Πρόγραμμα ανάρτησης δασικών χαρτών καταρτίστηκε από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΝ (Τμήμα Δασολογίου, Απογραφής & Θεματικής Υποστήριξης Δικαιωμάτων Δημοσίου) κατόπιν συνεργασίας της με τις διευθύνσεις δασών των αποκεντρωμένων διοικήσεων και την ΕΚΧΑ Α.Ε….ΕΙΝΑΙ ΔΑΣΟΣ!!! ΑΠΑΞ ΔΑΣΟΣ.- O KYΒΟΣ ΕΡΡΙΦΘΗ. ΞΕΚΙΝΑΝΕ ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΑΣΙΚΩΝ ΧΑΡΤΩΝ!!!Εδικό τέλος για την άσκηση αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου Δασικού Χάρτη (ΦΕΚ 3985/Β’/13-12-2016) Το ύψος του ειδικού τέλους άσκησης των αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου αναρτημένου δασικού χάρτη, για κάθε υποβαλλόμενη αντίρρηση και ανάλογα με το εμβαδόν της έκτασης της οποίας αμφισβητείται ο χαρακτήρας με αυτή, καθορίζεται ως εξής:…Η ισχύς των οθωμανικών ιδιωτικών τίτλων ιδιοκτησίας επί των δασών σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου…Η έννοια του «δάσους» στο πλαίσιο εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου: μία νέα προσέγγιση στην πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου;…Ν Ο Μ Ο Σ 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας» Φ.Ε.Κ.289/29-12-1979/Τ.Α’…

Πρόγραμμα ανάρτησης δασικών χαρτών καταρτίστηκε από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΝ (Τμήμα Δασολογίου, Απογραφής & Θεματικής Υποστήριξης Δικαιωμάτων Δημοσίου) κατόπιν συνεργασίας της με τις διευθύνσεις δασών των αποκεντρωμένων διοικήσεων και την ΕΚΧΑ Α.Ε.

Σύμφωνα με τη σχετική εγκύκλιο που στάλθηκε στις δασικές υπηρεσίες, η ανάρτηση δασικών χαρτών θα ξεκινήσει την Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017 και θα ολοκληρωθεί την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017. Οι διευθύνσεις δασών των αποκεντρωμένων διοικήσεων θα πρέπει να μεριμνήσουν για την ευρύτατη δημοσιοποίηση της ανάρτησης καθώς και της προθεσμίας υποβολής αντιρρήσεων.

Εγκύκλιος 151176/60/11.01.2017 (ΑΔΑ: ΨΨΝ34653Π8-ΡΓΚ) Προγραμματισμός Αναρτήσεων Δασικών Χαρτών.

========================================================================

ΕΙΝΑΙ ΔΑΣΟΣ!!! ΑΠΑΞ  ΔΑΣΟΣ.-

===========================================================

  • Φίλοι αναγνώστες,

    ΤΟ ΝΑ ΑΡΜΕΓΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΣΑΛΑΓΙΑΖΗΣ ΠΡΟΒΑΤΑ ΕΙΝΑΙ

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΕΥΚΟΛΟ. ΕΜΑΣ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

    ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΒΟΣΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΝΕΜΕΤΕ !!!

    =BY=f.b=BOSKO΄=VOSKOS

    Φίλοι αναγνώστες.

    Βρίσκεστε σ΄αυτό το ιστολόγιο με δική σας ευθύνη .

    Ενδεχομένως κάτι που θα διαβάσετε εδώ μπορεί να το

    θεωρήσετε ύβρη ή να σας θίξει ή να σας προσβάλλει.

    Θα πρέπει να γνωρίσετε πως δεν έχουμε καμία τέτοια πρόθεση .

    Έχοντας λοιπόν αυτό υπ΄όψιν οι επιλογές σας είναι δύο :

    α) ή να φύγετε απ΄το ιστολόγιο αυτό , διακόπτοντας την

    ανάγνωσή του ,ώστε να αποφύγετε πιθανή προσβολή των

    ηθικών , θρησκευτικών ή άλλων αξιών σας , ή β) να παραμείνετε,

    αποδεχόμενοι πως ότι και να διαβάσετε δεν θα σας προσβάλλει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο .

    Εμείς απ΄την μεριά μας θα προσπαθήσουμε να διαφυλάξουμε και να προβάλουμε τις πραγματικές ανθρώπινες αξίες , έχοντας πάντα ως γνώμονα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αλήθεια .

    ΕΠΙΣΗΣ:

    1.Τα δημοτικά αθάνατα δημοτικά μπορεί η δεν συμφωνούν πλήρως με τις απόψειςτου άρθρου.

    2.Επισημαίνουν ώμος στου φίλους του μπλοκ τα παρακάτω.

    3.Η ενημέρωσης-μάθηση, είναι ιερή υποχρέωση καθενός από εμάς.

    4.Η οποίες Αποψις του άρθρου εκφράζουν το συντάκτη του, ο όποιος και αναφέρετε .

    5.Την ευθύνη στα κείμενα που αναρτούνται στο

    https://boskotsopanhs.wordpress.com/ φέρει ο υπογράφων ,ή η πηγή, και δεν αποτελούν απαραίτητα θέση και άποψη του παρόντος ιστολογίου.

    6.Σκέψης, κρίση, απόψεις, επιδίωξη κάθε μορφής μήδε αυτής καθεαυτής της ατομικής προβολή, η με σκοπό αλλότριο η αλά αίτια η άλλης αίτιας, μήδε και του οικονομικού στόχου η του αυτό κάθε αυτό ως στόχο προσωπικό οικονομικό κέρδους η εκ Άλου σκοπού, η οικονομικού η μέσο η συκοφαντικής δυσφημίσεως η επιχειρηματικής δυσφημίσεως η προσπάθεια αλλοίωσης η ολικής αλλοίωσης πραγματικών περιστατικών η γεγονότων επί σκοπού παραπλάνησης, h με στόχος το προσωπικό όφελος , η το οποιοδήποτε απορρέων όφελος η κέρδος, μήδε του οικονομικού από οιαδήποτε αφορμή η σκοπό μέσο η αιτιατό η αλλοτρίωση  απαξίωση αξιών η θεσμών,  μήδε και Tου προσωπικού η ατομικού συμφέροντος επί τοu συγκεκριμένου άρθρου ουδεμία σχέση έχουν τα δημοτικά αθάνατα δημοτικά οπουδήποτε και προέρχεται και απορρέουν .-

    7.Η δημοσιοποίηση άρθρων έχει ως σκοπό μονό και μονό την ενημέρωση-μάθηση και τίποτα λιγότερο η περισσότερο.-

    8.ΝΑ ΔΗΛΩΣΟΥΜΕ-ΔΗΛΩΣΗ ΟΤΙ¨

    ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΚΑΝΕΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ Η ΑΛΛΟ ΟΦΕΛΟΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ, ΔΕΝ

    ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΘΑ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ

    ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΕΛΙΔΑ.

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΕΧΟΜΑΣΤΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Η ΑΛΛΗ ΕΚΛΥΣΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΓΙΑ ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΛΟΓΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΑΓΡΑΦΕΤΕ ΣΤΗ ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΠΙΣΗΜΑΝΕ ΚΑΙ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΕΣ ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.-

    […(( Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (άρθρο 19 παρ. 1, 2) Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να έχει την άποψη του χωρίς καμία παρέμβαση. πρέπει να έχει το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης. Aυτό περιλαμβάνει και το δικαίωμα του καθενός να αναζητά, να γράφει και να μεταδίδει οποιεσδήποτε πληροφορία και ιδέες ανεξαρτήτως, ελεύθερη έκφραση της σκέψης ανεξάρτητα από τη λογοκρισία η άδεια, δόγματα. διαφορετικών πεποιθήσεων θρησκειών, κτλ Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει καμία ανάγκη για δυσφήμηση, επικρίσεις βωμολοχίες, είναι έγκλημα εναντίον της τιμής του καθενός…))…]

    Οι απόψεις του ιστολόγου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου”

  • ΦΟΒΑΣΑΙ ΤΗΝ ΓΡΙΝΙΑ. ΤΑ ΝΕΥΡΑ. ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΠΛΗΓΩΝΟΥΝ . ΜΑΛΩΝΕΙ ΟΠΟΙΟΣ ΠΑΛΕΥΕΙ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΚΑΤΙ!!! ΤΗΝ ΣΙΩΠΗ ΝΑ ΦΑΒΑΣΑΙ... ΑΥΤΗ ΟΡΙΖΕΙ ΤΟ ΦΙΝΑΛΕ!!!

  • ===========================================

Φωτογραφία του Diamantis Stagidis.

Εδικό τέλος για την άσκηση αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου Δασικού Χάρτη
(ΦΕΚ 3985/Β’/13-12-2016)
Το ύψος του ειδικού τέλους άσκησης των αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου αναρτημένου δασικού χάρτη, για κάθε υποβαλλόμενη αντίρρηση και ανάλογα με το εμβαδόν της έκτασης της οποίας αμφισβητείται ο χαρακτήρας με αυτή, καθορίζεται ως εξής:
α) Για εμβαδόν έκτασης έως και 100 τ.μ. των περιπτώσεων της παρ. 3 του άρθρου 2β του Ν. 2308/1995, όπως ισχύει, είκοσι (20) ευρώ.
β) Για εμβαδόν έκτασης, έως και 1.000 τ.μ., εξαιρουμένων των περιπτώσεων του ως άνω σημείου (α), σαράντα πέντε (45) ευρώ.
γ) Για εμβαδόν έκτασης πάνω από 1.000 τ.μ. έως και 5.000 τ.μ., εκατόν τριάντα πέντε (135) ευρώ.
δ) Για εμβαδόν έκτασης πάνω από 5.000 τ.μ. έως και 20.000 τ.μ., τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.
ε) Για εμβαδόν έκτασης πάνω από 20.000 τ.μ. έως και 100.000 τ.μ., εννιακόσια (900) ευρώ.
στ) Για εμβαδόν έκτασης πάνω από 100.000 τ.μ. έως και 300.000 τ.μ., χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ζ) Για εμβαδόν έκτασης μεγαλύτερης των 300.000 τ.μ., τρεις χιλιάδες εξακόσια (3.600) ευρώ.
Από την καταβολή του ειδικού τέλους άσκησης αντιρρήσεων εξαιρούνται:
α) Αντιρρήσεις που αφορούν περιοχές που έχουν συμπεριληφθεί στο δασικό χάρτη, λόγω μη αποτύπωσης του περιγράμματος της παρ. 2 περίπτωση Α΄ του άρθρου23 του Ν. 3889/2010, όπως ισχύει, καθώς και οι εκτάσεις που εμπίπτουν στις περιπτώσεις της παρ. 3β του άρθρου 31 του Ν. 4280/2014, όπως ισχύει.(εγκεκριμένα και μη όρια οικισμών και σχεδίων πόλεως-απαιτείται προσκόμιση βεβαίωσης από την αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης)
β) Αντιρρήσεις που αφορούν σε περιοχές που εμφανίζονται ως δασικές στη φωτοερμηνεία της παλαιότερης αεροφωτογράφησης, αλλά περιλαμβάνονται σε διανομές (κληροτεμάχια) του εποικισμού(.απαιτείται προσκόμιση βεβαίωσης από την αρμόδια Υπηρεσία Εποικισμού).
γ) Αντιρρήσεις που αφορούν περιοχές που εμφανίζονται ως χορτολιβαδικές ή βραχώδεις ή πετρώδεις είτε κατά την παλαιότερη είτε κατά την πρόσφατη αεροφωτογράφιση, αλλά περιλαμβάνονται σε περιοχές του εποικισμού(απαιτείται προσκόμιση βεβαίωσης από την αρμόδια Υπηρεσία Εποικισμού).
δ) Αντιρρήσεις που αφορούν περιοχές για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες πράξεις χαρακτηρισμού κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 Ν. 998/1979, οι οποίες δεν απεικονίζονται στους αναρτημένους δασικούς χάρτες.(απαιτείται προσκόμιση βεβαίωσης τελεσιδικίας της πράξης χαρακτηρισμού)
ε) Αντιρρήσεις κατά το τμήμα που αφορούν σε εκκρεμείς αιτήσεις και υποθέσεις στη διαδικασία του άρθρου14 Ν. 998/1979 (άρθρο 28 παρ. 18.α Ν. 2664/1998 όπως ισχύει)-απαιτείται προσκόμιση αντιγράφου της πρωτοκολλημένης αίτησης-.

===================================================
Η ισχύς των οθωμανικών ιδιωτικών τίτλων ιδιοκτησίας επί των δασών σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου

Η ισχύς των οθωμανικών ιδιωτικών τίτλων ιδιοκτησίας επί των δασών σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου

Αθανάσιος Παπαθανασόπουλος,
Δικηγόρος παρ΄ Αρείω Πάγω, ΔΝ

oitiΤοπίο στην Οίτη

Η αξιολόγηση της ισχύος των ιδιωτικών τίτλων κτήσης εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί των δασών εν όψει του τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Δημοσίου, κατ΄ εφαρμογή του βασιλικού διατάγματος της 17-29 Νοεμβρίου 1836 «περί ιδιωτικών δασών», αποτελεί διαχρονική πρόκληση για την ελληνική δικαιοσύνη, η οποία διά μέσου διαφορετικών προσεγγίσεων, αδυνατεί μέχρι σήμερα -σχεδόν δύο αιώνες μετά τη θέσπιση του τεκμηρίου κυριότητας- να επιλύσει κατά τρόπο οριστικό το σημαντικό αυτό ζήτημα, επί του οποίου η πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου εισάγει και πάλι νέα δεδομένα.

Εισαγωγή

Το τεκμήριο κυριότητας, το οποίο εισήχθη με το βδ/γμα του 1836,[1] με τη διαχρονική εφαρμογή του από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων απετέλεσε το βασικό νομικό έρεισμα για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου επί του μεγαλύτερου τμήματος των δασών της ελληνικής επικράτειας. Η οικονομική και κοινωνική βαρύτητα του περιεχομένου του τεκμηρίου εγείρει σημαντικά ζητήματα ως προς τις νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του. Το πρώτο σημαντικό ζήτημα είναι ασφαλώς ο προσδιορισμός της έννοιας του «δάσους», αυτοτελώς αλλά και κατά παραβολή με τις συναφείς του δάσους έννοιες, εφ΄ όσον το βδ/γμα του 1836 μόνον επί των δασών τυγχάνει εφαρμογής.[2] Περαιτέρω όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ειδικότερο ζήτημα της εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας σε ιδιωτικά κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και δάση, εν όψει του ότι οι διοικητικές διαδικασίες αναγνώρισης ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων αφ΄ ενός σε δάση, αφ΄ ετέρου σε ιδιωτικά κτήματα ήταν, κατά την εποχή του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, απολύτως διακριτές. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα του κύρους της προβλεπόμενης διαδικασίας για τη μεταβίβαση ιδιωτικών κτημάτων σε περίπτωση που σε αυτά περιλαμβάνονταν δάση.

Ι. Το νομοθετικό πλαίσιο

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του βασιλικού διατάγματος του 1836, ιδιωτικά δάση είναι μόνον εκείνα που μεταβιβάστηκαν κατά τους νόμιμους οθωμανικούς τύπους και αποδεικνύεται ότι υφίσταντο ως ιδιόκτητα πριν την έναρξη του υπέρ της Ανεξαρτησίας Αγώνα. Το άρθρο 1 παρ. 2 ορίζει ότι θεωρούνται επίσης ως ιδιωτικά τα δάση, τα οποία κείνται εντός μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων – χωρίων (τσιφλικίων), ακόμη και αν αυτά δεν αναγράφονται ρητά στους τίτλους ιδιοκτησίας των κτημάτων, εφ΄ όσον προκύπτει ότι αυτά περιέχονται εντός των ορίων τους. Ακολούθως, το άρθρο 3 του διατάγματος του 1836 επιβάλλει στους ιδιοκτήτες των δασών του άρθρου 1 την υποχρέωση προσαγωγής τίτλων ιδιοκτησίας ενώπιον της Γραμματείας επί των Οικονομικών, εντός προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας τα δάση θεωρούνται αδιαφιλονίκητα εθνικά.[3]

Η Γραμματεία επί των Οικονομικών, κατ΄ εφαρμογή του διατάγματος της 17-29 Νοεμβρίου 1836 περί ιδιωτικών δασών, συνέστησε με την από 16 Απριλίου 1842 δηλοποίησή της ειδική Τριμελή Επιτροπή ελέγχου των τίτλων που είχαν υποβληθεί εμπροθέσμως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του περί ιδιωτικών δασών διατάγματος.

Εξ ετέρου, η Ελληνική Κυβέρνηση είχε συστήσει από το έτος 1832 την ειδική Ελληνική Επιτροπή περί της εξελέγξεως της αγοράς από Έλληνες των κατά την Εύβοια και Αττική τουρκικών ιδιοκτησιών, με αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητας των παραπάνω μεταβιβάσεων έναντι των διεθνών συμφωνιών και με σκοπό την προστασία των νομίμων συμφερόντων των Ελλήνων αγοραστών οθωμανικών ιδιοκτησιών. Η Επιτροπή αυτή με την από 27 Μαρτίου 1832 διακήρυξή της υποδείκνυε στους αγοραστές να προβαίνουν στην αγορά κτημάτων μόνο κατόπιν σύνταξης χοτζετίου, ήτοι έγκυρου μεταβιβαστικού κυριότητας τουρκικού τίτλου, προς διασφάλιση των δικαιωμάτων τους.[4]

Η Εξεταστική Επιτροπή,[5] σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα 1462 της 24ης Αυγούστου 1836, είχε νόμιμη αρμοδιότητα εξέτασης και επικύρωσης των πωλήσεων οθωμανικών κτημάτων στην Αττική, την Εύβοια, τη Θήβα και τη Φθιώτιδα. Η Επιτροπή αυτή, έχοντας διακόψει προσωρινά τις εργασίες της, ανασυγκροτήθηκε με το βασιλικό διάταγμα 3433 της 16-28 Σεπτεμβρίου 1838, προσκάλεσε με δηλοποίηση της 19ης Σεπτεμβρίου 1838 τους ενδιαφερομένους να προσκομίσουν τους τίτλους τους προς έλεγχο και αφού ολοκλήρωσε τις εργασίες της διαλύθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1849.

ΙΙ. Η Επιστήμη

Η διαδικασία ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής αφορούσε τα δημόσια δάση όλης της τότε Επικράτειας του Ελληνικού κράτους που προγενέστερα τελούσαν υπό την κυριαρχία του Οθωμανικού κράτους, στα οποία είχαν παραχωρηθεί ιδιωτικά δικαιώματα από το Οθωμανικό Δημόσιο πριν την έναρξη του υπέρ της Ανεξαρτησίας Αγώνα. Η διαδικασία ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής αφορούσε την εγκυρότητα των πωλήσεων των ιδιωτικών οθωμανικών κτημάτων της Αττικής, Εύβοιας, Θηβών και Φθιώτιδας από τους φεύγοντες Οθωμανούς προς Έλληνες ιδιώτες δυνάμει των διεθνών συμφωνιών, ανεξάρτητα αν σε αυτά περιλαμβάνονταν ή όχι και δάση.

Κατά συνέπεια, οι παραπάνω διαδικασίες είναι διακριτές, προβλέπονται αμφότερες από βασιλικά διατάγματα με ισχύ νόμου και άγουν η κάθε μία αυτοτελώς στην αναγνώριση και επικύρωση από το Ελληνικό Δημόσιο ιδιωτικών εμπραγμάτων δικαιωμάτων. Τούτου έπεται ότι το δικαίωμα κυριότητας που κατοχυρώθηκε νομίμως κατ΄ εφαρμογή μίας εκ των δύο νομίμων διαδικασιών δεν δύναται να ανατραπεί κατ΄ επίκληση της άλλης διαδικασίας. Ειδικότερα μάλιστα όσον αφορά στις πράξεις της Εξεταστικής Επιτροπής που έπονται του βασιλικού διατάγματος 3433 της 16-28ης Σεπτεμβρίου 1838, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι προγενέστερες νομοθετικής ισχύος διατάξεις του διατάγματος του έτους 1836 είναι δυνατόν να ανατρέψουν το κύρος των προβλεπομένων από τις επίσης νομοθετικής ισχύος μεταγενέστερες διατάξεις του ανωτέρω διατάγματος του 1838 πράξεων της Εξεταστικής Επιτροπής.[6]

Επιπρόσθετα, εφ΄ όσον η διαδικασία ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής αφορούσε μόνο τίτλους που παρουσιάστηκαν προς έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 3 του διατάγματος του 1836 περί ιδιωτικών δασών και όχι τίτλους που θεώρησε ο Υπουργός επί των Οικονομικών και τους έκρινε ως ισχυρούς, οι αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής, οι οποίες επικυρώνονταν και αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία επί των Οικονομικών[7] κατά τρόπο δεσμευτικό για το Δημόσιο, ήταν ισχυρές χωρίς να υπόκεινται στη διαδικασία ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής.[8]

Εξ άλλου το χοτζέτι, ως τίτλος μεταβίβασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων, είχε ισχύ δημοσίου εγγράφου, αποτελούντος πλήρη απόδειξη της εν αυτώ βεβαιωθείσης πωλήσεως, ακόμη και κατά την έννοια του βασιλικού διατάγματος του 1836 περί ιδιωτικών δασών, το οποίο απαιτούσε όχι ταπίο, αλλά «έγγραφη απόδειξη της τουρκικής Αρχής».[9]

evia_puxariasΕύβοια Πυξαριάς
[πηγή: Ελληνικό Πανόραμα»

ΙΙΙ. Η εξέλιξη της νομολογίας

Α. Η παλαιότερη νομολογία

Εφ΄ όσον η διάταξη του άρθρου 3 δεν περιέχει διάκριση μεταξύ μεταβιβάσεων δασών και μεγάλων κτημάτων που περιέχουν μεταξύ άλλων και δάση, η παλαιότερη νομολογία έκρινε, κατά τη γραμματική ερμηνεία των ειρημένων διατάξεων, ότι η υποχρέωση προσαγωγής τίτλων επιβαλλόταν σε αμφότερες αδιακρίτως τις περιπτώσεις.[10]

Παρά ταύτα, εν όψει και του ότι η υποχρέωση προσαγωγής τίτλων επιβαλλόταν μόνο σε περίπτωση ύπαρξης «δάσους», δηλαδή έκτασης επιφάνειας ικανής και σύστασης κατάλληλης για την παραγωγή δασικών προϊόντων και όχι σε περίπτωση κτημάτων με σποραδική άγρια ή ήμερη δεντρώδη βλάστηση,[11] τίθεται το πρακτικό ζήτημα της γνώσης και της κρίσης περί του χαρακτήρα ως δάσους ή μη εκτάσεων που κείνται εντός μεγάλων ιδιόκτητων κτημάτων και καλύπτονται από δασική βλάστηση, ειδικότερα μάλιστα όταν στους τίτλους του κτήματος δεν αναφέρεται δάσος.[12] Επί του ζητήματος αυτού, σύμφωνα με την παλαιότερη νομολογία και ειδικότερα σε περίπτωση που δεν αναφέρεται στα επίσημα έγγραφα δάσος, αλλά σποραδική δεντρώδης βλάστηση «… ο περί προσαγωγής εντός έτους των περί δασών τίτλων νόμος εφαρμογήν δεν έχει επί δάσους κειμένου εντός μεγάλης ιδιοκτήτου περιφερείας γαιών …».[13]

Εκ των ανωτέρω δεν συνάγεται με βεβαιότητα σαφής και ενιαία εφαρμογή των διατάξεων του βασιλικού διατάγματος του 1836 ως προς τα κείμενα εντός μεγάλων ιδιόκτητων κτημάτων δασών. Πάντως, φαίνεται ότι η παλαιότερη νομολογία επέβαλλε την υποχρέωση προσαγωγής τίτλων, όταν σε αυτούς αναφερόταν ρητώς η ύπαρξη δάσους, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, έκρινε ότι η υποχρέωση προσαγωγής τίτλων δεν ετύγχανε εφαρμογής.

Σε κάθε περίπτωση, εν αναφορά προς τις πράξεις της Εξεταστικής Επιτροπής που έπονται του βασιλικού διατάγματος 3433 της 16-28ης Σεπτεμβρίου 1838, η παλαιά νομολογία, όπως και η επιστήμη δέχονται ότι η μη τήρηση της διαδικασίας του βδ/τος του 1836 ενώπιον της Γραμματείας επί των Οικονομικών δεν δύναται να ανατρέψει το κύρος των αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής που έχουν θεωρηθεί και εγκριθεί από τον αρμόδιο Υπουργό επί των Οικονομικών.[14]

Εξ άλλου το χοτζέτι, ως τίτλος πωλήσεως συντεταγμένος από τον ιεροδικαστή («Καδή»), ο οποίος ήταν ως προς το τότε ισχύον δίκαιο ο αρμόδιος προς τούτο δημόσιος υπάλληλος, είχε ισχύ δημοσίου εγγράφου, αποτελούντος πλήρη απόδειξη της εν αυτώ βεβαιωθείσας πωλήσεως,[15] ακόμη και κατά την έννοια του βασιλικού διατάγματος του 1836 περί ιδιωτικών δασών, το οποίο απαιτούσε όχι ταπίο, αλλά «έγγραφη απόδειξη της τουρκικής Αρχής».[16]

Ως προς τα επικυρωμένα χοτζέτια από την Εξεταστική Επιτροπή επί των πωλήσεων των οθωμανικών κτημάτων, το κύρος τους κρίνεται ως αδιαμφισβήτητο και απρόσβλητο, εφ΄ όσον η εν λόγω Επιτροπή ήταν Αρχή ειδικώς διορισμένη και επιφορτισμένη από την Ελληνική Κυβέρνηση για την κρίση των υποθέσεων αυτών, ειδικώς δε για να ελέγχει εάν παραβλάπτονταν δικαιώματα του Δημοσίου και συνεπώς οι αποφάσεις της είχαν δημόσια ισχύ δεσμευτική για το Ελληνικό Κράτος, ενώ η έγκριση των αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής από τον Υπουργό επί των Οικονομικών είναι πράξη έγκυρη, η οποία αποκλείει νομίμως κάθε δυνατότητα προβολής αξιώσεων εκ μέρους του Δημοσίου.[17] Η ειδική μνεία, η οποία συμπεριλαμβανόταν στις αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής, κατά την οποία «επί των διά ταπίων κατεχομένων κτημάτων, ο ειρημένος κύριος θέλει υπόκεισθαι εις το ληφθησόμενον γενικόν μέτρον»[18] δεν ανατρέπει την ισχύ της απόφασης της Εξεταστικής Επιτροπής για τις εκτάσεις που κατέχονται δυνάμει χοτζετίου, επί των οποίων το Δημόσιο δηλώνει διά της αποφάσεως της Επιτροπής ότι δεν έχει αξιώσεις.[19]

Β. Η νεότερη νομολογία του Αρείου Πάγου

Σε αντίθεση με τα ανωτέρω νομολογιακά δεδομένα, η σύγχρονη νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται ότι η τήρηση της διαδικασίας ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής δεν μπορούσε να αναπληρώσει την έλλειψη τήρησης της διαδικασίας του άρθρου 3 του βασιλικού διατάγματος της 17 Νοεμβρίου 1836 και ότι τα χοτζέτια δεν συνιστούσαν νόμιμο τίτλο μεταβίβασης δασών και δασικών εκτάσεων, εκτάσεις για τις οποίες το οθωμανικό δίκαιο απαιτούσε την κατάρτιση ταπίου, ακόμη και αν οι τίτλοι αυτοί είχαν επικυρωθεί από την Εξεταστική Επιτροπή.[20]

Παρά το γεγονός ότι αποφάσεις δικαστηρίων της ουσίας έκριναν υπέρ του κύρους των αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής ακόμη και επί δασών,[21] αλλά και ότι η έγκυρη πώληση δάσους με χοτζέτι επικυρωμένο από την Εξεταστική Επιτροπή έχει γίνει δεκτή από τον Άρειο Πάγο,[22] η παραπάνω νομολογία κατά την οποία οι τίτλοι που αναγνωρίστηκαν από την Εξεταστική Επιτροπή δεν συνιστούν νόμιμο τίτλο κτήσης κυριότητας επί δασών επιβεβαιώνεται από τις πρόσφατες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες φαίνεται ωστόσο ότι υιοθετούν εν μέρει διαφορετικό σκεπτικό, το οποίο παρουσιάζει σημαντικό ενδιαφέρον.

IV. Η πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου

Με την υπ΄ αριθ. 4390/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι σε περίπτωση αγοραπωλησίας δασοκτήματος με χοτζέτι, η οποία επικυρώθηκε από την Εξεταστική Επιτροπή κατά την οικεία διαδικασία, ήτοι με την έκδοση απόφασης που εν συνεχεία κυρώθηκε από την Γραμματεία επί των Οικονομικών, συντρέχει περίπτωση αρμόδιας αναγνώρισης του δασοκτήματος ως ιδιωτικού από το Ελληνικό Δημόσιο, γεγονός που θεμελιώνει την καλόπιστη νομή του αγοραστή επί του εν λόγω δασοκτήματος.

Η συγκεκριμένη δικαστική κρίση, η οποία φαίνεται να αντικρούει εν πολλοίς το σκεπτικό της ΑΠ 1732/2010, επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο, με το σκεπτικό ότι η καλόπιστη τρακονταετής νομή ως πρωτότυπος τρόπος κτήσης κυριότητας επί του επίμαχου δασοκτήματος θεμελιώθηκε εν προκειμένω από το Εφετείο όχι αποκλειστικώς στην ύπαρξη της απόφασης της Εξεταστικής Επιτροπής, αλλά στο σύνολο του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού και στα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα κρίθηκαν ως αποδειχθέντα.[23] Με την κρίση του αυτή, ο Άρειος Πάγος δέχεται εμμέσως την απόφαση της Εξεταστικής Επιτροπής ως νόμιμο μέσο απόδειξης της καλόπιστης νομής του αγοραστή, χωρίς ωστόσο να αποδεχθεί το κύρος της διαδικασίας ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής για την αναγνώριση παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας επί δασών.

Με νεότερη απόφασή του, ο Άρειος Πάγος δέχεται ρητώς ότι, αν και μόνο οι εκδοθείσες κατ΄ άρθρο 3 του βδ/τος του 1836 «περί ιδιωτικών δασών» αποφάσεις της Γραμματείας επί των Οικονομικών αποτελούν νόμιμο τίτλο κυριότητας ιδιωτικού δάσους, ωστόσο «και οι αποφάσεις της επί των Οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής, που επιτελεί έργο της διοικήσεως, ως προς τα κτήματα που κείνται στην Αττική, Εύβοια κ.λπ., οι οποίες εκδόθηκαν μετά την ισχύ του ανωτέρω βδ/τος της 17-29.11-1.12.1836, δεν είναι δυνατόν να παραμερισθούν εντελώς».[24] Ειδικότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο δέχεται ότι με τις αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής διαγιγνώσκονται εμπράγματα δικαιώματα, στο πλαίσιο του έργου της διοίκησης, κατόπιν έρευνας περί μη ύπαρξης δικαιωμάτων του Δημοσίου, αποφάσεις που εν τέλει κυρώνονται από τη διοίκηση, συνεπώς επικαλούμενοι τις αποφάσεις αυτές οι αγοραστές δύνανται να θεμελιώσουν την καλόπιστη νομή τους επί του επίδικου δάσους.

Είναι προφανές ότι με την παραπάνω κρίση αναγνωρίζεται ρητώς η σημασία των αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής χωρίς όμως να εγκαταλείπεται η αρχή της μη αναπλήρωσης της διαδικασίας του βδ/τος του 1836 από εκείνη ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής, η οποία άλλωστε εξακολουθεί να επιβεβαιώνεται από την πρόσφατη νομολογία.[25] Αν και η κρίση αυτή είναι οπωσδήποτε θετική για τους ιδιώτες που αξιώνουν εμπράγματα δικαιώματα επί δασών και φαίνεται να προσεγγίζει τις θέσεις της επιστήμης και της παλαιότερης νομολογίας που ήδη αναλύθηκαν ανωτέρω, ωστόσο εγείρει σημαντικά νομικά ερωτήματα.

Πράγματι, η παλαιότερη νομολογία, όπως και η ΑΠ 573/2015, αναγνώριζε ότι η Εξεταστική Επιτροπή ήταν Αρχή που ασκούσε δημόσια εξουσία, ήλεγχε εάν παραβλάπτονταν δικαιώματα του Δημοσίου και οι αποφάσεις της τελούσαν υπό την έγκριση του Υπουργού επί των Οικονομικών, πλην όμως κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η κατά τα ανωτέρω υπουργική έγκριση αποτελούσε πράξη του αρμοδίου δημοσίου οργάνου, η οποία απέκλειε νομίμως κάθε δυνατότητα προβολής αξιώσεων εκ μέρους του Δημοσίου.[26] Αντιθέτως, η ΑΠ 573/2015, από τις ίδιες διαπιστώσεις άγεται στο -μάλλον αμήχανο- συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής «δεν είναι δυνατόν να παραμερισθούν εντελώς», υπό την έννοια ότι θεμελιώνουν την καλή πίστη του ιδιώτη αγοραστή.

Στην πραγματικότητα, εφ΄ όσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει ότι συντρέχουν για τις εγκεκριμένες από τη Γραμματεία επί των Οικονομικών αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής οι προϋποθέσεις έκδοσης νόμιμης και έγκυρης διοικητικής πράξης από το αρμόδιο κρατικό όργανο, ερωτάται πώς είναι δυνατόν να γίνεται ταυτόχρονα δεκτό ότι η υπό τις άνω προϋποθέσεις εκδοθείσα διοικητική πράξη δεν δεσμεύει το Δημόσιο ως προς την έλλειψη δυνατότητας προβολής αξιώσεων επί εκτάσεως που, κατά τις άνω παραδοχές, το ίδιο το Δημόσιο, διά του αρμοδίου οργάνου του, έχει κρίνει στο σύνολό της ως ιδιωτική.

Συγκεκριμένα, ως καλή πίστη του ιδιώτη αγοραστή για την κτήση κυριότητας με τριακονταετή διανοία κυρίου νομή συμπληρωθείσα προ του 1915 νοείται κατά το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο [27 Πανδ (18.11), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 11 Πανδ. (61.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 Πανδ. (50.16)], η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας άλλου πάνω σε αυτό και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει καλή πίστη, αν ο νομέας γνωρίζει ή ασυγγνώστως αγνοεί ότι ο τίτλος, στον οποίο στηρίζει το δικαίωμά του, είναι ελαττωματικός.[27] Κατά συνέπεια, a contrario, η ΑΠ 573/2015, θεμελιώνοντας την καλή πίστη των αγοραστών στις νομίμως κυρωθείσες αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής, κρίνει ότι οι εν λόγω πράξεις της Διοικήσεως συνιστούν ελαττωματικό τίτλο, το ελάττωμα του οποίου συγγνωστώς αγνοούν οι αγοραστές.

Ωστόσο, εν προκειμένω δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος περί «ελαττωματικού τίτλου», εφ΄ όσον η Εξεταστική Επιτροπή εξέδιδε τις αποφάσεις της κατ΄ εφαρμογή των εχόντων ισχύ νόμου βασιλικών διαταγμάτων 1462 της 24.8.1836 και 3433 της 16-28.9.1838, ενώ οι αποφάσεις αυτές κυρώνονταν στη συνέχεια από τη Γραμματεία επί των Οικονομικών,[28] η οποία ήταν σε κάθε περίπτωση κατά νόμον αρμόδια τόσο για την αναγνώριση ιδιωτικών εν γένει κτημάτων όσο και ειδικότερα των ιδιωτικών δασών. Δηλαδή, εν προκειμένω το δικαίωμα κυριότητας αναγνωρίζεται με ατομικές διοικητικές πράξεις και δη με την εκάστοτε υπουργική πράξη επικύρωσης της σχετικής απόφασης της Εξεταστικής Επιτροπής κατ΄ εφαρμογή των σχετικών νομοθετικών προβλέψεων. Κατά συνέπεια, η μη προσβολή σε κρίσιμο χρόνο των ατομικών αυτών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες κατά νομοθετική εξουσιοδότηση αναγνωρίζονται από το Δημόσιο ιδιωτικά δικαιώματα κυριότητας, επιφέρει κατ΄ ανάγκη αφ΄ ενός τη θεμελίωση του ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας και αφ΄ ετέρου το απρόσβλητο του δικαιώματος αυτού από το Δημόσιο, το οποίο αρμοδίως αναγνώρισε το δικαίωμα αυτό.[29]

dasos_tatoiouΔάσος Τατοΐου Ν. Αττικής

Επίλογος

Η πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου, αναγνωρίζοντας τη «νομιμοφάνεια» των κυρωθεισών από τη Γραμματεία επί των Οικονομικών αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής, προκειμένου περί της δι΄ αυτών μεταβίβασης δασών, παρέχει στους ενδιαφερομένους ιδιώτες τη δυνατότητα θεμελίωσης του αξιούμενου από τους ίδιους ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας σε δάσος που αναγνωρίστηκε κατά την παραπάνω διαδικασία στην πρωτότυπη κτήση του λόγω τριακονταετούς καλόπιστης νομής. Εν τούτοις, και η προσέγγιση αυτή εγείρει ερωτήματα ως προς τη νομική της θεμελίωση.

Εν πάση περιπτώσει, η εδώ και σχεδόν δύο αιώνες εφαρμογή και ερμηνεία από τα δικαστήρια των πρώτων νομοθετημάτων του τότε νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, εν όψει της έλλειψης νεότερης παρέμβασης του νομοθέτη, με κατά καιρούς διαφορετική νομολογιακή προσέγγιση των εν λόγω διατάξεων, έχει εν τέλει οδηγήσει διαχρονικώς σε διαφορετικούς τρόπους δικαστικής διάγνωσης ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που ωστόσο εκτήθησαν κατά τον αυτό χρόνο και υπό το αυτό νομοθετικό πλαίσιο, κατά τρόπο εντελώς ασυμβίβαστο με την υπερνομοθετική προστασία της ιδιοκτησίας σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ελλάδος και την ΕΣΔΑ. Η διάγνωση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σήμερα και η συνακόλουθη αμφισβήτηση πραγματικών καταστάσεων που έχουν παγιωθεί ήδη προ πολλών γενεών, με βάση την ερμηνεία του οθωμανικού δικαίου και βασιλικών διαταγμάτων των ετών 1836 και 1838, οπωσδήποτε προκαλεί το κοινό αίσθημα. Για τους παραπάνω λόγους, η έστω και όψιμη παρέμβαση του νομοθέτη θα μπορούσε να συνεισφέρει στη δημιουργία ασφάλειας δικαίου τουλάχιστον ως προς τις εναπομείνασες περί τα δάση εμπράγματες εκκρεμότητες.

——— ♦ ———

* Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» τ. 3/2016 . σ. 413, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] ΦΕΚ 69/1.12.1836.

[2] Επί του θέματος ιδ. Α. Παπαθανασόπουλος, Η έννοια του «δάσους» στο πλαίσιο εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου – Μία νέα προσέγγιση στην πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου; περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» (ΠερΔικ) 2014 σ. 411 επ.

[3] Άρθρο 3 βδ/τος 1836: «Εντός ενός έτους από την ημέραν της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου οφείλουν οι ιδιοκτήται των υπό τα άρθρα 1 και 2 δασών να παρουσιάσωσιν εις την Ημετέραν επί των Οικονομικών Γραμματείαν, ή απ΄ ευθείας ή διά των αρμοδίων υπαλλήλων, τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των. Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και, εις την πρώτην περίπτωσιν, θέλει επισήμως δώσει την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτας, εις δε την Δευτέρα, θέλει αποπέμψει τας ελλειπούσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Εις την περίστασιν ταύτην όμως, μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας, μένει η διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται. Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας, θεωρούνται όλα τα δάση, περί των οποίων δεν παρουσιασθώσιν οι, ως άνω, απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα Εθνικά, και θέλουν διατίθεσθαι ως τοιαύτα».

[4] Ε. Κουρουσόπουλος, «Δασική ιδιοκτησία και διαχείρισις», 1978, σ. 192, Π. Σπηλιάδης, σχολ. ΣτΕ 1251/1975 περιοδικό «Εφημερίς Ελλήνων Νομικών» (ΕΕΝ) τ. 42 σ. 536.

[5] Η Εξεταστική Επιτροπή δεν πρέπει να συγχέεται με τη Μικτή Ελληνοοθωμανική Επιτροπή που συνεστήθη με το βασιλικό διάταγμα της 26.6-8.7.1836, η οποία είχε δικαστική εξουσία και έκρινε με ισχύ δεδικασμένου τις μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών ιδιοκτησιακές διαφορές και οι αποφάσεις της οποίας είχαν πλήρη ισχύ τίτλου κυριότητας: γνμδ. ΝΣΚ Ολ της 31.12.1925, Ε. Κουρουσόπουλος, ό.π., σ. 194-195.

[6] Ε. Κουρουσόπουλος, ό.π., σ. 192-197, Β. Παπαχρήστου, «Αντιδικίες Δημοσίου – ιδιωτών επί των δασών – δασικών εκτάσεων», 1995, σ. 82-84, Γνμδ. Νομ. Συμβούλου Υπουργείου Γεωργίας 9/848/1958 (ιδ. Ε. Κουρουσόπουλος, ό.π., σ. 197-199), ΝΣΚ 492/700/44/1959 (ιδ. Ε. Κουρουσόπουλος, ό.π., σ. 199-201). Ν. Ιωαννίδης, Πείρα, 1869, σ. 563. 

[7] Σύμφωνα με τις Διαταγές υπ΄ αριθ. 9573 και 9574 της 12.11.1835.

[8] Π. Σπηλιάδης, σχόλιο στην ΣτΕ 1251/1975 ΕΕΝ 42 σ. 536.

[9] Ιδ. Ι. Παπαγιάννης, «Η δασική ιδιοκτησία», εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011, σ. 142, Γ. Νάκος, «Εξελικτικές Διακυμάνσεις του Οθωμανικού Ιδιοκτησιακού Συστήματος», 1986, σ. 67. Σημειώνεται ότι κατά την εποχή του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους οι εφαρμοζόμενοι κανόνες του οθωμανικού δικαίου ήταν ιεροκρατικού χαρακτήρα, αφού οι συστηματικές διατάξεις της οθωμανικής νομοθεσίας περί των τίτλων μεταβίβασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων (νόμος περί γαιών, οδηγία περί ταπίων) θεσπίστηκαν πολύ αργότερα: ιδ. Α. Παπαθανασόπουλος, «Ιδιοκτησία γαιών στις Κυκλάδες μετά την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου», ΠερΔικ 2015 σ. 204-205.

[10] ΑΠ 86/1883.

[11] ΑΠ 691/1910 Θ. ΚΒ΄ σ. 328.

[12] Επισημαίνεται ότι η άνω ΑΠ 86/1883 δέχεται την ισχύ της υποχρέωσης προσαγωγής τίτλων τόσο για τις αυτοτελείς μεταβιβάσεις δασών όσο και για τα εντός ιδιωτικών χωρίων δάση, πλην όμως ερμηνεύοντας τη σχετική διάταξη του άρθρου 1 του βδ/τος του 1836 μόνον ως προς τα δάση που αναφέρονται ρητώς στους τίτλους ιδιοκτησίας των ιδιωτικών χωρίων, αποκλείοντας τα μη αναφερόμενα στους τίτλους δάση.

[13] ΑΠ 259/1869.

[14] ΑΠ 82/1860: με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι εφ΄ όσον ιδιώτης προσκόμισε στο Υπουργείο των Οικονομικών απόφαση της Εξεταστικής Επιτροπής, με την οποία κρίθηκε ως έγκυρο χοτζέτι αγοράς δάσους, και η οποία επικυρώθηκε από τον Υπουργό επί των Οικονομικών, η μη προσαγωγή τίτλων εντός της ενιαυσίου προθεσμίας, ώστε αυτοί να εξεταστούν από την Επιτροπή η οποία συνεστήθη στις 16 Απριλίου 1842, δεν αίρει τη νομιμότητα του τίτλου, εφ΄ όσον η διαδικασία αυτή ενώπιον της Επιτροπής αφορά στους τίτλους τους οποίους δεν επεξεργάσθηκε ο Υπουργός επί των Οικονομικών και όχι εκείνους τους οποίους θεώρησε ο Υπουργός, κρίνοντάς τους ισχυρούς. Ομοίως, ΕφΑθ 14844/1860 και 17434/1860.

[15] ΑΠ 239/1838.

[16] ΑΠ 575/1967, σε: περιοδική έκδοση Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών «Νομικό Βήμα» (ΝοΒ) τ. 16 σ. 174.

[17] ΑΠ 43/1849, ΑΠ 145/1854, ΑΠ 343/1874, ΕφΑθ 11505/1854.

[18] Ιδ. Λ. Φραγκιουδάκης, «Ιδιοκτησιακό ζήτημα δασικών εδαφών της Ελλάδας» (Συνέδριο), Αθήνα 1991, Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, σ. 70.

[19] ΑΠ 145/1860, ΕφΑθ 11505/1854: «… η εν τη ειρημένη […] αποφάνσει της επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής περιεχομένη φράσις “καθ΄ όσον αφορά τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των διά ταπίων κατεχομένων κτημάτων, ο ειρημένος [κύριος] θέλει υπόκεισθαι εις το ληφθησόμενον γενικόν μέτρον” δεν ανατρέπει το έτερον διά της πράξεως εκείνης εξαγόμενον πόρισμα, ότι το δημόσιον εδήλωσεν ότι δεν έχει αξίωσιν τινά επί του επιδίκου κτήματος, διότι η ειρημένη φράσις αφορά άλλην περίπτωσιν παρά την προκειμένην όπου υπάρχει Χοτζέτιον». ΠρΑθ 10178/1977 ΝοΒ 27 σ. 440.

[20] ΑΠ 1732/2010 ΝοΒ 59 σ. 1001. Η παραπάνω δικαστική κρίση είναι αντίθετη με τις αναλύσεις τις επιστήμης, τις γνωμοδοτήσεις του ΝΣΚ και, κυρίως, με τις παραδοχές της παλαιότερης νομολογίας του Αρείου Πάγου, η οποία ήταν χρονικά και ουσιαστικά εγγύτερη στον χρόνο εισαγωγής των εφαρμοστέων νομοθετημάτων, ενώ υιοθετεί την αναρμόδια για θέματα ιδιοκτησίας παρεμπίπτουσα κρίση της ΣτΕ 1251/1975, παρά την κριτική που διατυπώθηκε κατά της εν λόγω απόφασης: ιδ. Π. Σπηλιάδης, ό.π. Σημειώνεται ότι η παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου ελήφθη κατά πλειοψηφία, ενώ κατά τη μειοψηφήσασα άποψη το εκ του διατάγματος του 1836 «περί ιδιωτικών δασών» τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου δεν δύναται να ανατρέψει το κύρος των τίτλων ιδιοκτησίας που αναγνωρίστηκαν από το ίδιο το Δημόσιο μέσω των κυρωμένων από τον Υπουργό επί των Οικονομικών νομίμων αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής.

[21] Σύμφωνα με την ΠρΑθ 10178/1977 ΝοΒ 27 σ. 440, εφ΄ όσον από το διάταγμα του 1836 περί ιδιωτικών δασών δεν τέθηκαν ειδικοί κανόνες διαδικασίας έγκρισης των υποβληθέντων προς αναγνώριση τίτλων από την Γραμματεία επί των Οικονομικών, οι αποφάσεις της Εξεταστικής Επιτροπής οι οποίες εκδόθηκαν εντός της προθεσμίας του άρθρου 3 του διατάγματος περί ιδιωτικών δασών και κυρώθηκαν από τον Υπουργό επί των Οικονομικών αποτελούν νόμιμο τίτλο κυριότητας κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης. Παρόμοια κρίση, με επίσης αμφισβητούμενο σκεπτικό, είχε υιοθετήσει και η ΑΠ 874/2006.

[21] ΑΠ 82/1860, ΑΠ 1230/1991.

[23] ΑΠ 1477/2014.

[24] ΑΠ 573/2015 ΝοΒ 2015 σ. 2050.

[25] ΑΠ 1330/2015. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ΑΠ 573/2015 στηρίζει την παραπάνω κρίση της στην ΣτΕ 1251/1975, όπως και η ΑΠ 1732/2010.

[26] ΑΠ 43/1849, ΕφΑθ 11505/1854, ΑΠ 145/1854, ΑΠ 343/1874.

[27] ΑΠ 2191/2013 ΝοΒ 2014 σ. 1170.

[28] Σύμφωνα με τις Διαταγές υπ΄ αριθ. 9573 και 9574 της 12.11.1835.

[29] Σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου, το τεκμήριο νομιμότητας των διοικητικών πράξεων δεν εμποδίζει τον εκ μέρους των πολιτικών δικαστηρίων παρεμπίπτοντα έλεγχο ατομικής διοικητικής πράξεως, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 2 ΚΠολΔ, αλλά και λόγω του διαφορετικού σκοπού που επιδιώκει η διοικητική σε σχέση με την πολιτική δίκη. Το απρόσβλητο της ατομικής διοικητικής πράξης δεν αναιρεί την κατά το ιδιωτικό δίκαιο τυχόν παρανομία, η οποία απορρέει από μια τέτοια διοικητική πράξη. Δηλαδή, παρά το απρόσβλητο της ατομικής διοικητικής πράξεως κατά το διοικητικό δίκαιο, είναι δυνατόν να υφίσταται η παρανομία κατά το ιδιωτικό δίκαιο, όταν η ατομική διοικητική πράξη είναι αντίθετη με κανόνα ιδιωτικού δικαίου ή με ιδιωτική συμφωνία δεσμευτική για το πρόσωπο, υπέρ του οποίου εκδόθηκε η ατομική διοικητική πράξη, με αποτέλεσμα η ατομική διοικητική πράξη που δεν δύναται πλέον να εξετασθεί στη διοικητική δίκη δύναται ωστόσο να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως στην πολιτική δίκη, ώστε η μία δικαιοδοσία να μην δεσμεύει αδικαιολογήτως την άλλη (ΑΠ 950/2009 ΝοΒ 2009 σ. 2179, ΑΠ 127/2002 περιοδικό «Ελληνική Δικαιοσύνη» ΕλΔικ 2002 σ. 727). Ωστόσο, τα ανωτέρω δεν εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία η (διοικητικού δικαίου) πράξη της διοίκησης συνιστά ταυτοχρόνως και αυτοδικαίως, κατ΄ εξουσιοδότηση του νόμου, αναγνώριση του (ιδιωτικού δικαίου) δικαιώματος κυριότητας, κατά τρόπον ώστε η νομιμότητα της πράξης κατά το διοικητικό και το ιδιωτικό δίκαιο είναι εν προκειμένω κατ΄ ανάγκη ενιαία.

 ====================

Η έννοια του «δάσους» στο πλαίσιο εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του
Δημοσίου: μία νέα προσέγγιση στην πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου;
The concept of “forest” with reference to the State presumption of ownership: a
new approach in the Supreme Court jurisprudence?
Αθανάσιος Παπαθανασόπουλος
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Δ.Ν.
Ο Άρειος Πάγος με πρόσφατες αποφάσεις του φαίνεται να πραγματοποιεί στροφή στη
νομολογία του που αφορά στη στοιχειοθέτηση της έννοιας του «δάσους» στο πλαίσιο
εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου, υιοθετώντας εκ νέου την ερμηνεία
της παλαιότερης νομολογίας βάσει του πρώτου νομοθετικού ορισμού του δάσους από τον
ν. ΑΧΝ’/1888.
Το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών καθιδρύθηκε την εποχή
του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους με το έχον ισχύ νόμου βασιλικό διάταγμα της
17/29 Νοεμβρίου 1836 «περί ιδιωτικών δασών»1. Το τεκμήριο αυτό εφαρμόστηκε
διαχρονικά κατά κόρον από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και απετέλεσε
το βασικό νομικό έρεισμα για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας του
Δημοσίου επί του μεγαλύτερου μέρους των δασών της επικράτειας.
Η διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ν. 998/1979 επαναλαμβάνει
το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου2, επεκτείνοντάς το, πέραν των δασών, στις
1 ΦΕΚ 69/1.12.1836.
2 Άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 998/1979: «Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων, ή διενέξεων ή δικών μεταξύ
του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ’ου η αίτησις, και
φυσικού ή νομικού προσώπου, όπερ επικαλείται ή αξιοί οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματον ή μη, επί των
δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρ.74 του παρόντος νόμου αναφερομένων εδαφών, το ως
άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οφείλει να αποδείξη την παρ’ αυτώ ύπαρξιν του δικαιώματός του».
2
δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις3, πλην των νομίμων εξαιρέσεων που
προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της διάταξης4.
1. Περιεχόμενο και προϋποθέσεις του τεκμηρίου
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 17/29 Νοεμβρίου 1836 «περί ιδιωτικών
δασών», ως ιδιωτικά ορίζονται τα δάση τα οποία αποδεικνύεται κατά τους τουρκικούς
τύπους ότι ήταν ιδιωτικά προ του υπέρ της Ανεξαρτησίας αγώνα, καθώς και αυτά που
περιλαμβάνονται σε ιδιωτικά χωριά (τσιφλίκια)5, ακόμη και αν οι σχετικοί τίτλοι δεν
αναφέρονται στα δάση αυτά.
Σύμφωνα με το άρθρο 3, οι κατά τα ανωτέρω ιδιοκτήτες δασών όφειλαν να
καταθέσουν στη Γραμματεία επί των Οικονομικών εντός προθεσμίας ενός έτους από
τη δημοσίευση του βασιλικού διατάγματος τους τίτλους τους, ώστε αυτοί να
αναγνωρισθούν και η κατοχή των δασών να παραδοθεί επισήμως στους ιδιοκτήτες ή,
σε περίπτωση απόρριψης, να παραπεμφθεί η υπόθεση στα δικαστήρια προς δικαστική
επίλυση, μέχρι την οποία ο κάτοχος του αμφισβητούμενου δάσους διατηρεί το
δικαίωμα διακατοχής του. Μετά την παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας, τα δάση
για τα οποία δεν παρουσιάστηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας θεωρούνται ως αδιαφιλονίκητα
εθνικά6.
3 Το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου είχε διατυπωθεί και από τον ν. 422/1914 «Περί καθορισμού της
ιδιοκτησίας επί ιδιωτικών δασών» (Κώδιξ Θέμιδος 1914, σελ. 761), ώστε να τυγχάνει εφαρμογής και επί
των λεγομένων «νέων χωρών», όμως εν τέλει το νομοθέτημα αυτό δεν εφαρμόστηκε: ιδ. Σ.τ.Ε.
920/1937.
4 Η εξαίρεση αυτών των περιοχών από το τεκμήριο κυριότητας οφείλεται σε ιστορικούς λόγους και
αφορά σε περιοχές που υπό το οθωμανικό καθεστώς διατήρησαν την αυτονομία τους, καθώς και
ορισμένα προνόμια, όπως τα ιδιωτικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα, σε περιοχές των οποίων οι γαίες
ουδέποτε υποτάχθηκαν στην οθωμανική κυριαρχία και σε περιοχές στις οποίες η Πολιτεία δεν είχε
εμπράγματα δικαιώματα επί των γαιών. ιδ. Α. Γεωργιάδης, Το ιδιοκτησιακό των Μανιατών: Τα κτήματα
στη Μάνη και το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου, Περιοδικό ΜΑΝΗ, τ.40, 2006
5 Η αναφορά στα εντός τσιφλικίων δάση συνάδει με το άρθρο Γ’ της Σύμβασης των Αθηνών της
28.04.1835 μεταξύ της Ελληνικής Επιτροπής και των απεσταλμένων της Υψηλής Πύλης, η οποία
κυρώθηκε με το β.δ. της 4/16 Απριλίου 1835, σύμφωνα με το οποίο τα ευρισκόμενα εντός τσφλικίων
χειμαδιά, εαρινά δάση κλπ. παραμένουν στη χρήση των κατόχων τους, υπό την επιτήρηση του
Δημοσίου.
6 Άρθρο 3 β.δ. 1836: « Εντός ενός έτους από την ημέραν της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου οφείλουν
οι ιδιοκτήται των υπό τα άρθρα 1 και 2 δασών να παρουσιάσωσιν εις την Ημετέραν επί των Οικονομικών
Γραμματείαν, ή απ’ ευθείας ή δια των αρμοδίων υπαλλήλων, τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των. Η
3
Με τις παραπάνω διατάξεις καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις και η διαδικασία
αναγνώρισης ενός δάσους ως ιδιωτικού και εξ αντιδιαστολής προσδιορίστηκε η έννοια
του δημοσίου δασους, χάρη στο τεκμήριο κυριότητος επί των δασών υπέρ του
Δημοσίου.
Η θέσπιση του τεκμηρίου κυριότητας αποτελεί συνέχεια του οθωμανικού
γαιοκτητικού καθεστώτος, το οποίο υπέβαλλε κατ’ αρχήν το σύνολο των γαιών στην
εξουσία του Σουλτάνου7, και απηχεί τη βούληση του Ελληνικού Κράτους να υπαγάγει
το μεγαλύτερο δυνατό τμήμα του δασικού πλούτου της χώρας στην εξουσία του
Δημοσίου, με σκοπό την αξιοποίησή του ως πλουτοπαραγωγικού αγαθού, στο πλαίσιο
της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας8.
Από το περιεχόμενο των διατάξεων του βασιλικού διατάγματος του 1836
συνάγεται ότι η εφαρμογή του τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Δημοσίου περιορίζεται
στα δάση, εξαιρουμένων των πάσης φύσεως λοιπών δασικών εδαφών9, και
προϋποθέτει τα εν λόγω δάση να προϋπήρχαν του υπέρ της Ανεξαρτησίας αγώνα.
Εντούτοις, αν και η γραμματική ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων περιορίζει
την εφαρμογή του τεκμηρίου κυριότητας στα δάση που είχαν ως φυσικό προορισμό,
ήταν δηλαδή ως εκ της σύνθεσής τους ικανά, να αποδίδουν ξυλεία και άλλα δασικά
προϊόντα και τα οποία είχαν δημιουργηθεί και διατηρούσαν τη μορφή αυτή προ του
υπέρ της Ανεξαρτησίας αγώνα, εν τέλει «με διάφορες νομοθετικές ρυθμίσεις και
διοικητικές μεθοδεύσεις», αλλά και με τη συνάδουσα προς τις παραπάνω παρεμβάσεις
εξέλιξη της νομολογίας, το υπέρ του Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας κατέληξε
να εφαρμόζεται κατά τρόπο ώστε όποια έκταση περιέχει δασική βλάστηση και δεν έχει
Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και, εις την πρώτην περίπτωσιν,
θέλει επισήμως δώσει την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτας, εις δε την Δευτέρα, θέλει αποπέμψει τας
ελλειπούσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Εις την
περίστασιν ταύτην όμως,, μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας, μένει η
διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται. Παρελθούσης της ανωτέρω
προθεσμίας, θεωρούνται όλα τα δάση, περί των οποίων δεν παρουσιασθώσιν οι, ως άνω, απαιτούμενοι
τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα Εθνικά, και θέλουν διατίθεσθαι ως τοιαύτα».
7 Ε.-Α. Μαριά, Η νομική προστασία των δασών, 1998, σελ. 17.
8 Ι. Μακρής, Δασικό Δίκαιο, 2010, σελ. 2.
9 Τα δασικά εδάφη, λόγω της περιορισμένης ή πενιχρής βλάστησής τους, δεν θεωρούντο κατά τη εποχή
εκείνη από τον νομοθέτη ως πλουτοπαραγωγικώς αξιοποιήσιμα.
4
αναγνωριστεί διοικητικώς ή δικαστικώς ως ιδιωτική θεωρείται ότι ανήκει κατά μαχητό
τεκμήριο στο Δημόσιο10.
2. Η νομολογιακή εφαρμογή του τεκμηρίου
α) Η παλαιότερη νομολογία του Αρείου Πάγου
Σύμφωνα με την παλαιότερη νομολογία του Αρείου Πάγου, η οποία
εναρμονίζεται πλήρως με το γράμμα των διατάξεων του διατάγματος της 17/29
Νοεμβρίου του 1836, προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων του διατάγματος
αυτού αποτελεί η διεκδικούμενη έκταση να αποτελούσε δάσος προ του 183611, ενώ οι
εν λόγω διατάξεις δεν αναφέρονται και δεν τυγχάνουν εφαρμογής προκειμένου περί
δασών που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα εντός ιδιόκτητων κτημάτων12.
Εξ άλλου, για την εκτίμηση της ιδιότητας μίας έκτασης ως «δάσους»,
προκειμένου να ισχύσει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, ο χαρακτήρας της
έκτασης, ο οποίος πρέπει να αποδεικνύεται από το Δημόσιο που τον επικαλείται13,
εκτιμάται δυνάμει του επακολουθήσαντος νόμου ΑΧΝ’/1888, ενώ «οι μεταγενέστεροι
νόμοι […] δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν για τον καθορισμό μίας εκτάσεως ως
δάσους, προκειμένου να κριθεί αν θα ισχύσει το τεκμήριο κυριότητος του Δημοσίου» 14.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου αυτού «δάσος είναι πάσα έκτασις εδάφους εν όλω ή
εν μέρει υπ’ αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας καλυπτομένη
και προς παραγωγήν ξυλείας και άλλων προϊόντων προωρισμένη». Ως εκ τούτου, για
την εφαρμογή του τεκμηρίου κυριότητας το Δημόσιο οφείλει, κατά τα ανωτέρω, να
αποδεικνύει την ύπαρξη δάσους προ του έτους 1836, του οποίου ο προορισμός έγκειται
στην παραγωγή ξυλείας και λοιπών δασικών προϊόντων15, ενώ οι διατάξεις του
10 ιδ. Α. Γεωργιάδης, οπ.π., Εισηγ. Έκθ. ν. 3208/2003, σημ. 3, Πρακτικά της Βουλής, Ολομ., 26.02.2003,
σελ. 3084.
11 Α.Π. 198/1932, Θ. ΜΓ’, σελ. 597-598, Α.Π. 575/1967, ΝοΒ 16, σελ. 174, Α.Π. 700/1978, ΝοΒ 1978,
σελ. 270.
12 Α.Π. 198/1932, Θ. ΜΓ’, σελ. 597-598.
13 Α.Π. 700/1978, ΝοΒ 1978, σελ. 270.
14 Α.Π. 231/1984.
15 Α.Π. 60/1978, ΝοΒ 1978, σελ. 1353, ιδ. Λ. Κοτσίρης, Ιδιοκτησιακό καθεστώς δασών και βοσκοτόπων
της νήσου Σκύρου…, Αρμ. 1985, σελ. 14.
5
διατάγματος του 1836 δεν εφαρμόζονται επί εκτάσεων που καλύπτονται σποραδικώς
από ήμερα και άγρια δέντρα και δεν ανταποκρίνονται στην παραπάνω έννοια του
δάσους16.
β) η μεταγενέστερη νομολογία του Αρείου Πάγου
Η μεταγενέστερες αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεν περιορίζονται στην
εφαρμογή του ορισμού του δάσους κατά τον ΑΧΝ’/1888, αλλά υιοθετούν προοδευτικά
την αναφορά και στα νεότερα νομοθετήματα της δασικής νομοθεσίας.
Αρχικά, οι νεότερες δικαστικές αποφάσεις αναφέρονται σε μεταγενέστερα
νομοθετήματα με το σκεπτικό ότι ο κατά τον ν. ΑΧΝ’/1888 ορισμός του δάσους
περιελήφθη στον Δασικό κώδικα του 1924 και ότι «δεν απομακρύνεται» από τον
ορισμό του Δασικού κώδικα του 1969, ο οποίος επίσης εξαρτά την έννοια του δάσους
από την παραγωγικότητα δασικών προϊόντων17, εξακολουθώντας όμως σε κάθε
περίπτωση να εφαρμόζουν τον αρχικό ορισμό του ν. ΑΧΝ’/188818.
Στη συνέχεια, οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου υιοθετούν επιπροσθέτως την
αναφορά στον νεότερο δασικό νόμο 998/1989, κατά τη γραμματική ερμηνεία του
οποίου, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου, κύριο κριτήριο της
έννοιας του δάσους εξακολουθούσε να είναι η παραγωγικότητα δασικών προϊόντων19.
Όμως η παραπάνω πιστή στη γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 3
του ν. 998/1979 νομολογία του Αρείου Πάγου ερχόταν σε αντίθετη με τη σχετική
νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο υιοθέτησε μία ευρύτερη
ερμηνεία και εφαρμογή του ορισμού του δάσους επί τη βάσει της έννοιας της
«οργανικής ενότητας». Εν τέλει, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμ.
27/1999 απόφασή του, ερμήνευσε τον ορισμό του δάσους και της δασικής έκτασης του
άρθρου 3 του ν. 998/1979 σύμφωνα με το ενιαίο κριτήριο της «οργανικής ενότητας»
της δασικής βλάστησης, καθιδρύοντας έναν ακραιφνώς οικολογικό ορισμό του δάσους
16 Α.Π.691/1910, Θ. ΚΒ΄, σελ. 328.
17 Α.Π. 60/1978, ΝοΒ 26, σελ. 1353, Α.Π. 1125/1980, ΝοΒ 29, σελ. 518, Α.Π. 292/1996, Α.Π.
552/1998.
18 Α.Π. 1456/1991, Α.Π. 687/2000.
19 Α.Π. 1283/1991.
6
και της δασικής έκτασης, εκτοπίζοντας πλήρως το πλουτοπαραγωγικό εννοιολογικό
κριτήριο20.
Παρά την εξέλιξη αυτή ως προς τον εννοιολογικό προσδιορισμό του δάσους, η
νομολογία του Αρείου Πάγου, αν και υιοθέτησε, συμμορφούμενη προς την απόφαση
του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, τον νέο ακραιφνώς οικολογικό ορισμό του
δάσους και της δασικής έκτασης, εξακολούθησε να αναφέρεται στον ορισμό του
δάσους σύμφωνα με όλα τα παραπάνω νομοθετήματα ως μη αποκλίνοντος από τον
ορισμό του ν. ΑΧΝ’/1888. Με αυτό τον τρόπο, η σύγχρονη νομολογία του Αρείου
Πάγου κατέληξε να υπάγει στο τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου όλες τις
καλυπτόμενες από δασική βλάστηση εκτάσεις (δάση και δασικές εκτάσεις) που
ανταποκρίνονται στον ορισμό του ν. 998/1979, κρίνοντας ότι αυτός « βασικά δεν
διαφέρει » από τον ορισμό του δάσους του ν. ΑΧΝ’/188821.
Η κατά τα ανωτέρω εφαρμογή μεταγενέστερων του ν. ΑΧΝ’/1888
νομοθετημάτων για την αξιολόγηση της έννοιας του «δάσους» στο πλαίσιο της
εφαρμογής του βασιλικού διατάγματος του 1836 με το σκεπτικό ότι ο σύγχρονος
ορισμός του δάσους «δεν απομακρύνεται» ή «βασικά δεν διαφέρει» από τον αρχικό
νομοθετικό αντίστοιχο ορισμό του ν. ΑΧΝ’/1888, είναι κατ’ ουσία εσφαλμένη, εφ’
όσον προδήλως ο αρχικός πλουτοπαραγωγικός ορισμός του δάσους είναι εντελώς
διάφορος του σύγχρονου οικολογικού ορισμού, ο οποίος, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει
και την έννοια των δασικών εκτάσεων22.
Περαιτέρω, η παραπάνω νομολογιακή θέση είναι ασυμβίβαστη με τη διάταξη
του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η οποία ορίζει ότι «η απόκτηση κυριότητας ή άλλου
20 Σύμφωνα με το Α.Ε.Δ. «δάσος ή δασικό οικοσύστημα [είναι] οργανικό σύνολο αγρίων φυτών με
ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα,
αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-
βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Εξ άλλου δασική έκταση υπάρχει όταν στο
ανωτέρω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά».
21 Α.Π. 1906/2006, Ελ.Δικ. 48, σελ.146, Α.Π. 1794/2009, ΝοΒ 58, σελ. 733, Α.Π. 400/2011, ΝοΒ 59,
σελ. 2172.
22 Σημειώνεται ότι τα δάση στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος ανέρχονταν σε συνολική επιφάνεια
805.000 εκταρίων (μαζί με τις δασοσκεπείς εκτάσεις, 1.388.000 εκτάρια), ενώ το 1992 τα δάση και οι
δασικές εκτάσεις ανέρχονται στα 6.513.000 εκτάρια: ιδ. Ε. Σταματίου, Δασολόγιο – Θεσμικό πλαίσιο,
διοικητική παθογένεια και πρακτική στην Ελλάδα – Η διεθνής εμπειρία, Περ.Δικ. 2009, σελ. 52-53. Οι
αριθμοί αυτοί ασφαλώς δεν υποδεικνύουν στην πραγματικότητα τον πολλαπλασιασμό της δασικής
βλάστησης, αλλά τη διαφοροποίηση του σύγχρονου ορισμού του δάσους σε σχέση με τον αντίστοιχο
ορισμό που ίσχυε στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος.
7
εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά
το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους»23. Η
εφαρμογή μεταγενέστερων διατάξεων από εκείνες που απηχούσαν την αντίληψη περί
δάσους κατά την εποχή του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, κατά την οποία
αποκτήθηκαν τα επί των δασών ιδιωτικά εμπράγματα δικαιώματα, με το σκεπτικό ότι
οι νεότερες διατάξεις δεν διαφέρουν από τις κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύουσες,
αποτελεί στην πραγματικότητα ευθεία παραβίαση του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ.
γ) η πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου
Παρά την κατά τα ανωτέρω παγιωμένη νεότερη νομολογία του, ο Άρειος Πάγος
με πρόσφατες αποφάσεις του φαίνεται να επανεξετάζει το ζήτημα του προσδιορισμού
της έννοιας του δάσους στο πλαίσιο εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του β.δ. του
1836 περί ιδιωτικών δασών. Πράγματι, οι αποφάσεις αυτές υιοθετούν αποκλειστικά τα
κριτήρια του ν. ΑΧΝ’/1888, χωρίς να αναφέρονται στα εξαγόμενα από τα
μεταγενέστερα νομοθετήματα κριτήρια24.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την Α.Π. 998/2013, «…κατά την έννοια των ως άνω
διατάξεων [β.δ. 1836], θεωρείται δάσος κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά
ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία
προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό
του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου ΑΧΝ/1888 «περί
διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών», η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν.
3077/1924 «περί δασικού κώδικος» και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του
άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979». Σύμφωνα με την Α.Π. 1167/2011 «Ως δάσος
κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων [β.δ. 1836] νοείται κάθε έκταση εδάφους,
που καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και
ηλικίας, που προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με
τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. ΑΧΝ/1888 «περί
23 Η συγκεκριμένη διάταξη εφαρμόζεται ρητώς και απαρεγκλίτως από τη σύγχρονη νομολογία του
Αρείου Πάγου ως προς την έκπαλαι υπαγωγή περιοχών της τωρινής Ελληνικής Επικράτειας στον
οθωμανικό νόμο, με αποτέλεσμα την αδυναμία θεμελίωσης ιδιωτικής κυριότητας με χρησικτησία λόγω
μακρόχρονης νομής: Α.Π. 1814/2012, ΝοΒ 2013, σελ. 1217.
24 Α.Π. 998/2013, ΝοΒ 2013, σελ. 2511, Α.Π. 1196/2012, ΝοΒ 2013, σελ. 446, Α.Π. 1167/2011, ΝοΒ
2012, σελ. 349.
8
διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών» και περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924
«περί δασικού Κωδικός» και βασικά δεν υφίσταται του ορισμού του δάσους στο άρθρο 1
παρ. 1 του Δασικού Κώδικα (Ν.Δ. 86/1969) και στο άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 998/1979
«περί προστασίας των δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας» (βλ. ΑΠ
60/1978 ΝοΒ 26.1353)». Τέλος, σύμφωνα με την Α.Π. 1196/2012 «Ως δάσος δε, κατά
την έννοια των άνω διατάξεων [β.δ. 1836], νοείται η έκταση εδάφους, η οποία
καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη βλάστηση, ήτοι από φυτά οποιωνδήποτε
διαστάσεων και ηλικίας, προορισμένη προς παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων
(άρθρο 1 ν. ΑΧΝ/1888)».
Με το παραπάνω περιεχόμενο, οι πρόσφατες αποφάσεις του Αρείου Πάγου,
αναφερόμενες ή μη σε νεότερα νομοθετήματα, δέχονται ως αποκλειστικό κριτήριο για
τον προσδιορισμό τη έννοιας του δάσους εν όψει της εφαρμογής του β.δ. περί
ιδιωτικών δασών τον προορισμό της υπό κρίση έκτασης για παραγωγή δασικών
προϊόντων. Ειδικότερα, η Α.Π. 1167/2011 κρίνει ότι τα υπό εξέταση τμήματα εδάφους
δεν αποτελούσαν δάσος το έτος 1836 «αφού δεν ήταν δυνατή η δασική εκμετάλλευσή
τους προς παραγωγή ξυλείας, ούτε εξ άλλου ήταν προορισμένα για τέτοια παραγωγή»,
ενώ, σύμφωνα με την Α.Π. 1196/2012, το ενάγον Δημόσιο οφείλει να αναφέρει τα
περιστατικά που θεμελιώνουν την ύπαρξη του επικαλούμενου δασικού χαρακτήρα της
έκτασης υπό την παραπάνω έννοια.
Εάν οι πρόσφατες αυτές αποφάσεις συνιστούν πραγματική στροφή στη
σύγχρονη νομολογία του Αρείου Πάγου, η εξέλιξη αυτή είναι ασφαλώς θετική, αφ’
ενός διότι επαναφέρει τη συνοχή της παλαιότερης – αλλά σύγχρονης με τη θέσπιση
των επίμαχων νομοθετημάτων – και της σημερινής νομολογίας του Αρείου Πάγου και
αφ’ ετέρου διότι συνάδει με τη γραμματική και ουσιαστική ερμηνεία των
νομοθετημάτων αυτών, αλλά και με την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 51
του ΕισΝΑΚ.
Εντούτοις, τίθεται το ερώτημα εάν οι αποφάσεις αυτές, συμβαδίζουν ή,
αντιθέτως, δύνανται να κλονίσουν την εξ ετέρου υφιστάμενη νομολογία σύμφωνα με
την οποία, όσον αφορά την εφαρμογή του τεκμηρίου κυριότητας, εφ’ όσον δεν είναι
πρακτικά δυνατόν να εξακριβωθεί ποιες εκτάσεις είχαν μορφή δάσους το έτος 1836, ως
χρονικό σημείο αναφοράς για την εξέταση της μορφής της εκάστοτε υπό κρίση
έκτασης ορίζεται το έτος 1945, χρόνος κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η πρώτη
9
καθολική αεροφωτογράφηση της χώρας25, νομολογιακή θέση με την οποία
παραβιάζεται ευθέως το γράμμα και το πνεύμα του β.δ. του 1836, το οποίο
αναμφισβήτητα εφαρμόζεται κατ’ αποκλειστικό τρόπο στις εκτάσεις που διακριβωμένα
αποτελούσαν δάσος πριν την έναρξη του υπέρ της Ανεξαρτησίας αγώνα.
25 Σ.τ.Ε. 4456/2010, Νόμος και Φύση 2011/ΙΙ, Σ.τ.Ε. 2405/2009 , Α.Π. 400/2011, ΝοΒ 59, σελ. 2172.

=======================================================

Ν Ο Μ Ο Σ   998/1979

«Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας»

Φ.Ε.Κ.289/29-12-1979/Τ.Α’.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής, απεφασίσαμεν:

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

Γενικαί Διατάξεις

Α ρ θ ρ ο ν   1

Σκοπός

      Σκοπός του παρόντος νόμου είναι ο καθορισμός των συγκεκριμένων μέτρων προστασίας δια την διατήρησιν, ανάπτυξιν και βελτίωσιν των δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας εντός του πλαισίου και προς τον σκοπόν της διατηρήσεως και βελτιώσεως του όλου φυσικού περιβάλλοντος και εν συναρτήσει προς το ιδιαίτερον νομικόν καθεστώς το διέπον την ιδιοκτησία και την εκμετάλλευσιν τούτων, ως και ο προσδιορισμός κατά περίπτωσιν ή κατηγορίας περιπτώσεων, των όρων και προϋποθέσεων υπό τας οποίας τα δάση και οι δασικαί εν γένει εκτάσεις ή τμήματα αυτών δύνανται να μεταβάλλουν την κατά προορισμόν χρήσιν των ή να εξυπηρετούν και άλλας χρήσεις, διά λόγους επιβαλλομένους εκ δημοσίου συμφέροντος.

Α ρ θ ρ ο ν   2

Γενικαί υποχρεώσεις

  1. Τα δάση και αι δασικαί εν γένει εκτάσεις συνιστούν εθνικό κεφάλαιον, η δε προστασία των αποτελεί υποχρέωσιν, τόσον των κρατικών οργάνων εν τη ασκήσει των αρμοδιοτήτων των, όσον και των πολιτών.

  2. Ουδενός ιδιωτικού δικαιώματος ή άσκησις δύναται να ενεργείται κατά παραβίασιν της ως άνω υποχρεώσεως, πλην αν άλλως κατ’ εξαίρεσιν ορίζει ο νόμος και εντός των ορίων της εξαιρέσεως ταύτης.

Α ρ θ ρ ο ν   3

Εκτάσεις εφαρμογής

  1. Ως δάσος νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανική ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλει εις τη διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος.

  2. Ως δασική έκταση νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενης υπό αραιής ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερες των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών.

‘’Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπαρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά.’’

Η ως άνω εντός εισαγωγικών. παράγραφος προστέθηκε στο άρθρο 24 του Συντάγματος από το Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων ‘’Ψήφιση, δημοσίευση και θέση σε ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος’’ –Φ.Ε.Κ. 84/17-4-2001/Τ.Α.

  1. Εις τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις, αντιστοίχως περιλαμβάνονται και αι εντός αυτών οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές η μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς ακάλυπτοι χώροι, καθώς και αι υπεράνω δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και αι άβατοι κλιτύες αυτών. Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις δεν μεταβάλλουν τον, κατά τας ανωτέρω διατάξεις, χαρακτήρα αυτών και όταν ακόμη εντός αυτών υφίστανται μεμονωμένα ή εγκατεσπαρμένα καρποφόρα δένδρα ή συστάδες τοιούτων δένδρων.

  2. Εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και αι εντός των πόλεων και των οικιστικών περιοχών ευρισκόμεναι εκτάσεις, οι οποίες καλύπτονται υπό δασικής βλαστήσεως φυσικώς ή τεχνικώς δημιουργούμενης (πάρκα και άλση), ως και αι οπουδήποτε δημιουργούμεναι δενδροστοιχίαι ή δασικαί φυτείαι.

  3. Εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και αι εκτάσεις εκείναι αι οποίαι κηρύσσονται ή έχουν ήδη κηρυχθεί διά πράξεως της αρμοδίας διοικητικής αρχής ως δασωτέαι ή αναδασωτέαι.

  4. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου:

     α) Αι γεωργικώς καλλιεργούμεναι εκτάσεις.

     β) Αι χορτολιβαδικαί εκτάσεις, αι ευρισκόμεναι επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων, εφόσον δεν εμπίπτουν εις τας περιπτώσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθεί ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος ή εξ άλλου λόγου δασωτέαι κατά τα εις το άρθρον 38 του παρόντος νόμου οριζόμενα.

     γ) Αι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις, αι ευρισκόμεναι επί των ως άνω πεδινών ή ανωμάλων ή λοφωδών εδαφών.

     δ) Αι αλυκαί.

     ε) Αι περιοχαί διά τας οποίας υφίστανται εγκεκριμένα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923 ή πρόκειται περί οικοδομησίμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών του Ν.947/1979 και

     στ) Οι αρμοδίως χαρακτηρισθέντες ως αρχαιολογικοί χώροι και καθ’ ον χρόνον διαρκεί ο χαρακτηρισμός ως τοιούτων.

Α ρ θ ρ ο ν   4

Κατηγορίαι δασών και δασικών εκτάσεων

  1. Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις διά την αποτελεσματικήν και διαρκή προστασίαν των, διακρίνονται αναλόγως προς την ωφελιμότητα και τας λειτουργίας τας οποίας εξυπηρετούν ως ακολούθως:

     α) Δάση και δασικαί εκτάσεις αι οποίαι παρουσιάζουν ιδιαίτερον επιστημονικό, αισθητικό, οικολογικό, ή γεωμορφολογικό ενδιαφέρον (εθνικοί δρυμοί, αισθητικά δάση, υγροβιότοποι, διατηρητέα μνημεία της φύσεως).     β) Δάση και δασικαί εκτάσεις, αι οποίαι ασκούν ιδιαιτέραν προστατευτική επίδρασιν επί των εδαφών και των υπογείων υδάτων, ως αι κείμεναι εντός λεκανών απορροής χειμάρρων, αι υπερκείμεναι πόλεων, χωρίων ή οικισμών, αι ασκούσαι προστασίαν επί παρακειμένων φυσικών ή πολιτιστικών μνημείων ή σημαντικών τεχνικών έργων (προστατευτικά δάση και δασικαί εκτάσεις).     γ) Δάση και δασικαί εκτάσεις, αι οποίαι παρουσιάζουν ιδιαιτέραν σημασία από απόψεως παραγωγής δασικών προϊόντων ή άλλων αγαθών πρωτογενούς παραγωγής (εκμεταλλεύσιμα ή παραγωγικά δάση και δασικαί εκτάσεις).    & δ) Δάση και δασικαί εκτάσεις προσφερόμεναι δι’ αναψυχή του πληθυσμού ή αποτελούσαι παράγοντα συνθηκών διαβιώσεως αυτού εν τη περιοχή ή της τουριστικής αναπτύξεως ταύτης (δάση και δασικαί εκτάσεις αναψυχής).    ; ε) Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, αι μη εμπίπτουσαι εις οιανδήποτε των κατηγοριών α’ ως και δ’.

  1. Από της απόψεως της θέσεως των δασών και δασικών εκτάσεων εν σχέσει προς τους χώρους ανθρώπινης εγκαταστάσεως και δραστηριότητος διακρίνονται:

     α) Πάρκα και άλση εντός των πόλεων ή των οικιστικών περιοχών.     β) Δάση και δασικαί εκτάσεις κείμεναι επί ζώνης πλάτους 1.000 μέτρων από της θαλάσσης, δι’ όλας τας παρακτίους περιοχάς της χώρας (παραλιακά δάση), 500 μέτρων γύρωθεν της όχθης των λιμνών (παραλίμνια δάση) και 200 μέτρων εκατέρωθεν της όχθης των ποταμών.      γ) Δάση και δασικαί εκτάσεις κείμεναι εντός ζώνης πλάτους 1.000 μέτρων εκατέρωθεν των εθνικών οδών και 200 μέτρων εκατέρωθεν επαρχιακών οδών.     δ) Δάση και δασικαί εκτάσεις κείμεναι εντός ή πέριξ τουριστικών περιοχών ή λουτροπόλεων και εις ακτίνα 3.000 μέτρων από του κέντρου τούτων.     ε) Δάση και δασικαί εκτάσεις κείμεναι πέριξ αρχαιολογικών και ιστορικών χώρων ή μνημείων ή παραδοσιακών οικισμών και εις ακτίνα 3.000 μέτρων από του κέντρου τούτων.    & στ) Δάση και δασικαί εκτάσεις κείμεναι εντός βιομηχανικών ζωνών ή εις τας παρυφάς βιομηχανικών περιοχών και εντός ζώνης 1.000 μέτρων από της περιφερείας τούτων.

     ζ) Δάση και δασικαί εν γένει εκτάσεις κείμεναι εντός της περιφερείας του Νομού Αττικής.

  1. Διά προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας είναι δυνατόν όπως:

     α) προσαυξάνονται αι εν τη παραγράφω 2 αποστάσεις μέχρι και του ημίσεως των αυτόθι προβλεπομένων ορίων εις ωρισμένας περιοχάς της Χώρας,

     β) προστίθενται και έτεροι νομοί εις την κατηγορίαν ζ’ της παραγράφου 2.

Α ρ θ ρ ο ν   5

Καθορισμός αρμοδιοτήτων

  1. Η προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων, ως και η λήψις των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων ειδικοτέρων μέτρων, ανήκει εις την αρμοδιότητα της δασικής υπηρεσίας, ενεργούσης κατά τας οικείας περί τούτων διατάξεις ή τας ειδικάς διατάξεις του παρόντος νόμου.

  2. Η μέριμνα διά την ανάπτυξιν, βελτίωσιν, αναδάσωσιν και προστασίαν των πάρκων, αλσών και των εντός των πόλεων ή οικιστικών περιοχών δενδροστοιχιών ανήκει εις τους οικείους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή τους επί τη βάσει σχετικής πολεοδομικής μελέτης αναλαβόντας την δημιουργία αυτών οικιστικούς φορείς ή εις ίδια νομικά πρόσωπα επί τη βάσει ειδικών διατάξεων. Ωσαύτως η ως άνω μέριμνα διά δάση ή δασικές εκτάσεις ή πάρκα, άλση και δενδροστοιχίας ευρισκόμενες εντός αρχαιολογικών χώρων ανήκει εις τας αρμοδίας υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού.

     Αι ως άνω υπηρεσίαι και οργανισμοί δύνανται πάντως να ζητούν την συνδρομή της Δασικής Υπηρεσίας, εφόσον συντρέχει περίπτωσις. Αι δασικαί υπηρεσίαι συνεργάζονται μετά των λοιπών δημοσίων υπηρεσιών και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εφόσον πρόκειται περί λήψεως μέτρων προστασίας, η πραγματοποίησις των οποίων περιλαμβάνεται και εις την αρμοδιότητα των υπηρεσιών ή των νομικών τούτων προσώπων.

  1. Η άσκησις αρμοδιοτήτων άλλων δημοσίων υπηρεσιών ή υπηρεσιών ή υπηρεσιών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των δραστηριοτήτων δημοσίων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων δεν δύναται να ενεργήται κατά τρόπον θίγοντα τα, τα υπό την διαχείρισιν ή επίβλεψιν του Υπουργείου Γεωργίας, ευρισκόμενα δάση και τας δασικάς εκτάσεις πέραν των, διά των διατάξεων του παρόντος νόμου ή των αποφάσεων της δασικής υπηρεσίας ή του Υπουργού Γεωργίας, τιθεμένων ορίων.

Α ρ θ ρ ο ν   6

Υπολογισμός αξίας δασών και δασικών εκτάσεων

  1. Εις ας περιπτώσεις είναι απαραίτητον όπως προσδιορισθή η αξία δάσους ή δασικής εκτάσεως δι’ οιανδήποτε αιτίαν, ο προσδιορισμός ούτος ενεργείται επί τη βάσει της θέσεως, της μορφής και της συστάσεως, ως και της τυχόν εις δασικά προϊόντα αποδόσεως του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, της ιδιοσυστασίας του εδάφους και των λοιπών φυσικών χαρακτηριστικών αυτού, λαμβανομένης υπ’ όψιν της κατά νόμον αδυναμίας χρησιμοποιήσεώς του προς οικιστικούς σκοπούς ή άλλην εκμετάλλευσιν ξένην προς τον προορισμόν αυτού.

     Διά τον εν λόγω προσδιορισμόν δεν δύναται να ληφθούν υπ’ όψιν συγκριτικά στοιχεία αναφερόμενα εις γειτονικάς οικοπεδικάς εκτάσεις ή έτερα στοιχεία εμφανίζοντα το δάσος ή την δασικήν έκτασιν, ως έχοντα οικοπεδικήν αξίαν.

  1. Εφ’ όσον, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, τμήματα δάσους ή δασικής εκτάσεως ήθελαν διατεθή προς οικοδομικήν ή άλλην πλην της δασοπονικής φύσεως εκμετάλλευσιν και παρίσταται ανάγκη προσδιορισμού της αξίας αυτών, ταύτα εκτιμώνται ως έχοντα οικοπεδικήν αξίαν, βάσει της θέσεως εις ην ευρίσκονται και των λοιπών προσδιοριστικών της αξίας αυτών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και τα κατά το τελευταίον εδάφιον της προηγουμένης παραγράφου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Συμβούλια και Επιτροπαί

Α ρ θ ρ ο ν   7

Συμβούλιον Δασικής Πολιτικής

*** Το Συμβούλιο Δασικής Πολιτικής και οι σχετικές με αυτό διατάξεις συστάσεως, συνθέσεως, συγκροτήσεως και λειτουργίας του καταργήθηκαν με τη & 8 του άρθρου 6 της 272961/26-4-82 κοινής απόφασης των Υπ. Προεδρίας και Γεωργίας.

  1. Συνιστάται παρά των Υπουργείο Γεωργίας Συμβούλιο Δασικής Πολιτικής ως συμβουλευτικό και γνωμοδοτικό όργανον επί θεμάτων προστασίας και αναπτύξεως των δασών και δασικών εκτάσεων και ασκήσεως της Δασικής Πολιτικής του Κράτους.

  2. Ειδικώτερον το Συμβούλιο Δασικής Πολιτικής γνωμοδοτεί:

     Επί πάσης φύσεως σχεδίων νόμων και διαταγμάτων, τα οποία έχουν ως αντικείμενον την προστασίαν, την εκμετάλλευσιν ή την ανάπτυξιν των δασών και των δασικών εκτάσεων και την εφαρμογήν της δασικής πολιτικής της Κυβερνήσεως.

     β) Επί της κηρύξεως περιοχής τινός ως αισθητικού δάσους ή εθνικού δρυμού ή μνημείου της φύσεως και περί των ληπτέων δι’ αυτά μέτρων.

     γ) Επί της εγκρίσεως πολυετών εθνικών ή περιφερειακών προγραμμάτων δασικής αναπτύξεως.

     δ) Διά την λήψιν μέτρων προστασίας του θηραματικού πλούτου και της αγρίας πανίδας ή την λήψιν μέτρων κατά των επιβλαβών θηραμάτων.

     ε) Επί παντός ετέρου θέματος το οποίον ρητώς παραπέμπεται εις αυτό κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, ή ήθελε παραπεμφθεί εις αυτό κατά την κρίσιν του Υπουργού Γεωργίας. Ωσαύτως το Συμβούλιο τούτο μελετά την κατάστασιν των δασών και δασικών εκτάσεων και εισηγείται την λήψιν των ενδεικνυομένων μέτρων επί των κατά την παράγραφον 1 θεμάτων.

  1. Το Συμβούλιον Δασικής Πολιτικής αποτελείται από:

     α) Τον Γενικόν Γραμματέα του Υπουργείου Γεωργίας ως Πρόεδρο.

     β) Τον Νομικόν Σύμβουλον του Υπουργείου Γεωργίας.

     γ) Τον Γενικόν Δ/ντήν Δασών.

     δ) Τον Γενικόν Δ/ντήν Γεωργικής Αναπτύξεως.

     ε) Τον αρχαιότερον των εν Αθήναις γενικών επιθεωρητών δασών.

     στ) Τον Προϊστάμενον της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος του Υπουργείου Συντονισμού.

     ζ) Ένα καθηγητήν του τμήματος Δασολογίας της Γεωπονικής και Δασολογικής Σχολής του Παν/μίου Θεσ/νίκης.

     η) Ένα καθηγητήν της ζωολογίας, μιάς των ανωτάτων σχολών.

     θ) Ένα εκπρόσωπον του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος

     ι) Ένα ιδιώτην δασοκτήμονα ή εκπρόσωπον δασοκτήμονος Δήμου ή Κοινότητος.

     ια) Ένα ιδιώτην βιομήχανο ξύλου.

     ιβ) Ένα εκπρόσωπο της Πανελληνίου Συνομοσπονδίας Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών (ΠΑΣΕΓΕΣ).

     ιγ) Ένα εκπρόσωπο των σωματείων φίλων των δασών και του περιβάλλοντος.

     Εις το Συμβούλιον τούτο μετέχει ως εισηγητής μετά ψήφου και ο οικείος προς το εκάστοτε συζητούμενο θέμα Δ/ντής της Γενικής Δ/νσεως Δασών. Οσάκις το Συμβούλιον συζητεί θέμα υπαγόμενο εις τον κύκλον των αρμοδιοτήτων και άλλου ή άλλων Υπουργείων, εις την συζήτησιν καλείται, μερίμνη του Προέδρου, υποχρεωτικώς και μετέχει μετά ψήφου εκπρόσωπος εκάστου τούτων. Ομοίως, όταν ενώπιον του Συμβουλίου συζητείται θέμα θηραματικής πολιτικής καλείται και μετέχει μετά ψήφου ο Πρόεδρος της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος. Ως Γραμματεύς του Συμβουλίου ορίζεται υπάλληλος επί βαθμώ 5ω ή 4ω της Γενικής Δ/νσεως Δασών.

  1. Το Συμβούλιον Δασικής Πολιτικής συγκροτείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας. Οι καθηγηταί των ανωτάτων σχολών ορίζονται, μετά των αναπληρωτών των, κατόπιν αποφάσεως του οικείου συλλόγου των καθηγητών. Οι εκπρόσωποι του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου και της ΠΑΣΕΓΕΣ μετά των αναπληρωτών των, ορίζονται κατόπιν προτάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτών. Οι ιδιώται, εν οις και ο της περιπτώσεως ιγ’, ως τακτικά και αναπληρωματικά μέλη, επιλέγονται ελευθέρως υπό του Υπουργού Γεωργίας. Η θητεία των διοριζομένων μελών είναι διετής, δύναται δε να ανανεούνται ελευθέρως.

  2. Τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον, αναπληροί ο νομικός σύμβουλος του Υπουργείου Γεωργίας. Τον τελευταίον, ως μέλος του Συμβουλίου, ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο αρχαιότερος των παρά τω Υπουργείο Γεωργίας υπηρετούντων παρέδρων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τον Γενικόν Δ/ντήν Δασών και τον Γενικόν Δ/ντήν Γεωργικής Αναπτύξεως, οι οικείοι αναπληρωταί γενικοί δ/νταί, τον αρχαιότερον των εν Αθήναις γενικών επιθεωρητών δασών ή αμέσως νεώτερόν του, τον προϊστάμενον της υπηρεσίας προστασίας περιβάλλοντος του Υπουργείου Συντονισμού ο νόμιμος αναπληρωτής του. Το συμβούλιον συνεδριάζει εγγύρως παρόντων επτά τουλάχιστον εκ των μελών του.

  3. Διά προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Γεωργίας καθορίζεται ειδικότερον η οργάνωσις και ο τρόπος λειτουργίας του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής.

Α ρ θ ρ ο ν   8

Συμβούλια Ιδιοκτησίας Δασών

(Σύμφωνα με τη &12 άρθρου 28 του Ν. 2664/1998-ΦΕΚ 275 Α’- οι διατάξεις του παρόντος άρθρου παραμένουν σε ισχύ μέχρι τη κύρωση των δασικών χαρτών)

  1. Διά την διοικητικήν αναγνώρισιν εκ μέρους του Δημοσίου της κυριότητος ή άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου επί δασών ή δασικών εκτάσεων, συνιστώνται τέσσαρα Συμβούλια Ιδιοκτησίας Δασών, έχοντα αντιστοίχως ως έδραν τας Αθήνας, τον , την Θεσσαλονίκην και τας Πάτρας.

     Η τοπική αρμοδιότης εκάστου των ανωτέρω συμβουλίων εκτείνεται:

     

     α) του πρώτου, εις τας περιφερείας των Εφετείων Αθηνών, Λαρίσης και Ναυπλίου,

     β) του δευτέρου, εις τας περιφερείας των Εφετείων Πειραιώς, Κυκλάδων, Κρήτης και Δωδεκανήσου,

     γ) του τρίτου, εις τας περιφερείας των Εφετείων Θεσσαλονίκης και Θράκης και

     δ) του τετάρτου, εις τας περιφερείας των Εφετείων Πατρών, Ιωαννίνων και Κερκύρας.

  1. ΄Έκαστο Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών αποτελείται από:      α) Τον Προϊστάμενον του Εφετείου της έδρας του συμβουλίου πρόεδρον εφετών, αναπληρούμενον υπό του νομίμου αναπληρωτού του, ως προέδρου. Ως πρόεδρος του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών Αθηνών ορίζεται εις εκ των προέδρων εφετών των υπηρετούντων εις το Εφετείον Αθηνών, αναπληρούμενος υπό ετέρου προέδρου εφετών, β) Δύο εφέτας, γ) ένα πάρεδρον του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δ) Τον Επιθεωρητήν δασών της έδρας του Συμβουλίου, αναπληρούμενον υπό του νομίμου αναπληρωτού του. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών Αθηνών, ως και τα υπό στοιχείον β’ μέλη πάντων των ως άνω συμβουλίων ορίζονται, μετά των αναπληρωτών των, διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Γεωργίας επί διετή θητεία, δυναμένη να ανανεούται. Το υπό στοιχείον γ’ μέλος ορίζεται, μετά του αναπληρωτού του, διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, επί ομοία θητεία. Τα αναπληρωματικά μέλη αναπληρούν τα τακτικά εις περίπτωσιν ελλείψεως, απουσίας ή κωλύματος. Τα Συμβούλια Ιδιοκτησίας Δασών συνεδριάζουν παρόντων πάντων των μελών των.

         *** Με τη & 10 του άρθρου 1 της 272961/26-4-82 κοινής απόφασης των Υπ. Προεδρίας και Γεωργίας διατηρήθηκε το ανωτέρω Συμβούλιο με νέα σύνθεση και με τη & 9 του άρθρου 1, και τη & 7 του άρθρου 1 των 347624/22-10-82 και 393155/22-9-92 κοινών αποφάσεων αντίστοιχα των Υπ. Προεδρίας και Γεωργίας τροποποιήθηκε η σύνθεση).

Στη σύνθεση των πιο πάνω Συμβουλίων σύμφωνα με τις ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις μετέχει αντί του Επιθ/τού Δασών ένας δασολόγος της Επιθεωρήσεως δασών της Έδρας του Συμβουλίου, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του με την απόφαση συγκροτήσεως και αντί του εκπροσώπου της Πανελλήνιας Ένωσης Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΕΔΔΥ), στην σύνθεση των Συμβουλίων να μετέχουν από ένας Δασολόγος εκ των Δασαρχείων της περιοχής της Επιθ/σης Δασών».

  1. Τα Συμβούλια Ιδιοκτησίας δασών επιλαμβάνονται της αναγνωρίσεως της κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος τη αιτήσει του ενδιαφερομένου ιδιώτου ή νομικού προσώπου, κρίνουν δε επί τη βάσει των υπό τούτων προσκομιζομένων, ως και των παρά τη δασική υπηρεσία τηρουμένων στοιχείων, δυνάμενα να ζητήσουν και την παρά άλλων δημοσίων υπηρεσιών αποστολήν παντός χρησίμου εγγράφου ή άλλου στοιχείου ή να διατάξουν την διενέργειαν ειδικής ερεύνης ή πραγματογνωμοσύνης προς μόρφωσιν ασφαλούς κρίσεως περί των προβαλλομένων ιδιωτικών δικαιωμάτων. Πλείονες αιτήσεις αφορώσαι το αυτό δάσος ή δασικήν έκτασιν ή συνεχόμενα τμήματα εξετάζονται από κοινού. Τα ως άνω Συμβούλια, μετ’ ανάγνωσιν της εισηγήσεως του ορισθέντος εισηγητού, γνωμοδοτούν ητιολογημένως εφ’ εκάστης υποθέσεως. Η κρίσις των Συμβουλίων σχηματίζεται διά ελευθέρας εκτιμήσεως των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων. Η απορριπτική της αιτήσεως του ιδιώτου ή νομικού προσώπου γνωμοδότησις είναι δεσμευτική διά τον Υπουργόν, μη δυνάμενον να προβή δι’ αποφάσεώς του εις αναγνώρισιν δικαιώματος τινός του ασκήσαντος την αίτησιν.

         Εφ’ όσον το Συμβούλιον ήθελεν αποφανθή υπέρ της αναγνωρίσεως ιδιωτικών δικαιωμάτων επί δάσους ή δασικής εκτάσεως, ο Υπουργός δύναται είτε να αποδεχθή την γνωμοδότησιν είτε να απορρίψη την αίτησιν του ενδιαφερομένου δι’ ειδικώς ητιολογημένης αποφάσεώς του είτε να προσφύγη εις το Αναθεωρητικόν Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών κατά τα κατωτέρω οριζόμενα.

  2. Συνιστάται εν Αθήναις Αναθεωρητικόν Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών, αποτελούμενον από: α) ένα Αντιπρόεδρον του Αρείου Πάγου, β) Ένα Σύμβουλον της Επικρατείας, γ) ένα Αρεοπαγίτην, δ) ένα Νομικόν Σύμβουλον του Κράτους, και ε) τον Γενικόν Δ/ντήν Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, αναπληρούμενον υπό του νομίμου αναπληρωτού του.      Τα εκ δικαστικών λειτουργών μέλη και ο Νομικός Σύμβουλος του Κράτους, μετά των αναπληρωτών του, ορίζονται ως εν παραγράφω 2 του παρόντος άρθρου προβλέπεται. Ως αναπληρωτής του προέδρου του Συμβουλίου ορίζεται έτερος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου. Το Αναθεωρητικόν Συμβούλιον συνεδριάζει παρόντων πάντων των μελών του, επιλαμβάνεται δε των υποθέσεων εφ’ ων εξεδόθη γνωμοδότησις ενός εκ των Συμβουλίων Ιδιοκτησίας Δασών είτε κατόπιν προσφυγής του ενδιαφερομένου ιδιώτου ή νομικού προσώπου εντός προθεσμίας έξ (6) μηνών από της κοινοποιήσεως αυτώ της απορριπτικής αποφάσεως εφ’ όσον ο Υπουργός δεν απεδέχθη την θετικήν γνωμοδότησιν του συμβουλίου ή εφ’ όσον η αρνητική γνωμοδότησις του εν λόγω συμβουλίου ελήφθη διά ψήφων τριών κατά δύο, είτε κατόπιν παραπομπής υπό του Υπουργού Γεωργίας εις περίπτωσιν εκδόσεως θετικής γνωμοδοτήσεως του πρωτοβαθμίου συμβουλίου. Αι αρνητικαί γνωμοδοτήσεις του Αναθεωρητικού Συμβουλίου ως και αι παμψηφεί λαμβανόμεναι θετικαί γνωμοδοτήσεις αυτού, είναι δεσμευτικαί διά τον Υπουργόν, υποχρεούμενον εις έκδοσιν αποφάσεως του αυτού περιεχομένου. Τας λοιπάς θετικάς γνωμοδοτήσεις του ως άνω Συμβουλίου δύναται ο Υπουργός να μη αποδεχθή δι’ ητιολογημένης αποφάσεώς του.

     *** Με τη & 9 του άρθρου 1 της 272961/26-4-82 κοινής απόφασης των Υπ. Προεδρίας και Γεωργίας διατηρήθηκε το κατωτέρω Συμβούλιο με νέα σύνθεση και με τη & 8 του άρθρου 1, τη & 7 και τη & 6 του άρθρου 1 των 347624/22-10-82, 295954/2-1-90 και 393155/22-9-92 κοινών αποφάσεων αντίστοιχα των Υπ. Προεδρίας και Γεωργίας τροποποιήθηκε η σύνθεση).

Η Τελική σύνθεση του Αναθεωρητικού Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών μετά τις ως άνω υπουργικές αποφάσεις έχει ως εξής:<

     α) Ένας Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

     β) Δύο Αρεοπαγίτες

     γ) Ο Σύμβουλος Διοικήσεως της Νομικής Δ/νσης του Υπουργείου Γεωργίας με αναπληρωτή τον αρχαιότερο πάρεδρο Διοικήσεως από τους υπηρετούντες στο ίδιο Υπουργείο.

     δ) Ένας υπάλληλος της Δ/νσης Προστασίας Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του με την απόφαση συγκρότησης του Συμβουλίου.

     ε) Ένας Δασολόγος από τη Κεντρική Υπηρεσία

     Τα με στοιχεία (α) και (β) μέλη με τους αναπληρωτές τους, προτείνονται από τα αρμόδια όργανα.

  1. Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται εις πάσαν περίπτωσιν να παραπέμψη αυτεπαγγέλτως την έρευναν και κρίσιν περί της υπάρξεως ή μη ιδιωτικών δικαιωμάτων επί δάσους ή δασικής εκτάσεως εις το οικείον Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών. Αμα τη ανωτέρω παραπομπή προσκαλούνται οι διεκδικούντες ή προβάλλοντες δικαίωμα κυριότητος επί του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, περί ης πρόκειται, όπως εντός προθεσμίας εξ μηνών από της επί αποδείξει προσκλήσεώς των υποβάλλουν τα αποδεικτικά του ζητουμένου υπ’ αυτών, δικαιώματος στοιχεία. Παρερχομένης απράκτου της ταχθείσης ανωτέρω προθεσμίας το Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών γνωμοδοτεί βάσει των υπαρχόντων εις την υπηρεσίαν στοιχείων και ο Υπουργός αποφαίνεται βάσει της γνωμοδοτήσεως ταύτης.

  2. Διά την υπό ιδιώτου ή νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου συζήτησιν ασκηθείσης αιτήσεως προς αναγνώρισιν δικαιωμάτων επί δάσους ή δασικής εκτάσεως υπό Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών καταβάλλεται ειδικόν τέλος υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών κλιμακούμενον ως ακολούθως: α) εκ δραχμών δύο χιλιάδων (2.000) διά δάση ή δασικάς εκτάσεις μέχρις είκοσι στρεμμάτων, β) εκ δραχμών πέντε χιλιάδων (5.000) διά δάση ή δασικάς εκτάσεις μέχρι πεντήκοντα στρεμμάτων, γ) εκ δραχμών δέκα χιλιάδων (10.000) διά δάση ή δασικάς εκτάσεις μέχρις εκατόν στρεμμάτων, δ) εκ δραχμών είκοσιν χιλιάδων (20.000) διά δάση ή δασικάς εκτάσεις μέχρι τριακοσίων στρεμμάτων, ε) εκ δραχμών πεντήκοντα χιλιάδων (50.000) διά δάση ή δασικάς εκτάσεις μέχρι χιλίων στρεμμάτων, στ) εκ δραχμών εκατόν χιλιάδων (100.000) διά δάση ή δασικάς εκτάσεις εμβαδού μεγαλυτέρου των χιλίων στρεμμάτων.      Εν περιπτώσει μη καταβολής του ως άνω τέλους μέχρι της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον των κατά την παράγραφον 1 συμβουλίων, η αίτησις απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Αιτήσεις αναγνωρίσεως υποβαλλόμεναι υπό Δήμων και Κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου δεν υπόκεινται εις την καταβολήν των ως άνω τελών.

  3. Διά προεδρικού διατάγματος*** εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Δικαιοσύνης και Γεωργίας, καθορίζονται ειδικότερον της συγκροτήσεως και εσωτερικής οργανώσεως των κατά το παρόν άρθρον Συμβουλίων, τα της λειτουργίας και της ενώπιον αυτών διαδικασίας προς κρίσιν των υποθέσεων και έκδοσιν των γνωμοδοτήσεών των, περιλαμβανομένης και της εκπροσωπήσεως ή αυτοπροσώπως παραστάσεως των ενδιαφερομένων, τα της συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξετάσεως μαρτύρων, τα της κοινοποιήσεως των γνωμοδοτήσεων εις τους ενδιαφερομένους και τας δημοσίας αρχάς, τα της ασκήσεως της προσφυγής ενώπιον του Αναθεωρητικού Συμβουλίου και τα της εκδόσεως και κοινοποιήσεως των Υπουργικών αποφάσεων, ως και τα της εκτελέσεως αυτών. Δι’ ομοίου διατάγματος, εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας δύναται να αναπροσαρμόζονται τα κατά την προηγουμένην παράγραφον ειδικά τέλη υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών.

(*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 509/1980 «Περί της οργανώσεως και λειτουργίας των Συμβουλίων Ιδιοκτησίας Δασών» Φ.Ε.Κ. 140/10-6-1980/Τ.Α’.)

  1. Η κατά το παρόν άρθρον διαδικασία, ως και η τυχόν αρνητική γνωμοδότησις των συμβουλίων ή απόφασις του Υπουργού Γεωργίας δεν παρακωλύει τους ενδιαφερομένους προς επιδίωξιν της αναγνωρίσεως των προβαλλομένων υπ’ αυτού δικαιωμάτων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Διά της εκδόσεως θετικής αποφάσεως περί αναγνωρίσεως της κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί δάσους ή δασικής εκτάσεως επ’ ονόματι του ασκήσαντος την σχετικήν αίτησιν ή των φερομένων ως δικαιοπαρόχων αυτού, δεν παρακωλύεται η υπό τρίτου ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων επιδίωξις της αναγνωρίσεως των αυτών εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί του ως είρηται δάσους ή δασικής εκτάσεως. Το Δημόσιον ουδεμίαν πάντως φέρει ευθύνην είτε έναντι του ασκήσαντος την κατά την παράγραφον 3 αίτησιν εκ της κατοχής ή διαχειρίσεως δάσους ή δασικής εκτάσεως διά τον μέχρι της αναγνωρίσεως των ιδιωτικών δικαιωμάτων χρόνου, είτε έναντι τρίτου, ο οποίος ήθελεν αναγνωρισθή διά τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αληθής δικαιούχος.

  2. Διά της ασκήσεως αιτήσεως αναγνωρίσεως κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος κατά τα εν παραγράφω 3 οριζόμενα, ο υποβαλών ταύτην ως και οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτού θεωρούνται αμαχήτως ως αποδεχθέντες τον δασικόν χαρακτήρα της εκτάσεως, εφ’ ης προβάλλονται τα ιδιωτικά δικαιώματα, εφ ‘όσον αυτή έχει εμβαδόν μείζον των εκατό (100) στρεμμάτων.

  3. Μέχρι της συγκροτήσεως του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου λειτουργεί το ήδη υφιστάμενον παρά τη Γενική Διευθύνσει Δασών Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δημοσίων Δασών. Ευθύς μετά την συγκρότησιν εκάστου των ανωτέρω Συμβουλίων όλαι αι μετά την ημερομηνίαν της συγκροτήσεως ενός εκάστου εκκρεμούσαι αιτήσεις προς γνωμοδότησιν εις το Σ.Ι.Δ.Δ. αποστέλλονται εις το κατά περιφέρειαν αρμόδιον Σ.Ι.Δ., αναλόγως του τόπου εις ον κείται η δασική έκτασις, εφ’ ης αναφέρεται το αιτούμενον υπό του αιτούντος δικαίωμα κυριότητος ή έτερον εμπράγματον δικαίωμα.

  4. Διά Προεδρικού Διατάγματος*** εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας είναι δυνατόν όπως ιδρυθούν τρία εισέτι Συμβούλια Ιδιοκτησίας Δασών, οπότε θα καθορίζεται και η έδρα και η περιφέρεια εκάστου των ιδρυομένων Συμβουλίων.

     (*** Εκδόθηκε το Π.Δ.406/1981 «Περί συστάσεως Συμβουλίων Ιδιοκτησίας Δασών», Φ.Ε.Κ. 111/23-4-1981/Τ.Α’.).

Α ρ θ ρ ο ν   9

Τεχνικόν Συμβούλιον Δασών

     *** Με το άρθρο 1 της 272961/26-4-82 κοινής απόφασης των Υπ. Προεδρίας και Γεωργίας διατηρήθηκε το Τεχν. Συμβ. Δασών με πρόσθετες αρμοδιότητες και νέα σύνθεση και με τη & 7 του άρθρου 1, της & 6, τη & 5 του άρθρου 1 των 347624/22-10-82, 295954/2-1-90, 393155/22-9-92 κοινών αποφάσεων αντίστοιχα των Υπ. Προεδρίας και Γεωργίας τροποποιήθηκε η σύνθεση).

  1. Παρά τω Υπουργείω Γεωργίας λειτουργεί Τεχνικόν Συμβούλιον Δασών ως γνωμοδοτικόν όργανον επί θεμάτων διαχειρίσεως των δασών και εκτελέσεως των δασικών έργων ως και της θηρευτικής οικονομίας.

  2. Ειδικότερον το Τεχνικόν Συμβούλιον δασών γνωμοδοτεί:

     Επί της εγκρίσεως ή τροποποιήσεως α) δασοπονικών μελετών αναφερομένων εις την διαχείρισιν δασών και την εκτέλεσιν πάσης φύσεως έργων και εργασιών και υποκειμένων εις την έγκρισιν του Υπουργού Γεωργίας, β) γενικών προγραμμάτων πάσης φύσεως δασικών έργων και εργασιών αναφερομένων εις περιοχάς μεγαλυτέρας του Νομού, ως και των εθνικής κλίμακος ετησίων ή πολυετών εν γένει προγραμμάτων, γ) επί της εγκρίσεως του πίνακος διατιμήσεως δασικών προϊόντων και του πίνακος αμοιβών επιβλαβών θηραμάτων, ως και περί του χρόνου ασκήσεως ή περιορισμού της θήρας, δ) επί της μειώσεως του φόρου δασικών προϊόντων εις τας περιπτώσεις διανοίξεως δασικών οδών εντός ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων και ε) επί παντός ετέρου θέματος, το οποίον παραπέμπεται εις αυτό κατά ειδικήν διάταξιν του παρόντος ή άλλου νόμου, ή επί του οποίου ήθελε ζητηθή η γνώμη του υπό του Υπουργού Γεωργίας.

     Σύμφωνα με τη 272961/26-4-1982 κοινή υπουργική απόφαση το Τεχνικό Συμβούλιο Δασών έχει τις εξής πρόσθετες αρμοδιότητες:

     α) Πρόσθετες αρμοδιότητες:

     Γνωμοδοτεί:

     (1) Σε θέματα κανονισμών, τεχνικών προδιαγραφών και προγραμμάτων όλων των συντασσομένων δασοπονικών μελετών και μελετών δασοτεχνικών έργων και εγκρίσεως γενικής φύσεως μελετών.

     (2) Σε θέματα διαδικασιών εκτελέσεως των έργων, όπως σχεδίων αναλύσεως τιμών, γενικών και συγγραφών υποχρεώσεων.

     (3) Για γενικότερα θέματα προγραμματισμού στη δασοπονία και για την έγκριση των ετησίων και πολυετών προγραμμάτων αυτής.

  1. Το Τεχνικόν Συμβούλιον Δασών αποτελείται από: α) τον Νομικόν Σύμβουλον του Υπουργείου Γεωργίας ως πρόεδρον, β) τον Γενικόν Διευθυντήν Δασών, γ) τους δύο αρχαιοτέρους εκ των προϊσταμένων διευθύνσεων της γενικής δ/νσεως δασών και δ) ένα καθηγητήν του δασολογικού τμήματος της γεωπονικής και δασολογικής Σχολής του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

     Η τελική σύνθεση του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών σύμφωνα με τις ως άνω κοινές υπουργικές αποφάσεις έχει ως εξής:

     α) Πέντε (5) δασολόγοι της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας.

     β) Ο αρχαιότερος πάρεδρος της Νομικής Δ/νσης του Υπουργείου Γεωργίας και μόνο για τις περιπτώσεις που συζητούνται νομικής φύσεως θέματα, με αναπληρωτή τον πάρεδρο Διοικήσεως που υπηρετεί στο ίδιο Υπουργείο.

     γ) Ένας εκπρόσωπος της Πανελλήνιας Ένωσης Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων προτεινόμενος με τον αναπληρωτή του από αυτή.

     Εισηγητές του Συμβουλίου είναι ανάλογα με τα συζητούμενα θέματα δασολόγοι των αρμοδίων Δ/νσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπ. Γεωργίας, πλην θεμάτων λειτουργίας και συντήρησης μηχανικού εξοπλισμού, αρμοδιότητας του τμήματος Διαχείρισης Δημοσίων Δασών της Δ/νσης Διαχείρισης Δασών του Δασικού Περιβάλλοντος που είναι υπάλληλοι του κλάδου ΑΤ Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων.

     Τα με στοιχεία (α) μέλη και οι εισηγητές ορίζονται με τους αναπληρωτές τους με την απόφαση συγκρότησης.

  1. Τον Νομικόν Σύμβουλον του Κράτους απόντα ή κωλυόμενον, αναπληροί ο αρχαιότερος πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οπότε του Συμβουλίου προεδρεύει ο Γενικός Διευθυντής Δασών. Τον Γενικόν Διευθυντήν Δασών, ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής Δασών, τους προϊσταμένους διευθύνσεων οι αμέσως νεώτεροι τούτων και τον καθηγητήν έτερος καθηγητής του αυτού Τμήματος της αυτής Σχολής αμφοτέρων τούτων οριζομένων διά αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας κατόπιν προτάσεως του οικείου συλλόγου καθηγητών. Χρέη εισηγητού ασκούν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι προϊστάμενοι διευθύνσεων ή τμημάτων της Γενικής Δ/νσεως Δασών, χρέη δε γραμματέως υπάλληλος της αυτής Γενικής Δ/νσεως, επί βαθμώ τουλάχιστον 5ω. Το Συμβούλιον συνεδριάζει εγκύρως παρόντων τεσσάρων εκ των μελών του. Διά την ύπαρξιν πλειοψηφούσης γνώμης απαιτείται πάντως η ψήφος τριών εκ των μελών του συμβουλίου.

  2. Διά προεδρικού διατάγματος*** εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Γεωργίας καθορίζονται ειδικότερον τα της οργανώσεως και λειτουργίας του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών. Μέχρι της εκδόσεως του Προεδρικού Διατάγματος λειτουργεί το ήδη υφιστάμενον Συμβούλιον.

(*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 410/1980 «Περί οργανώσεως και λειτουργίας του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών» Φ.Ε.Κ. 112/9-5-80/Τ.Α’.)

Α ρ θ ρ ο   10

Περιφερειακά Συμβούλια και Επιτροπαί

*** Το Νομαρχιακό Συμβούλιο Δασών και οι σχετικές με αυτό διατάξεις συστάσεως, συνθέσεως, συγκροτήσεως και λειτουργίας του καταργήθηκαν με τη & 9 του άρθρου 6 της 272961/26-4-82 κοινής απόφασης των Υπ. Προεδρίας και Γεωργίας).

Παρά τη έδρα εκάστου νομού λειτουργεί Νομαρχιακόν Συμβούλιον Δασών, το οποίον συγκροτείται εκ των κάτωθι:

  1. Του Διευθυντού δασών, β) ενός δασολόγου των δασικών υπηρεσιών του Νομού οριζομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Νομάρχου, γ) του Διευθυντού Γεωργίας, δ) του Διευθυντού Τεχνικών Υπηρεσιών, ε) ενός οικονομικού εφόρου, οριζομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του Νομάρχου και στ) ενός Νομαρχιακού Συμβούλου, οριζομένου υπό του Νομάρχου μετά του αναπληρωτού του ετέρου Νομαρχιακού Συμβούλου, εφ’ όσον υπάρχουν πλείονες του ενός. Του Συμβουλίου προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμόν και εν ισοβαθμία ο αρχαιότερος των μελών. Εν περιπτώσει ελλείψεως, απουσίας ή κωλύματος των υπό στοιχεία α’, γ’ και δ’ μελών, ταύτα αναπληρούνται υπό των νομίμων αναπληρωτών των εις την άσκησιν των κυρίων καθηκόντων των. Εισηγητής επί των συζητουμένων θεμάτων ορίζεται υπό του Διευθυντού Δασών δασάρχης ή έτερος δασικός υπάλληλος υπηρετών εν τω νομώ, χρέη δε γραμματέως εκτελεί υπάλληλος της Δ/νσεως Δασών του Νομού, οριζόμενος υπό του προϊσταμένου ταύτης.

  2. Το Νομαρχιακόν Συμβούλιον Δασών γνωμοδοτεί επί των θεμάτων, δι’ α ρητώς προβλέπεται σχετική γνωμοδότησις αυτών υπό της δασικής νομοθεσίας, ως και επί παντός ετέρου θέματος, επί του οποίου ήθελε ζητηθή η γνώμη του υπό του οικείου νομάρχου.

  3. *** Οι παρακάτω Επιτροπές(Αθμια και Βθμια) διατηρήθηκαν με τις && 26 και 27 άρθρου 2 της 272961/26-4-82 κοινής απόφασης των Υπ. Προεδρίας και Γεωργίας με νέα σύνθεση και με τις && 16, 17 του άρθρου 2, τις && 12,13 του άρθρου 2 των 347624/22-10-82, 393155/22-9-92 κοινών αντίστοιχα αποφάσεων των Υπ. Προεδρίας και Γεωργίας.

     Παρά τη έδρα εκάστου νομού συγκροτείται Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων, η οποία είναι αρμοδία διά την επίλυσιν διαφορών αναφερομένων εις τον χαρακτήρα περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως ή εις τα όρια ταύτης. Επίσης η Επιτροπή αυτή αποφαίνεται επί παντός ετέρου θέματος παραπεμπομένου εις αυτήν κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου. Η ως άνω Επιτροπή αποτελείται εκ του προϊσταμένου του Πρωτοδικείου της έδρας του Νομού προέδρου πρωτοδικών ως προέδρου, του διευθυντού δασών και του διευθυντού γεωργίας του αυτού νομού ως μελών, αναπληρουμένων υπό των νομίμων αναπληρωτών των εις την άσκησιν των κυρίων καθηκόντων των. Προκειμένου περί των διαμερισμάτων του Νομού Αττικής, οι πρόεδροι εκάστης επιτροπής μετά των νομίμων αναπληρωτών των ορίζονται οι αρχαιότεροι Πρόεδροι Πρωτοδικών, του Πρωτοδικείου Αθηνών μετά των αναπληρωτών των, διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Γεωργίας. Χρέη γραμματέως της επιτροπής ασκεί υπάλληλος της Διευθύνσεως Δασών του νομού, οριζόμενος υπό του προϊσταμένου ταύτης. Κατά της αποφάσεως της επιτροπής ταύτης χωρεί προσφυγή ενώπιον Δευτεροβαθμίου Επιτροπής, εδρευούσης εις την έδραν του οικείου Εφετείου και αποτελουμένης εκ του προέδρου Εφετών, ως προέδρου, του Επιθεωρητού Δασών και του Επιθεωρητού Γεωργίας, αναπληρουμένων υπό των νομίμων αναπληρωτών των εις την άσκησιν των κυρίων καθηκόντων του.

     Η τελική σύνθεση της Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων σύμφωνα με τις ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις, έχει ως εξής:

     α) Πρόεδρος Πρωτοδικών, ως πρόεδρος.

     β) Ένας δασολόγος αντί του Δ/ντού δασών και ελλείψει αυτού, δασολόγος από το δασαρχείο της έδρας της Δ/νσης Δασών.

     Στις Δ/νσεις που δεν υπάρχουν δασαρχεία, να μετέχει Δασολόγος από τη Δ/νση ομόρου Νομού.

     γ) Ένας Γεωπόνος αντί του Δ/ντού Γεωργίας.

     Στη τελική σύνθεση της Β/θμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων σύμφωνα με τις ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις, υπάρχουν οι εξής αλλαγές:

     «Αντί του Επιθεωρητού Δασών, δασολόγος της Επιθεωρήσεως Δασών και αντί του Επιθεωρητού Γεωργίας, γεωπόνος της περιφερειακής Διευθύνσεως Γεωργικής Αναπτύξεως, οριζόμενοι με τους αναπληρωτές τους με την απόφαση συγκροτήσεως».

     «Αντί του εκπροσώπου της Πανελλήνιας Ένωσης Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΕΔΔΥ), μετέχουν στη σύνθεση των Επιτροπών από ένας δασολόγος εκ των Δασαρχείων της περιοχής της Επιθεώρησης».

  1. Παρ’ εκάστω νομώ, ο οποίος περιλαμβάνει περιοχάς κηρυχθείσας επικινδύνους, κατά τα εν άρθρω 25 του παρόντος νόμου οριζόμενα, συγκροτείται Επιτροπή Αντιμετωπίσεως Δασοπυρκαϊών, αποτελουμένων εκ του Νομάρχου, του Διευθυντού Δασών, του διοικητού αγροτικής ασφαλείας, των ανωτέρων εν τω Νομώ αξιωματικών της Χωροφυλακής, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του στρατού ξηράς ή των αναπληρωτών αυτών ως και εκπροσώπου της εγγύτερον ευρισκομένης ειδικής μονάδος κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος.

*** Η Επιτροπή αντιμετωπίσεως δασοπυρκαϊών και οι σχετικές με αυτό διατάξεις συστάσεως, συνθέσεως, συγκροτήσεως και λειτουργίας του καταργήθηκαν με τη & 16 του άρθρου 6 της 272961/26-4-82 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας και Γεωργίας

     Εις ταύτην δύναται να καλούνται υπό του Νομάρχου και οι Δήμαρχοι ή Πρόεδροι Κοινοτήτων της επικινδύνου περιοχής, ως και εκπρόσωποι πάσης άλλης στρατιωτικής ή πολιτικής Αρχής ή υπηρεσίας, η συνδρομή της οποίας τυγχάνει απαραίτητος διά την καλυτέραν δυνατήν οργάνωσιν του αγώνος εναντίον των δασοπυρκαϊών. Η Επιτροπή, συνερχομένη τρις τουλάχιστον κατά το από 1ης Μαίου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους χρονικόν διάστημα, ενημερούται επί των υφ’ εκάστης υπηρεσίας λαμβανομένων προληπτικών μέτρων και διατιθεμένων μέσων, προβαίνει εις επιθεωρήσεις των επικινδύνων περιοχών και εις οργάνωσιν ασκήσεων διά την αντιμετώπισιν πυρκαϊάς και εισηγείται τα περαιτέρω ληπτέα μέτρα διά την διατήρησιν των κατά τα άρθρα 26 και 27 μονάδων κατασβέσεως δασοπυρκαϊών εις κατάστασιν της ενδεικνυομένης ετοιμότητος και τον συντονισμόν των ενεργειών αυτών.

     Περί των συζητήσεων και ενεργειών της επιτροπής τηρούνται επιμελεία του Νομάρχου πρακτικά, φυλασσόμενα παρ’ αυτού.

  1. Διά αποφάσεων*** του Υπουργού Γεωργίας δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να ρυθμίζεται παν θέμα αναφερόμενον εις την λειτουργίαν των κατά το παρόν άρθρον συμβουλίων και επιτροπών ως και την ενώπιον αυτών διαδικασίαν.

     (*** Εκδόθηκε η Υ.Α. 184178/4822/25-5-1982 «Καθορισμός οργάνου και προθεσμίας για την άσκηση εκ μέρους της Διοικήσεως προσφυγής ενώπιον της Ββθμίου Επιτροπής του άρθρου 10 & 3 του Ν.998/79» Φ.Ε.Κ. 523/29-7-1982/Τ.Β’.(Αναδημοσίευση).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

Μέτρα προστασίας

Α ρ θ ρ ο ν   11

Φωτογράφησις

Το ως άνω άρθρο καταργήθηκε από τη &15 άρθρου 28 του Ν.2664/1998-ΦΕΚ275 Α’)

  1. Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις της Χώρας φωτογραφούνται: α) από αέρος εν τω συνόλω τω ή κατά τα φυσικώς διακεκριμένα τμήματα αυτών κατά τρόπον ώστε να εμφαίνεται ο δασικός χαρακτήρ της φωτογραφιζομένης περιοχής και τα όρια μέχρι των οποίων εξικνείται το δάσος ή η δασική έκτασις, και β) εκ του σύνεγγυς κατ’ εκλογήν, ώστε να εμφαίνεται η μορφολογία του εδάφους και το είδος ή τα είδη της δασικής βλαστήσεως εν τη περιοχή, καθώς και τα τυχόν ιδιαίτερα εκάστου τμήματος αυτής χαρακτηριστικά.

  2. Αι κατά την προηγούμενην παράγραφον φωτογραφίαι, επί των οποίων σημειούνται η χρονολογία λήψεως, αι τοπωνυμίαι και τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία των περιοχών, τας οποίας απεικονίζουν, ταξινομούνται και φυλάσσονται μετά των αρνητικών παρά τη κεντρική δασική υπηρεσία. Πλήρης σειρά φωτογραφιών των δασών και δασικών εκτάσεων φυλάσσεται κεχωρισμένως διά την περιοχήν εκάστου δασαρχείου παρ’ αυτώ.

  3. Αι δημόσιαι υπηρεσίαι υποχρεούνται να παρέχουν πάσαν αναγκαίαν συνδρομήν εν τω κύκλω της αρμοδιότητός των εις την δασικήν υπηρεσίαν διά την επιτέλεσιν του έργου της φωτογραφήσεως, Το έργον τούτο ενόλω ή εν μέρει δύναται να ανατεθή και εις ετέραν δημοσίαν υπηρεσίαν ή εις ίδιον δημόσιον οργανισμόν.

  4. Η κατά τα ανωτέρω φωτογράφησις ενεργείται υπό τον όρον της τηρήσεως των διατάξεων περί ασφαλείας οχυρών θέσεων, αμυντικών περιοχών και λοιπών εγκαταστάσεων εθνικής αμύνης.

  5. Διά τας εν παραγράφω 1, περιπτ. β’ φωτογραφίας το σημείον λήψεως τούτων εξασφαλίζεται διά σταθερών σημείων συνδεομένων με το τριγωνομετρικόν δίκτυον της Χώρας. Τα στοιχεία του σημείου λήψεως, ως και του προσανατολισμού του άξονος λήψεως της φωτογραφίας, σημειούνται και τηρούνται κατά τα εν τη παραγράφω 2 οριζόμενα.

Α ρ θ ρ ο ν   12

Χαρτογράφησις

(Το ως άνω άρθρο καταργήθηκε από τη &15 άρθρου 28 του Ν.2664/1998-ΦΕΚ 275 Α’)

  1. Διά της χαρτογραφήσεως σκοπείται η υπό ωρισμένην κλίμακα επί του χάρτου απεικόνισις και οριοθέτησις των επιφανειών της γης αι οποία καταλαμβάνονται υπό δασών και δασικών εκτάσεων, ως αύται καθορίζονται εν άρθρω 3 & 1 έως και 5 του παρόντος νόμου.

2.Η χαρτογράφησις των δασών και δασικών εκτάσεων ενεργείται υπό της Γενικής Διευθύνσεως Δασών τη συνδρομή των αρμοδίων κρατικών φορέων. Αι λοιπαί δημόσιαι υπηρεσίαι υποχρεούνται να παρέχουν τα εις την διάθεσίν των στοιχεία και πάσαν εντός της αρμοδιότητος εκάστης δυνατήν συνδρομήν. Οι έχοντες αναγνωρισμένα επί δασών ή δασικών εκτάσεων δικαιώματα, ως και οι οπωσδήποτε νεμόμενοι ή κατέχοντες δάση ή δασικάς εκτάσεις υποχρεούνται να διευκολύνουν το έργον της χαρτογραφήσεως, επιτρέποντες την ακώλυτον διακίνησιν των οργάνων ή συνεργείων της χαρτογραφήσεως, την οριοσήμανσιν ή τοποθέτησιν διακριτικών σημείων ή πάσαν άλλην αναγκαίαν διά το έργον της χαρτογραφήσεως ενέργειαν.

  1. Η χαρτογράφησις ενεργείται επί τη βάσει προγράμματος καταρτιζομένου υπό της Γενικής Διευθύνσεως Δασών και εγκρινομένου δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά γνωμάτευσιν επί τούτω της αρμοδίας Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης. Το πρόγραμμα καθορίζει τας περιφερείας εις τας οποίας ενεργείται κατά Νομόν και κατά σειράν προτεραιότητος η χαρτογράφησις. Το έργον τούτο δύναται να ανατεθή και εις ετέραν δημοσίαν υπηρεσίαν ή εις ίδιον δημόσιον οργανισμόν.

  2. Επί τη βάσει των επί μέρους χαρτογραφικών εργασιών των κατά το προηγούμενον άρθρον στοιχείων της φωτογραφήσεως, ως και όλων των εν γένει υφισταμένων στοιχείων, συντάσσεται ο δασικός χάρτης εκάστης περιοχής ( δήμου ή κοινότητος ή πλειόνων δήμων και κοινοτήτων), υπογραφόμενος υπό του προϊσταμένου του χαρτογραφικού συνεργείου και του οικείου δασάρχου. Ο χάρτης ούτος αποστέλλεται υπό του δασάρχου, εις τους εις ους αφορά δήμους ή κοινότητας και εκτίθεται επί ένα μήνα εις τα καταστήματα αυτών και του δασαρχείου, του κοινού ειδοποιουμένου περί τούτου διά σχετικής ανακοινώσεως δημοσιευομένης εις δύο τουλάχιστον τοπικάς εφημερίδας ή εις μίαν τοπικήν και μίαν εφημερίδα των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης. Εάν εντός δύο μηνών από της τελευταίας δημοσιεύσεως δεν προβληθούν αι κατά την επομένην παράγραφον αντιρρήσεις κατά του χάρτου, ούτος καθίσταται οριστικός και υποβάλλεται εις την κεντρικήν δασικήν υπηρεσίαν προς κύρωσιν υπό του Υπουργού.

  3. Αντιρρήσεις κατά του δασολογικού χάρτου και του συνοδεύοντος αυτόν υπομνήματος της παρ. 6 του παρόντος άρθρου, αφορώσαι εις αμφισβήτησιν του δασικού χαρακτήρος τμημάτων των εις αυτόν εμφαινομένων επιφανειών ή εις ουσιώδη σφάλματα της οριοθετήσεως των δασών και δασικών εκτάσεων, δύναται να προβληθούν ενώπιον των κατά άρθρον 10 & 3 επιτροπών, παρ ‘οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον φυσικού νομικού προσώπου εντός δυο μηνών από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσιεύσεων. Εάν η ως άνω επιτροπή δεχθή τας αντιρρήσεις ο χάρτης αναμορφούται συμφώνως προς τα εν τη αποφάσει της οριζόμενα, υποβάλλεται δε εις την κεντρικήν δασικήν υπηρεσίαν προς κύρωσιν υπό του Υπουργού. Εάν αι αντιρρήσεις απορριφθούν ο δασολογικός χάρτης υποβάλλεται προς κύρωσιν ως έχει.

  4. Ο Υπουργός εντός εξ μηνών από της εις αυτόν υποβολής του χάρτου, δύναται να αναπέμψη τούτον προς συμπλήρωσιν ή νέαν έρευναν. Οι καθιστάμενοι οριστικοί χάρται κυρούνται υπό του Υπουργού Γεωργίας και φυλάσσονται αριθμούμενοι και αρχειοθετούνται παρά τη κεντρική δασική υπηρεσία, ως και παρά εκάστω δασαρχείω και αντίγραφα αυτών αποστέλλονται εις την Γενικήν Δ/νσιν Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Εργων, η δε χρήσις αυτών είναι υποχρεωτική διά τα δημόσια όργανα. Έκαστον δασολογικόν χάρτην συνοδεύει υπόμνημα περί της ταξινομήσεως των απεικονιζομένων τμημάτων κατά τας εν άρθρω 4 του παρόντος νόμου διακρίσεις. Η κυρούσα του οριστικούς χάρτες απόφασις του Υπουργού Γεωργίας δημοσιεύεται εις το Δ’ Τεύχος της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως μετά φωτοσμικρύνσεως των χαρτών.

  5. Κατά την διαδικασίαν της χαρτογραφήσεως δεν δύνανται να προβληθούν θέματα ιδιοκτησίας ουδέ να θιγούν δι’ αυτής ιδιωτικά δικαιώματα του Δημοσίου ή ιδιωτών.

Πας ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήση και λάβη αντίγραφα χαρτών ή φωτογραφιών δασών ή δασικών εκτάσεων, καταβάλλων το αντίτιμον αυτών, ως και να επικαλεσθή και προσκομίση τοιούτους χάρτες ή φωτογραφίας ενώπιον παντός δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής προς θεμελίωσιν ή υπεράσπισιν δικαιωμάτων. Αι δασικαί υπηρεσίαι δύνανται να αρνηθούν την χορήγησιν φωτογραφιών ή αντιγράφων χαρτών, εφ ‘όσον συντρέχει λόγος αναγόμενος εις την ασφάλειαν της Χώρας.

  1. Ανά πενταετίαν μετά την τελείωσιν της διαδικασίας χαρτογραφήσεως γίνεται έλεγχος προς συμπλήρωσιν του χάρτου διά των τυχόν νέων εκτάσεων αι οποίαι κατόπιν φυσικής αναγεννήσεως ή αναδασώσεως απέκτησαν δασικόν χαρακτήρα, ως και προς διαπίστωσιν τυχόν αλλοιώσεων ή μεταβολών εντός αυτού. Εμφανή και αδιαμφισβήτητα λάθη του δασικού χάρτου είναι δυνατόν να διορθωθούν μόνον εντός διετίας από της κυρώσεώς του υπό του Υπουργού Γεωργίας μετά σύμφωνον γνώμην του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών.

Α ρ θ ρ ο ν   13

Δασολόγιον

(Το ως άνω άρθρο καταργήθηκε από τη &15 άρθρου 28 του Ν.2664/1998-ΦΕΚ 275 Α’)

  1. Παρά τη Κεντρική Δασική Υπηρεσία καταρτίζεται και τηρείται γενικόν δασολόγιον εις το οποίον καταχωρούνται κεχωρισμένως κατά νομούς, τα εμφαινόμενα εις τους δασικούς χάρτας δάση και δασικαί εκτάσεις, προσδιοριζόμεναι διά των γνωστών τοπωνυμίων, ως επίσης τα διακριβωθέντα όρια και η εις στρέμμματα συνολική έκταση τούτων. Εις το δασολόγιον σημειούνται επίσης τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δασικής βλαστήσεως εκάστης περιοχής (κατηγορίαι δασών, είδος βλαστήσεως, πυκνότης, ηλικία ή άλλα προσδιοριστικαί λεπτομέρειαι).

Εις εκάστην μερίδα σημειούνται οι συνταχθέντες χάρται και αι ληφθείσαι διά την περιοχήν φωτογραφίαι μετά των στοιχείων αυτών, ως και αι κατά την παράγραφον 8 του προηγουμένου άρθρου συμπληρώσεις ή μεταβολαί των δασολογικών χαρτών. Εις το δασολόγιον καταχωρίζονται ιδιαιτέρως αι εις εκάστην περιφέρειαν κηρυχθείσαι ή εφεξής κηρυσσόμεναι αναδασωτέαι εκτάσεις. Επίσης σημειούνται εις το περιθώριον εκάστης υφισταμένης μερίδος δάσους ή δασικής εκτάσεως αι εν σχέσει προς ταύτην κηρυσσόμεναι ως αναδασωτέαι εκτάσεις λόγω καταστροφής ή αποψιλώσεως της δασικής βλαστήσεως.

  1. Παρ’ εκάστω δασαρχείω τηρείται τοπικόν δασολόγιον διά τα εις την περιφέρειαν αυτού ευρισκόμενα δάση και τας δασικάς εκτάσεις μετά των κατά την παράγραφον 1 στοιχείων, ενημερουμένων εκάστοτε υπό της κεντρικής υπηρεσίας.

  2. Διά προεδρικού διατάγματος (*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 1141/1980 «Περί φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως των δασών και δασικών εκτάσεων και δασολογίου της Χώρας» Φ.Ε.Κ. 288/18-12-1980/Τ.Α’.) εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Εθνικής Αμύνης και Γεωργίας καθορίζονται:

α) τα του προσωπικού της οργανώσεως και του εξοπλισμού των συνεργείων φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως των δασών και δασικών εκτάσεων.

β) η οργάνωσις της υπηρεσίας καταρτίσεως και τηρήσεως του γενικού δασολογίου, ως και τα της τηρήσεως των τοπικών δασολογίων υπό των κατά τόπους δασαρχείων.

γ) ο τρόπος και αι λεπτομέρειαι λήξεως εκτυπώσεως και φυλάξεως των φωτογραφιών ως και συντάξεως, εκτυπώσεως και αρχειοθετήσεως των δασικών χαρτών.

δ) η ασφάλεια των παραγομένων πάσης φύσεως φωτογραφικών και χαρτογραφικών υλικών εις τα οποίας περιέχονται οχυραί θέσεις, αμυντικαί περιοχαί ή άλλαι εγκαταστάσεις του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης.

ε) αι λεπτομέρειαι καταρτίσεως και τηρήσεως του γενικού δασολογίου, ως και χρησιμοποιήσεως των στοιχείων αυτών ή παροχής τούτων εις πάντα ενδιαφερόμενον

Α ρ θ ρ ο ν   14

Προσωρινή επίλυσις αμφισβητήσεων

     (*** Εκδόθηκε η Υ.Α. 78806/4479/27-5-1993 «Ανάκληση πράξεων χαρακτηρισμού» Φ.Ε.Κ. 396/315-1993/Τ.Β’.).

  1. Εάν δεν έχει καταρτισθή εισέτι δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου , ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην ανήκει δάσος ή δασική έκτασις κατά τας εν άρθρω 4 διακρίσεις, ενεργείται κατά αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως διά πράξεως του κατά τόπον αρμοδίου δασάρχου.

  2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξις ερειδομένη επί σχετικής εισηγήσεως αρμοδίου δασολόγου και των τυχόν υφισταμένων στοιχείων φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως της περιοχής ή παντός ετέρου σχετικού στοιχείου, δέον να είναι προσηκόντως ητιολογημένη διά αναφοράς εις την μορφολογίαν του εδάφους, το είδος, την σύνθεσιν, την έκτασιν της βλαστήσεως και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής, τας τυχόν επελθούσας προσφάτους αλλοιώσεις ή καταστροφάς, ως και εις παν έτερον χρήσιμον στοιχείον προς χαρακτηρισμόν της εκτάσεως. Η πράξις αυτή κοινοποιείται εις τον υποβαλόντα την σχετικήν αίτησιν ιδιώτην ή νομικόν πρόσωπον ή δημοσίαν υπηρεσίαν, αποστέλλεται δε εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα και εκτίθεται επί ένα μήνα μερίμνη του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα. Ανακοίνωσις περί της συντάξεως της ως άνω πράξεως και της αποστολής αυτής εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα, μετά περιλήψεως του περιεχομένου της δημοσιεύσεως εις δύο τουλάχιστον τοπικάς εφημερίδας ή εις μίαν τοπικήν και μίαν εφημερίδα των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης.

  3. Κατά της πράξεως του δασάρχου περί ης αι προηγούμεναι παράγραφοι, επιτρέπονται αντιρρήσεις του νομάρχου, ως και παντός έχοντος έννομον συμφέρον φυσικού ή νομικού προσώπου, εντός δυο μηνών από της κατά τα ανωτέρω προς αυτόν κοινοποιήσεως, ή εφ’ όσον δεν συντρέχει περίπτωσις κοινοποιήσεως, από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσιεύσεων, ενώπιον της κατά το άρθρον 10 & 3 επιτροπής του νομού, εις ον ευρίσκεται η υπό αμφισβήτησιν έκτασις ή το μεγαλύτερον τμήμα αυτής. Η επιτροπή ως και η δευτεροβάθμιος τοιαύτη, λαμβάνουσα υπ’ όψιν τον σχετικόν φάκελλον και τας προτάσεις του ενδιαφερομένου ως άνω ιδιώτου, νομικού προσώπου ή δημοσίας υπηρεσίας δυναμένη δε και να διενεργήση αυτοψίαν προς μόρφωσιν ασφαλεστέρας γνώμης περί της υφισταμένης εν τη περιοχή καταστάσεως, αποφαίνεται ητιολογημένως, εντός τριμήνου προθεσμίας από της υποβολής των αντιρρήσεων.

  4. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεις των επιτροπών δι’ ων χαρακτηρίζονται περιοχαί τινές ή τμήματα αυτών ως δάση ή δασικαί εκτάσεις, λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπ’ όψιν κατά την μεταγενεστέραν χαρτογράφησιν και την σύνταξιν του δασολογίου της περιοχής ή κατά την συμπλήρωσιν αυτού, συμφώνως προς τα εν άρθροις 12 και 13 οριζόμενα.

    »5. Εκτάσεις, οι οποίες κρίθηκε ότι δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση με εμετάκλητη δικαστική απόφαση, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 12 επ. του Ν.258/1976(ΦΕΚ 6 Α΄), οι οποίες ανήκουν σε καθορισμένες ζώνες ενεργού πολεοδομίας και για τις οποίες έχει ήδη εγκριθεί η σχετική πολεοδομική μελέτη, δεν μπορείν να χαρακτηρισθούν δασικές από το Δασάρχη ή τις επιτροπές επιλύσεως δασικών αμφισβητήσεων του άρθρου 10 παρ. 3 του παρόντος νόμου ή από άλλο όργανο της διοίκησης. Τούτο ισχύει και για υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των πιό πάνω επιτροπών»

Πηγές: Αρθρο 28 &1 του Ν.2742/1999 που πρόσθεσε την ανωτέρω παράγραφο στο άρθρο 14 του Ν.998/1979

Α ρ θ ρ ο ν   15

Δασικαί οδοί

  1. Δασικοί οδοί είναι οι κατασκευαζόμεναι εντός ή εις τας παρυφάς δασών ή δασικών εκτάσεων και εξυπηρετούσαι την προστασίαν και εκμετάλλευσιν τούτων, ή την πρόσβασιν προς υφισταμένας τεχνικάς εγκαταστάσεις ή αισθητικά τοπία, ή την εκτέλεσιν και συντήρησιν δασικών έργων ή τας μεταφοράς δασικών προϊόντων και μη συμπίπτουσαι μετά του εθνικού, επαρχιακού ή κοινοτικού οδικού δικτύου της Χώρας.

  2. Ιδιοκτήται ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων, ως και οι διακάτοχοι δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων, υποχρεούνται να επιτρέπουν την διά μέσω τούτων διάνοιξιν δασικών οδών, εφ’ όσον αύται κατασκευάζονται επί τη βάσει του εγκεκριμένου προγράμματος δασικής οδοποιίας. Οι εν λόγω ιδιοκτήται ή διακάτοχοι δύνανται να προβαίνουν εις την διάνοιξιν δασικών οδών εντός των ιδιοκτησιών ή των διακατεχομένων εκτάσεων μόνον κατόπιν αδείας του διευθυντού δασών του νομού, εκδιδομένης μετ’ εισήγησιν του αρμοδίου δασάρχου, διά την εξυπηρέτησιν τινός εκ των εν παραγράφω 1 σκοπών.

  3. Κύριος ή διακάτοχος εδάφους, διά μέσου του οποίου καθίσταται αναγκαία η διάνοιξις προσωρινής δασικής οδού προς διευκόλυνσιν μεταφοράς δασικών προϊόντων εξ υπερκειμένων ή παρακειμένων δασών, υποχρεούται να αφήση ελευθέραν την διάνοιξιν ταύτην κατά τους όρους τους τιθεμένους υπό της δασικής αρχής, δικαιούμενος εις πλήρη αποζημίωσιν εκ μέρους του κυρίου ή κατόχου των προϊόντων ή μεταφέροντος ταύτα διά πάσαν θετικήν ζημίαν προσγινομένην εις αυτόν εκ της διανοίξεως της ρηθείσης προσωρινής δασικής οδού. Εν διαφωνία, τα της αποζημιώσεως καθορίζονται υπό του αρμοδίου ειρηνοδικείου.

  4. Δασικαί οδοί, των οποίων η διαδρομή συμπίπτει ενόλω ή εν μέρει προς την διαδρομήν εθνικών ή επαρχιακών ή κοινοτικών οδών, διέπονται από τας περί κατασκευής και συντηρήσεως των τελευταίων τούτων διατάξεις. Είναι πάντως δυνατή, κατόπιν κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δημοσίων Εργων και Γεωργίας, η ανάθεσις της κατασκευής ή συντηρήσεως και ανακαινίσεως των οδών τούτων εις την δασικήν υπηρεσίαν.

  5. Η διάνοιξις δασικών οδών διερχομένων διά μέσου ή εις τας παρυφάς αναγνωρισμένων αρχαιολογικών χώρων είναι δυνατή μόνον κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών, διδομένης μετά γνώμην του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και κατά τους όρους ταύτης.

  6. Ο προγραμματισμός, η μελέτη, η κατασκευή και συντήρησις των δασικών οδών ενεργούνται κατά τα εις το επόμενον άρθρον γενικώς περί των λοιπών δασικών έργων οριζόμενα.

     »7. Οι Δασικές Αρχές, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, για λόγους προστασίας της άγριας πανίδας, της αυτοφυούς χλωρίδας και των βιοτόπων τους, δύνανται να απαγορεύουν τη διέλευση τροχοφόρων οχημάτων στο δασικό οδικό δίκτυο. Με την ανωτέρω απόφαση καθορίζονται ο χρόνος και ο χώρος της απαγόρευσης, οι τυχόν εξαιρέσεις(αγρότες για καλλιέργεια, βοσκοί κλπ.), καθώς και όλα τα τεχνικά έργα και μέσα που απαιτούνται για την υλοποίηση της ανωτέρω απαγόρευσης (μπάρες, πινακίδες κ.α.)

(Η ως άνω & 7 προστέθηκε από τη &1 άρθρου 59 του Ν. 2637/1998-ΦΕΚ 200 Α)

Α ρ θ ρ ο ν   16

Ειδικά δασοτεχνικά έργα

  1. Αι αρμόδιαι υπηρεσίαι δασοτεχνικών έργων μεριμνούν διά την κατασκευήν των πάσης φύσεως τεχνικών έργων και την εκτέλεσιν των πάσης φύσεως εργασιών προστασίας και αναπτύξεως των δασών και δασικών εκτάσεων. Ειδικότερον εις την αρμοδιότητα των ως άνω υπηρεσιών ανήκει ο προγραμματισμός, η μελέτη και εκτέλεσις των έργων και εργασιών της δασικής οδοποιίας, ως αυτή ορίζεται εν άρθρω 15, των δασικών μεταφορικών εγκαταστάσεων και δασικών κτιρίων, της δασοτεχνικής διευθετήσεως χειμάρρων και των προστατευτικών αναδασώσεων, βελτιώσεως ορεινών βοσκοτόπων, τοποθετήσεως πινακίδων, κατασκευής υδατοδεξαμενών και υδραγωγών, ως και συντηρήσεως ή επισκευής των εν γένει τεχνικών έργων και εγκαταστάσεων. Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται δι’ αποφάσεώς του δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως να αναθέτη εις τας ως άνω υπηρεσίας δασοτεχνικών έργων και παν έτερον έργον αναφερόμενον εις την προστασίαν ή ανάπτυξιν των δασών, ανήκον εις την αρμοδιότητα ετέρων υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας. Ομοίως διά κοινών αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας και του κατά περίπτωσιν αρμοδίου Υπουργού δύναται να ανατίθενται εις τας άνω δασοτεχνικάς υπηρεσίας και έτερα έργα υπαγόμενα εις την αρμοδιότητα άλλων Υπουργείων.

  2. Εις τα δημόσια δάση και δασικάς εκτάσεις, τα κατά την προηγουμένην παράγραφον έργα εκτελούνται επί τη βάσει πενταετούς προγράμματος καταρτιζομένου υπό της δασικής υπηρεσίας, δι’ ένα Έκαστον νομόν ή πλείονας συνορεύοντας νομούς και καθορίζοντος την ιεράρχησιν τούτων από πλευράς σπουδαιότητος και επείγοντος. Τα εν λόγω πενταετή προγράμματα εγκρίνονται υπό του Υπουργού Γεωργίας μετά γνώμην του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών, εις ο μετέχει μετά ψήφου διά την επ’ αυτών συζήτησιν και ο Γενικός Διευθυντής Εγγείων Βελτιώσεων. Αι διά τα έργα ταύτα αναγκαιούσαι μελέται συντάσσονται είτε απ’ ευθείας υπό της δασικής υπηρεσίας είτε κατόπιν αναθέσεως κατά τας περί εκπονήσεως μελετών του Δημοσίου διατάξεις. Τα έργα δασοτεχνικής διευθετήσεως χειμάρρων και βελτιώσεως των ορεινών εδαφών, άτινα έχουν άμεσον σχέσιν με αντίστοιχα πεδινά εγγειοβελτιωτικά έργα ή άλλα μεγάλα δημόσια έργα (αεροδρόμια, τεχνηταί λίμναι, φράγματα, διάνοιξιν εθνικών οδών κλπ.) εντάσσονται κατά προτεραιότητα εις τα ως άνω πενταετή προγράμματα. Αι δαπάναι εκτελέσεως των ως άνω έργων δύνανται να βαρύνουν εν όλω η εν μέρει τους προϋπολογισμούς των αντίστοιχων εγγειοβελτιωτικών ή υδροηλεκτρικών ή άλλων δημοσίων έργων κατόπιν κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού και Γεωργίας, ως και του κατά περίπτωσιν ως εκ του αντικειμένου του δημοσίου έργου αρμοδίου Υπουργού.

  3. Τα κατά την παράγραφον 1 δασικά έργα και εργασίαι εκτελούνται προκειμένου περί δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων παρά της δασικής υπηρεσίας είτε δι’ αυτεπιστασίας είτε δι’ εργολαβίας, μετά απόφασιν του Υπουργού Γεωργίας ή του οικείου νομάρχου.

     Διά προεδρικού διατάγματος*** εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας καθορίζονται ειδικότερον και κατά παρέκκλισιν από πάσης άλλης διατάξεως αφορώσης γενικώς εις τα δημόσια έργα, τα της χρηματοδοτήσεως αυτών και διαχειρίσεως των σχετικών πιστώσεων, αι κατηγορίαι, κατά είδος ή κατά ύψος απαιτουμένης δαπάνης, των δι’αυτεπιστασίας εκτελουμένων έργων, ως και των έργων ων η εκτέλεσις είναι δυνατή άνευ διαγωνισμού, τα της προκηρύξεως, διενεργείας και εκτελέσεως των σχετικών διαγωνισμών, τα της επιβλέψεως και παραλαβής, τα του τρόπου συντηρήσεως, των ως είρηται έργων, καθώς και πάσα άλλη λεπτομέρεια σχετική προς την εκτέλεσιν των δασοτεχνικών έργων.

     (*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1981 «Περί μελέτης και εκτελέσεως δασοτεχνικών έργων» Φ.Ε.Κ 120/5-5-1981/Τ.Α’.)

  1. Εις τα ιδιωτικά ή διακατεχόμενα δάση και δασικάς εκτάσεις τα αναγκαία προστατευτικά τεχνικά έργα πραγματοποιούνται υποχρεωτικώς υπό των ιδιοκτητών ή διακατόχων συμφώνως προς τας εγκεκριμένας δασοπονικάς μελέτας ή σχέδια και τα σχετικά προγράμματα της δασικής υπηρεσίας.

     Διά την αντιμετώπισιν των δαπανών των έργων τούτων, οι ιδιοκτήται ή διακάτοχοι επιδοτούνται υπό του Κράτους μέχρι ποσοστού εκατόν επί τοις εκατόν (100%) της πραγματοποιουμένης δαπάνης. Εν αδυναμία ή αρνήσει των ιδιοκτητών ή διακατόχων, τα ανωτέρω αναγκαία προστατευτικά έργα εκτελούνται μερίμνη της δασικής υπηρεσίας, οι δε ιδιοκτήται ή διακάτοχοι υποχρεούνται να εξασφαλίζουν ακώλυτον την διακίνησιν των συνεργείων, μηχανημάτων και υλικών και να μεριμνούν διά την διατήρησιν των εκτελουμένων έργων και ιδιαιτέρως διά την διαφύλαξιν και ανάπτυξιν των φυτευομένων δενδρυλλίων. Το ήμισυ της δαπάνης διά την εκτέλεσιν των ως άνω έργων υπό της δασικής υπηρεσίας καταλογίζεται εις βάρος των ιδιοκτητών ή διακατόχων και εισπράττεται τμηματικώς εντός τετραετίας ως δημόσιον έσοδον, πλην αν πρόκειται περί δασών ή δασικών εκτάσεων μη αποφερόντων αποδεδειγμένως έσοδα εκ της εκμεταλλεύσεως αυτών επαρκή διά την αντιμετώπισιν των ετησίων δόσεων της ως άνω δαπάνης, οπότε η δαπάνη καλύπτεται συνολικώς υπό του Δημοσίου. (Βλέπε και άρθρο 120 &2 του Ν.1892/1990).

Α ρ θ ρ ο ν   17

Ανανέωσις και βελτίωσις των δασών

  1. Κατά την άσκησιν της δασοπονίας και την εν γένει διαχείρισιν των δημοσίων δασών, ως και κατά την εφαρμογήν της δασοπολιτικής επιτηρήσεως του Κράτους επί των ιδιωτικών δασών, λαμβάνεται υποχρεωτικώς πρόνοια ανανεώσεως και βελτιώσεως αυτών δι’ αναγεννητικών και αναγωγικών υλοτομιών εν συνδυασμώ με ενδεικνυομένας και επιτρεπομένας ενρητινώσεις ή επί μέρους αναδασώσεις, ώστε να εξασφαλίζεται, εν όψει και της φύσεως του εδάφους και του είδους της δασικής βλαστήσεως, η σπερμοφυής μορφή αυτών.

  2. Εις τας δασικάς εκτάσεις και εις τα πρεμνοφυή δάση λαμβάνεται υποχρεωτικώς μέριμνα διά την ανανέωσιν και βελτίωσιν των δασικών συστάδων.

  3. Αι κατά τας παραγράφους 1 και 2 υποχρεώσεις βαρύνουν:

     

     α) το Δημόσιον, ως προς τα δημόσια και μη υπό τρίτων διακατεχόμενα δάση και δασικάς εκτάσεις.

     β) τους ιδιοκτήτας, ως προς τα αναγνωρισμένα ιδιωτικά δάση και δασικάς εκτάσεις.

     γ) του διακατόχους, ως προς τα διακατεχόμενα δάση και δασικάς εκτάσεις του Δημοσίου. Αι υποχρεώσεις αύται ισχύουν ανεξαρτήτως της εκτάσεως εκάστης ιδιοκτησίας.

  1. Απαντες οι ιδιοκτήται ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων (δήμοι, κοινότητες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα) υποχρεούνται να διαθέτουν κατ’ έτος μέχρι τα τριάκοντα επί τοις εκατόν των εκ της εκμεταλλεύσεως ή εκμισθώσεως αυτών καθαρών εσόδων διά την μερίμνη των ιδίων εκτέλεσιν δασικών έργων, διάνοιξιν οδών, φύτευσιν ή καλλιέργειαν ταχυαυξών ειδών, διενέργειαν αναδασώσεων, ως και βελτίωσιν ή επέκτασιν της δασικής βλαστήσεως επί της ιδιοκτησίας των. Η ως άνω διάταξις εφαρμόζεται αναλόγως και επί διακατεχομένων δασών ή δασικών εκτάσεων.

     Οι μη συμμορφούμενοι εις την διά της παρούσης παραγράφου θεσπιζομένην υποχρέωσιν δεν θα τυγχάνουν επιδοτήσεως κατ’ άρθρον 16 του παρόντος νόμου ουδέ των χορηγουμένων οικονομικών κινήτρων βάσει του Ν.Δ. 131/1974 και δεν θα δανειοδοτούνται υπό της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος. Η μη συμμόρφωσις του δασοκτήμονος βεβαιούται δι’ αποφάσεως του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δασών, εκδιδομένης κατόπιν ητιολογημένης εισηγήσεως του αρμοδίου δασάρχου και εγκρινομένης υπό του Νομάρχου.

  1. Τα οικεία νομαρχιακά Ταμεία Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών δύνανται να παρέχουν πιστώσεις προς εκτέλεσιν δασικών έργων και έργων αναδασώσεως ή βελτιώσεως και αναπτύξεως ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων, προς ανάπτυξιν της δασικής παραγωγής αυτών ή διατήρησιν του αισθητικού ή προστατευτικού χαρακτήρος αυτών. Αι πιστώσεις αύται διέπονται υπό των διατάξεων του Ν.Δ. 131/1974 περί παροχής οικονομικών ενισχύσεων εις την γεωργικήν, κτηνοτροφικήν, δασικήν και αλιευτικήν παραγωγήν ως εκάστοτε ισχύουν.

Α ρ θ ρ ο ν   18

Επιτήρησις

  1. Αι δασικαί αρχαί μεριμνούν διά την αδιάλλειπτον και αποτελεσματικήν επιτήρησιν των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων προς φύλαξιν αυτών εκ των κινδύνων πυρκαϊών, παρανόμων υλοτομιών, εκχερσώσεων και βοσκήσεων, την φύλαξιν των δασικών έργων, την προστασίαν της αγρίας πανίδος και την πρόληψιν δασικών αδικημάτων. Διά την φύλαξιν και προστασίαν των ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων μεριμνούν οι ιδιοκτήται τούτων, υπό την επίβλεψιν της δασικής υπηρεσίας.

  2. Εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις, εγκαθίστανται παρατηρητήρια ή φυλακεία, εφοδιασμένα δι’ ενσυρμάτων ή ασυρμάτων τηλεφωνικών συσκευών επικοινωνίας μετά των πλησιεστέρων δασικών και αστυνομικών αρχών.

  3. Αι δασικαί υπηρεσίαι εφοδιάζονται δι’ αυτοκινήτων οχημάτων επιβατικών, φορτηγών και πυροσβεστικών, ως επίσης διά προωθητήρων και άλλων αναγκαίων διά την εκτέλεσιν της αποστολής των μηχανημάτων και εργαλείων.

Α ρ θ ρ ο ν   19

Προστασία Χλωρίδος και Πανίδος

  1. Τα υπό του παρόντος νόμου προβλεπόμενα ιδιαίτερα προστατευτικά μέτρα αφορούν και την εντός των δασών και των δασικών εκτάσεων αγρίαν πανίδα ως και την λοιπήν χλωρίδα.

  2. Οι όροι των διεξαγομένων επί των υφισταμένων ειδών αγρίας πανίδος και αυτοφυούς χλωρίδος ερευνών, τα ειδικότερα μέτρα προστασίας τούτων »και των βιοτόπων τους, καθώς και οι κατάλογοι αυτών» και τα της συνεργασίας της δασικής υπηρεσίας μετά των υπηρεσιών προστασίας του περιβάλλοντος και άλλων ενδιαφερομένων διά τα ως άνω είδη υπηρεσιών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου (εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, μουσείων κλπ. ) καθορίζονται διά προεδρικού διατάγματος***, εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Συντονισμού και Γεωργίας.

(*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 67/1981, Φ.Ε.Κ. 23/30-1-1981/Τ.Α’. «Περί προστασίας και καθορισμού διαδικασίας συντονισμού και ελέγχου της ερεύνης επ’ αυτών»).<

(Η εντός εισαγωγικών φράση προστέθηκε από &3 α άρθρου 62 του Ν.2637/1997)

     »3.Με το προεδρικό διάταγμα της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Γεωργίας να ρυθμίζει με απόφασή του ειδικότερα θέματα, θέματα τοπικού ενδιαφέροντος, καθώς και τεχνικά ή λεπτομερειακά θέματα του προεδρικού αυτού διαταγματος».

(Η ως άνω εντός εισαγωγικών &3 προστέθηκε από τη &3 β’ άρθρου 62 Ν.2637/1998)

Α ρ θ ρ ο ν     20

Πινακίδες

  1. Εντός των δασών και δασικών εκτάσεων ή εις τας παρυφάς ή τας εισόδους αυτών και εις επίκαιρα κατά την κρίσιν του οικείου δασάρχου σημεία, ως και εις παρακειμένας οδούς, παραλίας ή άλλας κοινής χρήσεως εκτάσεις τοποθετούνται υποχρεωτικώς πινακίδες:

     

     α) Ρυθμιστικαί, διά των οποίων αναγγέλεται ή υπομιμνήσκεται απαγόρευσις ή υποχρέωσις και

     β) πληροφοριακαί, παρέχουσαι ενδείξεις περί υφισταμένων κινδύνων, κατευθύνσεων, τοπωνυμίων, αποστάσεων, υψομετρικής διαφοράς, χρησίμων εγκαταστάσεων κλπ.

  1. Αι διαστάσεις, ο χρωματισμός, το ειδικότερον περιεχόμενον και πάσα άλλη λεπτομέρεια διά την κατασκευήν και τοποθέτησιν των πινακίδων τούτων καθορίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας.

Α ρ θ ρ ο ν   21

Ανάπτυξις φιλοδασικού πνεύματος

  1. Το Υπουργείον Γεωργίας δύναται να προβαίνη δαπάναις του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών:

     

     α) Εις την σύνταξιν, εκτύπωσιν ή αγοράν προς πώλησιν ή δωρεάν διανομήν βιβλίων, περιοδικών, φυλλαδίων ή άλλων εντύπων αποσκοπούντων εις την διάδοσιν των γνώσεων περί τα δάση και την προστασίαν αυτών, την ανάπτυξιν της δασοπονίας και την ενίσχυσιν του φιλοδασικού πνεύματος.

     β) Εις την παροχήν βραβείων διά την εκπόνησιν μελετών αφορωσών εις την διαχείρισιν, προστασίαν και βελτίωσιν ή ανάπτυξιν των ελληνικών δασών ή την συμμετοχήν εις εκθέσεις ή την ανάπτυξιν υποδειγματικών δασικών φυτειών.

     γ) Εις την επιχορήγησιν εκπαιδευτικών ή κοινωφελών ιδρυμάτων διά την διενέργειαν ερευνών και την συντήρησιν του συλλεγομένου υλικού επί της εντός δασών και δασικών εκτάσεων αγρίας πανίδος και αυτοφυούς χλωρίδος.

     δ) Εις την επιχορήγησιν φιλοδασικών σωματείων διά την υπ’ αυτών διενέργειαν αναδασώσεων ή την συμβολήν των εις την προστασίαν του πρασίνου και εν γένει την εκπλήρωσιν των σκοπών των.

     ε) Εις την οργάνωσιν δασικών εκθέσεων.

  1. Υπό των κατά τόπους δασαρχών ή των υπ’ αυτούς υπαλλήλων του δασολογικού κλάδου ενεργούνται κατ’ έτος εν συννενοήσει μετά των αρμοδίων επιθεωρητών δημοτικής και μέσης εκπαιδεύσεως διαλέξεις και ομιλίαι μετά επιδείξεων ή πρακτικών ασκήσεων προς τους μαθητάς των σχολείων της περιφερείας των, αφορώσαι εις την προστασίαν των δασών και την ανάπτυξιν του φιλοδασικού πνεύματος. Αι διαλέξεις αύται δέον να καλύπτουν χρόνον τουλάχιστον δύο ωρών κατ’ έτος δι’ εκάστην τάξιν.

  2. Τα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά μέσα ενημερώσεως υποχρεούνται όπως εις τα εβδομαδιαία προγράμματα αυτών συμπεριλαμβάνουν εκπομπάς σχετικάς με την ανάπτυξιν και προστασίαν της χλωρίδος και πανίδος.

Α ρ θ ρ ο ν  22

Δασικοί συνεταιρισμοί προστασίας

  1. Εάν εις περιοχήν χαρακτηρισθείσαν ως επικίνδυνον κατά το άρθρον 25 του παρόντος περιλαμβάνονται ιδιωτικά δάση ή δασικαί εκτάσεις ή διακατεχόμενα δημόσια δάση ή δασικαί εκτάσεις οι ιδιοκτήται αυτοτελών τμημάτων ή ιδανικών μεριδίων ή οι διάκατοχοι αυτών ενούνται υποχρεωτικώς εις ένα ή πλείονας αναγκαστικούς δασικούς συνεταιρισμούς προστασίας των ως άνω δασών ή δασικών εκτάσεων. Ομοίως εις τοιούτους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς ενούνται υποχρεωτικώς οι ιδιοκτήται ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων ευρισκομένων εντός περιοχής χαρακτηρισθείσης ως οικιστικής, κατά το άρθρον 49 του παρόντος.

  2. Σκοπός των ως άνω αναγκαστικών συνεταιρισμών είναι η από κοινού υπό των συνεταιρισμών δασοκτημόνων ή διακατόχων:

     

     α) Εκτέλεσις των κατά το άρθρον 16 προστατευτικών έργων,

     β) η πραγματοποίησις των κατά τον παρόντα νόμον επιβαλλομένων αναδασώσεων,

     γ) άσκησις της δεούσης επιτηρήσεως και τήρησις της αναγκαίας καθαριότητος και

     δ) αντιμετώπισις των συναφών προς την διατήρησιν, βελτίωσιν και ανάπτυξιν των εντός των ιδιοκτησιών των δασικής βλαστήσεως προβλημάτων.

  1. Οι αναγκαστικοί δασικοί συνεταιρισμοί προστασίας συνιστώνται, εφ’ όσον οι μεν ενούμενοι εις αυτούς ιδιοκτήται ή διακάτοχοι είναι πλείονες των επτά τα δε δάση ή δασικαί εκτάσεις, αι υπαγόμεναι εις την από κοινού προστασίαν, κείνται εντός της περιφερείας του αυτού δήμου ή κοινότητος ή εντός των συνορευουσών περιφερειών πλειόνων δήμων ή κοινοτήτων. Εάν εις την αυτήν ως άνω περιφέρειαν υφίσταται και λειτουργεί αναγκαστικός συνεταιρισμός δασοκτημόνων προς προαγωγήν της δασοπονίας των, προσκτάται και τον χαρακτήρα του δασικού συνεταιρισμού προστασίας κατά τα ανωτέρω.

  2. Η σύστασις των ως άνω αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου νομάρχου καθοριζούσης την ονομασίαν, την έδραν και την περιοχήν του συνεταιρισμού. Οι ούτω συνιστώμενοι αναγκαστικοί δασικοί συνεταιρισμοί είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δεν έχουν δε εμπορικήν ιδιότητα.

  3. Διά προεδρικού διαστάγματος *** εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Γεωργίας καθορίζονται οι ειδικώτεροι όροι και η διαδικασία διά την σύστασιν, συγχώνευσιν και διάλυσιν των ως άνω αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών, τα του τρόπου διοικήσεως αυτών, το ύψος και ο τρόπος καταβολής των εισφορών των μελών, τα της εκλογής των οργάνων των, τα της εσωτερικής οργανώσεως και λειτουργίας των, τα της συμπαραστάσεως, βοηθείας και εποπτείας αυτών και του Υπουργείου Γεωργίας, τα του τρόπου της οικονομικής διαχειρίσεως και της ασκήσεως του διαχειριστικού ελέγχου ως και πάσα ετέρα λεπτομέρεια αφορώσα εις την λειτουργίαν των εν λόγω δασικών συνεταιρισμών και την πραγμάτωσιν των σκοπών των.

     (*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 796/1981 «Περί συστάσεως Αναγκαστικών Δασικών Συνεταιρισμών Προστασίας (Α.Δ.Σ.Π.)’ Φ.Ε.Κ. 208/6-8-1981/Τ.Α.’)

  1. Ιδιοκτήται δασών ή δασικών εκτάσεων ως και διακάτοχοι δημοσίων δασών ή ιδιωτικών εκτάσεων μη περιλαμβανομένων εις επικινδύνους περιοχάς δύνανται να συνιστούν ή να μετέχουν εκουσίως εις δασικούς συνεταιρισμούς προστασίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

Αντιμετώπισις πυρκαϊών

Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 2612/1998»Οι αρμοδιότητες, υποχρεώσεις και δικαιώματα του Δασάρχη, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 23 έως 37, εκτός του άρθρου 35, του ν. 998/1979, καθώς και όποιες άλλες αφορούν θέματα Δασοπροστασίας από τις πυρκαγιές, ασκούνται εφεξής αντίστοιχα από το Διοικητή της οικείας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Όπου στις διατάξεις αναφέρεται Υπουργός Γεωργίας», »Δασικό Σώμα», »Δασάρχης», »Δασικοί Υπάλληλοι», νοείται αντιστοίχως »Υπουργός Δημόσιας Τάξης», »Πυροσβεστικό Σώμα», »Διοικητής Πυροσβεστικής Υπηρεσίας» και »Πυροσβεστικοί υπάλληλοι».

Α ρ θ ρ ο ν  23

Απαγορεύσεις

  1. Απαγορεύεται:

α) Να ανάπτεται ή να διατηρήται πυρ προς οιονδήποτε σκοπόν εν υπαίθρω και εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή πλησίον αυτών και μέχρις αποστάσεως τριακοσίων μέτρων. Εξαιρετικώς επιτρέπεται η αφή πυράς από μεν 1ης Μαίου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους κατόπιν αδείας της δασικής αρχής ή επί παρουσία οργάνου αυτής, κατά δε το υπόλοιπον χρονικόν διάστημα συμφώνως προς τους υπό των δασικών κανονισμών προβλεπομένους όρους.

 β) Να ανάπτεται ή να διατηρήται πυρ προς οιονδήποτε σκοπόν εντός οικιών, ξενοδοχείων,, εργαστηρίων, καλυβών, ποιμνιοστασίων, σκηνών, αυλών και άλλων ενδιαιτημάτων ή περιφραγμένων ακαλύπτων χώρων ευρισκομένων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή εις τριακοσίων μέτρων απόστασιν από των ορίων αυτών, χωρίς να λαμβάνωνται τα παρά των δασικών κανονισμών προβλεπόμενα μέτρα.

γ) Να τοποθετούνται, φυλάσσωνται ή εγκαταλείπωνται εύλεκτοι ύλαι ή άχρηστα είδη ή απορρίματα εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων και μέχρις αποστάσεως τριακοσίων μέτρων, πλην των προς τούτο ωρισμένων υπό της δασικής αρχής ή κατόπιν αδείας ταύτης χώρων, τηρουμένων πάντοτε διά την φύλαξιν ή την καύσιν τούτων των υπό των δασικών κανονισμών ή άλλων ειδικών διατάξεων επιβαλλομένων μέτρων ασφαλείας κατά της πυρκαϊάς. Απαγορεύεται ιδία η υπό των δήμων και κοινοτήτων δημιουργία χώρων απορρίψεως και καύσεως απορριμάτων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων και μέχρις αποστάσεως πεντακοσίων μέτρων από αυτών, εκτός αν διαπιστούται απόλυτος αδυναμία εξευρέσεως άλλου χώρου και πάντοτε κατόπιν αδείας του οικείου νομάρχου, εκδιδομένης μετά πρότασιν της δασικής υπηρεσίας και καθοριζούσης τον τόπον και τους όρους απορρίψεως και καύσεως των απορριμάτων, ως και πάντα τα αναγκαία μέτρα διά την αποτροπήν μεταδόσεως του πυρός.

δ) Η εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή μέχρις αποστάσεως εκατόν μέτρων από τούτων καύσις ανθρακοκαμίνων, ως και η εγκατάστασις άλλου εργαστηρίου ή τεχνικού συγκροτήματος λειτουργούντος διά καυσίμου ύλης, άνευ αδείας του δασάρχου και συμφώνως προς τους όρους ταύτης.

ε) Η εντός δασών και δασικών εκτάσεων θήρα δι’ όπλων εχόντων βύσμα εξ ύλης, εκ της οποίας δύναται να μεταδοθή το πυρ.

στ) Η εντός δασών και δασικών εκτάσεων απόρριψις ανημμένων σιγαρέττων εκ μέρους πεζών ή εποχουμένων αμαξών, αυτοκινήτων και σιδηροδρομικών συρμών.

ζ) Το κάπνισμα των εντός κορμών δένδρων μελισσών, ειμή κατά τα υπό των δασικών κανονισμών προβλεπόμενα.

  1. Επίσης απαγορεύεται η από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους καύσις αγρών ή αγροτικών εκτάσεων ή χορτολιβαδικών εδαφών, εφ’ όσον ευρίσκονται εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ή πλησίον αυτών ή δενδροστοιχιών και μέχρις αποστάσεως τριακοσίων μέτρων, άνευ αδείας του οικείου δασάρχου καθοριζούσης τον χρόνον και τας προϋποθέσεις πραγματοποιήσεως ταύτης και άνευ της τηρήσεως των εκ της ως άνω γειτνιάσεως και των κρατουσών καιρικών συνθηκών επιβαλλομένων μέτρων ασφαλείας, κατά τα ειδικώτερον υπό των δασικών κανονισμών προβλεπόμενα.

  2. Οι παραβάται των ανωτέρω απαγορεύσεων πλην της ποινικής διώξεως εις ην υπόκεινται κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, ευθύνονται αστικώς εις αποζημίωσιν κατά τας περί αδικοπραξιών διατάξεις.

“4. Επίσης απαγορεύεται:

α) Η απόρριψη αναμμένων σιγαρέττων εντός δασών, δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων.

β) Η απόρριψη αναμμένων σιγαρέττων εκ των σιδηροδρομικών αμαξών και αυτοκινήτων εν γένει οχημάτων.

Οι παραβάτες των διατάξεων της & αυτής τιμωρούνται κατά τη διάταξη του άρθρου 69 & 1 του παρόντος νόμου ευθυνόμενοι σε περίπτωση πυρκαγιάς και αστικά σε αποζημίωση κατά τη διάταξη της προηγουμένης παραγράφου”.

(Η εντός εισαγωγικών &4 προστέθηκε από το άρθρο 38 του Ν.1845/1989)

Α ρ θ ρ ο ν  24

Υποχρεώσεις οργανισμών κοινής ωφελείας και ιδιωτικών επιχειρήσεων

  1. Αι σιδηροδρομικαί υπηρεσίαι οφείλουν, να μεριμνούν τακτικώς διά την καθαριότητα της εντός δασών ή δασικών εκτάσεων ζώνης, διά της οποίας διέρχονται σιδηροδρομικαί γραμμαί, και την έγκαιρον αποκοπήν και αποκομιδήν των εντός αυτής αναπτυσσομένων ή ευρισκομένων δένδρων, θάμνων, φρυγάνων, ξηρών χόρτων κλπ., συμμορφούμεναι οπωσδήποτε εις τας υποδείξεις της δασικής υπηρεσίας. Η ως άνω ζώνη καταλαμβάνει πάσαν έκτασιν της εκατέρωθεν των σιδηροτροχιών και εις απόστασιν μέχρι δέκα μέτρων υπολογιζομένων από της εξωτερικής τροχιάς της γραμμής. Εις την ζώνην ταύτην δύναται να φυτεύωνται καλλωπιστικά φυτά ή δένδρα μη υποκείμενα εις κίνδυνον πυρκαϊάς, κατά τας υποδείξεις της δασικής υπηρεσίας.

  2. Το εκ της αποκαθάρσεως της ζώνης αποκομιζόμενον υλικόν, εάν είναι χρήσιμον προς καύσιν ή άλλην χρήσιν, παραδίδεται εις τον ιδιοκτήτην ή διακάτοχον του δάσους, ειδοποιούμενον μέσω της οικείας δασικής υπηρεσίας, εάν δε είναι άχρηστον ή εάν ουδείς προσέρχεται διά την παραλαβήν του κατά τα ανωτέρω, καταστρέφεται ή διατίθεται υπό της σιδηροδρομικής υπηρεσίας, αφού μεταφερθή εις ασφαλές διά την καταστροφήν ή διάθεσιν μέρος.

  3. Αι σιδηροδρομικαί υπηρεσίαι υποχρεούνται να τοποθετούν εις τας καπνοδόχους ή τους σωλήνας εξατμίσεων των αυτοκινήτων σιδηροδρομικών μηχανών καταλλήλους συσκευάς διά την πρόληψιν εκτινάξεως σπινθήρων ή πυρακτωμένων μορίων ανθράκων ως και τεφροδόχων υπό τας εσχάρας των μηχανών. Επίσης υποχρεούνται να τοποθετούν εντός των αμαξών και των σταθμών, ως και εις επίκαιρα σημεία της εν παραγράφω 1 ζώνης πινακίδας διά των οποίων να ειδοποιούνται οι επιβάται περί του κινδύνου πυρκαϊάς και να υπομιμνήσκονται οι ποινικές κυρώσεις διά την απόρριψιν ανημμένων σιγαρέττων ή ευλέκτων υλών. Η υποχρέωσις αυτή βαρύνει και τους ιδιοκτήτας υπεραστικών και τουριστικών λεωφορείων.

  4. Εφ’ όσον εις παρακειμένην δάσους ή δασικής εκτάσεως περιοχήν ευρίσκονται αεροδρόμια, σταθμοί αυτοκινήτων, βιομηχανίαι ή εγκαταστάσεις αποθηκεύσεως ευφλέκτων υλών, οι διοικήσεις τούτων υποχρεούνται να λαμβάνουν πέραν των εκ των πυροσβεστικών κανονισμών προβλεπομένων και παν μέτρον επιβαλλόμενον εκ των περιστάσεων διά την αποφυγήν μεταδόσεως πυρκαϊάς εις το παρακείμενον δάσος ή την δασικήν έκτασιν. Εις ην περίπτωσιν τα μέτρα ταύτα δεν ήθελον ληφθή οίκοθεν, ο νομάρχης δύναται τη προτάσει του οικείου δασάρχου να επιβάλη διά πράξεώς του την λήψιν τούτων.

  5. Αι αυταί ως άνω υπηρεσίαι ή ιδιωτικαί επιχειρήσεις υποχρεούνται να διατηρούν τα απολύτως αναγκαία μέσα διά την άμεσον αντιμετώπισιν πυρκαϊάς του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, η οποία ήθελεν εκδηλωθή εις την αμέσως γειτονικήν προς αυτάς περιοχήν.

  6. Τα λεωφορεία, πούλμαν, αυτοκινητάμαξαι και οχήματα σιδηροδρομικών συρμών δέον να είναι εφωδιασμένα πλήρως διά τεφροδοχείων. Υπεράνω των οποίων δέον να τίθενται και πινακίδες απαγορευτικαί της εκτός αυτών απορρίψεως των σιγαρέττων.

Α ρ θ ρ ο ν 25

Επικίνδυνοι περιοχαί

  1. Περιοχαί, αι οποίαι ως εκ της φύσεως των και του είδους της εν αυταίς δασικής βλαστήσεως και των κρατουσών κλιματολογικών συνθηκών ή άλλων αιτίων, είναι ιδιαιτέρως εκτεθειμέναι και ευαίσθητοι εις πυρκαϊάς κηρύσσονται επικίνδυναι περιοχαί.

  2. Ο ανωτέρω χαρακτηρισμός ενεργείται κατόπιν σχετικής εισηγήσεως των οικείων νομαρχών και της κεντρικής δασικής υπηρεσίας ερειδομένης επί των κατά την προηγουμένην παράγραφον κριτηρίων και της συχνότητος ή εκτάσεως των κατά το παρελθόν εκραγεισών πυρκαϊών, διά προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Γεωργίας και Δημοσίας Τάξεως. (*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 575/1980 «Περί κηρύξεως ιδιαιτέρως ευαισθήτων εις πυρκαϊάς περιοχών δασών και δασικών εκτάσεων ως επικινδύνων» Φ.Ε.Κ. 157/9-7-1980/Τ.Α’.).

  3. Η έκδοσις του κατά την προηγουμένην παράγραφον, διατάγματος συνεπάγεται υποχρεωτικώς την λήψιν των κατωτέρω μέτρων:

α) Την εγκατάστασιν, ειδικών δασοπυροσβεστικών μονάδων διά την κατάσβεσιν δασοπυρκαϊών εις την έδραν του νομού ή έτερα σημεία αυτού, οριζόμενα υπό του νομάρχου, από 1ης Μαίου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους, κατά τα εις το άρθρον 26 οριζόμενα.

β) Την εγκατάστασιν, εις τα πλέον εγγύς ευρισκόμενα αεροδρόμια και εις επίκεντρον σημείον εν σχέσει προς πλείονας περιοχάς, μονάδα κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος κατά το αυτό ως άνω χρονικόν διάστημα, συμφώνως προς τα εν άρθρω 27 οριζόμενα.

γ) Την υπό της μετεωρολογικής υπηρεσίας ιδιαιτέραν παρακολούθησιν, κατά το αυτό ως άνω χρονικόν διάστημα, των καιρικών συνθηκών υπέρ τας επικινδύνους περιοχάς και την έκδοσιν ειδικού δελτίου προς ενημέρωσιν των οικείων νομαρχών, εις ας περιπτώσεις αύται κρίνονται ως δυνάμεναι να ευνοήσουν την ανάπτυξιν ή διάδοσιν πυρκαϊάς.

δ) Την υπό του Υπουργού Γεωργίας ή του οικείου νομάρχου έκδοσιν ειδικών κανονισμών ρυθμίσεως της διελεύσεως και παραμονής ιδιωτών εντός των δασών και δασικών εκτάσεων της επικινδύνου περιοχής, ως και την δυνατότητα λήψεως προληπτικών μέτρων επείγοντος χαρακτήρος διά την επάνδρωσιν παρατηρητηρίων, την επίβλεψιν των υπό του κοινού συχναζομένων χώρων και την πρόληψιν επαπειλουμένων εγκληματικών πράξεων κατά των δασών ή δασικών εκτάσεων.

ε) Την υπό της οικείας δασικής αρχής, εν συνεργασία μετά των, κατά τόπους δημοτικών ή κοινοτικών αρχών, κατάρτισιν πίνακος των από 1ης Μαίου μέχρι 31ης Οκτωβρίου εκάστου έτους διαμενόντων επί δεκαπενθήμερον και άνω εντός των δασών και δασικών εκτάσεων προσώπων, τα οποία υποχρεούνται να δηλώσουν εγγράφως και υπευθύνως προς την δασικήν υπηρεσίαν τον τόπον της διαμονής των, κατά τα ειδικότερον υπό των δασικών κανονισμών οριζόμενα.

στ) Την κατά απόλυτον προτεραιότητα εκτέλεσιν των υπό του προγράμματος δασικών έργων προβλεπομένων κατασκευών και εργασιών.

ζ) Την σύστασιν αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών προς προστασίαν των υφισταμένων ιδιωτικών ή διακατεχομένων δασών ή δασικών εκτάσεων, κατά το άρθρον 22 του παρόντος νόμου.

Α ρ θ ρ ο ν 26

Μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών

  1. Εις νομούς περιλαμβάνοντας επικινδύνους περιοχάς οργανούνται υπό της δασικής υπηρεσίας ειδικαί μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών, εφοδιαζόμεναι διά των πλέον προσφόρων και αποτελεσματικών τεχνικών μέσων. Αι μονάδες αύται συγκροτούνται εξ υπαλλήλων της δασικής υπηρεσίας ειδικώς εκπαιδευομένων εις την αντιμετώπισιν δασοπυρκαϊών.

  2. Το προσωπικόν των ειδικών μονάδων κατασβέσεως συμμετέχει μετά των λοιπών δασικών υπηρεσιών εις την εκτέλεσιν εργασιών προστασίας και φυλάξεως των δασών και δασικών εκτάσεων και δη εις την διενέργειαν των φρυγανεύσεων, θαμνεύσεων, καθαρισμών, αραιώσεων, εκπρεμνώσεων, διανοίξεων αντιπυρικών ζωνών, την εγκατάστασιν και λειτουργίαν πρατηρίων και υδατοδεξαμενών, ως και εις κοινάς ασκήσεις μετά του λοιπού προσωπικού της δασικής υπηρεσίας επί των τρόπων αντιμετωπίσεως πυρκαϊών και χρήσεως των διατιθεμένων μέσων κατασβέσεως του πυρός επί τη βάσει προγράμματος εγκρινομένου υπό του οικείου νομάρχου.

  3. Διά προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως, Γεωργίας και Δημοσίας Τάξεως καθορίζονται ειδικότερον η οργάνωσις και ο τρόπος εκτελέσεως των καθηκόντων των ειδικών μονάδων κατασβέσεως δασοπυρκαϊών, ο αριθμός και η έδρα τούτων, τα της δημιουργίας δασοπυροσβεστικών σταθμών και της επανδρώσεως τούτων, η κατανομή των οργανικών θέσεων του προσωπικού της υπηρεσίας ταύτης, οι όροι διορισμού ή εντάξεως εις τας οργανικάς θέσεις, τα της προσλήψεως βοηθητικού προσωπικού επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου, τα της εκπαιδεύσεως και επιμορφώσεως του προσωπικού της εν λόγω υπηρεσίας, είτε εις την ημεδαπήν με την συνεργασίαν του Πυροσβεστικού Σώματος, είτε εις την αλλοδαπήν, ως και παν έτερον θέμα αφορών εις την εν λόγω υπηρεσίαν και την κατάστασιν του προσωπικού της.

  4. Διά κοινών αποφάσεων των Υπουργών Γεωργίας και Δημοσίας Τάξεως καθορίζονται τα της συνεργασίας και αμοβαίας αρωγής της δασοπυροσβεστικής υπηρεσίας μετά του πυροσβεστικού σώματος.

Α ρ θ ρ ο ν 27

Μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος

  1. Παρά τη πολεμική αεροπορία και εν συνεργασία μετά της Δασικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας οργανούνται και λειτουργούν ειδικαί μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος. Αι μονάδες αύται εφοδιαζόμεναι δι’ ειδικών τύπων αεροσκαφών και ελικοπτέρων, ως και του λοιπού αναγκαίου υλικού διά την αντιμετώπισιν των πυρκαϊών, εγκαθίστανται εις τα εγγύς των επικινδύνων περιοχών του άρθρου 25 αεροδρόμια, εξυπηρετούμεναι υπό των υπηρεσιών εδάφους της πολεμικής αεροπορίας.

  2. Ο τόπος εγκαταστάσεως και η εις διατιθέμενα μέσα δύναμις των μονάδων τούτων, τα της επανδρώσεως, προετοιμασίας και της καταστάσεως ετοιμότητος αυτών, τα της συνεργασίας των με τας δασικάς αρχάς και ενεργείας εις περίπτωσιν πυρκαϊάς, τα λαμβανόμενα μέτρα και τα όρια ασφαλείας καθορίζονται διά προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Εθνικής Αμύνης, Δημοσίας Τάξεως και Γεωργίας.

  3. Δι’ αποφάσεων του Αρχηγού Αεροπορίας ή των κατά τόπους αεροπορικών διοικητών ρυθμίζεται πάσα ετέρα λεπτομέρεια αναφερομένη εις την λειτουργίαν των ως άνω μονάδων και την απρόσκοπτον επιτέλεσιν του έργου του.

  4. Διά προεδρικού διατάγματος, εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Εθνικής Αμύνης, Γεωργίας και Συγκοινωνιών, επιτρέπεται να μεταφερθούν αι ως άνω μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών εις την υπηρεσίαν Πολιτικής Αεροπορίας ή εις επί τούτω συνιστώμενον οργανισμόν. Εις την περίπτωσιν ταύτην τα εις την παράγραφον 2 οριζόμενα θέματα ρυθμίζονται διά προεδρικών διαταγμάτων εκδιδομένων τη προτάσει του Υπουργού Συγκοινωνιών και Γεωργίας.

Α ρ θ ρ ο ν   28

Αρμοδιότητες διά την καταστολήν πυρκαϊών

  1. Αρμόδια όργανα διά την λήψιν των προσηκόντων μέτρων, την έκδοσιν των σχετικών διαταγών και την μέριμναν της ταχείας και ασφαλούς εκτελέσεώς των είναι:

α) ο οικείος δασάρχης και τα υπ’ αυτών όργανα της δασικής υπηρεσίας,

β) αι κατά τόπους αρχαί της χωροφυλακής και αγροφυλακής,

γ) αι δημοτικαί ή κοινοτικαί αρχαί της περιοχής εις ην εξερράγη πυρκαϊά,

δ) οι σταθμοί ή υποσταθμοί της πυροσβεστικής υπηρεσίας,

ε) αι ειδικαί μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος και

στ) αι κατά τόπους στρατιωτικαί αρχαί.

  1. Αι υπό στοιχεία α’ έως και δ’ αρχαί και τα όργανα αυτών, ευθύς ως αντιληφθούν την έναρξιν πυρκαϊάς, ή ειδοποιηθούν περί τούτου, έχουν υποχρέωσιν αυτεπαγγέλτου και αμέσου κινητοποιήσεως και επεμβάσεως προς καταστολήν αυτής διά της ιδίας αυτών ενεργείας και διά των υπ’ αυτών διατιθεμένων μέσων. Επίσης έχουν υποχρέωσιν αμέσου ενημερώσεως αλλήλων και του νομάρχου.

  2. Η συνδρομή και επέμβασις των υπό στοιχεία ε’ και στ’ υπηρεσιών δύναται να ζητηθή υπό του νομάρχου ή, εις περίπτωσιν επείγοντος, υπό των εν παραγράφω 2 αρχών, υποχρεουμένων εις παροχήν πάσης χρησίμου πληροφορίας.

  3. Την επέμβασιν των ανωτέρω αρχών και υπηρεσιών, εις βαθμόν κινητοποιήσεως, την δράσιν και την συνεργασίαν των προς κατάσβεσιν πυρκαϊάς κατευθύνει και συντονίζει, εφ’ όσον συντρέχει περίπτωσις ο νομάρχης. Μέχρι της ενημερώσεως του νομάρχου και της υπ’ αυτού αναλήψεως της διευθύνσεως και συντονισμού των ενεργειών διά την αντιμετώπισιν της πυρκαϊάς, την ευθύνην αμέσου ενεργείας και εποπτείας των προσπαθειών διά την κατάσβεσιν αυτής έχει ο οικείος δασάρχης.

Α ρ θ ρ ο ν   29

Υποχρεώσεις αντιλαμβανομένων πυρκαϊάν

  1. Ο αντιλαμβανόμενος πυρκαϊάν εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως ή πυρκαϊάν εκδηλουμένην πλησίον τούτων, αλλά δυναμένην να επεκταθή εντός αυτών, οφείλει να καταβάλη πάσαν δυνατήν προσπάθειαν προς κατάσβεσιν ταύτης, εφ’ όσον δε ευρίσκεται εις αδυναμίαν να αντιμετωπίση την πυρκαϊάν μόνος, υποχρεούται να ειδοποιήση αμέσως τα πλησιέστερα προς τον τόπον της πυρκαϊάς άτομα, προς δε και την δασικήν ή την αστυνομικήν αρχήν, ή την πυροσβεστικήν υπηρεσίαν, ή τον δήμαρχον ή τον πρόεδρον της κοινότητος ή την τυχόν παρακειμένην στρατιωτικήν υπηρεσίαν. Την τελευταίαν ταύτην υποχρέωσιν ειδοποιήσεως μιάς των ως άνω αρχών ή υπηρεσιών έχουν και τα κατά τα ανωτέρω το πρώτον ειδοποιούμενα άτομα.

  2. Τα όργανα μιας των ως άνω αρχών και υπηρεσιών, λαμβάνοντα γνώσιν εξ ιδίας αντιλήψεως ή εκ της κατά την προηγουμένην παράγραφον ειδοποιήσεως περί της ενάρξεως πυρκαϊάς, υποχρεούνται εις άμεσον ενημέρωσιν των αμέσων κατά τόπους προϊσταμένων των και ειδοποίησιν των λοιπών ως άνω αρχών και υπηρεσιών.

Α ρ θ ρ ο ν   30

Ενέργειαι προς κατάσβεσιν πυρκαϊάς

  1. Ο Δασάρχης και τα υπ’ αυτόν όργανα της δασικής υπηρεσίας, ευθύς ως λάβουν γνώσιν εκραγείσης πυρκαϊάς, σπεύδουν εις τον τόπον ένθα εξεδηλώθη αύτη, και επιλαμβάνονται της κατασβέσεως ταύτης διά των υπ’ αυτών διατιθεμένων μέσων. Την διεύθυνσιν των εργασιών διά τον εντοπισμόν και την κατάσβεσιν της πυρκαϊάς έχει ο Δασάρχης ή ο αναπληρών τούτον υπάλληλος της δασικής υπηρεσίας μέχρι της ειδοποιήσεως και αφίξεως του νομάρχου. Ούτος κατευθύνει και συντονίζει και τας ενεργείας των παρεχόντων συνδρομήν ιδιωτών ή δημοσίων, δίδων τας προς τούτο αναγκαίας οδηγίας.

  2. Αι κατά τόπον μονάδες της πυροσβεστικής υπηρεσίας και τα όργανα της Χωροφυλακής και Αγροφυλακής υποχρεούνται εις άμεσον κινητοποίησιν και επέμβασιν προς καταστολήν της πυρκαϊάς, αναλόγως προς την έκτασιν ταύτης και τον παρουσιαζόμενον κίνδυνον, τιθέμεναι εις την διάθεσιν του οικείου δασάρχου.

  3. Τη αιτήσει του δασάρχου ή του αναπληρωτού τούτου δασικού υπαλλήλου δύναται να κινητοποιηθούν και άλλαι μονάδες της πυροσβεστικής υπηρεσίας και της Χωροφυλακής κατόπιν διαταγής των κατά τόπους διοικητών ή υποδιοικητών.

  4. Εφ’ όσον η πυρκαϊά λαμβάνει διαστάσεις ή εμφανίζει κίνδυνον επεκτάσεως, αι επιληφθείσαι της κατασβέσεως αυτής υπηρεσίαι και αρχαί δύνανται να ζητήσουν την συνδρομήν της πλησιεστέρας στρατιωτικής διοικήσεως (στρατού, ναυτικού, ή αεροπορίας) ή της τυχόν υφισταμένης λιμενικής αρχής. Αι στρατιωτικαί διοικήσεις υποχρεούνται και εις άμεσον αυτεπάγγελτον επέμβασιν προς καταστολήν πυρκαϊάς, εφ’ όσον αύτη εξερράγη εντός στρατιωτικής περιοχής ή εις δάσος ή δασικήν έκτασιν παρακειμένην στρατιωτικών χώρων ή εγκαταστάσεων, ειδοποιούσαι πάντως σχετικώς την δασικήν αρχήν και την πυροσβεστικήν υπηρεσίαν, εφ’ όσον συντρέχει περίπτωσις.

  5. Αι στρατιωτικαί διοικήσεις ευθύς ως λάβουν γνώσιν εκραγείσης πυρκαϊάς κατά τα ανωτέρω, οφείλουν να αποστείλουν το ταχύτερον εις τον τόπον αυτής διαθέσιμον δύναμιν εκ των ανδρών των, εφωδιασμένων διά των απαραιτήτων εργαλείων και μέσων. Η δύναμις αύτη καταφθάνουσα εις τον τόπον της πυρκαϊάς τίθεται εις την διάθεσιν του διευθύνοντος την κατάσβεσιν αυτής νομάρχου, δασάρχου ή αναπληρωτού αυτών υποχρεουμένη να συμμορφούται προς τας οδηγίας των.

  6. Εφ’ όσον παρίσταται ανάγκη να ζητηθή υπό των επιληφθεισών της κατασβέσεως της πυρκαϊάς αρχών και υπηρεσιών, κινητοποιούνται και αι μονάδες κατασβέσεως δασοπυρκαϊών από αέρος, αποστέλλουσαι ανάλογον αριθμόν αεροσκαφών και ελικοπτέρων διά την επισήμανσιν και καταστολήν της πυρκαϊάς διά των υπ’ αυτών διατιθεμένων μέσων.

Α ρ θ ρ ο ν   31

Επίταξις μέσων και στρατιωτικών υπηρεσιών.

  1. Οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι κοινοτήτων και οι κάτοικοι των δήμων και κοινοτήτων, στην περιφέρεια των οποίων εξερράγη πυρκαγιά, υποχρεούνται, αμέσως, με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαπίστωση ή αναγγελία εκδήλωσης πυρκαγιάς, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για την κατάσβεση αυτής σε συνεργασία με τις δασικές και λοιπές αρμόδιες για την κατάσβεση της πυρκαγιάς αρχές, όπως αυτές ορίζονται από το άρθρο 28 του παρόντος. Την ίδια υποχρέωση έχουν και οι οδηγοί -χειριστές των οχημάτων της επομένης παραγράφου. Οι αρνούμενοι με πρόθεση τη συνδρομή τους τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Τα της οργανώσεως της προσφοράς των υπηρεσιών αυτών ρυθμίζονται με προεδρικό διάταγμα ύστερα από πρόταση των Υπουργών Γεωργίας και Εσωτερικών.

  1. Οι κάτοχοι μηχανικών μέσων, που είναι κατάλληλα για την αντιμετώπιση πυρκαγιών, όπως μέσων μεταφοράς, υδροφόρων, χωματουργικών μηχανημάτων και άλλων υποχρεούνται να θέσουν αυτά μετά των χειριστών -οδηγών τους στη διάθεση των αρμοδίων αρχών, μόλις τους ζητηθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Οι αρνούμενοι με πρόθεση τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

  2. Πέραν των κατά τις προηγούμενες παραγράφους κυρώσεων, σε περίπτωση άρνησης παροχής προσωπικών υπηρεσιών ή διάθεσης μηχανικών μέσων, με απόφαση του νομάρχη ή του δασάρχη των εντεταλμένων από αυτούς οργάνων επιτάσσονται οι αναγκαίες προσωπικές υπηρεσίες και τα μηχανικά μέσα.

  3. Όσοι κατά τα ανωτέρω προσφέρουν προσωπικές υπηρεσίες ή διαθέτουν μηχανικά μέσα αποζημιώνονται από τις δασικές υπηρεσίες μετά από αίτησή τους. Οι δαπάνες αυτές βαρύνουν τις πιστώσεις του Υπουργείου Γεωργίας, που προορίζονται για τη προστασία των δασών. Με απόφαση του Νομάρχη ρυθμίζεται το ύψος των οικονομικών αποζημιώσεων. Επίσης με απόφαση του νομάρχη δύναται να απονέμεται η ηθική αμοιβή της έκφρασης ευαρέσκειας σε αυτούς που προσέφεραν εξαιρετικές υπηρεσίες στις προσπάθειες κατάσβεσης της πυρκαγιάς.

Το ως άνω άρθρο παρατίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 115 του Ν.1892/1990

Το αντικατασταθέν άρθρο 31 είχεν ως εξής:

  1. Οι κάτοικοι των δήμων και κοινοτήτων εις την περιφέρειαν των οποίων εξερράγη πυρκαϊά, ως και οι διαμένοντες εντός ή εγγύς του δάσους, εις ο εξερράγη πυρκαϊά, ως και οι διαμένοντες εντός ή εγγύς του δάσους, εις ο εξερράγη αύτη, δύνανται να προσφέρουν εθελοντικώς τας υπηρεσίας των προς κατάσβεσιν αυτής, συνεργαζόμενοι μετά των δασικών και αστυνομικών αρχών.

  2. Εάν παρίσταται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος επεκτάσεως της πυρκαϊάς εγγύς οικισμών, ως και εάν εκ της επεκτάσεως ταύτης τίθεται εις κίνδυνον η ζωή ανθρώπων, επιτρέπεται η διά πράξεως του νομάρχου ή του δασάρχου ή του εντεταλμένου παρ’ αυτών οργάνου επίταξις μέσων μεταφοράς, ελκυστήρων ή προωθητήρων, υδροφόρων οχημάτων και άλλων μηχανημάτων και εργαλείων, δυναμένων να χρησιμοποιηθούν προς κατάσβεσιν της πυρκαϊάς. Επίσης επιτρέπεται η δι’ ομοίας πράξεως επίταξις των προσωπικών υπηρεσιών των κατοίκων των οικείων δήμων και κοινοτήτων, επί τη βάσει πίνακος καταρτιζομένου επί τόπου υπό του δημάρχου ή προέδρου της Κοινότητος. Προκειμένου περί δήμων ή κοινοτήτων των κατά το άρθρον 25 επικινδύνων περιοχών, ο πίναξ ούτος καταρτίζεται εκ των προτέρων και δή μέχρι της 1ης Μαίου εκάστου έτους και ισχύει δι’ εν έτος. Εις τους περιλαμβανομένους εις τον πίνακα τούτον δίδονται υπό της δασικής αρχής αι απαραίτητοι γνώσεις και οδηγίαι διά την έγκαιρον κινητοποίησιν και αποτελεσματικήν δράσιν των.

Απείθεια εις τας διαταγάς της δασικής αρχής τιμωρείται κατά τας διατάξεις του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικος.<

  1. Εις τους ιδιοκτήτας των επιτασσομένων μέσων καταβάλλεται αποζημίωσις οριζομένη, τη αιτήσει του οικείου ναμάρχου ή και των δικαιούχων, υπό του ειρηνοδικείου εντός δέκα το πολύ ημερών από της καταστολής της πυρκαϊάς.

Επίσης αποζημίωσις καταβάλλεται εις τους αποδεδειγμένως χρησιμοποιηθέντας, κατόπιν εθελουσίας προσφοράς ή κατόπιν επιτάξεως των υπηρεσιών των, ιδιώτας, οριζομένη υπό του ειρηνοδικείου επί τη βάσει του κατωτάτου ορίου ωρομισθίου ανειδικεύτου εργάτου. Η πληρωμή της αποζημιώσεως ενεργείται διά πράξεως του νομάρχου εκδιδομένης εντός μηνός από της ως άνω αποφάσεως και βαρύνει τον προϋπολογισμόν του οικείου Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών.

Α ρ θ ρ ο ν 32

Αμοιβαί

  1. Εις τους εθελοντικώς ή κατόπιν επιτάξεως μετασχόντας κατασβέσεως δασοπυρκαϊάς και επιδείξαντας ιδιαίτερον θάρρος και ικανότητα εις το έργον των και ως εκ τούτου συμβάλοντας σημαντικώς εις την κατάσβεσιν αυτής απονέμεται τιμητικόν δίπλωμα ή χρηματικόν βραβείον ή και αμφότερα.

Αι λεπτομέρειαι απονομής τούτων και το ύψος του χρηματικού βραβείου κατά κατηγορίας περιπτώσεων και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά καθορίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

  1. Εις τους μετασχόντας προς κατάσβεσιν της πυρκαϊάς δασικούς υπαλλήλους ή εργάτας και τα όργανα της χωροφυλακής και αγροφυλακής χορηγείται, μετά πρότασιν του ανωτέρου κατά βαθμόν δασικού υπαλλήλου του διευθύνοντος τας εργασίας κατασβέσεως της πυρκαϊάς, ειδική αποζημίωσις λόγω φθοράς ιματισμού και υποδήσεως καθοριζομένη δι’ αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας και βαρύνουσα τον προϋπολογισμόν του Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών.

“Σε περίπτωσης τραυματισμού ή θανάτου των μετεχόντων στη δασοπροστασία υπαλλήλων ή των εθελοντών πολιτών που μετέχουν στη κατάσβεση των δασικών πυρκαϊών, μπορεί να χορηγείται, είτε στους ιδίους είτε στα μέλη της οικογένειάς τους μέχρι δευτέρου βαθμού συγγένειας, ειδική αποζημίωση το ύψος της οποίας καθορίζεται κατά περίπτωση, με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, σε βάρος του προϋπολογισμού του ΚΤΓΚ και Δασών”.

(Το εντός εισαγωγικών εδάφιο προστέθηκε από το άρθρο 38 του Ν.1845/1989)

  1. Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται να καταβάλη ειδικήν αμοιβήν εις τους παρέχοντας θετικάς πληροφορίας διά την ανακάλυψιν των εμπρηστών ή υπαιτίων πυρκαϊών.

Η αμοιβή αυτή προκηρύσσεται δημοσία δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, καταβάλλεται δε μετά την ανακάλυψιν των δραστών. Τοιαύτη αμοιβή δύναται να εγκριθή υπό του Υπουργού Γεωργίας και καταβληθή και άνευ προηγουμένης προκηρύξεως.

Εις τον προϋπολογισμόν του Υπουργείου Γεωργίας εγγράφεται κατά έτος ειδική και επαρκής πίστωσις διά την υλοποίησιν της παρούσης παραγράφου.

Α ρ θ ρ ο ν   33

Επίπτωσις δαπανών

  1. Εφ’ όσον η πυρκαϊά εξερράγη εις ιδιωτικόν ή διακατεχόμενον δάσος ή δασικήν έκτασιν, διαπιστούται δε ητιολογημένως ότι η έναρξις ή επέκτασις αυτής ωφείλετο αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον εις αδικαιολογήτους παραλείψεις των ιδιοκτητώv ή διακατόχων, το ήμισυ των δαπανών διά τας κατά τα άρθρα 31 & 3 και 32 & 2 αποζημιώσεις, μετά την εκκαθάρισιν και καταβολήν τούτων εις τους δικαιούχους, καταλογίζεται εις βάρος των ως άνω ιδιοκτητών ή διακατόχων και εισπράττεται ως έσοδον του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών.

  2. Το ως άνω ποσοστόν μειούται αναλόγως εφ’ όσον η πυρκαϊά εξερράγη ή επεξετάθη και εις δημόσιον δάσος ή δασικήν έκτασιν, της κατανομής γινομένης κατά λόγον της καταστραφείσης ιδιωτικής ή διακατεχομένης εκτάσεως εν σχέσει προς την δημοσίαν.

  3. Εις ην περίπτωσιν εκ της κατά το άρθρον 34 ερεύνης και ανακρίσεως ήθελε προκύψει ότι η πυρκαϊά οφείλεται εις δόλον του ιδιοκτήτου ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως, ή του διακατόχου δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως, το κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου καταλογιζόμενον ποσόν καλύπτει υποχρεωτικώς το σύνολον των αυτόθι οριζομένων δαπανών, ως και την δαπάνην κινητοποιήσεως των λοιπών δημοσίων υπηρεσιών.

  4. Εις περίπτωσιν, καθ’ ην η πυρκαϊά εξερράγη ή επεξετάθη εις περιοχήν ανήκουσαν εις την κυριότητα μελών δασικού συνεταιρισμού του άρθρου 22 του παρόντος νόμου, τα κατά τας προηγουμένας παραγράφους ποσοστά των δαπανών καταλογίζονται εις βάρος του οικείου συνεταιρισμού και επιμερίζονται μεταξύ των μελών του κατά τας διεπούσας τούτον διατάξεις.

  5. Ο κατά τα ανωτέρω καταλογισμός ενεργείται διά πράξεως του νομάρχου εκδιδομένης κατόπιν προτάσεως του οικείου δασάρχου.

Α ρ θ ρ ο ν   34

Ενέργεια μετά την καταστολήν

  1. Την καταστολήν της πυρκαϊάς επακολουθεί φύλαξις της εκτάσεως εις την οποίαν αυτή επεξετάθη, μέχρι ολοσχερούς κατασβέσεως διά την πρόληψιν αναζωπυρώσεως.

  2. Ο δασάρχης ερευνά τα προκαλέσαντα την πυρκαϊάν αίτια, αναζητεί τους τυχόν υπευθύνους και συντάσσει έκθεσιν περί τούτων και της προκληθείσης ζημίας, την οποίαν υποβάλλει εις τον νομάρχην, την κεντρικήν δασικήν υπηρεσίαν και τον κατά τόπον αρμόδιον εισαγγελέα πλημμελειοδικών.

  3. Ο δασάρχης και οι υπ’ αυτού εντεταλμένοι την εξακρίβωσιν των αιτίων και των υπευθύνων της πυρκαϊάς ενεργούν ως ανακριτικοί υπάλληλοι δικαιούμενοι να προβούν εις πάσαν ανακριτικήν πράξιν.

  4. Μερίμνη του οικείου Νομάρχου και τη συνδρομή των αρμοδίων Υπηρεσιών τα καταστρεφόμενα διά πυρκαϊών δάση και δασικαί εκτάσεις αεροφωτογραφούνται, χαρτογραφούνται και κηρύσσονται αναδασωτέαι εντός τριών μηνών από της καταστροφής. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας καθορίζονται λεπτομερώς αι σχετικαί ενέργειαι.

Α ρ θ ρ ο ν   35

Μεταβιβάσεις καέντων δασών

(*** Εκδόθηκε η Υ.Α. 87688/29-6-1987 « Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 35 Ν.998/79″).

  1. Ιδιωτικά δάση και δασικαί εκτάσεις ή μέρη τούτων καταστραφέντα από 11 Ιουνίου 1975 ή καταστρεφόμενα εφεξής, εκ πυρκαϊάς δεν δύνανται να μεταβιβασθούν εν κατατμήσει, ουδέ κατά ιδανικά μερίδια διά δικαιοπραξίας εν ζωή επί τριάκοντα έτη από της τοιαύτης καταστροφής των.

  2. Εις τας δικαιοπραξίας εν ζωή περί μεταβιβάσεως ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως ολοκλήρου, μέρους τούτων ή ιδανικού μεριδίου, προσαρτάται πιστοποιητικόν της αρμοδίας δασικής αρχής ότι το μεταβιβαζόμενον δεν κατεστράφη εκ πυρκαϊάς μετά την 11ην Ιουνίου 1975 και εις πάσαν εφεξής περίπτωσιν κατά την τελευταίαν τριακονταετίαν από της 11ης Ιουνίου 1975, άλλως η δικαιοπραξία τυγχάνει άκυρος.

“3. Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί προσυμφώνων μεταβίβασης ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων”.

“4. Συμβολαιογράφος που συντάσσει πράξη μεταβίβασης της κυριότητας επί δάσους ή δασικής έκτασης καθώς και προσύμφωνο με το αυτό αντικείμενο χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, καθώς και οι διά συμβολαίου ή προσυμφώνου συμβαλλόμενοι και οι ενεργούντες ως πληρεξούσιοί τους τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών επιφυλασσομένων και των διατάξεων περί πειθαρχικής ευθύνης του συμβολαιογράφου.

( Οι εντός εισαγωγικών && 3 και 4 προστέθηκαν από το άρθρο 46 του Ν.2145/1993)

Α ρ θ ρ ο ν   36

Δασικοί κανονισμοί διά την αντιμετώπισιν πυρκαϊών

Δι’ αποφάσεων του νομάρχου, εκδιδομένων κατόπιν προτάσεων των οικείων δασαρχών και δημοσιευομένων κατά τας διατάξεις του άρθρου 3 του Ν.301/1976, καθορίζονται:

α) Τα χρονικά όρια, οι όροι και προϋποθέσεις διά την χορήγησιν των υπό του άρθρου 23 προβλεπομένων αδειών, ως και διά την εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων εκτέλεσιν των υπό του αυτού άρθρου προβλεπομένων εργασιών ή ενεργειών ή αφήν και διατήρησιν πυρός.

β) Αι πρόσθετοι απαγορεύσεις και ειδικαί ρυθμίσεις αι αφορώσαι εις τας κατά το άρθρον 25 επικινδύνους περιοχάς και ειδικότερον εις την διέλευσιν και διαμονήν ιδιωτών εντός αυτών, την κυκλοφορίαν ή στάθμευσιν αυτοκινήτων, την αφήν ή χρήσιν πυράς, το κάπνισμα σιγαρέττων, την έκθεσιν ή εγκατάλειψιν ευφλέκτων υλών ή απορριμάτων, την βοσκήν ή εγκατάστασιν ζώων, τας υποχρεώσεις των κατοίκων τυχόν παρακειμένων οικισμών και εν γένει παν αναγκαίον μέτρον διά την αποτροπήν κινδύνου πυρκαϊάς.

γ) Αι ειδικώτεραι υποχρεώσεις των κατά το άρθρον 24 υπηρεσιών και επιχειρήσεων διά την αποτροπήν κινδύνου μεταδόσεως πυρκαϊάς εις το παρακείμενον δάσος ή δασικήν έκτασιν ή την άμεσον αντιμετώπισιν πυρκαϊάς του παρακειμένου δάσους ή της δασικής εκτάσεως.

δ) Τα της εκτελέσεως ασκήσεων ετοιμότητος και συνεργασίας μεταξύ των εν άρθρω 28 αρχών και υπηρεσιών.

ε) Τα της παροχής των αναγκαίων γνώσεων εις τους κατοίκους των εντός της επικινδύνου περιοχής πόλεων και χωρίων διά την αντιμετώπισιν πυρκαϊάς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ

Δασώσεις και Αναδασώσεις

Α ρ θ ρ ο ν   37

Εννοιαι.

  1. Ως αναδάσωσις νοείται η αναδημιουργία της καθ’ οιονδήποτε τρόπον καταστραφείσης ή σημαντικώς αραιωθείσης ή άλλως πως υποβαθμισθείσης δασικής βλστήσεως, είτε διά της φυτεύσεως ή σποράς, είτε διά της διευκολύνσεως της φυσικής αναγεννήσεως, προς δημιουργίαν δάσους ή δασικής εκτάσεως.

  2. Εν τη εννοία της αναδασώσεως περιλαμβάνεται και η το πρώτον ενεργουμένη διά σποράς ή φυτεύσεως δασικών φυτών δάσωσις ασκεπών εκτάσεων, αι οποίαι δεν έχουν ουδέ είχον εις το παρελθόν τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως.

Α ρ θ ρ ο ν   38

Υποχρεωτικαί αναδασώσεις

(Βλέπε και άρθρο 120 &1 Ν.1892/1990)

  1. Κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις ανεξαρτήτως της ειδικοτέρας κατηγορίας αυτών ή της θέσεως εις ην ευρίσκονται, εφόσον ταύτα καταστρέφονται ή αποψιλούνται συνεπεία πυρκαϊάς ή παρανόμου υλοτομίας αυτών. Η αυτή υποχρέωσις υφίσταται και διά τα εκ των ως άνω αιτίων καταστραφέντα ή αποψιλωθέντα δάση και δασικάς εκτάσεις, ανεξαρτήτως του χρόνου της καταστροφής ή της αποψιλώσεως τούτων, εφόσον, μέχρι της 11 Ιουνίου 1975, δεν είχον χρησιμοποιηθεί δι’ έτερον σκοπόν, ώστε να καθίσταται αδύνατος η ανατροπή της εκ της χρησιμοποιήσεως ταύτης δημιουργηθείσης καταστάσεως. Η διά σποράς ή φυτεύσεως αναδάσωσις των κατά τα ανωτέρω καταστραφέντων δασών ή δασικών εκτάσεων, εφόσον δεν προβλέπεται να γίνη φυσική αναγέννησις, δέον να ενεργείται εντός τριών το πολύ ετών από της κηρύξεως της εκτάσεως ως αναδασωτέας, ευθύνη των αρμοδίων δασικών οργάνων.

  2. Ωσαύτως κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα εδάφη στερούμενα δασικής βλαστήσεως, ή των οποίων η δασική βλάστησις έχει καταστραφή ή σημαντικώς αραιωθή ή άλλως πως υποβαθμισθή εφ’ όσον:

α) Ευρίσκονται εντός λεκανών απορροής χειμάρρων η δε ύπαρξις της δασικής βλαστήσεως επιβάλλεται διά προστατευτικούς ή υδρονομικούς σκοπούς.

β) Υπέρκεινται πόλεων, χωρίων, οικισμών, αρχαιολογικών χώρων, φυσικών ή πολιτιστικών μνημείων, ή σημαντικών τεχνικών έργων και έχουν προστατευτικόν δι’ αυτά χαρακτήρα.

γ) Η κλίσις των προς τον ορίζοντα υπερβαίνει τα 30% απειλείται δε η υπό των υδάτων απόπλυσίς των.

δ) Η έλλειψις ή η μείωσις της δασικής βλαστήσεως επί αυτών δημιουργεί κίνδυνον διαβρώσεως του εδάφους ή της ισορροπίας του φυσικού περιβάλλοντος.

  1. Δύναται να κηρυχθούν ως αναδασωτέαι εκτάσεις, εκτός των εις τας προηγουμένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζομένων, εφ’ όσον τούτο επιβάλλεται:

α) Εκ λόγων υγιεινής ή εξωραϊσμού του τοπίου.

β) Προς συμπλήρωσιν ή ενοποίησιν δασών ή δασικών εκτάσεων.

γ) Προς δημιουργίαν δασικών φυτειών.

Α ρ θ ρ ο ν   39

Εκμίσθωσις δημοσίων εκτάσεων προς αναδάσωσιν

  1. Δημόσιαι δασικαί εκτάσεις των περιπτώσεων γ’ έως και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, ή δημόσια χορτολιβαδικά ή άλλα εδάφη κηρυσσόμενα ως αναδασωτέα, δύνανται μετά σχετικήν γνωμοδότησιν του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών να εκμισθούνται διά χρονικόν διάστημα μέχρι πεντήκοντα ετών εις νομικά ή φυσικά πρόσωπα διά την μερίμνη και δαπάναις τούτων δημιουργίαν δασικών φυτειών προς αποκλειστικήν δασοπονικήν εκμετάλευσιν, απαγορευομένης ρητώς πάσης άλλης τοιαύτης.

  2. Η εκμίσθωσις ενεργείται κατόπιν δημοπρασίας διά συμβάσεως υπογραφομένης υπό του Υπουργού Γεωργίας, ή του υπό τούτου εξουσιοδοτουμένου, και του αναλάμβανοντος την δημιουργίαν και εκμετάλευσιν της δασικής φυτείας ή δάσους και καθοριζούσης την διάρκειαν ταύτης, το μίσθωμα εις ποσοστόν επί του προϊόντος της εκμεταλεύσεως της εκμισθουμένης εκτάσεως, τας υποχρεώσεις του μισθωτού τόσον διά την πραγματοποίησιν των αναδασώσεων όσον και διά την δασικήν εκμετάλευσιν, ως και πάσαν άλλην αναγκαίαν λεπτομέρειαν. Διά προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Γεωργίας δύνανται να καθορίζονται τα ειδικότερα στοιχεία των ως άνω συμβάσεων ή και πρότυπα τοιούτων συμβάσεων. (*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 1157/1980 «Περί εκμισθώσεως δημοσίων εκτάσεων προς αναδάσωσιν» Φ.Ε.Κ. 293/29-12-1980/Τ.Α’.).

  3. Η κήρυξις των διά της άνω συμβάσεως παραχωρουμένων χορτολιβαδικών ή άλλων εδαφών, ως αναδασωτέων ενεργείται εντός μηνός από της υπογραφής της συμβάσεως δεν δύναται δε να αρθή προ της λήξεως της μισθώσεως. Η μη πραγματοποίησις της αναδασώσεως κατά τους όρους της συμβάσεως συνεπάγεται υποχρεωτικώς καταγγελίαν ταύτης και έκπτωσιν του μισθωτού από παντός εκ ταύτης απορρέοντος δικαιώματος.

  4. Αι κατά την λήξιν ή την κατά τους όρους της συμβάσεως πρόωρον λύσιν της μισθώσεως υπάρχουσαι επί της εκμισθωθείσης εκτάσεως δασικαί φυτείαι περιέρχονται εις το Δημόσιον και αποτελούν αντικείμενον διαχειρίσεως παρ’ αυτού, ως δημόσια δάση.

  5. Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων ισχύουν και διά την εκμίσθωσιν δημοτικών ή κοινοτικών δασικών εκτάσεων ή χορτολιβαδικών εδαφών. Η εκμίσθωσις ενεργείται πάντοτε κατόπιν δημοπρασίας κατά τας διατάξεις της δημοτικής και κοινοτικής νομοθεσίας, της σχετικής περί κατακυρώσεως αυτής αποφάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου υποκειμένης εις την έγκρισιν του νομάρχου.

  6. Δημόσια χορτολιβαδικά εδάφη, τα οποία δεν εξυπηρετούν ή δεν προκρίνονται διά την εξυπηρέτησιν άλλων εκ δημοσίου συμφέροντος επιβαλλομένων σκοπών κατά τα εν άρθρω 74 & 1 οριζόμενα, κηρυσσόμενα αναδασωτέα δύνανται να παραχωρούνται κατά κυριότητα εις δήμους ή κοινότητας προς δημιουργίαν πάρκων ή αλσών, ή δασών αναψυχής ή προστατευτικών δασών. Η παραχώρησις ενεργείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας και τελεί πάντοτε υπό τον όρον της συντηρήσεως του πάρκου ή άλσους ή δάσους υπό του Δήμου ή της κοινότητος. Η φύτευσις δύναται να βαρύνη είτε το δημόσιον είτε τον Δήμον ή Κοινότητα είτε και αμφότερα τα μέρη ως κατά περίπτωσιν ο Υπουργός Γεωργίας ορίσει. Εάν δεν τηρηθούν οι όροι της παραχωρήσεως, αίρεται αυτοδικαίως η παραχώρησις και η κυριότης της εκτάσεως επανέρχεται εις το Δημόσιον.

Α ρ θ ρ ο ν   40

Διάθεσις εκτάσεων ΝΠΔΔ, προς αναδάσωσιν

(*** Εκδόθηκε η Υ.Α. 146351/1361/20-5-1982 «Οδηγίες εφαρμογής του άρθρου 40 του Ν.998/79 αναφερομένου στην αναδάσωση από το Δημόσιο εκτάσεων κυριότητος ΝΠΔΔ» Φ.Ε.Κ. 460/1-7-1982/Τ.Β’.).

  1. Δήμοι και κοινότητες ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δύνανται να διαθέσουν κατά χρήσιν εις το δημόσιον (Δασικήν Υπηρεσίαν) εκτάσεις ανηκούσας εις αυτά προς αναδάσωσιν και δασοπονικήν εκμετάλευσιν μερίμνη και δαπάναις της δασικής υπηρεσίας, διατηρουμένης της επί των εκτάσεων τούτων κυριότητος των ως άνω νομικών προσώπων και μετά την αναδάσωσιν. Το χρονικό διάστημα της διαθέσεως ορίζεται ελευθέρως υπό της συμβάσεως.

  2. Η αναδάσωσις των κατά την προηγουμένην παράγραφον εκτάσεων κηρύσσεται μετά την υπό των αρμοδίων συλλογικών οργάνων των ως είρηται νομικών προσώπων λήψιν της αποφάσεως περί διαθέσεως της εκτάσεως, τα δε καθαρά έσοδα εκ της εκμεταλεύσεως διανέμονται εξ ημισείας μεταξύ του δημοσίου και του νομικού προσώπου. Μείζον ποσοστόν εκ των εσόδων τούτων δύναται να παραχωρηθή εις τους ως άνω ιδιοκτήτας κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής. Εάν ιδιοκτήται των ως άνω εκτάσεων είναι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως αποδίδεται εις αυτούς το σύνολον των εκ της εκμεταλεύσεως καθαρών εσόδων.

Α ρ θ ρ ο ν   41

Κήρυξις αναδασωτέων εκτάσεων

  1. Η κήρυξις εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου νομάρχου καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

  2. Εις Έκαστον νομόν το πρόγραμμα δι’ αναδασώσεις καταρτίζεται υπό της δασικής υπηρεσίας και εγκρίνεται υπό του νομάρχου, μετά γνωμοδότησιν του νομαρχιακού συμβουλίου δασών, επί τη βάσει της υφισταμένης καταστάσεως της δασικής βλαστήσεως, εν τω νομώ, των επελθουσών κατά το πρόσφατον παρελθόν αποψιλώσεων, αραιώσεων ή υποβαθμίσεων, ως και των αναγκών ενισχύσεως και επεκτάσεως της ρηθείσης βλαστήσεως διά προστατευτικούς ή αισθητικούς σκοπούς, ως και εν όψει των τυχόν προτάσεων άλλων ενδιαφερομένων υπηρεσιών και των οικείων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως. Το εν λόγω πρόγραμμα καταρτίζεται ανά πενταετίαν και εκτελείται διά των κατανεμομένων πιστώσεων του προϋπολογισμού ή των διατιθεμένων προς τον σκοπόν της αναδασώσεως άλλων ειδικών κονδυλίων. Διά την κατάρτισιν του προγράμματος απαιτείται όπως τούτο κοινοποιηθεί τουλάχιστον εν δίμηνον προ της εγκρίσεώς του εις τας νομαρχιακάς υπηρεσίας του Υπουργείου Συντονισμού και Δημοσίων Εργων (αρμοδιότητος Γεν. Δ/νσεως Οικισμού).

Παρεχομένης της προθεσμίας ταύτης, το πρόγραμμα εγκρίνεται άνευ της γνώμης των υπηρεσιών τούτων.

Εάν διατυπωθούν υπό των υπηρεσιών τούτων εκπροθέσμως αντιρρήσεις αναγόμεναι εις θέματα της αρμοδιότητός των, επί των αντιρρήσεων αποφαίνονται οι Υπουργοί Συντονισμού, Γεωργίας και Δημοσίων Εργων, η τυχόν δε μεταξύ των διαφωνία επιλύεται υπό του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας και Περιβάλλοντος.

  1. Ειδικώς προκειμένου περί κηρύξεως εκτάσεων ως αναδασωτέων ένεκα μερικής ή ολικής καταστροφής δάσους ή δασικής εκτάσεως εκ πυρκαϊάς ή άλλης αιτίας εκ των εν άρθρω 38 & 1 αναφερομένων η κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου απόφασις του νομάρχη εκδίδεται μετά εισήγησιν της αρμοδίας Δασικής Υπηρεσίας, υποχρεωτικώς εντός τριών μηνών από της καταστολής της πυρκαϊάς ή της διαπιστώσεως της εξ άλλης αιτίας καταστροφής. Διά της αποφάσεως ταύτης καθορίζονται και αι υποχρεώσεις της δασικής υπηρεσίας διά την κατάρτισιν και εφαρμογήν ειδικού διά την προκειμένην περίπτωσιν προγράμματος αναδασώσεως.

  2. Διά τη δημιουργίαν πάρκων ή αλσών ή δασών αναψυχής εντός πόλεων ή οικιστικών περιοχών απαιτείται σχετική πρόβλεψις εις το οικείον προεδρικόν διάταγμα το καθορίζον το σχέδιον της πόλεως ή τον τρόπον αναπτύξεως της οικιστικής περιοχής, η δε πραγματοποίησις της αναδασώσεως βαρύνει τον οικείον οργανισμόν τοπικής αυτοδιοικήσεως ή τον φορέα της οικιστικής αναπτύξεως. Εις περίπτωσιν αδρανείας τούτων ή υπό του ρηθέντος προεδρικού διατάγματος προβλεπόμενη δημιουργία πάρκου ή δάσους αναψυχής ενεργείται κατόπιν αποφάσεως του οικείου νομάρχου δαπάναις των υποχρέων υπό της δασικής υπηρεσίας. Το αυτό ισχύει και εις περίπτωσιν αναδημιουργίας τούτων μετά τυχόν καταστροφήν εκ πυρκαϊάς.

Αι δενδροστοιχίαι ή γραμμικαί φυτείαι ή άλλαι δενδροφυτεύσεις εντός των πόλεων ή των οικιστικών περιοχών δημιουργούνται κατόπιν αποφάσεως του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως ή του αρμοδίου οικιστικού φορέως.

Α ρ θ ρ ο ν   42

Πραγματοποίησις αναδασώσεων.

  1. Αι αναδασώσεις δημοσίων δασών ή δασικών εκτάσεων πραγματοποιούνται επί τη βάσει μελέτης καταρτιζομένης υπό της δασικής υπηρεσίας και καθοριζούσης το είδος της δασικής βλαστήσεως, τας εργασίας φυτεύσεως ή άλλας ενεργείας διά την δευκόλυνσιν της αναγεννήσεως, ως και τα απαραίτητα μέτρα διά την προστασίαν της αναδασώσεως (περιφράξεις, τοποθέτησις πινακίδων, ειδικαί απαγορεύσεις κλπ.)

  2. Η αναδάσωσις ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων ή διακατεχομένων δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων ενεργείται επί τη βάσει μελέτης εγκρινομένης υπό της δασικής αρχής και υπό την εποπτείαν ταύτης, μερίμνη και δαπάναις των διακατόχων ή ιδιοκτητών. Εφ’ όσον πρόκειται περί ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως ανηκόντων εις μέλος ή μέλη δασικού συνεταιρισμού και καταστραφέντων ολικώς ή μερικώς εκ πυρκαϊάς την αναδάσωσιν πραγματοποιεί υποχρεωτικώς ο συνεταιρισμός κατά τα ανωτέρω, καταβάλλων τας σχετικάς δαπάνας και επιμερίζων ταύτας μεταξύ των μελών του κατά τας διεπούσας τούτον διατάξεις. Περί της εκτελέσεως της εγκεκριμένης μελέτης αναδασώσεως οι ως άνω ιδιώται ή ο συνεταιρισμός παρέχουν κατ’ έτος τα αναγκαία στοιχεία εις την δασικήν αρχήν. Εάν η αναδάσωσις κηρύσσεται συνεπεία καταστροφής του δάσους ή της δασικής εκτάσεως εκ πυρκαϊάς ή βιαίου συμβάντος και δεν συντρέχει αμέλεια ή δόλος των ιδιοκτητών ή διακατόχων το Δημόσιον δύναται να προβή εις επιδότησιν τούτων μέχρι και του συνόλου της πραγματοποιουμένης διά την αναδάσωσιν δαπάνης. (Βλέπε και άρθρο 120 &2 του Ν.1890/1990)

Α ρ θ ρ ο ν   43

Αναγκαστική απαλλοτρίωσις αναδασωτέων εκτάσεων

  1. Η κήρυξις ως αναδασωτέας ιδιωτικής εκτάσεως συνιστά λόγον απαλλοτριώσεως ταύτης διά την πραγματοποίησιν της αναδασώσεως θεωρουμένης ως δημοσίας ωφελείας, υπό τας κατωτέρω προϋποθέσεις.

  2. Ο ιδιοκτήτης εκτάσεως μη εχούσης ήδη τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως εφ’ όσον δεν επιθυμεί να διατηρήση την κυριότητα ταύτης μετά την κήρυξιν αυτής ως αναδασωτέας και να προβή εις την πραγματοποίησιν της αναδασώσεως κατά τα εις το προηγούμενον άρθρον οριζόμενα, δύναται να δηλώση εντός τριών μηνών από της δημοσιεύσεως της σχετικής αποφάσεως ότι δέχεται να πωλήση την ως άνω έκτασιν προς το δημόσιον, ότε και προσκαλείται να προσαγάγη τους τίτλους του. Περί της αναγνωρίσεως τούτων αποφαίνεται το οικείον Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών, περί δε του τιμήματος αντί του οποίου δέον να γίνη η αγορά αποφαίνεται η κατά το άρθρον 10 & 3 επιτροπή κατά τα εν άρθρω 6 οριζόμενα. Μετά τον έλεγχον των τίτλων και τον καθορισμόν της τιμής πωλήσεως ο αναγνωρισθείς ιδιοκτήτης προσκαλείται εις σύναψιν του πωλητηρίου συμβολαίου συναπτομένου μετά του οικείου νομάρχου ή υπό του υπό τούτου εξουσιοδοτουμένου.

Η δαπάνη διά την αγοράν βαρύνει τον προϋπολογισμό του ΚΤΓΚ και Δασών.

  1. Αν ο ιδιοκτήτης αρνηθή την πώλησιν διά ρητής δηλώσεώς του ή διά της μη προσελεύσεώς του προς υπογραφήν της συμβάσεως ή δεν προβαίνει εις τας κατά το προηγούμενον άρθρον εργασίας της αναδασώσεως ή παραμελεί ταύτας επί χρονικόν διάστημα μείζον του έτους, η Διοίκησις δικαιούται να προβή εις την υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις αυτού απαλλοτρίωσιν ταύτης, προς πραγματοποίησιν της αναδασώσεως. Η απαλλοτρίωσις κηρύσσεται υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις του ΚΤΓΚ και Δασών διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, εκδιδομένης υποχρεωτικώς εντός εξαμήνου από της εκδηλώσεως της αρνήσεως του ιδιοκτήτου να προβή εις την πώλησιν ή από της παρόδου της ως άνω ενιαυσίας χρονικής περιόδου, καθ’ ην ούτος αμέλησε τας εργασίας αναδασώσεως. Επιτρέπεται επίσης, εντός εξαμήνου προθεσμίας από της κηρύξεως της εκτάσεως ως αναδασωτέας η απαλλοτρίωσις τοιαύτης ιδιωτικής εκτάσεως και εις ην έτι περίπτωσιν ο ιδιοκτήτης εδέχθη να ενεργήση και εκτελεί τας εργασίας αναδασώσεως, εφόσον αύτη περιβάλλεται κατά το μείζον τμήμα της υπό δημοσίου δάσους ή δημοσίας δασικής εκτάσεως και ήθελεν κριθή ότι η ύπαρξις ταύτης δυσχεραίνει την διαχείρισιν και εκμετάλευσιν του δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως. Την κήρυξιν της απαλλοτριώσεως δύναται να ζητήση εις πάσαν περίπτωσιν και ο ιδιοκτήτης της αναδασωτέας εκτάσεως, οπότε αύτη είναι υποχρεωτική διά το Δημόσιον, ευθυνόμενον, εν παραλείψει εκδόσεως της σχετικής πράξεως εντός τριμήνου από της αιτήσεως, και διά πάσαν ζημίαν του ιδιοκτήτου εκ της παραλλείψεως.

  2. Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως καταστραφείσης εκ πυρκαϊάς είναι πάντοτε δυνατή διά το Δημόσιον μετά την κήρυξιν ταύτης, ή της όλης περιοχής εις ην ευρίσκεται αύτη, ως αναδασωτέας, ιδία δε οσάκις αι συνθήκαι εκδηλώσεως και η έκτασις της πυρκαϊάς, αι ανάγκαι εκτελέσεως εν τη όλη περιοχή δασικών έργων μείζονος σημασίας, η φύλαξις της περιοχής και η προστασία της από ενδεχομένην χρησιμοποίησιν τμημάτων της προς άλλους σκοπούς ή η ανάγκη της ταχυτέρας δυνατής και ενιαίας εις την όλην περιοχήν επανεγκαταστάσεως της δασικής βλαστήσεως επιβάλλουν την ανάληψιν του έργου της αναδασώσεως και την συντήρησιν του δάσους ή της δασικής εκτάσεως υπό του Δημοσίου. Εις την περίπτωσιν ταύτην η αναγκαστική απαλλοτρίωσις κηρύσσεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως της κατά το άρθρον 41 & 1 νομαρχιακής αποφάσεως, επί τη βάσει ειδικώς ητιολογημένης εκθέσεως της δασικής υπηρεσίας.

  3. Η δαπάνη διά την πραγματοποίησιν των κατά τας προηγουμένας παραγράφους αναγκαστικών απαλλοτριώσεων βαρύνει τον προϋπολογισμόν του ΚΤΓΚ και Δασών.

Α ρ θ ρ ο ν   44

Αρσις αναδασώσεων.

  1. Η μη κατά νόμον έγκαιρος συντέλεσις αναγκαστικής απαλλοτριώσεως αφορώσης εις ιδιωτικήν έκτασιν, κηρυχθείσαν αναδασωτέαν και η οποία προ της σχετικής αποφάσεως δεν απετέλει δάσος ή δασικήν έκτασιν, συνεπάγεται την υποχρέωσιν της διοικήσεως προς άρσιν της αναδασώσεως. Αύτη ενεργείται δι’ ομοίας προς την κήρυξιν της αναδασώσεως αποφάσεως, τη αιτήσει του ιδιοκτήτου.

  2. Επιτρέπεται διά ομοίας ως άνω αποφάσεως η άρσις της αναδασώσεως δημοσίας εκτάσεως, η οποία δεν απετέλει δάσος ή δασικήν έκτασιν, εφόσον μετά την πάροδον πενταετίας από της κηρύξεως αυτής αποδεικνύεται το ανέφικτον της πραγματοποιήσεως της αναδασώσεως.

  3. Εις πάσας τας λοιπάς περιπτώσεις η αναδάσωσις δύναται να αρθή μόνον κατά την διαδικασίαν και υπό τας προϋποθέσεις υφ’ ας επιτρέπεται η μεταβολή του προορισμού δάσους κατά τα εις το ΣΤ’ κεφάλαιον του παρόντος νόμου οριζόμενα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ   ΕΚΤΟΝ

Επιτρεπταί επεμβάσεις εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις

Α ρ θ ρ ο ν   45
Εξαιρετικός χαρακτήρ επεμβάσεων

      «1. Στα δάση και τις δασικές εκτάσεις, περί των οποίων το άρθρον 117 & 3 του Συντάγματος, ουδεμία επιτρέπεται επέμβαση προβλεπόμενη από τις διατάξεις του παρόντος ή από άλλη διάταξη, με εξαίρεση τα αναφερόμενα στις διατάξεις του άρθρου 59 του Ν.998/79, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν.1734/1987, των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 58 του παρόντος και τα όλως απαραίτητα για τη τεχνητή αναδάσωση και την προστασία της βλαστήσεως».

Η αντικατασταθείσα &1 είχεν ως εξής:

  1. 1. Εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις περί ων το άρθρον 117 & 3 του Συντάγματος ουδεμία επιτρέπεται επέμβασις προβλεπομένη υπό των διατάξεων του παρόντος ή άλλης τινός διατάξεως εξαιρέσει των αναφερομένων εις την & 1 του άρθρου 59 του παρόντος και των όλως απαραιτήτων διά την τεχνητήν αναδάσωσιν και την προστασίαν της βλαστήσεως.

(Η ως άνω εντός εισαγωγικών &1 παρατίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του Ν.1822/1988)

  1. Πάσα επέμβασις εις τα δάση και εις δασικάς εν γένει εκτάσεις, ή εις τμήματα αυτών, είτε διά την μεταβολήν του προορισμού των και διάθεσιν της υπ’ αυτών καλυπτομένης επιφανείας της γης προς άλλας χρήσεις, είτε διά την εντός αυτών εκτέλεσιν έργων ή δημιουργίαν εγκαταστάσεων ή παροχήν άλλων εξυπηρετήσεων έστω και άνευ μεταβολής της κατά προορισμόν χρήσεως αυτών, αποτελεί εξαιρετικόν μέτρον και ενεργείται πάντοτε μόνον κατόπιν σχετικής εγκρίσεως ή αδείας του Υπουργού Γεωργίας ή της αρμοδίας δασικής αρχής, υπό τους όρους και τας προϋποθέσεις του παρόντος νόμου. Προκειμένου περί επεμβάσεως εις παραμεθορίους και αμυντικάς περιοχάς απαιτείται διά την χορήγησιν της ως άνω εγκρίσεως ή αδείας προηγουμένη γνωμάτευσις της αρμοδίας υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης.

(Η ως άνω & 2 καταργήθηκε από τη & 9 του άρθρου 18 του Ν.1734/1987.

  1. Δεν επιτρέπεται η εν όλω ή εν μέρει μεταβολή του προορισμού δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως, ή η εντός αυτών εκτέλεσις έργων, ή η δημιουργία μονίμων εγκαταστάσεων, ή η παροχή άλλης διαρκούς εξυπηρετήσεως, εφ’ όσον διά τον αυτόν σκοπόν είναι δυνατή η παραχώρησις ή διάθεσις ή η χρησιμοποίησις εδαφών, τα οποία δεν εμπίπτουν εις την έννοιαν των δασών ή δασικών εκτάσεων, ως αυτή προσδιορίζεται εν άρθρω 3 του παρόντος.

«»Η παραπάνω γενική απαγόρευση δεν ισχύει εφόσον πρόκειται για εκτέλεση στρατιωτικών έργων που αφορούν άμεσα την εθνική άμυνα της χώρας, για διανοίξεις δημοσίων οδών, για την κατασκευή και εγκατάσταση αγωγών φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων, για την κατασκευή και εγκατάσταση έργων ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας(Α.Π.Ε.), καθώς και δικτύων σύνδεσής τους με το Σύστημα ήτο Δίκτυο του άρθρου 2 του Ν.2773/1999 (ΦΕΚ 286 Α’), η χάραξη των οποίων προβλέπει διέλευσή τους από δάσος ή δασική έκταση»

(Το ως άνω εντός εισαγωγικών εδάφιο παρατίθεται όπως αντικαταστάθηκε από &1 άρθρου  2  του Ν. 2941/2001(ΦΕΚ 201Α’)αφού πρώτα είχε αντικατασταθεί από  τη &3 του άρθρου 13 του Ν.1822/1988)

  1. Περί της συνδρομής της κατά την προηγουμένην παράγραφον γενικής προϋποθέσεως κρίνει ητιολογημένως το αρμόδιον προς έγκρισιν της επεμβάσεως όργανον επί τη βάσει και των σχετικών βεβαιώσεων των κατά τόπους Δ/νσεων Γεωργίας ή Οικονομικών Εφόρων περί των υφισταμένων και δυναμένων κατ’ αρχήν να διατεθούν διά τον αυτόν σκοπόν χορτολιβαδικών ή άλλων εδαφών ή γηπέδων ή οικοπέδων του δημοσίου ή άλλων μη δασικών εκτάσεων ανηκουσών εις ιδιώτας και δυναμένων να απαλλοτριωθούν διά τον αυτόν σκοπόν.

      5.< Διά τας μείζονος σημασίας ή εκτάσεως επεμβάσεις εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις, περί ων τα άρθρα 49, 50, 51, 52, 56, 57 και 58 & 1 του παρόντος νόμου, απαιτείται όπως η αίτησις ή το έγγραφον, δι’ ου ζητείται η παροχή της εγκρίσεως της επεμβάσεως κατά τους όρους των ως είρηται διατάξεων, συνοδεύεται υπό μελέτης επιπτώσεων επί του περιβάλλοντος και αντιμετωπίσεως τούτων θεωρημένης υπό της Υπηρεσίας Χωροταξίας και Περιβάλλοντος, δυναμένης να θέση όρους διά την παροχήν της εγκρίσεως ή να επιβάλη συμπληρωματικά μέτρα προς προστασίαν του περιβάλλοντος.

(*** Εκδόθηκαν η Υ.Α. 166584/3227/8-5-1985 «Επικύρωση τεχνικών προδιαγραφών για μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων από επεμβάσεις τουριστικών εγκαταστάσεων» Φ.Ε.Κ. 269/9-5-1985)   και η Υ.Α. 166583/3226/8-5-1985 «Επικύρωση τεχνικών προδιαγραφών για μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων από επεμβάσεις αθλητικών χώρων και εγκαταστάσεων» Φ.Ε.Κ. 269/9-5-1985).

      Εις τας περιπτώσεις ταύτας η έγκρισις παρέχεται υπό τον περιορισμόν της συμμορφώσεως του ενδιαφερομένου προς τους όρους της εν λόγω μελέτης. Αι ακριβείς προδιαγραφαί της ως άνω μελέτης δι’ εκάστην κατηγορίαν επεμβάσεων εκ των ανωτέρω καθορίζονται διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Γεωργίας και του αρμοδίου ως εκ του σκοπού της επεμβάσεως Υπουργού***.

  1. Η εκουσία μεταβολή του προορισμού ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων, ως και η χρησιμοποίησις αυτών και δι’ άλλους σκοπούς, υπόκειται εις τους περιορισμούς τους τασσομένους κατά περίπτωσιν ή κατηγορίας περιπτώσεων διά των επομένων άρθρων του παρόντος κεφαλαίου. Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις αυτών προς παραχώρησιν δικαιώματος κυριότητος εις τρίτους, έστω και δι’ επιτρεπόμενον κατά τα επόμενα άρθρα σκοπόν, απαγορεύεται. Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων υπέρ του Δημοσίου διά προβλεπόμενον υπό του νόμου ως δημοσίας ωφελείας σκοπόν ενεργείται εφ’ όσονσυντρέχουν αι κατά τα επόμενα άρθρα προϋποθέσεις και υπό τον όρον της διατηρήσεως της δασικής βλαστήσεως κατά τα μη θιγόμενα διά της εκπληρώσεως του ως άνω σκοπού τμήματα αυτών.

  2. Η κατά τον παρόντα νόμον προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων, ως και τα υπ’ αυτού ειδικώτερον προβλεπόμενα προστατευτικά μέτρα ή απαγορεύσεις δεν παρακωλύουν την κατά τας κειμένας διατάξεις χρήσιν ή εκμετάλλευσιν αυτών προς άντλησιν των εις την φύσιν και την μορφήν αυτών προσιδιαζόντων ωφελημάτων, ως ταύτα προσδιορίζονται εν άρθρω 3 & 1 του παρόντος.

  3. Δάση ή δασικαί εκτάσεις, διά τας οποίας εδόθησαν άδειαι επεμβάσεως κατά τας διατάξεις ενός άρθρου του παρόντος κεφαλαίου, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν σωρευτικώς και διά χρήσεις υπαγομένας εις έτερα άρθρα του παρόντος κεφαλαίου.

(Η ως άνω & 8 καταργήθηκε από τη & 9 του άρθρου 18 του Ν.1734/1987.

  1. Διά των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου δεν θίγονται νομοθετικαί ρυθμίσεις διέπουσαι αρμοδιότητας άλλων διοικητικών αρχών και των εν τω κεφαλαίω τούτω αναφερομένων επί μέρους θεμάτων και προβλέπουσαι την παροχήν οιασδήποτε αδείας ή εις άσκησιν εποπτείας ή ελέγχου επί της συναφούς προς τα θέματα ταύτα δραστηριότητος των ιδιωτών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.

      Εφ’ όσον πάντως διά την άσκησιν της δραστηριότητος χάριν της οποίας επιζητείται η επέμβασις εις δάση ή δασικάς εκτάσεις, απαιτείται κατά νόμον άδεια ετέρας διοικητικής αρχής, αυτή χορηγείται, συντρεχόντων των λοιπών νομίμων όρων, μετά την χορήγησιν της κατά τας διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εγκρίσεως, άλλως θεωρείται ισχύουσα υπό τον όρον της χορηγήσεως τοιαύτης εγκρίσεως ουδεμίαν παράγουσα προ της λήψεως ταύτης έννομον συνέπειαν ως προς περιοχάς ή ακίνητα καταλαμβανόμενα υπό δασών ή δασικών εκτάσεων.

Α ρ θ ρ ο ν   46
Εκχέρσωσις δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων

  1. Η εκχέρσωσις δημοσίων δασών προς απόδοσιν εις αγροτικήν οιασδήποτε φύσεως καλλιέργειαν απαγορεύεται.

     Κατ’ εξαίρεσιν, επιτρέπεται η υπό του δημοσίου χρησιμοποίησις, ή η προς γεωργικούς συνεταιρισμούς ή φυσικά πρόσωπα ασκούντα κατά κύριο επάγγελμα το του γεωργού ή εις ομάδας τούτων κατά χρήσιν παραχώρησις ασκεπούς εντός δημοσίου δάσους εκτάσεως προς δενδροκομικήν και μόνον καλλιέργειαν ή προς φύτευσιν αναμείξ και οπωροφόρων ή καρποφόρων δένδρων ή προς δημιουργίαν αμπελώνων ή φυτειών αρωματικών φυτών, εφ’ όσον διαπιστούται επί τη βάσει σχετικής μελέτης ότι οι εδαφολογικαί και οικολογικαί συνθήκαι συνηγορούν υπέρ του τρόπου τούτου της εκμεταλλεύσεως.

    Επίσης επιτρέπεται η διά εμβολιασμού εξημέρωσις αγρίων οπωροφόρων ή καρποφόρων δένδρων. Η κατά τα ανωτέρω χρήσις δεν αίρει τον δασικόν χαρακτήρα της όλης περιοχής ουδέ εξαιρεί ταύτην ή τα εντός αυτής τμήματα, εις α ενεργείται αύτη, της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος.

     Εν τη σχετική πράξει παραχωρήσεως δημοσίου δάσους ή τμήματος αυτού προς δενδροκαλλιέργειαν ή άλλην χρήσιν υπό τας άνω προϋποθέσεις, αναγράφονται υποχρεωτικώς το εμβαδόν και τα όρια της παραχωρουμένης εκτάσεως ως και η διάρκεια της παραχωρήσεως, είναι δε δυνατόν να ορίζονται το είδος ή τα είδη ως και ο αριθμός των δένδρων των οποίων επιτρέπεται η φύτευσις ή ο εμβολιασμός και εκμετάλλευσις ως και να επιβάλλεται η κατασκευή βαθμίδων ή άλλων έργων διά την συγκράτησιν του εδάφους. Η κατά τα ανωτέρω προς τρίτους παραχώρησις δημοσίου δάσους ή τμήματος αυτού ουδέποτε δύναται να περιλαμβάνη ή να στηρίξη μεταβίβασιν του δικαιώματος της κυριότητος, διατηρουμένης πάντοτε υπέρ του Δημοσίου. Εφ’ όσον εις το μέλλον η ως άνω καλλιέργεια ήθελεν εγκαταλειφθή ή καταστή αδύνατος, ή παρέλθη ο χρόνος της παραχωρήσεως η διαχείρισις της προς τον ρηθέντα σκοπόν παραχωρηθείσης περιοχής ή τμήματος αυτής περιέρχεται αυτοδικαίως εις το Δημόσιον.

      Διά προεδρικού διατάγματος*** εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας θέλουν καθορισθεί οι ειδικότεροι όροι διά την τοιαύτην παραχώρησιν και δη αι αναφερόμεναι εις την συνέχισιν της δασοπονικής εκμεταλλεύσεως των εν τη περιοχή αγρίων δένδρων, εις το τίμημα και τας λοιπάς υποχρεώσεις του προς ον η παραχώρησις ως και τα του ελέγχου, της εκπτώσεως, αντικαταστάσεως ή διαδοχής του προν ον η παραχώρησις.

 

(***< Εκδόθηκε το Π.Δ. 1144/1980< «Περί παραχωρήσεως δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων για δενδροκομική και αγροτική καλλιέργειαν» Φ.Ε.Κ. 290/20-12-1980/Τ.Α’.)

  1. Δημόσιαι δασικαί εκτάσεις ή τμήματα αυτών δύνανται να εκχερσωθούν και χρησιμοποιηθούν υπό του Δημοσίου ή παραχωρηθούν εις γεωργικούς συνεταιρισμούς ή εις αποδεδειγμένως ακτήμονας καλλιεργητάς μονίμους κατοίκους του οικείου δήμου ή κοινότητος ή εις ομάδας τούτων προς δενδροκομικήν καλλιέργειαν, είτε διά φυτεύσεως οπωροφόρων ή καρποφόρων δένδρων, είτε διά εμβολιασμού υφισταμένων αγρίων, εφ’ όσον διαπιστούται επί τη βάσει σχετικής μελέτης ότι αι εδαφολογικαί και οικολογικαί συνθήκαι συνηγορούν υπέρ της τοιαύτης μεταβολής του τρόπου της εκμεταλλεύσεώς των. Διά την προς τρίτους παραχώρησιν τοιούτων εκτάσεων προς δενδροκομικήν καλλιέργειαν τηρούνται κατά τα λοιπά οι εν τη προηγουμένη παραγράφω όροι.

  2. Δημόσιαι δασικαί εκτάσεις, ή τμήματα αυτών, δύνανται να εκχερσωθούν και χρησιμοποιηθούν υπό του Δημοσίου ή παραχωρηθούν κατά χρήσιν ή κατά κυριότητα εις τα εν τη παραγράφω 2 φυσικά ή νομικά πρόσωπα προς αγροτικήν εκμετάλλευσιν, εφ’ όσον:

α) Δεν ανήκουν εις τας υπό στοιχεία α’, β’ και δ’ του παρόντος και δεν εμπίπτουν εις τινα των περιπτώσεων της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου.

β) Η κλίσις του εδάφους είναι μικροτέρα του είκοσι πέντε επί τοις εκατόν (25%) και το βάθος του εδάφους είναι κατάλληλον διά γεωργικήν εκμετάλλευσιν.

γ) Δεν υφίσταται κίνδυνος διαβρώσεως του εδάφους ή είναι δυνατή η λήψις των απαραιτήτων προστατευτικών μέτρων.

δ) Αφίεται ζώνη δασικής εκτάσεως πλάτους τουλάχιστον διακοσίων μέτρων (200) προστατευτική τυχόν παρακειμένου δάσους.

      Εις περίπτωσιν μη πραγματοποιήσεως της εκχερσώσεως ή εγκαταλείψεως της μετά ταύτην αγροτικής εκμεταλλεύσεως υπό του εις ον η παραχώρησις επί χρονικόν διάστημα μείζον της τριετίας, η παραχωρηθείσα περιοχή περιέρχεται εκ νέου εις την πλήρη διάθεσιν ή την κυριότητα του Δημοσίου, το οποίον δύναται να διαθέση ταύτην διά τον αυτόν ως άνω σκοπόν εις έτερον δικαιούχον ή να κηρύξη ταύτην αναδασωτέαν.

  1. Περί της συνδρομής των κατά τας προηγουμένας παραγράφους προϋποθέσεων αποφαίνεται ο οικείος νομάρχης μετά σύμφωνον αιτιολογημένην γνωμοδότησιν του νομαρχιακού συμβουλίου δασών.

  2. Επιτρέπεται η διά περιορισμένον χρόνον κατόπιν αδείας του οικείου δασάρχου εγκατάστασις, εντός δημοσίων δασών ή δασικών εκτάσεων, εξαιρέσει των κατηγοριών α’, β’ και δ’ της & 1 του άρθρου 4 του παρόντος, ποιμνιοστασίων, πτηνοτροφείων ή άλλων συναφών εγκαταστάσεων, ως και μελισσοκομείων εις άπαντα τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις.

      Εις την άδειαν ταύτην ορίζονται τα υποχρεωτικώς ληπτέα μέτρα ασφαλείας και αι συναφείς υποχρεώσεις του εις ον αυτή χορηγείται. Η μη τήρησις των υποχρεώσεων τούτων συνεπάγεται άνευ ετέρου ανάκλησιν της αδείας. Αι κατά την παρούσαν παράγραφον άδειαι ουδέν άλλο δικαίωμα δύνανται να θεμελιώσουν επί των εις ας αύται αφορούν εκτάσεων ή χώρων.

  1. Διά προεδρικού διατάγματος εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Γεωργίας εντός έτους από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος θέλει καθορισθή ειδικότερον η διαδικασία διά την διενέργειαν των κατά το παρόν άρθρον παραχωρήσεων και χορηγήσεως αδειών, τα κριτήρια επιλογής των προς α αι παραχωρήσεις ή υπέρ ων αι άδειαι προσώπων, οι όροι ανακλήσεως τούτων, ως και πάσα ετέρα αναγκαία λεπτομέρεια. (Εκδόθηκε το Π.Δ. 190/1981 «Περί χορηγήσεως αδείας εγκαταστάσεως ποιμνιοστασίων, πτηνοτροφείων ή άλλων συναφών εγκαταστάσεων ως και μελισσοκομείων εντός δημοσίων δασών ή δασικών εκτάσεων» Φ.Ε.Κ.54/4-3-1981/Τ.Α’.).

Α ρ θ ρ ο ν    47

Εκχέρσωσις ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων

(*** Εκδόθηκε η Υ.Α. 173935/2240/12-10-1981 «Περί οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 47 Ν.998/79 αναφερομένων στην εκχέρσωση ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων» Φ.Ε.Κ. 658/16-10-1981/Τ.Β’.)<

  1. Η εκχέρσωσις ιδιωτικών δασών απαγορεύεται.

      Επιτρέπεται πάντως η εντός αυτών φύτευσις καρποφόρων δένδρων ή εξημέρωσις αγρίων εφ’ όσον συντρέχουν αι εν τη παραγράφω 1 του προηγουμένου άρθρου προϋποθέσεις.

      Προκειμένου περί ιδιωτικών δασικών εκτάσεων είναι δυνατή η χρησιμοποίησις ή εκχέρσωσις αυτών υπό των ιδιοκτητών των προς δενδροκομικήν ή αγροτικήν εκμετάλλευσιν υπό τας εν τω πρηγουμένω άρθρω ουσιαστικάς προϋποθέσεις.

  1. Διά την τοιαύτην χρησιμοποίησιν ιδιωτικών δασών ή μεταβολήν της χρήσεως ιδιωτικών δασικών εκτάσεων απαιτείται άδεια του οικείου νομάρχου εκδιδομένη μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του νομαρχιακού συμβουλίου δασών και μη μεταβάλλουσα τον χαρακτηρισμόν αυτών ως δασών ή δασικών εκτάσεων διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος.

  2. Δημοτικαί ή κοινοτικαί δασικαί εκτάσεις, δύνανται να εκχερσούνται κατά τα εν παραγράφοις 1 και 2 οριζόμενα και να παραχωρούνται κατά χρήσιν εις φυσικά πρόσωπα τα οποία τυγχάνουν μόνιμοι κάτοικοι του δήμου ή της κοινότητος και είναι κατά κύριον επάγγελμα γεωργοί, προς μόνιμον γεωργικήν ή δενδροκομικήν καλλιέργειαν.

  3. Η μετά την διενέργειαν της εκχερσώσεως και εντός διετίας από ταύτης μη πραγματοποίησις της εγκριθείσης χρήσεως ή η οποτεδήποτε διακοπή ταύτης πέραν των δύο ετών συνιστούν λόγους κηρύξεως της ιδιωτικής εκτάσεως ως αναγκαστικώς απαλλοτριωτέας υπέρ του Δημοσίου ή ανακλήσεως της κατά την παράγραφον 3 παραχωρήσεως. Εν περιπτώσει αναγκαστικής απαλλοτριώσεως διά τους εν τη παραγράφω ταύτη λόγους, η εκτίμησις των απαλλοτριουμένων εκτάσεων γίνεται βάσει των διατάξεων της & 1 του άρθρου 6 του παρόντος.

Α ρ θ ρ ο ν   48
Οδοί

  1. Η διάνοιξις δημοσίων οδών διά μέσου δασών ή δασικών εκτάσεων είναι επιτρεπτή, εφ’ όσον διά της μελέτης κατασκευής τούτων λαμβάνεται πρόνοια διά την διαφύλαξιν του τυχόν προστατευτικού χαρακτήρος των δασών. Επίσης κατά την χάραξιν και την κατασκευήν των οδών δέον να προβλέπωνται και λαμβάνωνται μέτρα διά την προστασίαν της εκατέρωθεν δασικής βλαστήσεως και την μη αλλοίωσιν του φυσικού περιβάλλοντος. Η διάνοιξις οδών εντός των πυρήνων των εθνικών δρυμών απαγορεύεται.

  2. Πλην των απολύτως αναγκαίων τεχνικών έργων ή άλλων απαραιτήτων δημοσίων εγκαταστάσεων (τελωνειακών σταθμών, ή σταθμών ελέγχου κλπ.), παν έτερον έργον ή κτίσμα ή εγκατάστασις κατά μήκος των οδών αι οποίαι διέρχονται εκ δάσους ή δασικής εκτάσεως επιτρέπεται μόνον από τους όρους και τας προϋποθέσεις των λοιπών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου.

  3. Η διάνοιξις οδών διά μέσου δασών ή δασικών εκτάσεων δι’ εξυπηρέτησιν εκμεταλλεύσεων, βιομηχανιών, μεταλλείων και λατομείων, περί ων τα άρθρα 56 και 57 του παρόντος, είναι επιτρεπτή κατόπιν αδείας της δασικής αρχής και συμφώνως προς χάραξιν εγκρινομένην υπ’ αυτής. Αι δαπάναι τυχόν αποζημιώσεων, ως και τα έξοδα κατασκευής και συντηρήσεως των οδών τούτων, βαρύνουν τας εξυπηρετουμένας δι’ αυτών επιχειρήσεις. Εκλιπόντος του λόγου, δι’ ον ηνοίχθησαν αι κατά την παρούσαν παράγραφον οδοί, αύται διατηρούνται ως δασικαί, εφόσον ανταποκρίνονται εις τους όρους του άρθρου 15, άλλως αναδασώνται μερίμνη της δασικής υπηρεσίας.

  4. Εις δημόσια δάση και δασικάς εκτάσεις και εις βάθος μέχρι διακοσίων (200) μέτρων από δημοσίας ή από δασικής οδού δύναται η δασική υπηρεσία να ιδρύη εις καταλλήλους χώρους διημερεύσεως (πικ-νικ) προς εξυπηρέτησιν των επισκεπτών. Η χρήσις τούτων υπό του κοινού ενεργείται επί τη βάσει κανονισμών εκδιδομένων υπό του οικείου νομάρχου.

Α ρ θ ρ ο ν   49
Πόλεις και οικιστικαί περιοχαί

  1. Τα εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή πολεοδομικής ζώνης ή εντός οικιστικής περιοχής υφιστάμενα πάρκα, άλση και δενδροστοιχίαι, υπό την επιφύλαξιν των εν άρθροις 48 & 1 και 52 & 1 προβλεπομένων δεν δύνανται να μεταβάλλουν προορισμόν ή χρήσιν.

  2. Επέκτασις πόλεως εχούσης εγκεκριμένον σχέδιον, ή οικισμού υφισταμένου προ του 1923, ή δημιουργία οικιστικής περιοχής εντός δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως δεν επιτρέπεται, ούτε είναι δυνατή η καθ’ οιονδήποτε τρόπον παραχώρησις δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως προς δημιουργίαν ή επέκτασιν πόλεων, οικισμών ή οικιστικών περιοχών.

      Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται η ένταξις δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως ή τμήματος αυτών, εις οικιστικήν περιοχήν, του σχετικού προεδρικού διατάγματος, εκδιδομένου εν τοιαύτη περιπτώσει τη προσυπογραφή και του Υπουργού Γεωργίας, εφ’ όσον: α) Η τοποθέτησις αυτών εντός του μείζονος χώρου, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως οικιστική περιοχή, επιβάλλεται εκ της ενότητος του πολεοδομικού σχεδιασμού, το δε εντασσόμενον τμήμα διατηρεί τον δασικόν αυτού χαρακτήρα, δυνάμενον να διατεθή διά την δημιουργίαν κοινοχρήστων χώρων ή διά κοινωφελείς σκοπούς μόνον επί τη συνδρομή των άρθρων του παρόντος κεφαλαίου, ή β) πρόκειται περί δασών ή δασικών εκτάσεων εμπιπτουσών εις τας κατηγορίας γ’ έως και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, περιβαλλουσών εν όλω ή κατά το μέγιστον τμήμα της περιφερείας των, υφισταμένας πόλεις ή οικισμούς είναι δε τελείως ανέφικτος η χρησιμοποίησις άλλων συνεχομένων, η εγγύς κειμένων χώρων διά την επέκτασιν τούτων. Εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν, η ένταξις του δάσους ή της δασικής εκτάσεως ή τμήματος αυτών εις το σχέδιον της νέας οικιστικής περιοχής γίνεται αποκλειστικώς εν τω μέτρω των αναγκών των κατοίκων της παρακειμένης πόλεως ή οικισμού και υπό τον όρον της κατά το δυνατόν διατηρήσεως της δασικής μορφής της υπό τας ρηθείσας προϋποθέσεις εντασσομένης εκτάσεως, εφαρμοζομένων, περαιτέρω, διά την διαμόρφωσιν των οικοδομησίμων χώρων, την μεταβίβασιν αυτών εις ιδιώτας και την οικοδόμησιν αυτών των περιορισμών της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

  1. Περιοχή αποτελουμένη αποκλειστικώς εξ ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων, δύναται κατ’ εφαρμογήν της γενικωτέρας κρατικής οικιστικής πολιτικής να χαρακτηρισθή ως οικιστική ή να περιληφθή εις οικιστικήν περιοχήν, εφ’ όσον αι ανάγκαι του πολεοδομικού σχεδιασμού και της οικιστικής αναπτύξεως κατά την κρίσιν του Υπουργού Δημοσίων Εργων επιβάλλουν τούτο, συμφώνως προς τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα και υπό τον όρον ότι η περιοχή

αυτή εμπίπτει εις μίαν των υπό στοιχεία γ’ έως και ε’ κατηγοριών της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, συντρέχουν δε αι λοιπαί προϋποθέσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας. Η συνδρομή του ως άνω όρου βεβαιούται υπό της οικείας δασικής αρχής, το δε σχετικόν προεδρικόν διάταγμα περί χαρακτηρισμού της περιοχής ως οικιστικής προσυπογράφεται και υπό του Υπουργού Γεωργίας.

  1. Διά του κατά την προηγουμένην παράγραφον διατάγματος, πέραν των κατά την πολεοδομικήν νομοθεσίαν όρων διαμορφώσεως, αναπτύξεως και δομήσεως της περιοχής, προβλέπονται αι υποχρεώσεις και τα βάρη των ιδιοκτητών ή του αναλαμβάνοντος την διαμόρφωσιν της οικιστικής περιοχής φορέως διά την διατήρησιν και ανάπτυξιν της δασικής βλαστήσεως εντός των μη καταλαμβανομένων υπό των οικοδομών χώρων ή διά την αναδάσωσιν αυτών. Εις ουδεμίαν περίπτωσιν το σύνολον των προς οικοδόμησιν διατιθεμένων χώρων δύναται να υπερβή το δέκα τοις εκατόν (10%) του δάσους ή της δασικής εκτάσεως, η οποία χαρακτηρίζεται κατά τα ανωτέρω ως οικιστική ή περιλαμβάνεται εις μείζονα οικιστικήν περιοχήν.

  2. Η κατάτμησις των εν τη οικιστική περιοχή δασικών ιδιοκτησιών επιτρέπεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, υπό τον όρον ότι δι’ αυτής δημιουργούνται αυτοτελείς ιδιοκτησίαι ουχί μικρότεραι των τεσσάρων στρεμμάτων. Επίσης επιτρέπεται όπως διά της κατατμήσεως ή διά του διαμορφωμένου οδικού δικτύου δημιουργούνται αυτοτελή τεμάχια μείζονος των εκατό στρεμμάτων εκτάσεως της υπ’ αυτών δομήσεως χωρούσης κατά το σύστημα της οριζοντίου ή και καθέτου συνιδιοκτησίας. Ο συντελεστής δομήσεως, υπολογιζόμενος επί των προς οικοδόμησιν διατιθεμένων χώρων εκάστης αυτοτελούς ιδιοκτησίας ή συνιδιοκτησίας εις ουδεμίαν περίπτωσιν δύναται να είναι μείζων της μονάδος. Το προεδρικόν διάταγμα περί εγκρίσεως της πολεοδομικής μελέτης της περιοχής εις ην περιλαμβάνεται το ιδιωτικόν δάσος ή δασική έκτασις προσυπογράφεται και υπό του Υπουργού Γεωργίας.

  3. Απαντες οι ιδιοκτήται των κατά τα ανωτέρω υπαγομένων εις οικιστικήν περιοχήν δασικών ιδιοκτησιών, είτε πρόκειται περί αυτοτελών δασοτεμαχίων, είτε περί ιδανικών μεριδίων τούτων, ενούνται αυτοδικαίως εις αναγκαστικόν δασικόν συνεταιρισμόν προστασίας, διεπόμενον από τας διατάξεις του άρθρου 22 του παρόντος νόμου.

Α ρ θ ρ ο ν   50
Περιοχαί οικοδομικών συνεταιρισμών

  1. Οικοδομικοί συνεταιρισμοί καταστάντες ή καθιστάμενοι ιδιοκτήται ιδιωτικού δάσους ή ιδιωτικής δασικής εκτάσεως ανηκούσης εις τας υπό στοιχεία γ’ έως και ε’ κατηγορίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4 δύνανται να προβούν εις την πολεοδομικήν διαμόρφωσιν και οικοδόμησιν αυτών μόνον κατόπιν αναγνωρίσεως της οικείας περιοχής ως οικιστικής ή κατόπιν εντάξεως αυτής εις οικιστικήν περιοχήν κατά τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου, τηρουμένου κατά τα λοιπά των διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας.

  2. Οι ανωτέρω οικοδομικοί συνεταιρισμοί από της αναγνωρίσεως ή εντάξεως του υπ’ αυτών κτηθέντος, προς διανομήν εις τα μέλη των, δάσους ή δασικής εκτάσεως εις οικιστικήν περιοχήν καθίστανται αυτοδικαίως και αναγκαστικοί συνεταιρισμοί προστασίας διεπόμενοι από τας διατάξεις του άρθρου 22 του παρόντος νόμου.

  3. Δάση και ιδιωτικαί δασικαί εκτάσεις ανήκουσαι κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος εις οικοδομικούς συνεταιρισμούς και μη δυνάμεναι κατά νόμον να αποτελέσουν οικιστικήν περιοχήν ή να ενταχθούν εις ταύτην συμφώνως προς τα ανωτέρω οριζόμενα, απαλλοτριούνται αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών ή ανταλλάσσονται με ίσης αξίας χορτολιβαδικήν ή άλλην ασκεπή έκτασιν του Δημοσίου ανήκουσαν εις την διαχείρισιν του Υπουργείου Γεωργίας και περιληφθείσαν εντός οικιστικής περιοχής κατά την ισχύουσαν νομοθεσίαν. Η κήρυξις της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ενεργείται διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, μετά γνώμην του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών, η δε επ’ ανταλλαγή παραχώρησις ενεργείται συναινούντος του οικοδομικού συνεταιρισμού, διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Δημοσίων Εργων μετά γνώμην του αυτού ως άνω Συμβουλίου.

  4. Από της ισχύος του παρόντος πάσα κτήσις γης υπό οικοδομικού συνεταιρισμού διά τους σκοπούς αυτού εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή οικιστικής περιοχής υπόκειται εις προηγουμένην έγκρισιν του Υπουργού Γεωργίας παρεχομένη δι’ αποφάσεως αυτού μετά γνώμην του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών ή μετά γνώμην της αρμοδίας υπηρεσίας, εφ’ όσον πρόκειται περί μη δασών και δασικών εκτάσεων και μετά έρευναν περί του τυχόν δασικού χαρακτήρος αυτής, της κατηγορίας της εν αυτή βλαστήσεως και της αναγνωρίσεως αυτής ως ιδιωτικής. Ο

Υπουργός Γεωργίας δύναται να αρνηθή την ως άνω έγκρισιν και εις ην περίπτωσιν πρόκειται περί μη δασικής εκτάσεως εάν κρίνεται ενδεικνυομένη η κήρυξις αυτής ως αναδασωτέας κατά τα εν άρθροις 37 και επόμενα οριζόμενα.

  1. Οικοδομικοί συνεταιρισμοί νομείς και κάτοχοι δυνάμει εκδοθέντων υπό του Υπουργού Γεωργίας προσωρινών τίτλων εγκαταστάσεώς των εις την νομήν δημοσίων δασικών εκτάσεων, κατόπιν διενεργείας πλειστηριασμού και ολοσχερούς καταβολής του επιτευχθέντος συνολικού τιμήματος, μη δυνηθέντες μέχρι σήμερον δι’ οιονδήποτε λόγον να προβώσιν εις την ανέγερσιν των θερινών κατοικιών εντός της ταχθείσης υπό του προσωρινού τίτλου προθεσμίας, κηρυχθέντες έκπτωτοι, δικαιούνται να λάβουν παρά του Υπουργού Γεωργίας τον οριστικόν τίτλον μεταβιβάσεως της κυριότητος εις αυτούς, εφ’ όσον εντός τριετίας από της ισχύος του παρόντος προβώσιν εις την ανέγερσιν των θερινών κατοικιών των μελών των κατόπιν αναγνωρίσεως της δασικής εκτάσεως ως οικιστικής ή κατόπιν εντάξεως αυτής εις οικιστικήν περιοχήν κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου.

  2. Δικαιοπραξίαι γενόμεναι μέχρι της 31 Δεκεμβρίου 1978, κατά παράβασιν του άρθρου 148 του Δασικού Κώδικος, θεωρούνται έγκυροι αφ’ ης εγένοντο εάν αφεώρων δασικάς εκτάσεις μη κηρυχθείσας αναδασωτέας τα οποίας μέχρι της ημερομηνίας ταύτης είτε εξ αρχής είτε εν συνεχεία, ηγόρασαν, ή προσυνεφώνησαν συμβολαιογραφικώς την αγοράν των, οικοδομικοί συνεταιρισμοί.

      Τυχόν εκκρεμείς δίκαι καταργούνται συμψιφιζομένης της δικαστικής δαπάνης.

      Τυχόν αμετάκληται δικαστικαί αποφάσεις ακυρώσασαι τοιαύτας δικαιοπραξίας διατηρούν την ισχύν των.

Α ρ θ ρ ο ν    51
Τουριστικαί εγκαταστάσεις

(*** Εκδόθηκε η Υ.Α. 166584/3227/8-5-1985 «Επικύρωση τεχνικών προδιαγραφών για μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων από επεμβάσεις τουριστικών εγκαταστάσεων» Φ.Ε.Κ. 269/9-5-1985)

(*** Εκδόθηκε η Υ.Α. 166583/3226/8-5-1985 «Επικύρωση τεχνικών προδιαγραφών για μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων από επεμβάσεις αθλητικών χώρων και εγκαταστάσεων» Φ.Ε.Κ. 269/9-5-1985).

  1. Μετά πρότασιν του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, ερειδομένην επί σχετικού προγράμματος ή μελέτης τουριστικής αναπτύξεως περιοχής τινός και γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής επιτρέπεται όπως δημόσια δάση ή δασικαί εκτάσεις ή τμήματα αυτών παραχωρούνται εις τον ως άνω Οργανισμόν και τίθενται εις την διοίκησιν αυτού, προς τον σκοπόν της τουριστικής αξιοποιήσεως των. Ως τουριστική αξιοποίησις νοείται η κατασκευή πάσης φύσεως εγκαταστάσεων διά την διαβίωσιν και αναψυχήν ομαδικώς ή και ατομικώς κινουμένων ατόμων και διά την ανάλογον διαμόρφωσιν του όλου χώρου.

  2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον παραχώρησις δεν δύναται να περιλαμβάνη δάση και δασικάς εκτάσεις των κατηγοριών α’ και β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ή των κατηγοριών στ’ και ζ’ της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται η δημιουργία περιπτέρων, πανδοχείων ή ξενώνων εις δάση ή δασικάς εκτάσεις των κατηγοριών α’ και β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4, εφ’ όσον δι’ αυτών εξυπηρετούνται εγκαταστάσεις ορειβασίας ή χειμερινού αθλητισμού κατά τα εις την παράγραφον 2 του άρθρου 52 προβλεπόμενα και εις το απολύτως αναγκαίον μέτρον. Η εξαίρεσις αυτή δεν ισχύει διά τους πυρήνας των εθνικών δρυμών.

  3. Η κατά τα ανωτέρω παραχώρησις ενεργείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας υπό τον όρον της διατηρήσεως της δασικής μορφής των παραχωρουμένων εκτάσεων, καθοριζομένων συγχρόνως των υποχρεώσεων του ΕΟΤ ή του διά συμβάσεως μετ’ αυτού αναλαμβάνοντος την τουριστικήν αξιοποίησιν της περιοχής προς διαφύλαξιν, προστασίαν και ενίσχυσιν της δασικής βλαστήσεως. Εις ουδεμίαν περίπτωσιν το σύνολον των προς οικοδόμησιν διατιθεμένων χώρων δύναται να υπερβή το δέκα επί τοις εκατόν (10%) του δάσους ή της δασικής εκτάσεως η οποία παραχωρείται κατά τα ανωτέρω προς τουριστικήν αξιοποίησιν ουδέ ο συντελεστής δομήσεως, υπολογιζόμενος επί του οικοδομησίμου χώρου να υπερβή την μονάδα. Η κυριότης των κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης παραγράφου δημιουργούμενων εγκαταστάσεων, κτιρίων κλπ. παραμένει πάντοτε εις το δημόσιον. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται κατά κυριότητα και επ’ ανταλλάγματι παραχώρησις εις τρίτους των χώρων οι οποίοι συμφώνως προς την εγκεκριμένην μελέτην της τουριστικής αξιοποιήσεως καταλαμβάνονται υπό ξενοδοχείων, ξενώνων ή βοηθητικών τούτων μονίμων εγκαταστάσεων, απαγορευομένης της μεταβολής της χρήσεως των παραχωρουμένων χώρων επί ποινή άρσεως της παραχωρήσεως.

  4. Η χρησιμοποίησις διά τους εν τη παραγράφω 1 σκοπούς ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων επιτρέπεται μόνον επί τη βάσει της εκάστοτε ισχυούσης οικιστικής και τουριστικής νομοθεσίας και μετά προηγουμένην έγκρισιν του Υπουργού Γεωργίας χορηγουμένην υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις και όρους των προηγουμένων παραγράφων. Εάν το ιδιωτικό δάσος ή δασική έκτασις πρόκειται να εξυπηρετήση συγχρόνως και τους εν τω επομένω άρθρω σκοπούς, το επιτρεπόμενον συνολικώς ποσοστόν προς δημιουργίαν των αθλητικών και τουριστικών εγκαταστάσεων δεν δύναται να υπερβή το εν παραγράφω 5 του επομένου άρθρου προβλεπόμενον όριον.

Α ρ θ ρ ο ν    52 Αθλητικοί χώροι και εγκαταστάσεις

*** Καταργήθηκε από τη & 9 του άρθρου 18 του Ν.1734/1987.

  1. Η δημιουργία αθλητικών χώρων και εγκαταστάσεων εις τα πάρκα και άλση επιτρέπεται, εφ’ όσον: α) Ο επιλεγόμενος χώρος είναι ο πλέον πρόσφορος προς τούτο, εν όψει των εν τη περιοχή πολεοδομικών συνθηκών και των αναγκών των κατοίκων και β) η συνολικώς παραχωρουμένη εκ του πάρκου ή άλσους διά την δημιουργίαν του αθλητικού χώρου έκτασις, προσμετρουμένης και πάσης άλλης εν τω αυτώ πάρκω ή άλσει δομικής κατασκευής ή εγκαταστάσεως, δεν υπερβαίνει τα πέντε τοις εκατόν 5% της όλης επιφανείας αυτού. Της κατά τα ανωτέρω δυνατότητος εξαιρούνται τα πάρκα και άλση της περιφερείας του Δήμου Αθηναίων.

  2. Η δημιουργία αθλητικών χώρων και εγκαταστάσεων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων επιτρέπεται εφ’ όσον αύται εμπίπτουν εις τας κατηγορίας γ’ έως και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4. Κατ’ εξαίρεσιν, επιτρέπεται η δημιουργία αθλητικών χώρων και εγκαταστάσεων ορειβασίας και χειμερινού αθλητισμού εις δάση και δασικάς εκτάσεις ανηκούσας και εις τας λοιπάς κατηγορίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4, υπό τον όρον ότι δι’ αυτών δεν θίγεται ο τυχόν προστατευτικός χαρακτήρ και δεν αλλοιούται βασικώς η μορφή τούτων.

  3. Ο καθορισμός της κατά την παράγραφον 1 επιλεγομένης εκτάσεως ως αθλητικού χώρου ενεργείται κατά τας διατάξεις της περί σχεδίων πόλεων και οικιστικών περιοχών νομοθεσίας, του σχετικού διατάγματος προσυπογραφομένου και υπό του Υπουργού Γεωργίας μετά γνώμην του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών.

  4. Η παραχώρησις τμήματος δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως διά την δημιουργίαν αθλητικών χώρων και εγκαταστάσεων εκτός σχεδίου πόλεως ή οικιστικής περιοχής ενεργείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά γνώμην της Δασικής Υπηρεσίας. Η παραχώρησις αύτη ενεργείται πάντοτε προς την Γενικήν Γραμματείαν Αθλητισμού ή προς εποπτευόμενον υπ’ αυτής νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου.

Προκειμένου περί των εν τω δευτέρω εδαφίω της παραγράφου 2 του παρόντος χώρων και εγκαταστάσεων διά της υπουργικής αποφάσεως εγκρίνεται απλώς η χρήσις της δασικής γης διά τον ως άνω σκοπόν, της περιοχής διατηρούσης οπωσδήποτε τον δασικόν αυτής χαρακτήρα. Εις την περίπτωσιν ταύτην η άδεια διά την διαμόρφωσιν του χώρου και την δημιουργίαν εγκαταστάσεων ορειβασίας και χειμερινού αθλητισμού δύναται να παρέχεται και προς τον Ελληνικόν Οργανισμόν Τουρισμού ή προς άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Η χρησιμοποίησις των εν λόγω χώρων και εγκαταστάσεων γίνεται πάντοτε επί τη βάσει κανονισμών εγκρινομένων και υπό της δασικής υπηρεσίας.

  1. Διάθεσις ιδωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως ή τμήματος αυτών διά τους εν τω παρόντι άρθρω σκοπούς προς αθλητικάς οργανώσεις και σωματεία επιτρέπεται εφ’ όσον ανήκουν εις τας κατηγορίας γ’ και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, μετά σχετικήν άδειαν της δασικής υπηρεσίας και υπό τον όρον της διατηρήσεως της δασικής βλαστήσεως εις τα ογδοήκοντα τουλάχιστον επί τοις εκατόν (80%) της διατιθεμένης εκτάσεως, ή της διαμορφώσεως και διατηρήσεως του αυτού ποσοστού ταύτης, ως χώρου πρασίνου.

  2. Εις περίπτωσιν εγκαταλείψεως ή αχρησίας των αθλητικών χώρων η κατά τα ανωτέρω παραχωρηθείσα ή διατεθείσα έκτασις ανακτά υποχρεωτικώς τον δασικόν αυτής χαρακτήρα μη δυναμένη να χρησιμοποιηθή δι’ άλλους σκοπούς.

Α ρ θ ρ ο ν    53
Σχολικά κτίρια και εγκαταστάσεις

*** Καταργήθηκε από τη & 9 του άρθρου 18 του Ν.1734/1987.

  1. Παραχώρησις κατά κυριότητα τμήματος δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως διά την δημιουργίαν χώρων προς ανέγερσιν κτιρίων διά τας ανάγκας της κατωτέρας, μέσης, ανωτέρας και ανωτάτης εκπαιδεύσεως, επιτρέπεται μόνον προκειμένου περί των υπό στοιχεία γ’ έως και ε’ κατηγοριών της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και εφ’ όσον το δάσος ή η δασική έκτασις έχει ενταχθή εις οικιστικήν περιοχήν κατά το άρθρον 49 του παρόντος. Η ως άνω παραχώρησις ενεργείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, εκδιδομένης μετά γνώμην της δασικής υπηρεσίας, προς τον Οργανισμόν Σχολικών Κτιρίων ή το οικείον σχολικόν ταμείον ή το δημόσιον εκπαιδευτικόν ίδρυμα, τας ανάγκας των οποίων προορίζεται να εξυπηρετήση η παραχωρουμένη έκτασις και υπό τον όρον της διατηρήσεως της δασικής βλαστήσεως ή της υποχρεωτικής δενδροφυτεύσεως των μη καταλαμβανομένων υπό κτισμάτων ή άλλων εγκαταστάσεων χώρων της ως είρηται παραχωρουμένης εκτάσεως, λαμβανομένων όμως υπ όψιν και των αναγκών εις τελείως ακαλύπτους χώρους.Α

  2. Επιτρέπεται η χρησιμοποίησις ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων εμπιπτουσών εις τας εν τη παραγράφω 1 προβλεπομένας κατηγορίας μετ’ άδειαν του Υπουργού Γεωργίας χορηγουμένην υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις και όρους.

Ο προς οικοδόμησιν των εκπαιδευτηρίων και άλλων κτιρίων ή εγκαταστάσεων διατιθέμενος χώρος δεν δύναται εν πάση περιπτώσει να υπερβή το δέκα τοις εκατόν (10%) του ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως ή του τμήματος αυτών, όπερ διατίθεται διά τους εν τω παρόντι άρθρω σκοπούς.

Α ρ θ ρ ο ν    54
Νοσοκομεία, παιδικαί εξοχαί, κατασκηνώσεις

*** Καταργήθηκε από τη & 9 του άρθρου 18 του Ν.1734/1987.

  1. Η εγκατάστασις νοσοκομείων, σανατορίων, θεραπευτηρίων, κατασκηνώσεων και παιδικών εξοχών εις δημόσια δάση ή δασικάς εκτάσεις είναι δυνατή μόνον εφ’ όσον πρόκειται περί δασών ή δασικών εκτάσεων ανηκουσών εις τας κατηγορίας γ’ έως και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και πάντοτε μετά προηγουμένην απόφασιν του Υπουργού Γεωργίας , εκδιδομένην μετά γνώμην της δασικής υπηρεσίας και καθορίζουσαν την παραχωρουμένην συνολικώς έκτασιν. Η παραχώρησις δύναται να γίνη μόνον προς δημοσίας υπηρεσίας ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή κοινωφελή ιδρύματα ή μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος σωματεία, έχοντα αναπτύξει πολυετή κατασκηνωτικήν δραστηριότητα και επιχορηγούμενα υπό του Κράτους βάσει ειδικών νόμων.

  2. Ιδιωτικά δάση ή δασικαί εκτάσεις δύναται να διατεθούν διά τους εν τη παραγράφω 1 σκοπούς, εφ’ όσον ανήκουν εις τας αυτόθι οριζομένας κατηγορίας, μετά σχετικήν άδειαν του Υπουργού Γεωργίας και υπό τον όρον ότι αι διά τους εν λόγω σκοπούς καταλαμβανόμεναι υπό μονίμων κτισμάτων ή άλλων μονίμων εγκαταστάσεων εκτάσεις δεν υπερβαίνουν τα δέκα επί τοις εκατόν (10%) του όλου ιδιωτικού δάσους ή της δασικής εκτάσεως.

  3. Διά της κατά τα ως άνω υπουργικής αποφάσεως ή αδείας καθορίζονται και αι υποχρεώσεις του προς ον η παραχώρησις ή του λαμβάνοντος την άδειαν διά την διατήρησιν και προστασίαν της δασικής βλαστήσεως επί της μη καταλαμβανομένης υπό κτισμάτων ή άλλων μονίμων εγκαταστάσεων εκτάσεως. Η παραχώρησις ή η χρησιμοποίησις δάσους ή δασικής εκτάσεως διά την εγκατάστασιν κατασκηνώσεων και παιδικών εξοχών δεν συνεπάγεται μεταβολήν του δασικού χαρακτήρος της εκτάσεως.

  4. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως δύνανται να διαμορφώσουν καταλλήλως, εφοδιάζοντες τούτους και διά των απαραιτήτων εγκαταστάσεων υδρεύσεως και υγιεινής, χώρους εντός δημοτικών ή κοινοτικών δασών ή δασικών εκτάσεων των κατηγοριών δ’ και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και να διαθέτουν τούτους προς παραθερισμόν εις το κοινόν επί χρηματικώ ανταλλάγματι. Ο καθορισμός του χώρου, η έκτασις αυτού και αι εντός αυτού θέσεις προς εγκατάστασιν σκηνών ή προχείρων παραπηγμάτων γίνεται πάντοτε κατόπιν εγκρίσεως της δασικής υπηρεσίας η δε παραχώρησις των ως είρηται θέσεων ενεργείται μόνον διά μίαν θερινήν περίοδον επί τιμήματι καθοριζομένω υπό του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Η τυχόν επανειλλημένη μίσθωσις της αυτής θέσεως υπό ιδιώτου προς παραθερισμόν ουδέν δικαίωμα δημιουργεί υπέρ αυτού διά τα μετέπειτα έτη. Ο μισθωτής, άμα τη λήξει του χρόνου της μισθώσεως υποχρεούται να απομακρυνθή εκ της εις αυτόν ορισθείσης θέσεως και του χώρου του εκμισθουμένου κατά τα ανωτέρω υπό του δήμου ή της κοινότητος συναποκομίζων και τας πάσης φύσεως εγκαταστάσεις του, άλλως αποβάλλεται υπό της αστυνομικής αρχής, παραγγελία του οικείου εισαγγελέως προκαλουμένη δι ‘αιτήσεως του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος ή και του δασάρχου κατά τα επί δημοσίων κτημάτων ισχύοντα. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αι διατάξεις της δημοτικής και κοινοτικής νομοθεσίας περί εκμισθώσεως ακινήτων, ως και αι σχετικαί διατάξεις της τουριστικής νομοθεσίας.

Α ρ θ ρ ο ν   55
Μοναί-Νεκροταφεία

  1. Δεν επιτρέπεται η ίδρυσις και εγκατάστασις νέων παντός είδους μονών, μετοχίων αυτών ή ησυχαστηρίων πάσης θρησκείας ή δόγματος εντός δασών ή δασικών εκτάσεων των κατηγοριών α’, δ’ και στ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του παρόντος.

  2. Διά την ίδρυσιν ή επέκτασιν νεκροταφείων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων απαιτείται προηγουμένη έγκρισις του Υπουργού Γεωργίας, παρεχομένη μετά γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής, εν όψει ανυπαρξίας πάσης άλλης δυναμένης να χρησιμοποιηθή διά την ως άνω ίδρυσιν ή επέκτασιν εκτάσεως.

( Η ως άνω & 2 καταργήθηκε από τη & 9 του άρθρου 18 του Ν.1734/1987)

. Α ρ θ ρ ο ν   56
Βιομηχανίαι

  1. Εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις των κατηγοριών γ’ και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και αι οποίαι δεν εμπίπτουν εις τας παραγράφους α’, δ’, ε’ και ζ’ της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου, επιτρέπεται η εγκατάστασις βιομηχανιών κοπής και επεξεργασίας ξύλου ή βιομηχανιών εχουσών ως πρώτην ύλην το ξύλον ή άλλα προϊόντα του δάσους, ως και βιομηχανιών γάλακτος και γαλακτομικών προϊόντων. Η εγκατάστασις γίνεται κατόπιν αδείας του νομάρχου, χορηγουμένης μετά σύμφωνον γνώμην του συμβουλίου δασών του νομού και πάντοτε υπό τον όρον της τηρήσεως των υπό των δασικών κανονισμών προβλεπομένων μέτρων ασφαλείας***.

(*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 189/1981 «Περί χορηγήσεως αδείας εγκαταστάσεως και επεκτάσεως βιομηχανιών εντός δασών και δασικών εκτάσεων και παραχωρήσεως αυτών διά την δημιουργίαν βιομηχανικών περιοχών» Φ.Ε.Κ. 54/4-3-1981/Τ.Α’.).

  1. Διά την κατά τας κειμένας διατάξεις δημιουργίαν βιομηχανικής περιοχής είναι δυνατή η προς την ΕΤΒΑ ή άλλους δημοσίους φορείς παραχώρησις δημοσίας δασικής εκτάσεως περικλειομένης ή εισχωρούσης εντός της μείζονος περιοχής, ήτις επιλέγεται προς τον ανωτέρω σκοπόν, εφ’όσον η έκτασις αυτή δεν ανήκει εις τας κατηγορίας α’ και β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ή τας κατηγορίας α’, δ’, ε’ και ζ’ της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου. Η παραχώρησις γίνεται δι’αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής.

      Εάν εις την παραχωρουμένην έκτασιν περιλαμβάνονται και τμήματα δάσους, ταύτα δεν εκχερσούνται, αλλά παραμένουν υποχρεωτικώς ως χώρος πρασίνου εντός της βιομηχανικής περιοχής.

  1. Ναυπηγεία ή διϋλιστήρια ή άλλα μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα επιτρέπεται να εγκατασταθούν και καταλάβουν δάση και δασικάς εκτάσεις περιλαμβανομένας εις την υπό στοιχείον β’ κατηγορίαν της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του παρόντος, μη περιλαμβανομένας δε εις τας υπό στοιχεία δ’ και ε’ της αυτής παραγράφου περιπτώσεις ουδέ εις τας κατηγορίας α’ και β’ της παραγράφου 1 του αυτού άρθρου 4, εφ’ όσον τούτο επιβάλλεται εκ της φύσεως των ως άνω επιχειρήσεων και εκ της θέσεως εις ην κείνται τα δάση ή αι δασικαί εκτάσεις. Η σχετική έγκρισις παρέχεται υπό του Υπουργικού Συμβουλίου διά πράξεως αυτού. Η εκχέρσωσις της αναγκαιούσης εκτάσεως γίνεται πάντοτε υπό τον όρον της αναλήψεως της υποχρεώσεως προς αναδάσωσιν περιβαλλούσης τας εγκαταστάσεις ή εγγύς προς αυτάς κειμένας περιοχής εις έκτασιν μείζονα μέχρι και του διπλασίου της καταλαμβανομένης υπό των εν λόγω εγκαταστάσεων.

  2. Η επέκτασις βιομηχανικών μονάδων εις ιδιωτικάς δασικάς εκτάσεις είναι επιτρεπτή, εφ’ όσον δεν είναι δυνατή ή σκόπιμος από απόψεως δημοσίου συμφέροντος, η προς τον σκοπόν τούτον χρησιμοποίησις άλλων παρακειμένων εδαφών. Η εκχέρσωσις και χρησιμοποίησις της δασικής ταύτης εκτάσεως γίνεται πάντοτε κατόπιν αδείας του Υπουργού Γεωργίας και υπό τον όρον της αναλήψεως της υποχρεώσεως προς αναδάσωσιν, εις την αυτήν ή παρακειμένην περιοχήν, μείζονος μέχρι και του διπλασίου της εκχερσουμένης εκτάσεως. Περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εγκρίσεως της εκχερσώσεως και των όρων πραγματοποιήσεως ταύτης γνωμοδοτεί το τεχνικόν συμβούλιον δασών.

  3. Η διάταξις της παραγράφου 6 του άρθρου 46 του παρόντος νόμου εφαρμόζεται αναλόγως και εις το παρόν άρθρον.

Α ρ θ ρ ο ν   57 
Μεταλλευτικαί και λατομικαί εργασίαι

      (*** Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν και για όσες από τις εκτάσεις του άρθρου 3 του Ν.1734/1987 οριοθετούνται ως βοσκότοποι).

  1. Αι κατ’ εφαρμογήν των κειμένων περί μεταλλείων και λατομείων διατάξεων έρευναι προς ανεύρεσιν μεταλλευτικών και λατομικών ορυκτών εντός περιοχών περί ων το άρθρον 3 του παρόντος νόμου επιτρέπονται ως ακολούθως:

    α) Αι έρευναι διά γεωλογικών, κοιτασματολογικών, γεωφυσικών και γεωχημικών μεθόδων δεν χρήζουν αδείας ή εγκρίσεως τινός υπό της δασικής αρχής,

    β) Αι έρευναι διά γεωτρήσεων και δι’ ανορύξεως φρεάτων ή στοών επιτρέπονται κατόπιν

εγκρίσεως παρεχομένης δι’ αποφάσεως του νομάρχου μετά γνωμοδότησιν του νομαρχιακού συμβουλίου δασών και εφ’ όσον την διεξαγωγήν τούτων θεωρεί ιδιαιτέρως συμφέρουσαν διά την εθνικήν οικονομίαν το Υπουργείον Βιομηχανίας. Εν περιπτώσει αρνήσεως του νομάρχου, την έγκρισιν δύναται να παράσχη ο Υπουργός Γεωργίας κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής. Διά της σχετικής περί εγκρίσεως των ως άνω ερευνών αποφάσεως δύναται να τίθενται περιορισμοί ως προς την έρευναν εντός δασών και δασικών εκτάσεων των κατηγοριών α’ και β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, ως και των κατηγοριών α’ και β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, ως και των κατηγοριών δ’, ε’ και ζ’ της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου, καθορίζονται δε συγχρόνως και αι υποχρεώσεις του ερευνητού διά την προστασίαν του δασικού περιβάλλοντος και την αποκατάστασιν του τοπίου και της δασικής βλαστήσεως μετά το πέρας της ερεύνης ως και αι υποχρεώσεις του ερευνητού διά την προστασίαν του δασικού περιβάλλοντος και την αποκατάστασιν του τοπίου και της δασικής βλαστήσεως μετά το πέρας της ερεύνης ως και αι υποχρεώσεις του εν περιπτώσει εκμεταλλεύσεως της εκτάσεως. Η ως άνω απόφασις αποτελεί συγχρόνως έγκρισιν και της μετά την έρευναν εκμεταλλεύσεως εφ’ όσον δεν απαιτείται ειδική έγκρισις διά ταύτην κατά τους όρους της επομένης παραγράφου.

  1. Εκμετάλλευσις μεταλλείων και λατομείων διά της εξορύξεως, διαλογής, επεξεργασίας και αποκομιδής μεταλλευτικών ή λατομικών ορυκτών, διάνοιξις οδών προσπελάσεως και ανέγερσις εγκαταστάσεων εξυπηρετουσών τας ανάγκας εκμεταλλεύσεως τούτων εντός δασών ή δασικών επιτρέπονται ελευθέρως, εφ’ όσον εχορηγήθη η κατά την προηγουμένην παράγραφον έγκρισις ερεύνης. Εάν δεν εχορηγήθη η ως είρηται έγκρισις ερεύνης, απαιτείται ειδική έγκρισις της εκμεταλλεύσεως, χορηγουμένη διά αποφάσεως του νομάρχου, εκδιδομένης μετά γνώμην του νομαρχιακού συμβουλίου δασών και εφ’ όσον την εκμετάλλευσιν τούτων θεωρεί ιδιαιτέρως συμφέρουσαν διά την εθνικήν οικονομίαν το Υπουργείον Βιομηχανίας. Εις περίπτωσιν αρνήσεως του νομάρχου την έγκρισιν εκμεταλλεύσεως δύναται να παράσχη ο Υπουργός Γεωργίας μετά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής. Εις πάσαν περίπτωσιν απαιτείται έγκρισις διά την εκμετάλλευσιν μεταλλείων ή λατομείων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων των κατηγοριών α’ και β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4, ως και των κατηγοριών δ’, ε’ και ζ’ της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου, ανεξαρτήτως του αν εχορηγήθη ή μη ως κατά την προηγουμένην παράγραφον έγκρισις. Αύτη παρέχεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής.

  2. Η εκμετάλλευσις των μεταλλευτικών και λατομικών ορυκτών ενεργείται υποχρεωτικώς κατά τρόπον μη καταστρέφοντα την δασικήν βλάστησιν ει μη εις το απολύτως απαραίτητον μέτρον. Η εναπόθεσις ή μεταφορά των στείρων ή καταλοίπων εκ των εξορυσσομένων μεταλλευμάτων ή λατομικών ορυκτών ενεργείται εις ειδικούς προς τούτο χώρους κατά τους όρους της εν άρθρω 45 & 4 μελέτης.

      4.Πάσα εκ των ερευνών ή εκ της εκμεταλλεύσεως προκαλουμένη εις δάσος ή δασικάς εκτάσεις ζημία αποκαθίσταται συμφώνως προς την κατά την κατά το άρθρον 47 & 4 μελέτην και τας εντολάς της αρμοδίας δασικής αρχής. Η έχουσα την εκμετάλλευσιν επιχείρησις υποχρεούται να προβαίνη περιοδικώς εις αποκατάστασιν του τοπίου και της δασικής βλαστήσεως διά της εφαρμογής προγράμματος αναδασώσεως εγκρινομένου υπό της δασικής αρχής. Εφ’ όσον η τοιαύτη αποκατάστασις και η πραγματοποίησις της αναδασώσεως είναι ιδιαιτέρως δυσχερής, η δασική αρχή δύναται να υποχρεώση την επιχείρησιν, αντί της ως άνω αποκαταστάσεως, εις αναδάσωσιν ετέρας εγγύς ευρισκομένης περιοχής εκτάσεως μείζονος μέχρι και του πενταπλασίου εκείνης εις ην επήλθεν η εκ της εκμεταλλεύσεως ζημία. Η μη συμμόρφωσις του υποχρέου προς τα ανωτέρω συνεπάγεται την επιβολήν εις αυτόν των οικείων δαπανών διά την υπό της δασικής υπηρεσίας αποκατάστασιν της ζημίας του δασικού περιβάλλοντος ή την διενέργειαν των ρηθεισών αναδασώσεων. Αι δαπάναι αύται καταβάλλονται εις το Κεντρικόν Ταμείον Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, εν αρνήσει δε ή παραλείψει του υποχρέου εισπράττονται κατά τας διατάξεις του νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. Ο ως είρηται υπόχρεως, αρνούμενος ή παραλείπων την εκπλήρωσιν των ανωτέρω, υπόκειται εις ποινικήν δίωξιν κατά τα εν άρθρω 71 & 7 του παρόντος νόμου οριζόμενα. Εν υποτροπή αίρεται υποχρεωτικώς η κατά την παράγραφον 1 ή 2 έγκρισις, ως και η τυχόν κατά την παράγραφον 5 παραχώρησις.

  1. Η παραχώρησις δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων διά την διενέργειαν των εν τω παρόντι άρθρω εργασιών επιτρέπεται:

α) Κατά χρήσιν και άνευ ανταλλάγματος, εφόσον πρόκειται περί διενέργειας μεταλλευτικών ή λατομικών ερευνών διά γεωτρήσεων και διανοίξεως φρεάτων ή περί διανοίξεως οδών προσπελάσεως,

β) Κατά χρήσιν και επ’ ανταλλάγματι, εφ’ όσον αι παραχωρούμεναι εκτάσεις πρόκειται να χρησιμοποιηθούν διά την εκμετάλλευσιν των εν αυταίς ορυκτών ή την δημιουργίαν προχείρων εγκαταστάσεων.

γ) Κατά κυριότητα και επ’ ανταλλάγματι εφ’ όσον αι παραχωρούμεναι εκτάσεις είναι αναγκαίαι διά την ανέγερσιν μονίμων εγκαταστάσεων.

Η κατά χρήσιν παραχώρησις ενεργείται διά της κατά τας παραγράφους 1 και 2 απαιτουμένης εγκριτικής της ερεύνης ή της εκμεταλλεύσεως αποφάσεως, καθοριζούσης την διάρκειαν και το αντάλλαγμα της παραχωρήσεως.

      Διά τον καθορισμόν του ανταλλάγματος απαιτείται η σύμφωνος γνωμοδότησις της κατά το άρθρον 10 & 3 επιτροπής, η καταβολή δε των οικείων χρηματικών ποσών ενεργείται προς το Κεντρικόν Ταμείον Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. Η παραχώρησις κατά κυριότητα ενεργείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής και ισχύει δι ‘όσον χρόνον διαρκεί η εκμετάλλευσις των ανεγερθησομένων μονίμων εγκαταστάσεων, απαγορευομένης της αλλαγής του σκοπού δι’ ον εγένετο η παραχώρησις. Ο καθορισμός και η είσπραξις του ανταλλάγματος πραγματοποιείται κατά τα ανωτέρω.

  1. Αι κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νομίμως υφιστάμεναι και λειτουργούσαι εκμεταλλεύσεις μεταλλευτικών και λατομικών ορυκτών εις οιανδήποτε περιοχήν περιλαμβάνουσαν δάσος ή δασικήν έκτασιν, συνεχίζουν την δραστηριότητά των συμφώνως προς τας περί αυτών ισχυούσας διατάξεις και υπό τον όρον της εντός τριετίας συμμορφώσεώς των προς τας διά του παρόντος νόμου επιβαλλομένας υποχρεώσεις.

      Η προθεσμία αυτή περιορίζεται εις εν έτος, προκειμένου περί επιχειρήσεων, αίτινες ανεξαρτήτως του τόπου της έδρας των, δρούν εις περιοχήν εμπίπτουσαν εις την κατηγορίαν του εδαφίου α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος

Α ρ θ ρ ο ν   58
»Δημόσια Εργα Υποδομής»(Ο τίτλος του άρθρου από το άρθρο 2 &2 του Ν.2941/2001)

  1. Διά την εκτέλεσιν μεγάλων δημοσίων έργων, ως αεροδρομίων, τεχνητών λιμνών, φραγμάτων κλπ. είναι δυνατή η κατάληψις και εκχέρσωσις ή κάλυψις δασών ή δασικών εκτάσεων, εάν περί της εκτελέσεως των έργων τούτων εις την συγκεκριμένην περιοχήν υφίσταται ειδικός νόμος και κατά τους όρους τούτου. Εις πάσαν άλλην περίπτωσιν διά την προς τους ως είρηται σκοπούς κατάληψιν και εκχέρσωσιν ή κάλυψιν δάσους ή δασικής εκτάσεως απαιτείται έγκρισις παρεχομένη υπό του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας και Περιβάλλοντος επί τη προτάσει του Υπουργού Γεωργίας και ερειδομένη επί σχετικής μελέτης του αναλαβόντος ή έχοντος την πρωτοβουλίαν εκτελέσεως του έργου κρατικού φορέως, δικαιολογούσης την ανάγκην του έργου τούτου και την επιλογήν της συγκεκριμένης θέσεως.

  2. »Για την εκτέλεση έργων υποδομής και εγκατάσταση των δικτύων ηλεκτρισμού, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δίκτυα σύνδεσης έργων ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με το Σύστημα ή το Δίκτυο του άρθρου 2 του Ν. 2773/1999 και των συνοδών έργων, καθώς και των δικτύων μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου και πετρελαϊκών προϊόντων μέσα σε δάση ή δασικές εκτάσεις απαιτείται έγκριση του Υπουργού Γεωργίας».(Το εντός  εισαγ. εδάφιο παρατίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 &3 του Ν.  2941/2001, αφού πρώτα είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 13 του Ν. 1822/1988)

Με την απόφαση του Υπουργού Γεωργίας μπορεί να τεθούν όροι ως προς τον τρόπο και τους χώρους εκτέλεσης των έργων και εγκατάστασης των δικτύων ή ωρισμένων γραμμών ή αγωγών των δικτύων αυτών εντός του εδάφους ή να επιβληθή υποχρέωση να συνδυασθούν αυτά με το υφιστάμενο ή υπό εκτέλεση δίκτυο δασικών οδών ή με άλλα τεχνικά έργα.

(Η ως άνω εντός εισαγωγικών &2 παρατίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 13 του Ν.1822/1988)

          ‘ ‘3. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου στα έργα υποδομής της προηγούμενης παραγράφου περιλαμβάνονται και οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε. και τα συνοδά αυτών έργα. Η διάταξη της παραγράφου αυτής ισχύει από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2244/1994.

  1. Χορήγηση της έγκρισης της παραγράφου 2 για έργα ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι δυνατή για περισσότερους τους ενός ενδιαφερομένους και παράγει έννομα αποτελέσματα υπέρ του δικαιούχου άδειας παραγωγής ή πράξης εξαίρεσης από την υποχρέωση λήψης της, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10 του Ν. 2773/1999(ΦΕΚ 286 Α’). Η έγκριση της παραγράφου 2 για έργα ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε. συνοδευόμενη από τη σχετική άδεια παραγωγής ή εξαίρεσης της παρούσας παραγράφου, ισοδυναμεί με νόμιμο τίτλο χρήσης έκτασης, ο οποίος μεταγράφεται νόμιμα. Για το δικαίωμα χρήσης καταβάλλεται ως αντάλλαγμα υπέρ του Δημοσίου, εφόσον η έκταση ανήκει στο Δημόσιο, εφάπαξ ποσοστό 1% επί του προϋπολογισμού του έργου ή επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, εφόσον το ποσόν αυτό είναι μεγαλύτερο. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης καθορίζονται οι λεπτομέρειες είσπραξης του ως άνω ανταλλάγματος.»

(Οι ως άνω && 3 και 4 προστέθηκαν από τη &4 του άρθρου 2 Ν.2941/2001(ΦΕΚ 201Α), των παλαιοτέρω && 3 και 4 αναριθμηθέντων σε 5 και 6

«5. Η εκτέλεση μικρών δημοσίων ή δημοτικών και κοινοτικών έργων όπως μετεωρολογικών σταθμών, τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή εγκαταστάσεων έργων ύδρευσης και αποχέτευσης, έργων συλλογής, αποθήκευσης και μεταφοράς υδάτων (εξωποτάμιες και εσωποτάμιες λιμνοδεξαμενές με τη βοήθεια μικρών φραγμάτων και ταμιευτήρες φραγμάτων) για αρδευτικούς ή υδρευτικούς σκοπούς και αντλιοστασίων εντός δασών και δασικών εκτάσεων είναι επιτρεπτή ύστερα από άδεια του οικείου νομάρχη μετά από πρόταση της αρμοδίας αρχής.
Η εκτέλεση των παραπάνων έργων μπορεί κατά περίπτωση να συνδυάζεται με την εκτέλεση και χρησιμοποίηση των δασοτεχνικών έργων του άρθρου 16″.

Η αντικατασταθείσα &3 είχεν ως εξής:

  1. Η εκτέλεσις μικρών δημοσίων ή δημοτικών και κοινοτικών έργων, ως μετεωρολογικών σταθμών, τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή εγκαταστάσεων, έργων υδρεύσεως και αποχετεύσεως εντός δασών ή δασικών εκτάσεων είναι επιτρεπτή κατόπιν αδείας του νομάρχου, παρεχομένης μετά γνωμοδότησιν του νομαρχιακού συμβουλίου δασών, εις ο διά την περίπτωσιν ταύτην μετέχει μετά ψήφου και ο προϊστάμενος τεχνικών υπηρεσιών της Νομαρχίας. Η εκτέλεσις των έργων τούτων δέον πάντως να συνδυάζεται προς την εκτέλεσιν και χρησιμοποίησιν των κατά το άρθρον 16 δασοτε χνικών έργων.

(Η ως άνω εντός εισαγωγικών &3 παρατίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του Ν.2040/1992)

  1. Εφ’ όσον κατά την εκτέλεσιν εντός δασών ή δασικών εκτάσεων οιωνδήποτε έργων προκύπτουσιν ζητήματα αφορώντα εις τα ύδατα και τας υδατικάς σχέσεις, η ρύθμισις τούτων ενεργείται επί τη βάσει των κειμένων περί διοικήσεως και διαχειρίσεως των υπογείων ή ρεόντων υδάτων διατάξεων.

Α ρ θ ρ ο ν   59
Στρατιωτικά Έργα

  1. Για τη κατασκευή οχυρωματικών έργων επιτρέπεται ελεύθερα η χρήση δημοσίων δασικών εκτάσεων από τις δημόσιες στρατιωτικές αρχές, ύστερα από προηγούμενη ενημέρωση της δασικής υπηρεσίας.

  2. Επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση σε δασικές εκτάσεις και βοσκοτόπια και σε εξαιρετικές περιπτώσεις και σε δάση η κατασκευή στρατιωτικών εγκαταστάσεων, οι οποίες εξυπηρετούν την άμυνα της Χώρας. Η παραχώρηση χρήσης των εκτάσεων αυτών γίνεται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας η οποία εκδίδεται ύστερα από αίτηση της οικείας στρατιωτικής αρχής, στην οποία αιτιολογείται η ζητούμενη χρήσις.

Στην απόφαση παραχώρησης αναφέρονται υποχρεωτικά τα απαραίτητα μέτρα αντιπυρικής προστασίας που υποχρεούται να παίρνει η στρατιωτική αρχή
3. Στρατιωτικά έργα και εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν τη λειτουργία στρατιωτικών υπηρεσιών (στρατώνες, στρατόπεδα, διοικητικά κέντρα, σχολές και κέντρα εκπαίδευσης και στρατιωτικά νοσηλευτικά κέντρα) μπορεί να κατασκευασθούν μέσα σε δασικές εκτάσεις, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο, με απόφαση του νομάρχη, ύστερα από αιτιολογημένη αίτηση της στρατιωτικής αρχής και γνώμη της δ/νσης δασών. Η παραχώρηση γίνεται κατά χρήση. Αν εκλείψει ή εξέλιπεν ο λόγος της παραχώρησης, οι εκτάσεις επανέρχονται στη διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας.

Το ως άνω άρθρο 59 παρατίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του Ν.1734/1987 έχει ως εξής)

Το αντικατασταθέν άρθρο 59 είχεν ως εξής:
1. Προκειμένου περί κατασκευής οχυρωματικών έργων επιτρέπεται ελευθέρως η χρήσις δασών ή δασικών εκτάσεων υπό της αρμοδίας στρατιωτικής αρχής, επί τη απλή ενημερώσει της δασικής υπηρεσίας. Η κατασκευή στρατιωτικών εγκαταστάσεων εξυπηρετουσών αμέσως την εθνικήν άμυναν της Χώρας, επιτρέπεται εις πάσαν περίπτωσιν η δε παραχώρησις των προς τούτο απαιτουμένων εκτάσεων ή χώρων, ενεργείται διά αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας εκδιδομένης τη αιτήσει της οικείας στρατιωτικής αρχής. Κατά την εκτέλεσιν των ως άνω έργων λαμβάνεται πρόνοια υπό της εχούσης την ευθύνην αυτών στρατιωτικής αρχής διά την μικροτέραν δυνατήν καταστροφήν του δασικού πλούτου και την αποφυγήν αλλοιώσεως του δασικού τοπίου, εντός των ορίων της διά της ως άνω αποφάσεως επιτρεπομένης επεμβάσεως.
2. Στρατιωτικά έργα και εγκαταστάσεις αφορώσαι εις την λειτουργίαν των στρατιωτικών υπηρεσιών (στρατώνες και στρατόπεδα, σχολαί και κέντρα εκπαιδεύσεως, διοικητικά κέντρα κλπ.) δύνανται να πραγματοποιούνται εντός δασών και δασικών εκτάσεων μόνον εφ’όσον αύται ανήκουν εις τας υπό στοιχεία δ’ και ε’ κατηγορίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και δεν εμπίπτουν εις τας υπό στοιχεία α’, δ’, και ε’ περιπτώσεις της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου, μετά σχετικήν έγκρισιν του κατά τόπον αρμοδίου νομάρχου παρεχομένην τη αιτήσει της οικείας στρατιωτικής αρχής και μετά γνώμην της δασικής υπηρεσίας. Εν περιπτώσει αρνήσεως του νομάρχου, η παραχώρησις δύναται να γίνη υπό του Υπουργού Γεωργίας, εν όψει του συνόλου των εφικτών κατ’αρχήν λύσεων και των εν τη περιοχή κρατουσών συνθηκών. Εις τας κατά τα ανωτέρω παραχωρουμένας εκτάσεις αι στρατιωτικαί αρχαί μεριμνούν διά την εντός των ορίων των στρατιωτικών αναγκών διενέργειαν αναδασώσεων ή εγκατάστασιν δασικών φυτειών και εν γένει προστασίαν του δασικού πλούτου.

3. Οικισμοί και οικιστικαί εγκαταστάσεις εξυπηρετούσαι το προσωπικόν των ενόπλων δυνάμεων δύνανται να γίνουν εντός δασών και δασικών εκτάσεων μόνον υπό τας προϋποθέσεις και τους όρους τους τασσομένους διά την δημιουργίαν και ανάπτυξιν των οικιστικών περιοχών κατά τα εν άρθροις 48 και 49 οριζόμενα. Στρατιωτικά νοσοκομεία ή σανατόρια εκτός των εν τη προηγουμένη παραγράφω χώρων επιτρέπεται να ανεγερθούν μόνον υπό τας προϋποθέσεις και τους όρους τους τασσομένους διά την ίδρυσιν νοσοκομείων γενικώς.

Α ρ θ ρ ο ν   60
Πολιτιστικά έργα και εκδηλώσεις

  1. Αρχαιολογικαί έρευναι και ανασκαφαί εντός δασών ή δασικών εκτάσεων επιτρέπεται ελευθέρως κατά τας διατάξεις της αρχαιολογικής νομοθεσίας μετά προηγουμένην ενημέρωσιν της οικείας δασικής αρχής.

  2. Μουσεία, αρχαιολογικοί χώροι, πνευματικά κέντρα και παντός είδους εγκαταστάσεις εξυπηρετούσαι πολιτιστικάς εκδηλώσεις επιτρέπεται να κατασκευασθούν εντός δασών ή δασικών εκτάσεων κατόπιν κοινής αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Πολιτισμού και Επιστημών μετά γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής. Η δυνατότης αυτή δεν επιτρέπεται εις τους πυρήνας των Εθνικών Δρυμών.

Α ρ θ ρ ο ν   61
Παραχωρήσεις διά γενικωτέρους λόγους

  1. ΤοΥπουργικόν Συμβούλιον δι’ αποφάσεώς του, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να εγκρίνη την κατά χρήσιν ή κυριότητα παραχώρησιν μετά ή άνευ ανταλλάγματος και υπό οιουσδήποτε εξασφαλιστικούς όρους δημοσίων δασών ή δασικών εκτάσεων εμβαδού μέχρι τριακοσίων στρεμμάτων διά την εις αυτάς εγκατάστασιν υπηρεσιών Ιδρυμάτων ή Οργανισμών διεθνούς χαρακτήρος ή διά την υπό των υπέρ ων η παραχώρησις ανάπτυξιν καλλιεργειών και ανέγερσιν κτισμάτων προαγόντων τον Τουρισμόν και γενικώτερα την Εθνικήν Οικονομίαν της Χώρας ή εξυπηρετούντων καθ’ οιονδήποτε τρόπον τας διεθνείς σχέσεις αυτής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ

Α ρ θ ρ ο ν   62
Βάρος αποδείξεως

  1. Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων, ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ’ ου η αίτησις, και φυσικού ή νομικού προσώπου, όπερ επικαλείται ή αξιοί οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματον ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρον 74 του παρόντος νόμου αναφερομένων εδαφών, το ως άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οφείλει να αποδείξει την παρ’ αυτώ ύπαρξιν του δικαιώματός του.

Κατ’ εξαίρεσιν η διάταξις αυτή δεν ισχύει εις τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου και των Νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων.

Πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής εκδοθέντα μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος (δι’ ων το Δημόσιον θεωρεί ως ίδια δάση, δασικάς εκτάσεις και χορτολιβαδικά εδάφη) των ανωτέρω περιφερειών, καταργούνται αυτοδικαίως έστω και αν κατέστησαν τελεσίδικα.

  1. Η διάταξις του πρώτου εδαφίου της προηγουμένης παραγράφου παύει ισχύουσα κατά περιφερείας επί διενέξεων ή δικών αι οποίαι έχουν ως αντικείμενον δικαίωμα επί των εις το άρθρον 74 του παρόντος αναφερομένων χορτολιβαδικών εδαφών, άμα τη παρελεύσει της υπό του άρθρου 22 του Νόμου 248/76, ως τροποποιείται διά του παρόντος τασσομένης προθεσμίας, εξαιρουμένων των περιπτώσεων καθ’ ας υφίστανται εκκρεμείς δίκαι περί του τοιούτου δικαιώματος κατά την λήξιν της προθεσμίας ταύτης.

  2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 22 του Ν.248/76 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«1. Οι αξιούντες εμπράγματον δικαίωμα επί δασικής εκτάσεως ή τμήματος αυτής, εις ην αφορά η κατ’ άρθρον 20 του παρόντος καταχώρησις δύνανται να επιδιώξουν την αναγνώρισιν των δικαιωμάτων των εντός τριών (3) ετών από της καταχωρήσεως διά εγέρσεως τακτικής αγωγής κατά τας ισχυούσας διατάξεις.»

Α ρ θ ρ ο ν   63
Συγκυριότης Δημοσίου

  1. Υφιστάμενον ιδανικόν μερίδιον του Δημοσίου επί δασών ή δασικών εκτάσεων δύναται εφόσον είναι μικρότερον των πεντήκοντα επί της εκατόν (50%), να παραχωρείται προς τους συγκυρίους (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) τη αιτήσει τούτων, προτιμωμένων πάντοτε των συγκυρίων δασικών συνεταιρισμών ή Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως. Δεν επιτρέπεται η τοιαύτη παραχώρησις εάν κατά τον χρόνον υποβολής της αιτήσεως συντρέχει, ή εντός μηνός από της υποβολής ταύτης ήθελεν ανακύψει, περίπτωσις απαλλοτριώσεως του υπολοίπου ιδανικού μεριδίου κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 43 του παρόντος νόμου ή άλλης ειδικής διατάξεως προβλεπούσης την απαλλοτρίωσιν και του υπολοίπου.

  2. Η παραχώρησις ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου Νομάρχου, αποτελούσης νόμιμον τίτλον προς μεταγραφήν επί καταβολή του τιμήματος του παραχωρουμένου μεριδίου. Το τίμημα ορίζεται υπό της επιτροπής του άρθρου 10 & 3 κατά τα εν άρθρω 6 οριζόμενα, η εξόφλησις δε αυτού δύναται να προβλέπεται και εις ίσας εξαμηνιαίας ατόκους δόσεις μέχρις εξ το πολύ. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει η μεταβίβασις του μεριδίου συντελείται από της εμπροθέσμου καταβολής της τελευταίας δόσεως του τιμήματος.

  3. Ματαιουμένης της παραχωρήσεως του ανωτέρω μεριδίου, ή εάν τούτο αποτελείται εκ των πεντήκοντα (50%) και άνω του δάσους ή της δασικής εκτάσεως περί ης πρόκειται, δεν συντρέχει δε περίπτωσις απαλλοτριώσεως του υπολοίπου κατά τα εις την παράγραφον 1 αναφερόμενα, ενεργείται αυτουσία διανομή, αποχωριζομένου τμήματος του επικοίνου ίσου κατ’ αξίαν προς το ιδανικόν μερίδιον του Δημοσίου, του υπολοίπου παραμένοντος εις την πλήρη κυριότητα του ή των συγκυρίων (φυσικών ή νομικών προσώπων). Υπαρχόντων πλειόνων συγκυρίων η μεταξύ των συγκυριότης επί του υπολοίπου διατηρείται προσαυαξανομένου αναλόγως του ιδανικού μεριδίου εκάστου επί τούτου. Εφ’ όσον οι συγκύριοι συναινούν η διανομή γίνεται, μετά σύμφωνον γνώμην της κατά το άρθρον 10 & 3 επιτροπής, διά συμβολαιογραφικής πράξεως υπογραφομένης υπό των συγκυρίων και νομίμως μεταγραφομένης, του δημοσίου εκπροσωπουμένου υπό του οικείου νομάρχου ή του υπό τούτου εξουσιοδοτουμένου.

Εφ’ όσον οι συγκύριοι δεν συναινούν ή δεν αποδέχονται την γνωμοδότησιν της κατά το άρθρον 10 & 3 επιτροπής ως προς την θέσιν ή τα όρια του αποχωριζομένου τμήματος, ή δεν προσέλθουν προς υπογραφήν της πράξεως διανομής εντός μηνός από της σχετικής προσκλήσεως, το Δημόσιον δικαιούται να επιδιώξη δικαστικώς την διανομήν.

  1. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον διανομή ενεργείται υποχρεωτικώς και εις ας περιπτώσεις το μερίδιον του δημοσίου είναι μικρότερον του πεντήκοντα τοις εκατόν (50%), πρόκειται όμως περί δάσους ή δασικής εκτάσεως συνεχομένης μετά δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως επί τω τέλει αποχωρισμού του αναλόγου προς το ρηθέν μερίδιον τμήματος και προσθήκης αυτού εις το περιεχόμενο δάσος ή δασικήν έκτασιν. Εάν όμως η διανομή δεν δύναται να έχη ως αποτέλεσμα την προσθήκην του αποχωριζομένου τμήματος εις παρακείμενον δημόσιον δάσος ή δασικήν έκτασιν, το δε αποχωριζόμενον τμήμα, ή τμήματα εκ παρακειμένων ιδιοκτησιών, δεν υπερβαίνουν τα εκατόν στρέμματα επιτρέπεται όπως το μερίδιον του Δημοσίου πωληθή κατά τα εις την παράγραφον 2 οριζόμενα ή όπως το Δημόσιον επιδιώξη δικαστικώς την πώλησιν του επικοίνου και διανομήν του εκπλειστηριάσματος.

  2. Τα της διαδικασίας προς υποβολήν αιτήσεων, έλεγχον των τίτλων και διενέργειαν των παραχωρήσεων ή προς διενέργειαν της εκουσίας διανομής, τα της εκδόσεως των παραχωρητηρίων, ο τρόπος εξοφλήσεως του τιμήματος, ως και πάσα ετέρα λεπτομέρεια διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου καθορίζονται διά προεδρικού διατάγματος*** εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας.

(***Εκδόθηκε το Π.Δ. 467/1981 «Περί παραχωρήσεως ιδανικού μεριδίου του δημοσίου επί δασών ή δασικών εκτάσεων και εκουσίας διανομής επικοίνων μετά του δημοσίου τοιούτων» Φ.Ε.Κ. 130/15-5-1981/Τ.Α’.).

Α ρ θ ρ ο ν   64
Ρητινευόμενα δάση

  1. Παραχωρήσεις ρητινευομένων δασών γενόμεναι κατά τας διατάξεις του άρθρου μόνου του Ν.Δ. από 17/18-10-1923 «περί παραχωρήσεως της κυριότητος δασών ρητινευομένων υπό ιδιωτών», του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 1/13-12-1923 «περί επεκτάσεως της ισχύος του Ν.Δ. της 17-10-1923 κλπ.» και του άρθρου 50 του Ν.Δ. 2501/1953 «περί τροποποιήσεως κλπ. των περί δασών νόμων» αναγνωρίζονται ως παραχωρήσεις των δασών τούτων γενόμεναι κατά πλήρη κυριότητα και άνευ όρου τινός, δι’ αποφάσεως του αρμοδίου Νομάρχου εκδιδομένης εντός τριετίας από της αιτήσεως των υπέρ ων η αρχική παραχώρησις, υποβαλλομένης εντός έτους από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος.

Το δικαίωμα τούτο έχουν και οι καθολικοί διάδοχοι, οι προικολήπται και οι ειδικοί διάδοχοι των υπέρ ων η αρχική παραχώρησις, εάν τυγχάνουν σύζυγοι ή κατιόντες ή συγγενείς εκ πλαγίου μέχρι και του τρίτου βαθμού, μετεβιβάσθησαν δε εις αυτούς τα ως άνω δάση μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου.

Το αυτό δικαίωμα έχουν και οι λοιποί ειδικοί διάδοχοι των άνω προσώπων, εφ’ όσον συνεφώνησαν την αγοράν των τοιούτων δασών, συνάψαντες μέχρι της 15 Οκτωβρίου 1967 οριστικόν συμβόλαιον.

Εξαιρετικώς το αυτό δικαίωμα έχουν και οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί, εφ’όσον συνήψαν συμβολαιογραφικόν προσύμφωνον και κατέβαλον το 50% του προσυμφωνηθέντος τιμήματος μέχρι της ως άνω ημερομηνίας, της καταβολής ταύτης αποδεικνυομένης δι’εγγράφου βεβαίας χρονολογίας ή διά των οικείων εκθέσεων ελέγχου των κρατικών οργάνων, των ασκούντων την κατά νόμον εποπτείαν και έλεγχον των οικοδομικών συνεταιρισμών.

Οι ως άνω Οικοδομικοί συνεταιρισμοί δεν δύνανται να μεταβιβάσουν εις έκαστον των μέχρι της 31 Δεκεμβρίου 1978 εγγεγραμμένων μελών των πλείονα των δύο οικοπέδων, εις Έκαστον δε των έκτοτε εγγραφέντων ή εγγραφησομένων μελών των πλείονα του ενός οικόπεδα προερχόμενα εκ των τοιούτων εκτάσεων.

Επιφυλασσομένων των διατάξεων των παραγράφων 3 και 7 του παρόντος άρθρου, τυχόν γενόμεναι εν τω μεταξύ ανακλήσεις των αρχικών παραχωρητηρίων δεν εμποδίζουν την κατά τας κειμένας διατάξεις του παρόντος αναγνώρισιν, εξαιρουμένων των περιπτώσεων καθ’ας η αρχική παραχώρησις εγένετο κατά παραβίασιν των κειμένων διατάξεων.

  1. Η αίτησις συνοδευομένη υπό του αρχικού παραχωρητηρίου ή κεκυρωμένου αντιγράφου και των αποδεικτικών στοιχείων των εν τω μεταξύ γενομένων μεταβιβάσεων, υποβάλλεται εις τον οικείον δασάρχην. Μετά την πάροδον της εν τη προηγουμένη παραγράφω προθεσμίας ενεργείται δι’εκάστην περιοχήν χαρτογράφησις προς καθορισμόν των ορίων εκάστου τεμαχίου, και του εμβαδού του αντιστοιχούντος εις την αρχικήν παραχώρησιν, αν δε τα εις ο αφορά η αίτησις δάσος ή δασοτεμάχιον συνορεύουν προς δημόσιον δάσος ή δασικήν έκτασιν ενεργείται και αποτερματισμός και οριοθέτησις των τελευταίων. Εις ας περιπτώσεις διαπιστωθή εμβαδόν μείζον του εν τω αρχικώ παραχωρητηρίω αναγραφομένου το επί πλέον τμήμα περιέρχεται εις το δημόσιον.

  2. Αι υποβληθείσαι αιτήσεις μετά των ανωτέρω στοιχείων και κτηματικών σχεδιαγραμμάτων των αφορώντων εις Έκαστον δάσος ή δασοτεμάχιον, υποβάλλονται υπό του Δασάρχου μετά σχετικής προτάσεως εις την Επιτροπήν του άρθρου 10 & 3 του παρόντος, μετά σύμφωνον γνώμην της οποίας εκδίδεται η ως άνω απόφασις του Νομάρχου ήτις μεταγράφεται νομίμως. Τυχόν διαπιστουμένη αυθαίρετος μεταβολή της χρήσεως του παραχωρηθέντος δάσους ή δασοτεμαχίου δι’ολικής ή ουσιώδους μερικής αποψιλώσεως αυτού, συνεπάγεται την απόρριψιν της αιτήσεως και την αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν του ως είρηται δάσους ή δασοτεμαχίου προς τον σκοπόν της υπό του δημοσίου αποκαταστάσεως του δασικού χαρακτήρος αυτού, του σκοπού τούτου θεωρουμένου ως δημοσίας ωφελείας, τούτο δε εάν ήδη δεν έχει χωρήσει ανάκλησις του αρχικού παραχωρητηρίου.

  3. Τα κατά την ανωτέρω διαδικασίαν παραχωρούμενα δάση δύνανται να μεταβάλλουν την κατά τον προορισμόν χρήσιν των μόνον υπό τους όρους και προϋποθέσεις των διατάξεων του 6ου Κεφαλαίου του παρόντος νόμου.

Μέχρι της τυχόν ενεργουμένης τοιαύτης μεταβολής τα εν λόγω δάση ή δασοτεμάχια βαρύνονται διά τυχόν υφισταμένης δουλείας βοσκής υπέρ της ολότητος των κατοίκων του Δήμου ή της Κοινότητος εις ην ευρίσκονται, της βοσκής ταύτης ενεργουμένης κατά τας οικείας διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Μετά την μεταβολήν της χρήσεως η δουλεία αύτη καταργείται και οι ιδιοκτήται της εκτάσεως υποχρεούνται να αποζημιώσουν διά την τοιαύτην κατάργησιν τον οικείον Δήμον ή Κοινότητα.

  1. Εάν τα παραχωρηθέντα κατά τας εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου διατάξεις δάση ή δασοτεμάχια περιλαμβάνονται εντός εθνικών δρυμών ή έχουν προστατευτικόν χαρακτήρα απαλλοτριούνται αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου κατά τας σχετικάς περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων διατάξεις, επιφυλασσομένης της εφαρμογής και εν προκειμένω του εδαφίου β’ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

  2. Οι μη λαβόντες παραχωρητήρια κατά το παρελθόν, πληρούντες όμως τους ουσιαστικούς όρους και προϋποθέσεις των εν παραγράφω 1 διατάξεων και ασκούντες το δικαίωμα της ρητινοσυλλογής μέχρι της ενάρξεως ισχύος του Ν.Δ. 2501/53 δικαιούνται, όπως δι’ αιτήσεως υποβαλλομένης εντός έτους από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος ζητήσουν την εις αυτούς παραχώρησιν των υπ’ αυτών ρητινευομένων δασών ή δασοτεμαχίων κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου. Το ως άνω δικαίωμα έχουν και τα εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου αναφερόμενα πρόσωπα.

  3. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται επί περιπτώσεων καθ’ ας το Δημόσιον μετά την ανάκλησιν γενομένων αρχικών παραχωρητηρίων δασών προς ιδιώτας, παρεχώρησεν νομίμως εκ νέου τα αυτά δάση εις οικοδομικούς συνεταιρισμούς ή νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή κοινωφελή ιδρύματα, μέχρι της 11 Ιουνίου 1975.

Α ρ θ ρ ο ν   65
Ειδική αναγνώρισις κατατμήσεων

  1. Κατατμήσεις επί δασών και δασικών εκτάσεων του άρθρου 1 του Ν.Δ. 86/69 «περί δασικού κώδικος» επελθούσαι κατά τους αναδασμούς εις τας κτηματικάς περιοχάς Μαντουδίου, Τσούκας, Καλυβίων-Σπαθαρίου, Αγίας Αννης, Κεραμείας, Μονοκαρυάς, Ανω Πισσώνος, Κάτω Πισσώνος, Στράφων, Γαλατσώνος και Στροφυλιάς του Νομού Ευβοίας, θεωρούνται ως νομίμως γενόμεναι από της περατώσεως των αναδασμών τούτων, κατά τας διατάξεις του Α.Ν. 821/1948 «περί αναδιανομής αγροτικών κτημάτων» κυρωθέντος υπό του Ν.Δ. 1110/1949. Τα διά του αναδασμού διαμορφωθέντα δασοτεμάχια θεωρούνται ότι αποτελούν κεχωρισμένα τμήματα τελούντα υπό ενιαία δασικήν διαχείρισιν κατά τας διατάξεις περί διαχειρίσεως μη δημοσίων δασών.

  2. Η κατά την διαδικασίαν της περί αναδασμού νομοθεσίας, γενομένη αναγνώρισις δικαιωμάτων κυριότητος επί δασών ή δασικών εκτάσεων των ανωτέρω περιοχών υπέρ των εις τους κτηματολογικούς πίνακας αναδασμού εγγεγραμμένων ως δικαιούχων, θεωρείται ως υποκαταστήσασα την κατά τας διατάξεις της δασικής νομοθεσίας αναγνώρισιν ιδιοκτησίας.

  3. Η κατά την διαδικασίαν του άρθρου 216 του Ν.4173/29 χορηγηθείσαι υπό του Υπουργού Γεωργίας υπ’ αριθ. 300039/5-6-46 άδεια διανομής του συνιδιοκτήτου δάσους της περιοχής Αχλαδίου Ευβοίας θεωρείται αναγνωρίσασα κεχωρισμένα δικαιώματα κυριότητος επί των διανεμηθέντων δασοτεμαχίων.

  4. Απαντες οι περιορισμοί, οι προβλεπόμενοι από τας σχετικάς περί μη δημοσίων δασών διατάξεις της δασικής νομοθεσίας ισχύουν και επί των ανωτέρω δασοτεμαχίων.

Α ρ θ ρ ο ν   66

Παραχωρήσεις καστανοπεριβόλων που βρίσκονται μέσα σε δασικές εκτάσεις.

  1. Καστανοδασοτεμάχια, που βρίσκονται μέσα σε δημόσιες δασικές εκτάσεις ή σε δημοτικές ή κοινοτικές ή σε εκτάσεις που διακατέχονται από κοινότητες ή δήμους και στα οποία φύονται περισσότερα από πέντε (5) κατά στρέμμα, εξημερωμένα ή μη, καστανόδενδρα, που υφίστανται δενδροκομική περιποίηση, μπορεί να παραχωρηθούν κατά κυριότητα και χωρίς τίμημα, με απόφαση του νομάρχη, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου ή απόφαση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου κατά περίπτωση και αιτιολογημένης εκθέσεως της οικείας δ/νσης δασών, σε κατά κύριο επάγγελμα γεωργούς ή κτηνοτρόφους, οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι του νομού, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται οι πιό πάνω δασικές εκτάσεις, εφόσον αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους τις νέμονται και τις κατέχουν επί είκοσι (20) τουλάχιστον χρόνια μέχρι την έναρξη εφαρμογής αυτού του νόμου.

Η παραχώρηση αυτή γίνεται αποκλειστικά για δενδροκομική εκμετάλλευση με καστανιές χωρίς να αποκλείεται η φύτευση και συγκαλλιέργεια και άλλων ημέρων και αγρίων δένδρων ή και γεωργικών φυτών, εφόσον δεν παρακωλύεται η δενδροκομική εκμετάλλευση με καστανιές.
2. Το δικαίωμα αυτό μεταβιβάζεται στους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους, εφόσον και αυτοί είναι κατά κύριο επάγγελμα γεωργοί ή κτηνοτρόφοι, μόνιμοι κάτοικοι του νομού, στη περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το καστανοπερίβολο και συνεχίζουν τη δενδροκομική εκμετάλλευσή του με καστανιές.
Αν δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις αυτές ο παραχωρησιούχος κηρύσσεται έκπτωτος και το καστανοπερίβολο επανέρχεται στο δημόσιο ή το δήμο ή τη κοινότητα.
3. Καστανοτεμάχια, που παραχωρήθηκαν προσωρινά με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και για τα οποία δεν εκδόθηκαν οριστικά παραχωρητήρια, επειδή δεν πραγματοποιήθηκε εξ ολοκλήρου ο σκοπός της παραχώρησης (εξημέρωση αγρίων καστανοδένδρων), καταβλήθηκε όμως εν όλω ή εν μέρει το τίμημα, παραχωρούνται οριστικά με πράξη του Υπουργού Γεωργίας υπό τον όρο ότι θα διατηρηθεί η δενδροκομική εκμετάλλευση με εξημέρωση των καστανοδένδρων ή καλλιέργεια άλλων δένδρων.

Το αντικατασταθέν άρθρο 66 είχε ως εξής:

Α ρ θ ρ ο ν    66
Καστανοτεμάχια

  1. Εκτάσεις κείμεναι εντός δημοσίων δασών η δασικών εκτάσεων, εξαιρέσει των περιπτώσεων α’, β’, και ζ’ της & 1 του άρθρου 4 του παρόντος και επί των οποίων φύονται, εν μείξει ή μη μετ’άλλων δασοπονικών ειδών, εξημερωμέναι ή μη καστανέαι, των οποίων ο αριθμός κατά στρέμμα είναι μείζων των οκτώ, δύνανται να παραχωρηθώσιν κατά κυριότητα επί τω αποκλειστικώ σκοπώ δενδροκομικής και μόνον εκμεταλλεύσεως εις τους κατέχοντας τοιαύτας. Το ούτως αποκτώμενον δικαίωμα κυριότητος μεταβιβάζεται εις τους εκ των καθολικών διαδόχων συνεχίζοντας την εκμετάλλευσιν και εν ελλείψει τούτων, μόνον εις μονίμους κατοίκους της Κοινότητος, όντας και καλλιεργητάς. Ο προς ον η τοιαύτη παραχώρησις υποχρεούται όπως προβή εις εμβολιασμούς, καθαρισμόν της αγρίας βλαστήσεως, φυτεύσεις και εις εκμετάλλευσιν των καστανοδένδρων συμφώνως προς μελέτην εγκρινομένην υπό της δασικής αρχής ή κατά τας οδηγίας ταύτης. Υπό τους αυτούς όρους δύναται ο προς ον η τοιαύτη παραχώρησις να ενεργή φύτευσιν και συγκαλλιέργειαν ετέρων ημέρων και αγρίων δένδρων ή και γεωργικών φυτών, εφ’όσον δεν παραβλάπτεται η δενδροκομική δι’εμβολιασμένων καστανεών εκμετάλλευσις. Η ως άνω παραχώρησις γίνεται άνευ ανταλλάγματος και δεν δύναται να αφορά εις περισσότερα των τεσσαράκοντα στρεμμάτων δι’έκαστον δικαιούχον. Τα της διαδικασίας παραχωρήσεως, της εκπτώσεως του παραχωρησιούχου λόγω μη εκπληρώσεως των όρων της παραχωρήσεως και πάντα τα λοιπά θέματα, θα καθορισθούν διά Προεδρικού Διατάγματος*** εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Γεωργίας.

    (*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 793/1980 «Περί της διαδικασίας παραχωρήσεως κατά κυριότητα καστανοτεμαχίων κειμένων εντός δημοσίων δασών ή δασικών εκτάσεων» Φ.Ε.Κ. 194/26-8-1980/Τ.Α’. που τροποποιήθηκε από το Π.Δ. 636/1985 » Περί της διαδικασίας παραχωρήσεως κατά κυριότητα καστανοτεμαχίων κειμένων εντός δημοσίων δασών ή δασικών εκτάσεων» Φ.Ε.Κ. 232/85/1985 και που καταργήθηκε από το άρθρο 18 & 11 του Ν.1734/87)

  2. Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας καθορίζονται το ανώτατο εμβαδό της παραχωρουμένης έκτασης, ο τύπος του παραχωρητηρίου, οι υποχρεώσεις του προσώπου στο οποίο έγινε η παραχώρηση για να καλλιεργεί και να καρπούται κατά τρόπο επιμελή και συνεχή τα καστανοπερίβολα, οι όροι έκπτωσης και αποβολής σε περίπτωση εγκατάλειψης ή πλημμελούς εκμετάλλευσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Το ως άνω άρθρο 66 παρατίθεται  όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 του Ν.1734/1987 έχει ως εξής:

  1. Υπό τας προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου δύνανται να παραχωρηθούν μετ’απόφασιν του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, εγκρινομένην υπό του οικείου νομάρχου, εκτάσεις κείμεναι εντός ή δημοτικών δασών ή δασικών εκτάσεων και εντός των οποίων φύονται εμβολιασμέναι ή μη καστανέαι ή άλλα οπωροφόρα ή καρποφόρα δένδρα. Διά Προεδρικού Διατάγματος***εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Εσωτερικών και Γεωργίας ορίζονται τα της διαδικασίας υποβολής των αιτήσεων, τα της καταβολής αποζημιώσεως χρήσεως προς τους δήμους ή τας κοινότητας ως και πάσα άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής της παρούσης παραγράφου. (*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 1125/1980< «Περί της διαδικασίας παραχωρήσεως κατά χρήσιν εκτάσεων κειμένων εντός δημοτικών ή κοινοτικών δασών ή δασικών εκτάσεων και εντός των οποίων φύονται εμβολιασμέναι ή μη καστανέαι ή άλλα οπωροφόρα δένδρα» Φ.Ε.Κ. 284/15-12-1980/Τ.Α’. και που καταργήθηκε από το άρθρο 18 & 12 του Ν.1734/1987).

Α ρ θ ρ ο ν   67

»Αγροί που άλλαξαν μορφή-Ρύθμιση αγρών σε δασικές εκτάσεις»

  1. Αγροί, οι οποίοι μέχρι το έτος 1940 ή και πρωτύτερα καλλιεργούνταν και απέβαλαν μεταγενέστερα οποτεδήποτε τον αγροτικό τους χαρακτήρα επειδή παρέμειναν ακαλλιέργητοι ή δασώθηκαν τεχνητά, αναγνωρίζεται με απόφαση του αρμοδίου νομάρχη ότι δεν ανήκουν στη κυριότητα του δημοσίου κατά τη διαδικασία των επομένων παραγράφων.

  2. Η αναγνώριση γίνεται είτε με εισήγηση της δασικής αρχής είτε ύστερα από αίτηση εκείνου ο οποίος διεκδικεί δικαίωμα κυριότητος, που υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο ετών (2) από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου.

Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στη τοπική δασική αρχή και συνοδεύεται με τα αποδεικτικά στοιχεία κυριότητος ή κατοχής, καθώς και με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν.1599/1986 και βεβαίωση του οικείου ΟΤΑ που εκδίδεται μετά από απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, σχετικά με τη κατοχή και καλλιέργεια του αγρού έως τις 28 Οκτωβρίου 1940. Η αίτηση αναγνώρισης δεν εμποδίζεται σε περίπτωση που έχει εκδοθεί πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής κατά του ενδιαφερομένου ή των δικαιοπαρόχων του, εκτός αν η σχετική αμφισβήτηση έχει κριθεί με δικαστική απόφαση κατά τη τακτική διαδικασία που έχει γίνει αμετάκλητη.

Η αίτηση εξετάζεται από την αρμόδια δασική υπηρεσία, η οποία διενεργεί αυτοψία, εξετάζει ενόρκως μάρτυρες και σε περίπτωση αμφιβολιών λαβαίνει υπόψη της την ερμηνεία της σχετικής αεροφωτογραφίας του έτους 1945 ή προγενεστέρου.

Η υπηρεσία συντάσσει έκθεση στην οποία συνεκτιμά τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί και τυχόν υπάρχοντα τεκμήρια καλλιεργείας, όπως βαθμίδες, δενδροκαλλιέργειες, ίχνη άρωσης, διαφορές στη σύνθεση της βλάστησης σε σχέση με τις γειτονικές εκτάσεις, λιθοσωρούς, ορόσημα, περιφράξεις, παλαιά κτίσματα ή ερείπια, παλαιά αλώνια. Η έκθεση αυτή συνοδεύεται από διάγραμμα και υποβάλλεται στο νομάρχη.

  1. Με την αίτηση της προηγουμένης παραγράφου καταβάλλεται απότον αιτούντα υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών ποσό 500 δραχμών για κάθε στρέμμα της έκτασης της οποίας ζητείται η αναγνώριση ως ιδιωτικής. Αν δεν καταβληθεί το ποσό αυτό, η αίτηση δεν εξετάζεται.

  2. Αν αναγνωρισθεί ότι αγροί της παραγράφου 1 δεν ανήκουν στη κυριότητα του δημοσίου, υπάγονται στις επόμενες διατάξεις:

α) Αγροί, που έχουν δάση δρυός, πεύκης, οξυάς, ελάτης, πλατάνου, σκλήθρου και καστανιάς ή αγροί που βρίσκονται μέσα σε εθνικούς δρυμούς, αισθητικά και προστατευτικά δάση και δασικές εκτάσεις, υγροβιοτόπους και διατηρητέα μνημεία της φύσης, διατηρούν τη μορφή τους και υποβάλλονται στη διαχείριση που προβλέπουν οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Στη περίπτωση αυτή είναι δυνατή η ανταλλαγή του αγρού με άλλη δημόσια γεωργική έκταση. Η ανταλλαγή αυτή γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία της & 2 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου.

β) Αγροί άλλης μορφής ή κατηγορίας, εκτός αυτών που αναφέρονται στο εδάφιο α’, αποδίδονται στη γεωργική εκμετάλλευση και δεν επιτρέπεται η περαιτέρω αλλαγή της χρήσης τους. Τυχόν αποφάσεις κήρυξής τους ως αναδασωτέων καταργούνται με την απόφαση του νομάρχη της παραγράφου 1.

Η διάταξη της περίπτωσης αυτής εφαρμόζεται και για τους αγρούς που έχουν αναγνωρισθεί ως ιδιωτικοί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67 του Ν.998/79.

  1. Κάτοχοι αγρών που βρίσκονται μέσα σε δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις, εφόσο από τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 προκύπτει ότι ήταν αγροί, καλλιεργούνται δε έκτοτε γεωργικά ή δενδροκομικά, δεν αποβάλλονται κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και οι αγροί αυτοί θεωρούνται ότι δεν ανήκουν στο δημόσιο, αλλά δεν επιτρέπεται αλλαγή χρήσης τους.

Η αναγνώριση της νομιμότητας γίνεται κατά τη διαδικασία των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

  1. Πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής που αφορούν εκτάσεις της παραγράφου 1, που κρίθηκαν ότι δεν ανήκουν στη κυριότητα του δημοσίου, καθώς και πρωτόκολλα που αφορούν εκτάσεις της & 5, ακυρώνονται με απόφαση του νομάρχη ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, που υποβάλλεται στην οικεία δ/νση δασών. Ο Εισαγγελέας Πλημ/κών θέτει με πράξη του στο αρχείο μηνύσεις που αφορούν εκτάσεις της παραγράφου 1, εφόσον ακολούθησε η κατά τις & 2 και 3 αναγνώριση, καθώς και περιπτώσεις της & 5. Εκκρεμείς ποινικές δίκες για τις πιό πάνω εκτάσεις καταργούνται ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου που υποβάλλεται στο αρμόδιο συμβούλιο ή δικαστήριο.

Το αντικατασταθέν άρθρο 67 είχε ως εξής:

Α ρ θ ρ ο ν   67
Δασωθέντες αγροί

<1. Αγροί κείμενοι εντός ή πλησίον δασών ή δασικών εκτάσεων, εξαιρουμένων των κατηγοριών της & 1 εδ. α’ και β’ και των κατηγοριών α’ έως και στ’ της & 2 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, και αποβαλόντες τον ον εκέκτηντο πρότερον αγροτικόν χαρακτήρα, λόγω φυσικής δασώσεως αυτών επελθούσης συνεπεία της μη καλλιεργείας των από 28 Οκτωβρίου 1940 και εφεξής, αναγνωρίζονται δι’αποφάσεως του οικείου Νομάρχου, ότι δεν ανήκουν εις την κυριότητα του Δημοσίου. Ειδικώς διά την κατηγορίαν του εδαφ. ζ’ της & 2 του άρθρου 4 του παρόντος άρθρου ισχύει διά δασωθέντας αγρούς μέχρις εκτάσεως επτά(7) στρεμμάτων και εφ’όσον εκ της αεροφωτογραφίας λήψεως του έτους 1945 προκύπτει ότι κατά τον χρόνον τούτον η έκτασις ήτο αγρός την δε αναγνώρισιν αιτείται ο κατά την 28 Οκτωβρίου διεκδικών δικαίωμα κυριότητος κάτοχος των αγρών τούτων. Το δικαίωμα τούτο έχουν και οι καθολικοί διάδοχοι του ανωτέρω κατόχου, οι προικολήπται και οι ειδικοί διάδοχοι τούτου, εάν τυγχάνουν σύζυγοι, κατιόντες ή συγγενείς εκ πλαγίου μέχρι και του τρίτου βαθμού.

Η αναγνώρισις γίνεται είτε πρωτοβουλία της δασικής αρχής είτε κατόπιν σχετικής αιτήσεως προς την τοπικήν δασικήν αρχήν, υποβαλλομένης υπό του διεκδικούντος δικαίωμα κυριότητος και συνοδευομένης με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία κατοχής και κυριότητος ως και με υπεύθυνον δήλωσιν του Ν.Δ. 105/69 περί της κατοχής και καλλιεργείας της διεκδικουμένης εκτάσεως προ της 28 Οκτωβρίου 1940.

  1. Η αίτησις εξετάζεται υπό του Δασολόγου Δημοσίου υπαλλήλου, δι’αυτοψίας, εφαρμογής των αποδεικτικών της κατοχής στοιχείων, εκτιμήσεως των τυχόν υπαρχόντων προδήλων τεκμηρίων καλλιεργείας, ήτοι βαθμίδων, οπωροφόρων δένδρων, ιχνών αρώσεως, διαφορών εις την σύνθεσιν της βλαστήσεως εν σχέσει με τας γειτονικάς εκτάσεις, λιθοσωρών, οροσήμων, περιφράξεων, παλαιών κτισμάτων ή ερειπίων ως και διά λήψεως ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων, εν περιπτώσει δε αμφιβολιών και διά ερμηνείας της οικείας αεροφωτογραφίας λήψεως έτους 1945, συντάσσεται δε έκθεσις μετά διαγράμματος, εις ην απαραιτήτως διατυπούται πρότασις περί αποδοχής ή απορρίψεως του αιτήματος, η οποία υποβάλλεται μέσω της οικείας Δ/νσεως Δασών εις τον Νομάρχην.

. Εάν η απόφασις του Νομάρχου είναι απορριπτική, ο αιτών δικαιούται να προσφύγη, εντός μηνός από της επιδόσεως, εις τας επιτροπάς του άρθρου 10 & 3 του παρόντος. Ωσαύτως, εάν ο Νομάρχης διαφωνεί προς την εισήγησιν δύναται να παραπέμψει την αίτησιν εις την ιδίαν Επιτροπήν.

<4. Πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής ή άρνησις των δασικών αρχών προς χορήγησιν των αναγκαίων αδειών υλοτομίας ή άλλης καρπώσεως των εκτάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος, ακυρούνται δι’αποφάσεων του οικείου Νομάρχου εκδιδομένης κατά τα ανωτέρω. Η προσβολή του πρωτοκόλλου ή της αρνήσεως χωρεί εντός τριάκοντα (30) ημερών από της επιδόσεως του πρωτοκόλλου ή της υποβολής της περί υλοτομίας κλπ. αιτήσεως.

Εξαιρετικώς εντός πενταετίας από της ισχύος του παρόντος δύνανται οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλλουν την εν & 1 αναφερομένην αίτησιν έστω και εάν τα εκδοθέντα κατ’αυτών ή των δικαιοπαρόχων των πρωτόκολλα κατέστησαν τελεσίδικα.

Κατά της αποφάσεως του Νομάρχου χωρεί προσφυγή ενώπιον των Επιτροπών του άρθρου 10 & 3 του παρόντος εντός μηνός από της επιδόσεως ταύτης.

  1. Αι αποφάσεις του Νομάρχου και των Επιτροπών του άρθρου 10 & 3 δεν εμποδίζουν τους προβάλλοντας δικαιώματα κυριότητος επί των εκτάσεων του παρόντος άρθρου, να προσφύγουν εις τα πολιτικά δικαστήρια.

(Το ως άνω άρθρο άρθρο 67 παρατίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 του Ν.1734/1987)

  ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΓΔΟΟΝ

Ποινικαί Κυρώσεις

Α ρ θ ρ ο ν   68
Παραβάσεις αναφερόμεναι εις τα προστατευτικά μέτρα

Διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους τιμωρείται:

α) Ο καθ’οιονδήποτε τρόπον παρεμποδίζων την κατά τα άρθρα 11 και 12 φωτογράφησιν ή χαρτογράφησιν δασών και δασικών εκτάσεων.

β) ο καθ’οιονδήποτε τρόπον βλάπτων ή καταστρέφων τα υπό του άρθρου 16 προβλεπόμενα προστατευτικά έργα ή άλλως πως παρακωλύων την εκτέλεσιν αυτών, εφ’όσον δεν συντρέχει περίπτωσις βαρυτέρας αξιοποίνου πράξεως.

γ) ο βλάπτων, καταστρέφων ή μετακινών τας υπό του άρθρου 20 προβλεπομένας πινακίδας.

δ)οι διοικούντες τους κατ’άρθρον 22 αναγκαστικούς συνεταιρισμούς, οίτινες δεν εκπληρούν τας υπό της & 2 στοιχ. α, β, γ και δ του εν λόγω άρθρου επιβαλλομένας υποχρεώσεις.

  1. Η εξ αμελείας τέλεσις τινός των εν τη προηγουμένη παραγράφω πράξεων τιμωρείται διά φυλακίσεως μέχρις εξ (6) μηνών.

»3. Οι παραβάτες των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρου 15 τιμωρούνται με πρόστιμο από πενήντα χιλιάδες (50.000) έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) δρχ. και με φυλάκιση από δύο (2) έως έξι(6) μήνες».

(Η ως άνω &3 προστέθηκε από τη &2 άρθρου 59 του Ν.2637/1998-ΦΕΚ 200 Α)

Α ρ θ ρ ο ν   69***
Παραβάσεις αναφερόμεναι εις την αντιμετώπισιν πυρκαϊών.

***(Κατά το άρθρο 5 & 1 του Ν.2612/1998 για τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό και αφορούν την αντιμετώπιση πυρκαϊών καθήκοντα ειδικού ανακριτικού υπαλλήλου ασκούν οι βαθμοφόροι των Γενικών Υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος)

1***. Οι παραβάται των διατάξεων του άρθρου 23 του παρόντος νόμου τιμωρούνται διά φυλακίσεως δύο μηνών μέχρις ενός έτους, εάν δε οι παραβάσεις εγένοντο εντός περιοχής χαρακτηρισθείσης ως επικινδύνου κατ’άρθρον 25 τιμωρούνται διά φυλακίσεως τουλάχιστον εξ(6) μηνών. Εάν αι παραβάσεις αύται έσχον ως επακόλουθον πυρκαϊάν εις δάσος ή δασικήν έκτασιν επιβάλλεται φυλάκισις τουλάχιστον δύο ετών.

*** (Οι ποινές του άρθρου 69 όπως αναμορφώθηκαν από το άρθρο 117 του Ν.1892/1990 έχουν ως εξής:
‘Στην περίπτωση της & 1 εδαφ. β’ ορίζεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων (200.000) δραχμών. Στην περίπτωση της & 2 ορίζεται ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη. Στην περίπτωση της & 4 ορίζεται ποινή φυλάκισης μέχρι τρία έτη, αν επακολούθησε πυρκαγιά σε δάσος ή δασική έκταση. Στην περίπτωση της & 5 ορίζεται ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000)».

  1. Όστις παραμελεί την ανήκουσαν αυτώ υποχρέωσιν εποπτείας ανηλίκου νεωτέρου των 17 ετών ή προσώπου ακαταλογίστου ή ηλαττωμένης προς καταλογισμόν ικανότητος τιμωρείται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους, εάν εκ της παραμελήσεως ταύτης το υπό εποπτείαν αυτού πρόσωπον προεκάλεσε πυρκαϊάν εις δάσος ή δασικήν έκτασιν. Διά της αυτής ποινής τιμωρούνται και οι απασχολούντες προσωπικόν εις εργασίας εκτελουμένας εντός ή πλησίον δασών ή δασικών εκτάσεων, οι οποίοι δεν έλαβον τα προσήκοντα μέτρα εποπτείας και οργανώσεως των εργασιών αυτών, εάν εκ της τοιαύτης παραμελήσεως προεκλήθη πυρκαϊά εις δάσος ή δασικήν έκτασιν.

  2. Κατά των παραβατών της διατάξεως του άρθρου 23 & 1 στοιχ. δ’ ως και εκείνων, κατ’εντολήν των οποίων ούτοι ενεργούν, δύναται να διαταχθή η δήμευσις των προϊόντων των καμίνων, ως και των εργαλείων, μηχανημάτων, πρώτων υλών και προϊόντων του εργαστηρίου ή τεχνικού συγκροτήματος. Επίσης δύναται να ανακληθή η άδεια λειτουργίας του κατά παράβασιν αυτής λειτουργούντος εργαστηρίου ή τεχνικού συγκροτήματος.

  3. Εν περιπτώσει παραβάσεως των διά του άρθρου 24 & 1 και 3 εδ. α’ επιβαλλομένων υποχρεώσεων, ο προϊστάμενος του οικείου τμήματος γραμμής ή μηχανοστασίου των σιδηροδρόμων τιμωρείται διά φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών, εάν δε αι παραβάσεις αύται έσχον ως επακόλουθον πυρκαϊάν εις δάσος ή δασικήν έκτασιν διά φυλακίσεως μέχρι δύο(2) ετών.  

  4. Εν περιπτώσει παραβάσεως των διά του άρθρου 24 & 3 εδ.β’ επιβαλλομένων υποχρεώσεων, ο αρμόδιος διά την συντήρησιν του σιδηροδρομικού δικτύου διευθυντής ως και οι διευθυνταί των σιδηροδρομικών σταθμών, των σταθμών υπεραστικών λεωφορείων και σταθμών διοδίων εθνικών οδών τιμωρούνται διά κρατήσεως ή προστίμου. Διά της αυτής ποινής τιμωρούνται επίσης οι πρόεδροι των ΚΤΕΛ και οι ιδιοκτήται των λεωφορείων δημοσίας και ιδιωτικής χρήσεως καθώς και ο αρμόδιος διευθυντής των σιδηροδρόμων εν περιπτώσει παραβάσεως των διά της & 6 του άρθρου 24 επιβαλλομένων υποχρεώσεων.

  5. Οι μη συμμορφούμενοι προς τας επιβαλλομένας εις αυτούς διά των εν άρθροις 24 & 4 και 48 & 4 προβλεπομένων πράξεων του νομάρχου υποχρεώσεις τιμωρούνται, συμφώνως προς το άρθρον 458 Π.Κ.

  6. Οι παραβάται της διατάξεως του άρθρου 29 & 1 τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους. Υπάλληλοι ή όργανα των υπό του ως άνω άρθρου προβλεπομένων αρχών, μη συμμορφούμενοι προς την υπό της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου επιβαλλομένην εις αυτά υποχρέωσιν, διαπράττουν παράβασιν καθήκοντος, τιμωρουμένην με την ποινήν του άρθρου 259 Π.Κ.

  7. Εγγεγραμμένοι εις τους κατ’άρθρον 31 & 2 καταλόγους, οι οποίοι αρνούνται εν περιπτώσει πυρκαϊάς να συμμορφωθούν προς τας διαταγάς της δασικής αρχής, τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους. Με την αυτήν ποινήν τιμωρούνται ωσαύτως δήμαρχοι ή πρόεδροι κοινοτήτων μη συντάσσοντες τους κατ’άρθρον 31 & 2 προβλεπομένους καταλόγους.

  8. Οι, κατ’άρθρον 34 & 1 οριζόμενοι προς φύλαξιν εκτάσεως εις ην εξερράγη πυρκαϊά, απομακρυνόμενοι αδικαιολογήτως από ταύτης τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρις εξ μηνών.

  9. Οι παραβάται των κατ’άρθρον 36 εκδιδομένων κανονισμών τιμωρούνται, συμφώνως προς το άρθρον 458 Π.Κ., εάν δεν συντρέχη περίπτωσις βαρυτέρας αξιοποίνου πράξεως.

Α ρ θ ρ ο ν   70
Παραβάσεις υποχρεώσεων σχετικών προς αναδασώσεις

«1. Οποίος εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική, που κυρήχθηκε// αναδασωτέα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών για κάθε 100 τετραγωνικά μέτρα που καταστρέφονται. Ειδικά η χρηματική ποινή για καταστροφή πέραν του ενός στρέμματος αναδασωτέας εκτάσεως αυξάνεται σε ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές για κάθε επιπλέον 100 τετραγωνικά μέτρα αναδασωτέας εκτάσεως που καταστρέφονται. Οι ποινές αυτές είναι ανεξάρτητες από τις ποινές του άρθρου 114 του Ν.1892/1990, όπως κάθε φορά ισχύει.

Η αντικατασταθείσα &1 είχεν ως εξής:

  1. Ο εκχερσών ή γεωργικώς καλλιεργών έκτασιν κηρυχθείσαν ως αναδασωτέαν τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Με τας αυτάς ποινάς τιμωρούνται και εκείνοι κατ’εντολήν των οποίων ετελέσθησαν αι εν λόγω παραβάσεις. Ο ασκών βοσκήν εντός αναδασωτέας εκτάσεως και ο μη λαμβάνων τα προσήκοντα μέτρα διά την μη είσοδον των ζώων ων έχει την φύλαξιν εντός τοιαύτης εκτάσεως, ως και ο επιτρέπων την βοσκήν εις τρίτους τιμωρείται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους.

Επίσης επιβάλλεται διοικητική ποινή προστίμου με πράξη καταλογισμού του Δασάρχη, αμέσως μετά τη βεβαίωση της παράβασης, το οποίο ισούται με το γινόμενο που προκύπτει από τον αριθμό 500.000 επί το συντελεστή Μ της παραγράφου 5 του άρθρου 16 του Π.Δ. 437/1981, όπως κάθε φορά ισχύει επί την έκταση που καταστρέφεται σε στρέμματα.

Το πρόστιμο εισπράττεται κατά τα ισχύοντα για την είσπραξη Δημοσίων Εσόδων και αποδίδεται στο Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, ως δαπάνη αποκατάστασης της δασικής βλάστησης που καταστράφηκε.

Ο ιδιοκτήτης και ο κάτοχος πομνίου που συλλαμβάνεται με το ποίμνιό του μέσα σε αναδασωτέα έκταση ή που δεν λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να μη εισέρχονται τα ζώα μέσα σε αναδασωτέα έκταση, καθώς και αυτός που επιτρέπει τη βόσκηση σε τρίτους, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από 100.000 μέχρι 1.000.000 δραχμές.

Σε περίπτωση υποτροπής από τον ίδιο δράστη επί της ίδιας ή άλλης αναδασωτέας έκτασης οι παραπάνω ποινές κάθε παράβασης και το πρόστιμο διπλασιάζονται και η ποινή φυλάκισης δεν μετατρέπεται και δεν αναστέλλεται.

(Η ως άνω εντός εισαγωγικών &1 παρατίθεται όπως αντικαταστάθηκε από τη &1  άρθρου 29 του Ν.20811992)

  1. Ο βλάπτων ή καταστρέφων δασικάς φυτείας, φυτώρια ως και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις και εργαλεία, χρησιμοποιούμενα διά την αναδάσωσιν περιοχής κηρυχθείσης αναδασωτέας και εν γένει ο καθ’ οιονδήποτε τρόπον παρεμποδίζων την αναδάσωσιν τοιαύτης εκτάσεως, ιδία διά της παρακωλύσεως των οργάνων της δασικής υπηρεσίας ή των κατ’εντολήν ταύτης εργαζομένων, τιμωρείται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους.

«3. Η μη έκδοση της απόφασης του οικείου νομάρχη Για κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων, που προβλέπεται να εκδίδεται εντός τριών μηνών από τη καταστολή της πυρκαϊάς ή τη διαπίστωση ότι η καταστροφή του δάσους ή της δασικής έκτασης προήλθε από άλλη αιτία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 εκδίδεται εντός δύο μηνών και συνιστά ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός μήνα».

(Η ως άνω εντός εισαγωγικών &3 προστέθηκε από το άρθρο 12 του Ν.2040/1992)

Α ρ θ ρ ο ν   71

Ανεπίτρεπτος μεταβολή χρήσεως

«1. Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ή καθ’υπέρβαση των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων εξαιρέσεων, την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος, οριστικής ή προσωρινής μορφής ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση, εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές.

Η αντικατασταθείσα &1 είχεν ως εξής:
1. Όστις, εντόςδάσους ή δασικής εκτάσεως, άνευ δικαιώματος ή καθ’υπέρβασιν των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων εξαιρέσεων ανεγείρει οιοδήποτε κτίσμα ή πραγματοποιεί οιασδήποτε φύσεως εγκατάστασιν τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Μετις ίδιες ποινές τιμωρούνται οι συμπράττοντες στην ανοικοδόμηση ή κατασκευή υπάλληλοι και εργάτες των προσώπων του προηγουμένου εδαφίου, οι συνεργάτες αυτών και κάθε τρίτος που παρέχει άμεση ή έμμεση συνδρομή πριν ή κατά την ανέγερση του κτίσματος ή της κατασκευής. Ηέφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεση των αποφάσεων των προηγουμένων εδαφίων της παρούσας παραγράφου».

(Η ως άνω εντός εισαγωγικών &1 παρατίθεται όπως αντικαταστάθηκε από τη &1  άρθρου 46 του Ν.2145/1993)<

  1. Κατά των παραβατών της προηγουμένης παραγράφου επιβάλλεται υποχρεωτικώς δήμευσις των προϊόντων των ως άνω αξιοποίνων πράξεων ως και των αντικειμένων, τα οποία εχρησίμευσαν ή ήσαν προωρισμένα προς τέλεσιν αυτών. Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υποχρέου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων.

«3. Οποίος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ’οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής τιμωρείται με τις ποινές της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Η αντικατασταθείσα &3 είχεν ως εξής:

Ο παρανόμως εκχερσών δάσος ή δασικήν έκτασιν, ο καλλιεργών έκτασιν εκχερσωθείσαν παρανόμως ή παραβλάπτων καθ’οιονδήποτε τρόπον την κατά προορισμόν χρήσιν δάσους ή δασικής εκτάσεως ως και ο ενεργών επί τοιαύτης εκχερσωθείσης εκτάσεως πράξεις διακατοχής τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Με τας αυτάς ποινάς τιμωρούνται και εκείνοι κατ’εντολήν ή παρότρυνσιν ή οιανδήποτε υποβοήθησιν των οποίων ετελέσθησαν αι εν λόγω παραβάσεις. Κατά των παραβατών επιβάλλεται υποχρεωτικώς δήμευσις των προϊόντων των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, ως και των αντικειμένων τα οποία εχρησίμευσαν ή ήσαν προωρισμένα προς τέλεσιν αυτών.

Με τις ίδιες ποινές τιμωρούνται και εκείνοι κατ’εντολή ή παρότρυνση ή οποιαδήποτε υποβοήθηση των οποίων τελέσθηκαν οι παραβάσεις αυτές.
Η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεση των αποφάσεων των προηγουμένων εδαφίων της παρούσας παραγράφου.
Κατά των παραβατών επιβάλλεται υποχρεωτικά δήμευση των προϊόντων των αξιόποινων αυτών πράξεων, καθώς και των αντικειμένων τα οποία χρησίμευσαν προς τέλεσή τους».

(Η ως άνω εντός εισαγωγικών &3 παρατίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 46 του Ν.2145/1993)

  1. Εις τους παραβάτας των διατάξεων των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου επιβάλλεται οπωσδήποτε και χρηματική ποινή εκ δραχμών πέντε χιλιάδων (5.000) μέχρις ενός εκατομμυρίου (1.000.000).

Η ως άνω & 4 καταργήθηκε από τη & 3 του άρθρου 46 του Ν.2145/1993 και οι && 5, 6, και 7 αναριθμούνται σε 4, 5, και 6 αντίστοιχα.

4(5). Εκτελεσταί έργων διανοίξεων οδών μη συμμορφούμενοι προς τας κατ’άρθρον 48 & 1 του παρόντος νόμου υποδείξεις της δασικής υπηρεσίας τιμωρούνται, συμφώνως προς το άρθρον 458 Π.Κ.

5(6). Οι παραβαίνοντες τους υπό της δασικής υπηρεσίας κατ’άρθρον 52 & 4 εγκρινομένους κανονισμούς τιμωρούνται, συμφώνως προς το άρθρον 458 Π.Κ.

6(7). Οι μη συμμορφούμενοι προς τας υπό των άρθρων 51 & 3 και 57 & 4 και τας κατ’εφαρμογήν αυτού υπό της δασικής αρχής επιβαλλομένας υποχρεώσεις τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους και διά χρηματικής ποινής 200.000 μέχρις 10.000.000 δραχμών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΝΑΤΟΝ

Ειδικαί Τελικαί και Μεταβατικαί Διατάξεις

Α ρ θ ρ ο ν   72

Δικαίωμα προτιμήσεως

  1. Προκειμένου περί ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων πέραν των πεντήκοντα (50) στρεμμάτων, των οποίων οι ιδιοκτήται επιθυμούν να μεταβιβάσουν ταύτα προς τρίτους διά πωλήσεως, το Δημόσιον κέκτηται δικαίωμα προτιμήσεως επί ίσοις όροις διά την αγοράν αυτών.

Το δικαίωμα τούτο υφίσταται και ως προς ιδανικά μερίδια των ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων τα οποία πωλούνται ως τοιαύτα. Το δικαίωμα προτιμήσεως δεν δύναται να ασκηθή επί ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων αι οποίαι υπήχθησαν εις οικιστικήν περιοχήν ή απετέλεσαν τοιαύτην περιοχήν ή επί ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων ανηκόντων εις οικοδομικούς συνεταιρισμούς διά την παραχώρησιν των επί μέρους δασοτεμαχίων εις τα μέλη των, εκτός αν συντρέχει περίπτωσις ασκήσεως αυτού κατά τας διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας.

  1. Πας ιδιοκτήτης δάσους ή δασικής εκτάσεως προτιθέμενος να πωλήση τούτο ή ταύτην προς οιονδήποτε τρίτον υποχρεούται να γνωστοποιήση την τοιαύτην προθεσίν του προς τον οικείον δασάρχην δι’εγγράφου δηλώσεώς του περιεχούσης συνοπτικήν περιγραφήν του προς πώλησιν δάσους ή δασικής εκτάσεως μετά μνείας των τίτλων κτήσεως αυτού ή της αποφάσεως αναγνωρίσεως της ιδιοκτησίας του, των στοιχείων του υποψηφίου αγοραστού και του τιμήματος εις ο συνεφωνήθη να πραγματοποιηθή η πώλησις. Ο δασάρχης διαβιβάζει αμελλητί την δήλωσιν προς το Νομαρχιακόν Συμβούλιον Δασών, το οποίον, διαπιστούν την ύπαρξιν τίτλων ή αποφάσεων αναγνωριστικών της κυριότητος και κρίνον περί του ευλόγου του ζητουμένου τιμήματος, αποφαίνεται περί της ενδεικνυομένης ασκήσεως ή μη του δικαιώματος προτιμήσεως εις την συγκεκριμένην περίπτωσιν. Εάν οι προσκομιζόμενοι τίτλοι ή αποδεικτικά της κυριότητος στοιχεία κρίνονται μη επαρκή ή δεν αναφέρονται εις το προς πώλησιν ακίνητον, το νομαρχιακόν συμβούλιον δασών παραπέμπει το θέμα της αναγνωρίσεως της κυριότητος εις το οικείον συμβούλιον ιδιοκτησίας δασών, επιλαμβανόμενον και αποφαινόμενον επί τούτου κατ’απόλυτον προτίμησιν. Η τοιαύτη παραπομπή γνωστοποιείται προς τον υποβαλόντα την δήλωσιν ή τον αντίκλητον αυτού. Εκδοθείσης θετικής γνωμοδοτήσεως του τελευταίου τούτου συμβουλίου και γενομένης ταύτης αποδεκτής υπό του Υπουργού Γεωργίας ακολουθούνται τα εν τη επομένη παραγράφω οριζόμενα.

  2. Εφ’όσον το Νομαρχιακόν Συμβούλιον ήθελε αποφανθή υπέρ της αγοράς του δάσους ή της δασικής εκτάσεως εις την προσφερομένην τιμήν, ο δηλών καλείται δι’εγγράφου προσκλήσεως του νομάρχου επιδομένης εις αυτόν ή εις τον εν τη δηλώσει οριζόμενον αντίκλητον το βραδύτερον εντός μηνός από της υποβολής της δηλώσεώς του, όπως προσέλθη ενώπιον συμβολαιογράφου εν καθοριζομένη εν τη προσκλήσει ημέρα και ώρα προς υπογραφήν του πωλητηρίου συμβολαίου επί τη εις αυτόν καταβολή του δηλωθέντος τιμήματος. Η κατά τα ανωτέρω οριζομένη ημέρα υπογραφής του συμβολαίου δεν δύναται να απέχη πέραν των δέκα ημερών από της λήξεως της διαληφθείσης μηνιαίας προθεσμίας. Η ως άνω μηνιαία προθεσμία παρεκτείνεται κατά τρείς εισέτι μήνας εν περιπτώσει παραπομπής του θέματος της αναγνωρίσεως της ιδιοκτησίας εις το Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών, συμφώνως προς τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα.

  3. Εάν το Δημόσιον δεν ασκήση το δικαίωμα προτιμήσεως ή παρέλθουν αι προθεσμίαι του ενός ή τεσσάρων μηνών κατά τα προβλεπόμενα εις τας προηγουμένας παραγράφους, ο δηλών δικαιούται να χωρήση ελευθέρως εις την σύναψιν συμβάσεως του δάσους ή δασικής εκτάσεως προς τον γνωστοποιηθέντα υποψήφιον αγοραστήν ή και έτερον αντί του δηλωθέντος τιμήματος ή μεγαλύτερου. Την ευχέρειαν ταύτην κέκτηται ο ιδιοκτήτης του δάσους ή δασικής εκτάσεως επί δύο έτη από της εις αυτόν περιελεύσεως της αρνητικής απαντήσεως επί της κατά την παράγραφον 2 δηλώσεώς του.

  4. Πάσα αιτία πωλήσεως μεταβίβασις της κυριότητος ιδιωτικού δάσους ή δασικής εκτάσεως άνευ προηγουμένης τηρήσεως των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ή η μεταβίβασις αντί του τιμήματος μικροτέρου του περιλαμβανομένου εις την κατά την & 2 του παρόντος άρθρου δήλωσιν υπόκεινται εις ακύρωσιν κηρυσσομένην δι’αποφάσεως του κατά τόπον αρμοδίου πρωτοδικείου κατόπιν αγωγής του Δημοσίου εγειρομένης εντός διετίας από της τοιαύτης μεταβιβάσεως. Εις πάσαν περίπτωσιν πωλήσεως δάσους ή δασικής εκτάσεως ο συντάσσων το συμβόλαιον υποχρεούται να ερευνήση την τήρησιν των διατάξεων του παρόντος άρθρου και να κάμη σχετικήν μνείαν εις το συμβόλαιον, ως και να διαβιβάση αντίγραφον τούτου αμελλητί εις τον οικείον δασάρχην.

  5. Οι συμβαλλόμενοι και μη συμμορφούμενοι προς τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, ως και του άρθρου 60 του Ν.Δ. 86/69 διώκονται ποινικώς και τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους.

  6. Διά προεδρικού διατάγματος*** εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας καθορίζεται εις τας λεπτομερείας αυτής ή διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου διαδικασία και ειδικώτερον ο τύπος της υποβλητέας υπό του

*** (Εκδόθηκε το Π.Δ. 137/1981 «Περί της υπό του Δημοσίου ασκήσεως του δικαιώματος προτιμήσεως κατά τας αιτία πωλήσεως μεταβιβάσεις δασών και δασικών εκτάσεων» Φ.Ε.Κ. 41/16-2-1981/Τ.Α’.)

πωλητού δηλώσεως, ως και της προς αυτόν προσκλήσεως, τα του ελέγχου των τίτλων και της εν περιπτώσει μη υπάρξεως αδιαμφισβητήτων τίτλων παραπομπής του θέματος της αναγνωρίσεως τη ιδιοκτησίας εις το οικείον Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών, τα του τρόπου καταβολής του τιμήματος εις βάρος του προϋπολογισμού του οικείου ΤΓΚ και Δασών, ως και πάσα άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

 

Α ρ θ ρ ο ν   73***

Αποτερματισμόςκαι οροθέτησις δημοσίων δασών

*** Οι Επιτροπές Αποτερματισμού διατηρήθηκαν με τη & 21 του άρθρου 3 της 272961/26-4-82 κοινής απόφασης των Υπουργών Γεωργίας και Προεδρίας με νέα σύνθεση και με τη & 17 του άρθρου 3 και με τη & 1 του άρθρου 3 των 347624/22-10-92 και 393155/22-9-92 κοινών αποφάσεων των Υπ. Προεδρίας και Γεωργίας αναμορφώθηκε η σύνθεση).

  1. Εφ’όσον εις περιοχήν τινά δεν υφίσταται κτηματολόγιο ή δεν έχει ενεργηθεί κτηματογράφησις των δημοσίων και ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων, επιτρέπεται όπως το δημόσιον προβαίνει εις τον αποτερματισμόν και οροθέτησιν των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων, εν σχέσει προς ιδιωτικά δάση ή δασικάς εκτάσεις ή άλλα ιδιωτικά ακίνητα ανήκοντα εις το δημόσιον και μη έχοντα τον χαρακτήρα του δάσους ή δασικής εκτάσεως (εσωτερικός αποτερματισμός). Ο αποτερματισμός και οροθέτησις ενεργούνται παρ’επιτροπής*** αποτελουμένης εκ του δασάρχου, ενός εκπροσώπου του οικείου δήμου ή κονότητος οριζομένου υπό του δημάρχου ή του προέδρου και ενός τεχνικού υπαλλήλου της νομαρχίας, οριζομένου μετά του αναπληρωτού του υπό του νομάρχου, επί παρουσία και των ιδιοκτητών ή συνιδιοκτητών των ομόρων δασών ή άλλων ακινήτων, ως και παντός άλλου ενδιαφερομένου, συντασσομένου σχετικού πρωτοκόλλου αποτερματισμού και οροθετήσεως. Ομοίως επιτρέπεται η προσωρινή οροθέτησις των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων εν σχέσει προς τα διαχειριζόμενα ως διακατεχόμενα δάση και δασικάς εκτάσεις, συντασσομένου παρά της επιτροπής πρωτοκόλλου προσωρινής οροθετήσεως.

***»Η Επιτροπή Αποτερματισμού και Οριοθέτησης Δημοσίων Δασών και Δασικών Εκτάσεων, σύμφωνα με τις ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις λειτουργεί με την πιο κάτω νέα συγκρότηση:

(α) Ένας δασολόγος Δημόσιος Υπάλληλος

(β) Ένας εκπρόσωπος του Δήμου ή της Κοινότητας που θα ορίζεται από τον Δήμαρχο ή τον Πρόεδρο της Κοινότητας.

(γ) Ένας Τεχνικός υπάλληλος που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Νομάρχη».

Η τοιαύτη οροθέτησις ουδαμώς επηρεάζει τα επί των τοιούτων εκτάσεων δικαιώματα κυριότητος του δημοσίου.

  1. Το πρωτόκολλον κοινοποιείται παρά του δασάρχου επί αποδείξει εις τους ενδιαφερομένους, οι οποίοι δικαιούνται εντός μηνός από της κοινοποιήσεως να υποβάλλουν ενστάσεις κατά του γενομένου αποτερματισμού και οροθετήσεως. Αι ενστάσεις αύται εκδικάζονται υπό της επιτροπής του άρθρου 10 & 3, αποφαινομένης οριστικώς περί του αποτερματισμού και τοποθετήσεως των οροσήμων. Εξαιρετικώς διά την περίπτωσιν ταύτην της επιτροπής προεδρεύει αντί του προέδρου πρωτοδικών, ο ειρηνοδίκης της περιοχής. Τυχόν αμφισβητήσεις περί των ορίων δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως αποτερματισθέντος και οροθετηθέντος κατά τα ανωτέρω υπάγεται εις την αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου αποφαινομένου επί τη αγωγή τινός των ενδιαφερομένων ασκουμένη εντός έτους από του οριστικού αποτερματισμού. Το πρωτοδικείο δικάζει εκ των ενόντων επί τη βάσει παντός αποδεικτικού στοιχείου, της αποφάσεώς του υποκειμένης μόνον εις έφεσιν.

  2. Η δαπάνη του αποτερματισμού και της οριοθετήσεως πλην των διακατεχομένων βαρύνει κατά το ήμισυ το δημόσιον και κατά το έτερον ήμισυ τους ομόρους ιδιοκτήτας αναλόγως του αναπτύγματος των ορίων εκάστης ομόρου ιδιοκτησίας. Περί της αναλογούσης εις Έκαστον δαπάνης συντάσσεται ειδική πράξις της επιτροπής της παραγράφου 1. Εν περιπτώσει αρνήσεως ομόρου ιδιοκτήτου να καταβάλη την βαρύνουσαν αυτόν δαπάνην αυτή εισπράττεται διοικητικώς κατά τας διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων.

  3. Διά προεδρικού διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας, καθορίζονται αι διαδικασίαι και οι ειδικότεροι όροι του αποτερματισμού και οροθετήσεως των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων, τα του τρόπου υπολογισμού της δαπάνης, ως και πάσα ετέρα αναγκαία λεπτομέρεια.

(*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 577/1980 «Περί αποτερματισμού και οροθετήσεως των δημοσίων δασών» Φ.Ε.Κ. 157/9-7-1980/Τ.Α’).

  1. Από της ισχύος του παρόντος νόμου τα κτήματα τα οποία παρεχωρήθησαν ως δάση εις κοινότητας προ του έτους 1940 ανήκουν κατά κυριότητα εις τους μέχρι τούδε κατόχους των μέχρι εκτάσεως τριάκοντα (30) στρεμμάτων κατά κάτοχον.

Ως συνοριακόν καθεστώς μεταξύ των ιδιωτικών κτημάτων αναγνωρίζεται εκείνο το οποίο συχναί και επανειλλημέναι διαχειριστικαί πράξεις διά μακράς και αδιακόπου ασκήσεως καθιέρωσαν. Εκτάσεις δενδροκομικώς καλλιεργούμεναι ωσαύτως προ του 1940 και ευρισκόμεναι εντός δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως παραχωρούνται κατά κυριότητα εις τους κατόχους των μέχρις εκτάσεως τριάκοντα στρεμμάτων κατά κάτοχον.

 

Α ρ θ ρ ο ν   74

Διάθεσις χορτολοβαδικών εδαφών 1. Δημόσια χορτολιβαδικά εδάφη, τα οποία δεν περιλαμβάνονται εντός δασών ή δασικών εκτάσεων, ώστε να αποτελούν μετά της δασικής βλαστήσεως ενιαίον σύνολον κατά τα εν άρθρω 3 & 3 προβλεπόμενα, ουδέ κηρρύσονται ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος ή εξ άλλου λόγου δασωτέα κατά τα εν άρθρω 38 & 1 έως και 3 οριζόμενα, αφού χαρτογραφηθούν περιέρχονται εντός, πενταετίας από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου, εις την διαχείρισιν της Γενικής Δ/νσεως Γεωργικής Αναπτύξεως και διατίθενται προς αγροτικήν ή κτηνοτροφικήν εκμετάλλευσιν κατά τας κειμένας διατάξεις ή παραχωρούνται προς εξυπηρέτησιν των εν κεφαλαίω ΣΤ’ του παρόντος νόμου αναφερομένων σκοπών.

  1. Ιδιωτικά χορτολιβαδικά εδάφη τελούντα υπό τας εν παραγράφω 1 συνθήκας διέπονται από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος υπό των διατάξεων της αστικής και αγροτικής νομοθεσίας, επιφυλασσομένης της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 62 του παρόντος νόμου.

  2. Πάσα αμφισβήτησις περί του χαρακτήρος ή των ορίων εκτάσεως υπαγομένης εις τας διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων επιλύεται υπό της κατά το άρθρον 10 & 3 επιτροπής.

  3. Δι’αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, εκδιδομένης εντός τριών μηνών από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου, καθορίζεται η διαδικασία παραδόσεως της διαχειρίσεως υπό της δασικής υπηρεσίας εις τας υπηρεσίας της Γενικής Δ/νσεως Γεωργικής Αναπτύξεως των δημοσίων εκτάσεων της παραγράφου 1, ως και πάσης άλλης εκτάσεως ευρισκομένης υπό την διαχείρισιν της δασικής υπηρεσίας, η οποία εις το μέλλον ήθελε χαρακτηρισθή κατά την εν άρθροις 11 έως και 14 διαδικασίαν ως μη υπαγομένη εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου. Μέχρι της ως είρηται παραδόσεως αι υπό την διαχείρισιν της δασικής υπηρεσίας τελούσαι εκτάσεις εξακολουθούν υπαγόμεναι εις τας διατάξεις του δασικού κώδικος, μετά δε την παράδοσίν των εις τας εποικιστικάς τοιαύτας.

  4. Από της κατά την προηγουμένην παράγραφον παραδόσεως της διαχειρίσεως των εν αυτή περιγραφομένων δημοσίων εδαφών δεν επιτρέπεται η χορήγησις της κατά τα άρθρα 52, 53, 54, 55 & 2 και 56 του παρόντος νόμου, αδειών ή εγκρίσεων άνευ προηγουμένης υπευθύνου βεβαιώσεως της αρμοδίας υπηρεσίας γεωργίας περί μη υπάρξεως ή μη καταλληλότητος άλλων εδαφών προς ικανοποίησιν των σκοπών δι’ους ζητείται η άδεια ή έγκρισις επεμβάσεως εις δημόσια δάση ή δασικάς εκτάσεις.

Α ρ θ ρ ο ν   75

      Εποικιστικαί εκτάσεις 1. Εκχέρσωσις των παραχωρηθεισών κατά τας διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας μέχρι της 11 Ιουνίου 1975 εποικιστικών εκτάσεων επιτρέπεται μόνον εφ’όσον έχουν μορφήν δασικών εκτάσεων και κατόπιν αδείας του νομάρχου κρίνοντος μετά γνώμην του νομαρχιακού συμβουλίου δασών περί της τυχόν ενδεικνυομένης κηρύξεως αυτών ως αναδασωτέων. Εκχέρσωσις τοιούτων εκτάσεων, αι οποίαι διετήρησαν την μορφήν δάσους απαγορεύεται, τυχόν δε καταστρεφόμεναι εκ πυρκαϊάς ή άλλως πως αποψιλούμεναι κηρύσσονται υποχρεωτικώς αναδασωτέαι.

  1. Κοινόχρησται δασικαί εκτάσεις ως και διαθέσιμαι τοιαύται του αγροτικού κώδικος δύνανται να αποδοθούν εις την αγροτικήν εκμετάλλευσιν ή να διατεθούν προς εκπλήρωσιν των υπό του κεφαλαίου ΣΤ’ του παρόντος ή άλλων ειδικών νόμων τασσομένων σκοπών, διά πράξεως του κατά περίπτωσιν αρμοδίου οργάνου, εκδιδομένης μετά προηγουμένην γνώμην του νομαρχιακού συμβουλίου δασών, κρίνοντος περί της τυχόν ενδεικνυομένης κηρύξεως αυτών ως αναδασωτέων.

  2. Η κατά τας προηγουμένας παραγράφους προβλεπομένη αναδάσωσις δέον να κηρυχθή εντός τριετίας από της υπέρ ταύτης γνωμοδοτήσεως του νομαρχιακού συμβουλίου δασών, άλλως η διάθεσις των εκτάσεων χωρεί ελευθέρως.

Η ως άνω & 3 καταργήθηκε από τη & 9 του άρθρου 18 του Ν.1734/1987.

  1. Αι κατά το άρθρον 18 &2 εδ. α, β και γ του Ν.2185/1952 ήδη συντελεσθείσαι απαλλοτριώσεις διατηρούν το κύρος των, η δε παραγματοποίησις του δι’αυτών επιδιωχθέντος σκοπού είναι πάντοτε ελευθέρα, μη κωλυομένη των διατάξεων του παρόντος.

  2. Διοικητικαί παραχωρήσεις δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων προς οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή και ιδιώτας ενεργηθείσαι μετά την 21 Απριλίου 1967 κατά παράβασιν των κατά τον χρόνον της παραχωρήσεως κειμένων διατάξεων, ανακαλούνται υποχρεωτικώς εντός τριετίας από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος ανεξαρτήτως του διαδραμόντος χρόνου και της τυχόν μεταγραφής του ως άνω ακύρου τίτλου. Η εκ νέου παραχώρησις τούτων κατά κυριότητα ή κατά χρήσιν επιτρέπεται μόνον υπό τους όρους και προϋποθέσεις των διατάξεων του παρόντος νόμου.

  3. Γαίαι της κατηγορίας του άρθρου 1 & 2 και 3 του Δασικού Κώδικος (Ν.Δ. 86/69) μεταβιβασθείσαι εις κτηνοτρόφους διά συμβολαιογραφικού εγγράφου νομίμως μεταγραφέντος, εφ’όσον προέρχονται, είτε εξ εκτάσεων εξαιρεθεισών κατά τας διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας υπέρ των φερομένων ως ιδιοκτητών των εκ κτημάτων απαλλοτριωθέντων κατά τας διατάξεις της αυτής νομοθεσίας είτε εξ αγοράς κτημάτων κατά την διαδικασίαν της εκουσίας πωλήσεως του άρθρου 127 του αγροτικού κώδικος (Β.Δ. 29-10/6-12-1949) και άρθρο 7 του Ν.Δ. 2185/52 «περί απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών ή κτηνοτρόφων» παραχωρούνται κατά κυριότητα και άνευ ανταλλάγματος μερίμνη της Δ/νσεως Εγγείου Ιδιοκτησίας του Υπουργείου Γεωργίας εις τους κτηνοτρόφους εις τους οποίους μετεβιβάσθησαν αι γαίαι αύται διά του ως άνω συμβολαιογραφικού εγγράφου ή εις τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους αυτών εφ’όσον τυγχάνουν κατά κύριον επάγγελμα κτηνοτρόφοι ή γεωργοκτηνοτρόφοι κατά τε τον χρόνον της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου και της παραχωρήσεως. Η κατά τα άνω παραχώρησις διενεργείται δι’ αποφάσεως της κατά το άρθρον 71 του αγροτικού κώδικος επιτροπής απαλλοτριώσεων, ανακαλείται δε δι’ ομοίας αποφάσεως εις περίπτωσιν αυθαιρέτου μεταβολής της χρήσεως των παραχωρουμένων εκτάσεων ως κτηνοτροφικών ή κατατμήσεώς των εις τεμάχια μη δυνάμενα να αποτελέσουν αυτοδύναμον κτηνοτροφικήν εκμετάλλευσιν, εν συσχετισμώ προς την βοσκοϊκανότητα της εκτάσεως.

(Η ως άνω & 6 καταργήθηκε από το άρθρο 26 του Ν.2040/1992.<

  1. Της κατά την προηγουμένην παράγραφον ρυθμίσεως εξαιρούνται οι εκτάσεις ή τμήματα αυτών, αι οποίαι ανήκουν εις τας κατηγορίας της & 1 εδαφ. α και β και της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, ως επίσης και τα χορτολιβαδικά εδάφη, τα κείμενα εις τας εν τη & 2 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου αναφερομένας περιοχάς. Διά την αναγνώρισιν των εκτάσεων αυτών ως ιδιοκτησίας τρίτων εφαρμόζονται αι διατάξεις της ισχυούσης δασικής νομοθεσίας.

(Η ως άνω & 7 καταργήθηκε από το άρθρο 26 του Ν.2040/1992.<

  1. Διά Προεδρικού Διατάγματος εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Γεωργίας εντός ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος, καθορίζονται τα της υποβολής των σχετικών δικαιολογητικών εγγράφων, τα της διαδικασίας διά την διενέργειαν των κατά το παρόν άρθρον παραχωρήσεων, τα του τρόπου και διαδικασίας τυχόν κατατμήσεων, τα των περιορισμών και κυρώσεων προς εξασφάλισιν των εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου όρων ως και πάσα ετέρα αναγκαία λεπτομέρεια.

(Η ως άνω &86 καταργήθηκε από το άρθρο 26 του Ν.2040/1992.<

  1. Εκτάσεις περί ων τα άρθρα 1 και 4 του Ν.Δ. 221/74 «περί αντικαταστάσεως διατάξεων τινών και συμπληρώσεως του Ν.Δ. 203/68 περί παραχωρήσεως ή εκμισθώσεως εποικιστικών εκτάσεων επί τω σκοπώ της Περιφερειακής Βιομηχανικής Αναπτύξεως», δύνανται να παραχωρούνται εις την Ελληνικήν Τράπεζαν Βιομηχανικής Αναπτύξεως Α.Ε. (ΕΤΒΑ) κατά την υπό των άρθρων τούτων οριζομένην διαδικασίαν προς δημιουργίαν Βιομηχανικών Περιοχών υπό όρους καθοριζομένους εις την κοινήν Υπουργικήν απόφασιν.

Επί των ούτω γενομένων παραχωρήσεων δεν έχουν εφαρμογήν οι παράγραφοι 5, 6, και 7 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 221/1974 ουδέ απαιτείται η υπό της & 1 του αυτού άρθρου προβλεπομένη οικονομοτεχνική μελέτη και άδεια σκοπιμότητος. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογήν και επί των μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος γενομένων παραχωρήσεων προς την ΕΤΒΑ Α.Ε. διά την δημιουργίαν Βιομηχανικών περιοχών.

  1. Επί κτημάτων απαλλοτριωθέντων δι’ αποφάσεως της Ε.Α. προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργοκτηνοτρόφων, εις περίπτωσιν καθ ην έλαβεν μεν χώραν διανομή των καλλιεργησίμων εκτάσεων, ουχί δε και των βοσκησίμων τοιούτων, λόγω του ότι οι αποκατασταθέντες προτίμησαν το σύστημα της αναμίξ βοσκής των παραχωρηθέντων αυτοίς κτηνοτροφικών κλήρων, οι αποκατασταθέντες γεωργοκτηνοτρόφοι εκάστου χωρίου αναγνωρίζονται εξ αδιαιρέτου συγκύριοι της απαλλοτριωθείσης βοσκησίμου εκτάσεως κατά ποσοστόν ίσον προς τον αριθμόν των στρεμμάτων ως έκαστος εκρίθη δικαιούχος.

(Η ως άνω & 10 καταργήθηκε από το άρθρο 25 του Ν.2040/1992)<

  1. Συμβόλαια ανταλλαγής καταρισθέντα και υπογραφέντα μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και ιδιωτών, μετά την δημοσίευσιν του Ν.Δ. 86/69 και προ της θέσεως αυτού εν ισχύει και δι’ ων αντηλλάγησαν ιδιωτικά δάση και δασικαί εκτάσεις του Δημοσίου, είναι έγκυρα καθώς και εις αυτά περιεχόμεναι συμβάσεις ανταλλαγής, εφ’ όσον κατηρτίσθησαν συμφώνως προς τας γενικάς διατάξεις του Ν.Δ. 86/69.

  2. Δασικαί εκτάσεις αγορασθείσαι μέχρι τέλους του έτους του 1969 δι’ οριστικών συμβολαίων παρ’ οικοδομικών συνεταιρισμών και υπαχθείσαι εις το σχέδιον πόλεως μέχρι τέλους του 1970 διά Β.Δ. εκδοθέντων προτάσει των Υπουργών Δημοσίων Εργων και Γεωργίας, μεταβιβασθείσαι δε, εν όλω ή εν μέρει διά οριστικών συμβολαίων εις τα μέλη των, θεωρούνται ως μη ανήκουσαι εις το Δημόσιον.

  3. Ιδιωτικαί δασικαί εκτάσεις εφαπτόμεναι εγκεκριμένου σχεδίου Δήμου ή Κοινότητος και των οποίων έχει αρθεί ο χαρακτηρισμός ως αναδασωτέων, εντάσσονται εις το εγκεκριμένον σχέδιον του οικείου δήμου ή κοινότητος διά Π.Δ. εκδιδομένου τη προτάσει των Υπουργών Δημοσίων Εργων και Γεωργίας, εφ’ όσον προ της ισχύος του παρόντος έχει εγκριθεί η υπαγωγή των εις το ρυμοτομικόν σχέδιον υπό του ρυθμιστικού σχεδίου και του Συμβουλίου Δημοσίων Εργων, μετά την γενομένην προηγουμένως παραχώρησιν άνευ ανταλλάγματος εις τον Δήμον ή την Κοινότητα των προβλεπομένων κοινοχρήστων χώρων του σχεδίου.

Α ρ θ ρ ο ν   76

      Ειδικός λογαριασμός ΚΤΓΚΔ 1. Απαντα τα υπό του παρόντος νόμου προβλεπόμενα έσοδα ή εισπράξεις του Δημοσίου εκ πωλήσεων, παραχωρήσεων, επιβολής χρηματικής εισφοράς ή αποζημιώσεως διά χρήσιν ή φθοράν δημοσίων δασών ή δασικών εκτάσεων, ως και τα τέλη διά την αναγνώρισιν ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων υπό των συμβουλίων ιδιοκτησίας δασών περιέρχονται εις ειδικόν λογαριασμόν του ΚΤΓΚ και Δασών διατίθενται δε υποχρεωτικώς και αποκλειστικώς διά την πραγματοποίησιν αγοράς ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων ή την αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν αυτών ή άλλων εκτάσεων προς αναδάσωσιν ή την εξαγοράν ιδιωτικών δικαιωμάτων κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου. Επίσης υπό του λογαριασμού τούτου δύναται να χρηματοδοτηθούν κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας επείγοντα προγράμματα αναδασώσεως εις περιοχάς περί ων το άρθρον 25 του παρόντος νόμου, ή προμηθείας τεχνικών μέτρων προς αντιμετώπισιν δασοπυρκαϊών εις τας αυτάς περιοχάς.

  1. Διά προεδρικού διατάγματος*** εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας καθορίζονται τα της διαδικασίας εισπράξεως και αποδόσεως της κατά την προηγουμένην παράγραφον χρηματικών ποσών, αι λεπτομέρειαι τηρήσεως του ειδικού λογαριασμού ως και τα του τρόπου χρηματοδοτήσεως των ανωτέρω οριζομένων σκοπών.

(***< Εκδόθηκε το Π.Δ. 906/1980 «Περί διαδικασίας εισπράξεως και αποδόσεως χρηματικών ποσών και τηρήσεως ειδικού λογαριασμού εσόδων, προβλεπομένων υπό των διατάξεων του Ν.998/79», Φ.Ε.Κ. 226/3-10-1980/Τ.Α’.).

Α ρ θ ρ ο ν   77

Επίλυσις χρηματικών διαφορών

Αι κατά τον παρόντα νόμον πράξεις επιβολής χρηματικής εισφοράς ή καταλογισμού χρηματικής οφειλής εις βάρος οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου εκδίδονται υπό του νομάρχου ή κατ’ εντολήν αυτού υπό του οικείου δασάρχου και κοινοποιούνται δι’ επιδόσεως προς ον βαρύνει η υποχρέωσις.

Προκειμένου περί υποχρέων ιδιοκτητών ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων ως και διακατόχων δημοσίων δασών ή δασικών εκτάσεων, μη εχόντων κατοικίαν εντός της περιφερείας του νομού, η κοινοποίησις είναι ισχυρά αν γίνη προς τον διορισθέντα και δηλωθέντα εις την δασικήν υπηρεσίαν αντίκλητον ή προς τον διαχειριστήν του δάσους ή της δασικής εκτάσεως. Κατά του καταλογισμού πράξεως επιτρέπεται προσφυγή ασκουμένη εντός μηνός από της ρηθείσης κοινοποιήσεως ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου διοικητικού πρωτοδικείου.

Οι λόγοι αναιρέσεως και τα της διαδικασίας εν γένει προς επίλυσιν των ως άνω διαφορών και τα της ασκήσεως των ενδίκων μέσων ως και οι λόγοι αναιρέσεως ρυθμίζονται διά προεδρικού διατάγματος*** εκδιδομένου εντός τριμήνου από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος τη προτάσει του Υπουργού Δικαιοσύνης. Διά την σύνταξιν του εν λόγω προεδρικού διατάγματος εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 34 του Ν.702/1977.

(*** Εκδόθηκε το Π.Δ. 1050/1980 «Περί της ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων διαδικασίας επί των υπαγομένων εις αυτά διοικητικών διαφορών δυνάμει του άρθρου 77 του Ν.998/79» Φ.Ε.Κ. 266/20-11-1980/Τ.Α’.).

Α ρ θ ρ ο ν   78

      Εξουσιοδοτήσεις 1. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ρυθμίζονται πάσαι αι λεπτομέρειαι εφαρμογής του παρόντος νόμου. 2. Τα της αμοιβής των κατά τα άρθρα 7 έως και 10 του παρόντος συμβούλια και επιτροπάς μετεχόντων, ρυθμίζονται κατά την διαδικασίαν του άρθρου 8 του Ν.754/1978. 3. Προς μελέτην των εκ της εισαγωγής των διατάξεων του παρόντος νόμου προκυπτόντων ζητημάτων, την κατάρτισιν και συντονισμόν των υπ’αυτών προβλεπομένων κανονιστικών πράξεων ως και διά την αναμόρφωσιν και ενοποίησιν της όλης δασικής νομοθεσίας επί τω τέλει του εκσυγχρονισμού αυτής και προσαρμογής της προς τας συνταγματικάς διατάξεις ως και τας διατάξεις του παρόντος νόμου δύναται να συγκροτηθεί παρά τω Υπουργείω Γεωργίας ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή, διαρθρουμένη ενδεχομένως και εις τμήματα μέχρι των τριών και αποτελουμένη εκ δικαστικών λειτουργών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δημοσίων υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας. Εις ταύτην δύνανται να διορισθούν και μέχρι δύο καθηγηταί ανωτάτων σχολών ως και μέχρι δύο δικηγόροι ή ιδιώται έχοντες ειδίκευσιν εις τα συναφή προς τα ανωτέρω έργον θέματα.
Η αμοιβή των μελών της επιτροπής άτινα μετά του προέδρου αυτής δεν δύνανται να υπερβούν τα ένδεκα καθορίζεται συμφώνως προς τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα. (Η Ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή της ως άνω &3 και οι σχετικές με αυτή διατάξεις συστάσεως, συνθέσεως, συγκροτήσεως και λειτουργίας του καταργήθηκαν με τη & 11 του άρθρου 6 της 272961/26-4-82 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας και Γεωργίας).

Α ρ θ ρ ο ν   79

Σχέσεις προς κειμένας διατάξεις

  1. Καταργούνται από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου:

α. Τα άρθρα 1 και 2, 8 έως και 31, 33, 34 παράγραφοι 1, 3 και 4, 35 έως και 40, 43 έως και 48, 53, 153 έως και 159, 188 έως και 199, 202, 206 έως και 208, 210 έως και 218, 281 και 283 έως και 285 του Ν.Δ.86/1969 «Περί Δασικού Κώδικος»(ΦΕΚ Τ7Α/18-1-1969).

β. Το άρθρον 10 του Ν.177/1975 «περί αντικαταστάσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών του Ν.Δ. 86/69″(ΦΕΚ Τ. 205Α/27-9-75).

γ. Τα άρθρα 212(εις ό,τι αφορά το Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δημοσίων Δασών και το Τεχνικόν Συμβούλιον Δασών) 214 έως και 216 και 225 του Π.Δ. 433/1977″περί Οργανισμού του Υπουργείου Γεωργίας»(ΦΕΚ 133Α/18-5-77)

δ. Τα άρθρα 22 και 23 του Ν.663/1977″περί τροποποιήσεως κλπ.(ΦΕΚ 215Α/5-8-77).

  1. Ρυθμίσεις του Δασικού Κώδικος ή άλλων ειδικών νόμων, αναφερόμεναι εις την δασικήν ιδιοκτησίαν και τα δικαιώματα τρίτων επί δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων, την διαχείρισιν των δασών και την άσκησιν της δασοπονίας, την δασικήν φορολογίαν, το δασικόν προσωπικόν, τα δασικά έργα, την θήραν και τον ποινικόν κολασμόν των δασικών αδικημάτων, άτινα αναφέρονται εις τα ανωτέρω θέματα διατηρούνται εν ισχύι, εφ’ όσον διά του παρόντος δεν θεσπίζεται ρητή παρέκκλισις από ταύτα.

Α ρ θ ρ ο ν   80

  1. Όπου εν τω Νόμω 248/1976″περί φύλλου καταγραφής, Μητρώου ιδιοκτησίας και οριοθεσίας των δασικών εκτάσεων κλπ. αναφέρονται αι λέξεις «δασικαί εκτάσεις» νοούνται αι εις το άρθρον 3 παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 5 και 6 εδάφιον β’ και γ’ του παρόντος νόμου αναφερόμεναι εκτάσεις και εδάφη.

  2. Το άρθρον 2 του Ν.248/1976 καταργείται.

Α ρ θ ρ ο ν   81

  1. Το άρθρον 7 του Νόμου 248/1976 τροποποιείται ως ακολούθως:

«Αρθρον 7»

Αμα τη ενάρξει της συντάξεως του φύλλου καταγραφής (κτηματικού χάρτου) περιοχής τινός, καλούνται υπό του προϊσταμένου του συνεργείου κτηματογραφήσεως, διά δημοσίας προσκλήσεως, αναρτωμένης εις το οικείον Δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα και εις την οικείαν Δ/νσιν δασών ή εις το οικείον δασαρχείον, ανακοινουμένης δε και δι’ οιουδήποτε μέσου ενημερώσεως, οι αξιούντες οιονδήποτε εμπράγματον δικαίωμα επί της υπό κτηματογράφησιν δασικής εν γένει εκτάσεως ή των εντός αυτής υφισταμένων ετέρας μορφής χρήσεως ή φύσεως εκτάσεων, έστω και αν διά καλλιεργείας ή καθ ‘οιονδήποτε τρόπον ήλλαξαν μορφήν όπως εντός προθεσμίας εξήκοντα (60) ημερών από της ημέρας αναρτήσεως της προσκλήσεως εις το οικείον Δασαρχείον, διατυπώσουν τας τυχόν αξιώσεις των δι’υπομνήματος κατατιθεμένου ατελώς και επί αποδείξει, εις τον Γραμματέα του συνεργείου κτηματογραφήσεως ή εις τας οικείας ως άνω δασικάς αρχάς, ή τον Διοικητήν της πλησιεστέρας Αστυνομικής αρχής. Εν τω υπομνήματι αναγράφονται λεπτομερώς η έκτασις, αι πλευρικαί διαστάσεις, τα όρια, το αξιούμενο δικαίωμα, ο τρόπος και ο χρόνος κτήσεως αυτού και τα λοιπά κτηματολογικά στοιχεία της διεκδικουμένης εκτάσεως. Η ανωτέρω πρόσκλησις κοινοποιείται και εις τον αρμόδιον Οικονομικόν έφορον διά την υπ’αυτού προβολήν των τυχόν υφισταμένων δικαιωμάτων του Δημοσίου».

(Η ως άνω &1 καταργήθηκε από τη &14β’ άρθρου 28 του Ν.2664/1998-ΦΕΚ 275 Α’)


  1. Το άρθρον 11 του αυτού Νόμου 248/1976, τροποποιείται ως ακολούθως:

«Αρθρον 11»

Προς καθορισμόν των ορίων των δασικών εν γένει εκτάσεων, καλούνται υπό του προϊσταμένου του συνεργείου κτηματογραφήσεως οι διά της εν άρθρω 7 του παρόντος προσκλήσεως αξιούντες οιονδήποτε εμπράγματον δικαίωμα επί της κτηματογραφουμένης δασικής εν γένει εκτάσεως ή τμήματος ταύτης, ως και οι αξιούντες τοιούτο δικαίωμα επί των ομόρων αυτής ακινήτων ετέρων μορφών χρησιμοποιήσεως της γης, όπως εμφανισθούν επί τόπου αυτοπροσώπως ή δι’ εξουσιοδοτουμένου αντιπροσώπου και συνεργασθούν μετά του συνεργείου κτηματογραφήσεως. Το Δημόσιον εκπροσωπείται εν προκειμένω υπό του οικείου δ/ντού δασών ή του οικείου δασάρχου ή των αναπληρωτών αυτών ή των υπό τούτων εντεταλμένων δασικών οργάνων. Εάν οι όμοροι συμφωνήσουν περί του ορισμού των ορίων της δασικής εν γένει εκτάσεως, συμπληρούται η τυχόν απαιτουμένη σήμανσις των ορίων και αναπαριστώνται επί του χάρτου αι ούτως ορισθείσαι οριοθετικαί γραμμαί.

Εν περιπτώσει απουσίας ομόρων ή εγέρσεως αμφισβητήσεων, ο προϊστάμενος του συνεργείου συμβουλευόμενος τα εις τα διάθεσίν του υφιστάμενα στοιχεία φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως, ως και εκπρόσωπον του δήμου ή της κοινότητος ή όργανον της Αγροφυλακής, ή τους εις το άρθρον 10 αναφερομένους οριοδείκτες προσδιορίζει τα πιθανά όρια κατά την κρίσιν του άτινα ως τοιαύτα αποτυπούται επί του χάρτου.

Επίσης αποτυπούται επί του χάρτου ή τοπογραφικού διαγράμματος και αι απόψεις των αντιλεγόντων».

(Η ως άνω &2 καταργήθηκε από τη &14β’ άρθρου 28 του Ν.2664/1998-ΦΕΚ 275 Α’)

 

Α ρ θ ρ ο ν   82

(Το   άρθρο 82 καταργήθηκε από τη &14β’ άρθρου 28 του Ν.2664/1998-ΦΕΚ 275 Α’)

Το άρθρον 14 του Ν.248/1976 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Αρθρον 14»

  1. Προς εκδίκασιν των κατά τα άρθρα 12 και 13 του παρόντος αντιρρήσεων ή αιτήσεων καθίσταται αρμόδιον το Ειρηνοδικείον εν τη περιφερεία του οποίου κείται η υπό κτηματογράφησιν περιοχή.

  2. Διά την εκδίκασιν εκάστης κατά το άρθρον 12 και 13 του παρόντος αντιρρήσεων ή αιτήσεων, ακολουθείται η διαδικασία των άρθρων 739 και επόμενα του ΚΠΔ «περί διαδικασίας εκουσίας δικαιοδοσίας».<

  3. Το υπό του παρόντος προβλεπόμενον Ειρηνοδικείον δεν επιλαμβάνεται της εξετάσεως των ιδιοκτησιακών δικαίων δασικών εκτάσεων, δι’ας εξεδόθησαν ήδη Δικαστικαί αποφάσεις επί τακτικών αγωγών ή πράξεις των κατά νόμον αρμοδίων εκάστοτε Διοικητικών αρχών, δι’ων εκρίθησαν αύται ως Δημόσιαι ή ιδιωτικαί ή διακατεχόμεναι επιτραπείσης της καρπώσεώς των παρ’ιδιωτών ή δι’ειδικών όμως παρεχωρήθησαν κατά κυριότητα ή νομή εις δήμους ή κοινότητας ή καλλιεργητάς ή παρεχωρήθησαν προς οιανδήποτε κάρπωσιν, μέχρι της 21 Απριλίου 1967 και τέλος των περιπτώσεωνκαθ’ας εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων Πολιτικών Δικαστηρίων τακτικαί αγωγαί».

 

Α ρ θ ρ ο ν   83

Το άρθρο 15 του άνω νόμου 248/76 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Αρθρον 15»

  1. Κατά την εκδίκασιν των κατά τα άρθρα 12 και 13 του παρόντος αντιρρήσεων ή αιτήσεων το Δημόσιον εκπροσωπείται υπό του οικείου Δ/ντού Δασών ή υπό του οικείου Δασάρχου ή των νομίμων αναπληρωτών αυτών ή του οικείου Οικονομικού Εφόρου ή υπό του Νομικού Συμβούλου ή Παρέδρου ή Δικαστικού αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οριζομένου υπό του Προέδρου αυτού ή παρά δικηγόρου του Δημοσίου.

Συντρεχόντων εξαιρετικών λόγων, δύναται να ορίζεται παρά του Υπουργού Γεωργίας

Δικηγόρος, αμειβόμενος κατά τας περί Κώδικος Δικηγόρων διατάξεις. Επίσης πας αντιλέγων δύναται να παραστή είτε αυτοπροσώπως είτε δι’αντιπροσώπου νομίμως εξουσιοδοτουμένου, δικαιούμενος εν πάση περιπτώσει να λάβη γνώσιν του φακέλλου, ως και να αιτήσηται αντίγραφα κεκυρωμένα των εν αυτώ σχετικών εγγράφων.

  1. Κατά των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου χωρεί έφεσις εκ μέρους των ενδιαφερομένων, ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ασκουμένη εντός μηνός από της επιδόσεως της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου και εκδικάζεται κατά την αυτήν ως άνω διαδικασίαν.

  2. Όπου εις τας διατάξεις του Νόμου 248/1976 αναφέρεται η υπό του άρθρου 14 οριζομένη επιτροπή, εφεξής νοείται το Ειρηνοδικείον και όπου αναφέρεται Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών, νοείται το Πολυμελές Πρωτοδικείον».Α

Το ως άνω άρθρο καταργήθηκε από τη &14β’ άρθρου 28 του Ν.2664/1998-ΦΕΚ 275 Α’)

 

Α ρ θ ρ ο ν   84

Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ’ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω διά της εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.

 

Εν Αθήναις τη 27 Δεκεμβρίου 1979

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝ/ΝΟΣ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ

 

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

Εθεωρήθη και ετέθη η μεγάλη του Κράτους σφραγίς

Εν Αθήναις τη 28 Δεκεμβρίου 1979

Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός

Γ.Σταμάτης

 

 

 

 

 

 

Advertisements