λουμπούνια. Τα λούπινα βέβαια είναι πικρά και η διαδικασία για το ξεπίκρισμα τους ήταν απαραίτητη. Αυτό γινόταν ως εξής. Τα έβαζαν από βραδύς στο νερό και φούσκωναν. Το πρωί τα ζεμάτιζαν σε μεγάλες χύτρες 2 με 3 φορές. Τα άφηναν να κρυώσουν και μετά τα έβαζαν σε κρύο νερό που το άλλαζαν μέχρι και τρεις φορές την ημέρα για μία βδομάδα τουλάχιστον.

    Στην περιοχή της Μεσσαράς φυτρώνουν και αγριολουμπούνια τα οποία δεν τρώγονται ούτε από τα ζώα. Στην Κρήτη απέδιδαν στα λούπινα ιδιότητες ελμινθοκτόνες και αντιδιαβητικές. Παλαιότερα κατά την περίοδο των δύο πολέμων καβουρδισμένα με σιτάρι ή κριθάρι αντικατέστησαν τον καφέ όταν υπήρχε έλλειψη.

    ΠΗΓΗ=ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ

    ————————————————*.*———————————————-

    Καλλιέργεια Λούπινου

    …λούπινα καλλιεργούνται για την παραγωγή των σπερμάτων τους και σπανιότερα χρησιμοποιούνται ως φυτό χλωρής λίπανσης.

    Χαρακτηριστικά

    Τα καλλιεργούμενα είδη είναι φυτά ποώδη, ετήσια, με όρθια ανάπτυξη, ύψους 20-50 εκατοστά. Τα στελέχη είναι τραχειά και παχιά. Τα λούπινα δεν πλαγιάζουν και δεν αδελφώνουν. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των λούπινων είναι τα σύνθετα παλαμοειδή φύλλα τους. Στο λευκό λούπινο ο λοβός είναι τριχωτός, με 2-4 μεγάλα σπέρματα που έχουν χρώμα άσπρο και σχήμα τετράγωνο με στρογγυλεμένες γωνίες. Στο κυανό λούπινο ο λοβός είναι, επίσης, τριχωτός με 4-6 σπέρματα που έχουν χρώμα καστανόλευκο και σχήμα στρογγυλό, ελαφρά νεφροειδές και μέγεθος πολύ μικρότερο από τα σπέρματα του λευκού. Ο λοβός του κίτρινου λούπινου είναι τριχωτός, ξανθωπός, με 4-6 σπέρματα, που είναι μικρά και ελαφρά πλατυσμένα. Το βασικό τους χρώμα είναι κιτρινωπό, λευκό, διάστικτο με μαύρα σημάδια.

    kalliergeia-loupinou_agrosimvoulos-750x394

    Εδαφοκλιματικές Απαιτήσεις

    Τα λούπινα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στο ασβέστιο του εδάφους και για την ομαλή ανάπτυξή τους απαιτούν ελαφρά όξινο έδαφος, με το άριστο pH να κυμαίνεται μεταξύ 5 και 6. Σε εδάφη πλούσια σε ασβέστιο τα λούπινα φυτρώνουν και αναπτύσσονται κανονικά μέχρι την εμφάνιση του τρίτου φύλλου, στη συνέχεια όμως τα φυτά γίνονται χλωρωτικά και η ανάπτυξή τους σταματά. Από τα τρία καλλιεργούμενα είδη το πιο ασβεστόφοβο είναι το κίτρινο και το λιγότερο ασβεστόφοβο το λευκό.
    Εν τούτοις, τα λούπινα δεν είναι ιδιαίτερα απαιτητικά στη γονιμότητα του εδάφους και μπορούν να δώσουν ικανοποιητική παραγωγή σε φτωχά, αμμώδη εδάφη, όπου άλλα ψυχανθή αποτυγχάνουν ή δίνουν μικρή παραγωγή. Τα κίτρινα λούπινα π.χ. αναπτύσσονται ικανοποιητικά σε αμμώδη εδάφη, δίνουν όμως τις μεγαλύτερες αποδόσεις σε αμμοπηλώδη. Από την άλλη μεριά, τα κυανά λούπινα έχουν τη μεγαλύτερη ευαισθησία στην έλλειψη υγρασίας, δεν αναπτύσσονται καλά σε αμμώδη εδάφη, προσαρμόζονται, όμως, καλύτερα από τα τρία είδη σε εδάφη βαριά.

    Στις χαμηλές θερμοκρασίες το πιο ανθεκτικό από τα τρία είναι το κυανό λούπινο, ενώ το πιο ευαίσθητο είναι το λευκό. Ενδιάμεσης ανθεκτικότητας είναι το κίτρινο, που καλλιεργείται στην κεντρική Ευρώπη.

    Καλλιεργητικές Τεχνικές

    Στις αμειψισπορές το λούπινο αποτελεί καλό προηγούμενο, γιατί εκτός του ότι είναι αζωτολόγο αναστέλλει και την ανάπτυξη των ζιζανίων, αφού τα ζιζάνια αναπτύσσονται κάτω από τη σκιά των αναπτυγμένων λούπινων.
    Σημαντικό πλεονέκτημα των λούπινων αποτελεί το γεγονός ότι δεν έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις στην προετοιμασία του εδάφους. Τα λευκά λούπινα μπορούν να σπαρθούν και σε χέρσα εφάφη.
    Από πλευράς ανόργανων θρεπτικών στοιχείων, τα λούπινα έχουν ανάγκη φωσφόρου και καλίου, εφόσον καλλιεργούνται σε εδάφη άγονα, αμμώδη, φτωχά. Σε περιοχές που τα λούπινα καλλιεργούνται για πρώτη φορά πρέπει να γίνεται εμβολιασμός με τους κατάλληλους τύπους αζωτοβακτηρίων ή το έδαφος να «μολύνεται» με έδαφος από περιοχή όπου καλλιεργείται το λούπινο.
    Η σπορά του λούπινου γίνεται το φθινόπωρο σε περιοχές πεδινές και θερμές, ενώ σε περιοχές ορεινές και ψυχρές στις αρχές της άνοιξης. Η σπορά γίνεται, συνήθως, με το χέρι, στα πεταχτά, προτιμότερη όμως είναι η γραμμική σπορά. Σε καλλιέργειες που προορίζονται για χλωρή λίπανση οι γραμμές απέχουν 25-30 εκατοστά η μια από την άλλη, ενώ σε καλλιέργειες καρποδοτικές οι γραμμές απέχουν 40-50 εκατοστά.
    Οι απαιτούμενες ποσότητες σπόρου ανά στρέμμα ανέρχονται σε 8 κιλά για τις γραμμικές καλλιέργειες, στα 14 κιλά για σπορά στα πεταχτά και στα 20 κιλά για χλωρή λίπανση.

    Ωρίμανση και συγκομιδή

    Η ωρίμανση των λούπινων είναι κατά κάποιο τρόπο ανομοιόμορφη. Η συγκομιδή πρέπει να γίνεται έγκαιρα γιατί οι λοβοί ανοίγουν και πέφτουν στο έδαφος («τινάζουν»). Η συγκομιδή πρέπει να γίνεται τις πρωινές ώρες, όταν τα φυτά έχουν αρκετή δροσιά, για να περιορίζονται οι απώλειες. Η συγκομιδή γίνεται με το χέρι ή με θεριζαλωνιστικές μηχανές, αφού η όρθια ανάπτυξη των φυτών διευκολύνει τη μηχανική συγκομιδή.
    Από πλευράς σύνθεσης τα ξηρά λούπινα περιέχουν 40% πρωτεΐνες, 13% λιπαρές ουσίες, 9% ινώδεις ουσίες, 26% ελεύθερες αζώτου εκχυλισματικές ουσίες, 3% τέφρα και 9% υγρασία.

    Χρήσεις και Ιδιότητες

    Τα λούπινα καλλιεργούνται για την παραγωγή των σπερμάτων τους και σπανιότερα χρησιμοποιούνται ως φυτά χλωρής λίπανσης. Τα σπέρματα είναι πλούσια σε λευκωματώδεις ουσίες, που ανάλογα με το είδος κυμαίνονται από 30-50%. Τα πιο πλούσια σπέρματα είναι του κίτρινου λούπινου και τα πιο φτωχά του κυανού.
    Για να χορηγηθούν τα λούπινα στα ζώα πρέπει προηγουμένως να απαλλαγούν τα σπέρματά τους από τις αλκαλοειδείς ουσίες που περιέχουν. Παλαιότερα τα σπέρματα των λούπινων χρησιμοποιούνταν μαζί με σιτάρι ή κριθάρι για την παρασκευή ψωμιού.
    Τα γλυκά λούπινα χρησιμοποιούνται και για τη διατροφή του ανθρώπου είτε βρασμένα (ως όσπριο) είτε χλωρά. Χλωρά λούπινα, όπως τα κουκιά, χρησιμοποιούνται σε πολλές περιοχές της χώρας (π.χ. Κρήτη) ως νηστίσιμος μεζές, κατά τη διάρκεια των νηστειών πριν το Πάσχα.
    Η αποπίκρανση των λούπινων είναι απαραίτητη για να απαλλαγούν τα σπέρματα από τις αλκαλοειδείς ουσίες που τα κάνουν πικρά και είναι τοξικές.

    | πηγη= Αγροσύμβουλο

    ——————————————————*.*———————————————————

     

    Ποια pH είναι κατάλληλα για κάθε είδος;

    Όξινα, ουδέτερα, αλκαλικά

     

    Πολύ όξινα (5,4 και κάτω): Μελιτζάνα, αντίδι, πατάτα, γλυκοπατάτα, σμέουρο,  φράουλα, καρπούζι, μύρτιλο (blueberry-raspberry)
    Μέτρια όξινα (5.5-5.9): Μήλο, βασιλικός,  καρότο, σκόρδαπιπεριές, κολοκύθιτομάτα, φασόλι, κιχώρι, καλαμπόκι, μαϊντανός, μπιζέλια, ρεπάνι, γογγύλι, σόγια, ηλίανθος
    Ελαφρώς όξινα (6.0-6.9): Βερίκοκο, αγκινάρα, σπαράγγια,  λάχανο, άνηθος, κρεμμύδι, ροδάκινοσπανάκι, τεύτλα, φραγκοστάφυλο, σταφύλι, μαρούλια, σινάπι, μπάμιες, αχλάδι
    Αλκαλικά (7.1-8):  Κουνουπίδιααγγούρι, πεπόνι, ρόδια, θυμάρι, σέλινο

    Advertisements
     

    Απάντηση

    Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

c
Compose new post
j
Next post/Next comment
k
Previous post/Previous comment
r
Απάντηση
e
Αλλαγή
o
Show/Hide comments
t
Go to top
l
Go to login
h
Show/Hide help
shift + esc
Ακύρωση
Αρέσει σε %d bloggers: