PRANTZA H TZAMALA STO BASILOPOULO VASILOPOULO IOANNINON 2016

 

 

Θοδωρής Σαμαράς (λογογράφος)
στους γιαννιώτες
και την πόλη τους
“έναν τόπο μ’ αιώνια
εφηβεία”…

Πως Γιορτάζονται
οι Αποκριές
στα Γιάννενα

Μικρή συμβολή στη λαογραφική έρευνα για τα έθιμα του τόπου μας
Πρόλογος
Εισαγωγή Τζαμάλες Τo τοπίο δίχως την φωτιά Το άναμμα
Η σημασία της φωτιάς (Ποιό το βαθύτερο νόημά της)
Οι Μεταμφιέσεις και η ερμηνεία τους Η “νύφη” Οι “κουδουνάτοι”
Το Ξεφάντωμα γύρω από τη φωτιά Ο χορός Το κοινό τραπέζι
με πίττες οινοποσία Τζαμάλες – Μια διονυσιακή σκηνή…
από αρχαίο αγγείο Ετυμολογία της λέξης “ΤΖΑΜΑΛΑ” Επίλογος
Το σβήσιμο της φωτιάς -Οι λαγάνες
Από τις διαδόσεις του Πελαργού – 1997
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Εκδηλώνοντας ένα γενικότερο ενδιαφέρον γύρω από τα αποκριάτικα έθιμα του λαού μας, επισκεφθήκαμε τα Γιάννενα την περίοδο του καρναβαλιού και αποτυπώσαμε το γλέντι που αναβιώνει κάθε χρόνο γύρω από τις Τζιαμάλες, όπως καλούνται -κατά το τοπικό ιδίωμα-οι μεγάλες αποκριάτικες φωτιές, που ανάβουν στις διάφορες συνοικίες και γειτονιές της πόλης.
Ζητήσαμε στη συνέχεια να εκθέσουμε με συντομία τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν την εικόνα της γιαννιώτικης αποκριάς, ερμηνεύοντάς τα με οδηγό τις σύγχρονες απόψεις της Λαογραφίαςi. Κι αυτό γιατί, το έντονα μεθυστικό και πολύ διασκεδαστικό κλίμα του καρ¬ναβαλιού, δεν αφήνει σήμερα να αναγνωσθούν οι βαθύτερες ρίζες της και η σημασία της.
Φροντίσαμε τουλάχιστο, παρά την σχολαστική κάπου ερμηνεία, να μην χάσουν αυτά τα δρώμενα την μαγεία τους… για να μην καταστούν μελλοντικά -ό,τι απευχόμαστε-“τυπικότητες” μιας αλλοτινής εποχής. Προς αυτήν την κατεύθυνση φύλακας -άγγελος στάλθηκε το πνεύμα του εθνικού ποιητή των Ιωαννίνων Κώστα Κρυστάλλη (1868-1894), που κατέγραψε με τόση λεπτότητα και χάρη, στα 1892, το γιαννιώτικο καρναβάλιii .
Με την παρούσα καταγραφή επιθυμούμε να συμβάλουμε στην διαφύλαξη και ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Με εκτίμηση προς τον γιαννιώτικο
λαό που είναι ο δρων
Θοδωρής Σαμαράς
Μάρτιος 1997
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΟΙ ΤΖΑΜΑΛΕΣ
Τζαμάλα είναι ο ιδιότυπος συνοικιακός εορτασμός της Αποκριάς που αναβιώνει κάθε χρόνο στα Γιάννενα, με ανταγωνιστική διάθεση: οι κάτοικοι συναγωνίζονται στο ποια γειτονιά θα κάνει την καλύτερη και πιο φανταχτερή γιορτή.
Λίγο πριν να βγεί ο Χειμώνας και ενώ οι ανθισμένες μυγδαλιές και τα φουσκωμένα βλαστάρια στα μέχρι πρότεινος γυμνά δέντρα προμηνύουν τον ερχομό της ΄Ανοιξης, ο γιαννιώτικος λαός κατεβαίνει στα σταυροδρόμια και τις πλατείες όπου, με την δύση του ήλιου, ανάβει θεόρατες φωτιές, τις τζαμάλες ή τζώρεςiii , όπως τις αποκαλεί. Αυτές αποτελούν το κέντρο όλης της γιορτής. Γύρω τους θα στηθεί ένα τρικούβερτο γλέντι, με χορό, κρασί, ζεστή “φασουλάδα” και πίττες, τις πατροπαράδοτες -και γνωστές σε όλους για την νοστιμιά τους¬ ηπειρώτικες πίττες. Το αποκριάτικο ξεφάντωμα με τους σκωπτικούς -σατυρικούς χορούς, τα πειράγματα και τα αστεία μεταξύ των κατοίκων, μεταμφιεσμένων και μη, κρατά ως τα ξημερώματα. Μέχρι το πρωί.
Στον Πλάτανο λοιπόν, την Καραβατιά, της οποίας η φωτιά στους καιρούς του Κρυστάλλη ήταν η αξιολογώτερηiv, στα Λακκώματα, την Κιάφα, την Λούτσα, στα Ζευγάρια, την Καλούτσιανη, τις εργατικές κατοικίες, τον Αγ. Σπυρίδωνα και το Κάστρο, από παντού σχεδόν υψώνονται φλόγες που τυλίγουν την πόλη και την παραδίδουν παρανάλωμα στην λαμπρότητα του καρναβαλιού. Απ’ ανάμεσα στις γειτονιές, όλο και κάποια φωτιά θα μείνει να καίει και την επομένη…
Το τοπίο δίχως την φωτιά
Άλλοτε, η επιθυμία να ανάψει κατά τις αποκριάτικες νύχτες όσο το δυνατό ζωηρώτερη η τζαμάλα, ωθούσε τους πιο ριψοκίνδυνους από τους γιαννιώτες και τους πλέον γλεντζέδες, να μπαίνουν στις ξένες αυλές και να κλέβουν ξύλα, ή ό,τι άλλο θα καιγόταν εύκολα στη μεγάλη φωτιά. Αυτή η συνήθεια σήμερα δεν συνεχίζεται πια. Ο Δήμος των Ιωαννιτών με παρέμβασή του, σε μια προσπάθεια να στηρίξει το έθιμο ώστε να μην σβήσει μέσα στο χρόνο, χορηγεί ο ίδιος την καύσιμη ύλη.
Σε συνεργασία με ειδικούς συλλόγους που έχουν οργανωθεί σε κάθε συνοικία, φέρνουν δυο-τρεις μέρες νωρίτερα στα κεντρικά σημεία κάθε γειτονιάς και αραδιάζουν σωρούς σωρούς τα κούτσουρα, κορμούς δέντρων και σχισμένα καυσόξυλα από τα γύρω δάση της Πίνδου.
Από το Σάββατο της Τυρινής και ενώ πλησιάζει η μεγάλη στιγμή, οι θαμμώνες των γειτονικών καφενέδων, οι επιφορτισμένοι με την επιστασία της τζαμάλας , “στήνουν” με προσοχή την στυλοειδήv πυρά:
σε έναν κύκλο διαμέτρου 3-6 μέτρων, στρώνουν ψιλή άμμο για ασφάλεια και στο κέντρο όρθιον, σηκώνουν έναν ψηλό -ως 3 και 4 μέτρα-κορμό. Γύρω του και σ’ όλη την επιφάνεια του κύκλου, σχηματίζουν έναν πυραμιδωτό κώνο με χοντρά κούτσουρα και άλλους μικρότερους κορμούς. “Πλέκονται” κατά τέτοιον τρόπο από τους έμπειρους γιαννιώτες, ώστε, στη στιγμή, να φουντώσει η πυρά και να λαμπαδιάσει ολόκληρη.
Το άναμμα
Το απόγευμα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς, μετά τον εσπερινό της συγγνώμης και καθώς παίρνει να ροδίζουν πάνω από τη λίμνη οι άγριοι και σταχτιοί όγκοι της Πίνδου στα ανατολικά (τους βλέπεις αντικρυστά, αν στέκεις ψηλά, στην Καραβατιά), και ενώ αρχινά η μουσική να “κυλίσει” δυο-τρεις στροφές το τραγούδι (για το “καλό”), ρίχνει το σπίρτο ο επικεφαλής, στην πισσωμένη βάση της στυλοειδούς τζαμάλας… Και να! με τις τελευταίες αναλαμπές ενός ήλιου που δύει κι ενώ όλοι γύρω κρατούν την ανάσα τους, σε μια στιγμή γεμάτη μυστή¬ριο, ξεπετάγονται οι πρώτες φλόγες να τυλίξουν τους έντεχνα “περι-πλεγμένους” κορμούς. Τα βλέμματα όλων τις παρακολουθούν, καθώς ανεβαίνουν σταθερά -κατά πως φυσάει ο άνεμος-ν’ αρπάξουν τον κορυφαίο κορμό, που προβάλλει άθικτος ακόμη στο μέσον∙ στο κέντρο. Μα, μόλις τινάσσονται ψηλά και καταφέρουν επιτέλους να τον καλύ¬ψουν μες στη μανία τους, με μιας ανακουφίζονται όλων οι αναπνοές και στήνεται γύρω από την θεόρατη τζωραμπίναvi ο χορός. Τ’ άργαναvii δίνουν το σύνθημα. Το χοροστάσι δεν θα διαλυθεί πριν ο ήλιος λάμψει ξανά στον ουρανό.
Κάθε φορά που ένα νέο κούτσουρο ρίχνεται στην αδηφάγο μανία της φλόγας, σπίθες υψώνονται στον ουρανό ως το τρίτο πάτωμα γύρω των σπιτιών.
Όλα λούζονται σε άπλετο φως. Η μεγάλη φωτιά ζεσταίνει την υγρή νύχτα…
ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΑΜΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ
ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΩΝ ΦΩΤΙΩΝ
Γράφτηκε πως “η ιδέα και η θέα της φωτιάς στα σοκάκια και τους μαχαλάδες της παλιάς μικρής μας πόλης ζέσταινε τις καρδιές και τα κορμιά μικρών και μεγάλων, κάνοντας να αναθαρρεύουν στις εποχές και στις συνήθειές τους”viii. Κι αυτό είναι αλήθεια. Η φωτιά είναι ένα ιερό στοιχειό. Κρύβει μέσα της μεγάλη δύναμη, που μεταδίδεται σ’ όποιον έρθει σε σχέση μαζί της. Σχέση ιεροτελεστικήix .
Σ’ αυτήν ακριβώς την αρχέγονη πίστη στηρίζεται το έθιμο της φωτιάς, που πάντα στην κοινή αντίληψη του λαού θα έχει την δύναμη να αποδιώχνει το κακό. Να αποτρέπει τα “δαιμόνια”x. Να επιφέρει την “κάθαρση”.
Οι τζαμάλες είναι ένα από αυτά τα λεγόμενα καθαρτήρια, ευετηρικά έθιμα, με τα οποία επιχειρεί ο λαός να ανοίξει την νέα χρονική περίοδο, αυτήν που στην προκειμένη περίπτωση θα πάρει την σκυτάλη από τον Χειμώνα. Να την “ανοίξει” όμως, με τις καλύτερες, όσο το δυνατό, προϋποθέσεις, αυτές που θα του εξασφαλίσουν την ευτυχία, την υγεία, την μακροημέρευσηxi . Άλλωστε, το μέγεθος της φωτιάς και ο τόπος (ανάμεσα στα σπίτια, στις γειτονιές, στα σταυροδρόμια της πόλης κλπ.) όπου ανάβουν, τούτο αποδεικνύει: την καθαρτήρια και ευετηρική της δύναμη∙ ανάβουν για το καλό…
Ανάβουν και φωτίζουν στο πρόσωπο τους νυχτερινούς συμπο¬σιαστές, που συγκεντρωμένοι γύρω απ’ αυτές, τραγουδούν και χορεύ¬ουνxii τους κυκλικούς χορούςxiii. Μέσα στο ξέσπασμα της χαράς και του κεφιού λύεται και το άγχος της καθημερινότητας της σύγχρονης ζωής, της οποίας ο μονότονος ρυθμός φθείρει τον άνθρωπο.
Κι είναι το άναμμα μιας φωτιάς, που δίνει συγχρόνως και το σύνθημα για δράση: προκαλεί ένα σκίρτημα στην καρδιά. Όπως φουντώνουν και λαμπαδιάζουν τα πισσωμένα κούτσουρα, το ίδιο “φουντώνει” και η καρδιά του ανθρώπου και η φύση ολάκερη που ετοιμάζεται να “φέρει” την ΄Ανοιξη.
ο
Στην Τουρκοκρατία, αντίστοιχα, η φωτιά ξυπνούσε στον λαό τον πόθο για λευτεριά. Μετέδιδε το μήνυμα της ενότητας και διατηρούσε απαραχάρακτο το αίσθημα της αδελφότητας στην κοινή συνείδησηxiv. Τό ’βλεπε ο λαός πως, όπως ανάβει με μιας η φωτιά, από ένα μόνο σπίρτο, έτσι σε μια στιγμή, θα ξέσπαγε η επανάσταση που θα έφερνε την λευτε¬ριά και την ανάσταση του γένους.
Γίνεται εδώ κατανοητό, πως το πανάρχαιο έθιμο στην ροή και την διάρκεια των αιώνων ενδύεται την σύγχρονη κάθε εποχής ανάγκη. Κι είναι τότε, σαν να το “γεννά” και να απαιτεί την τέλεσή του αυτή η σύγχρονη επιταγή. Το έθιμο τελικά αναβιώνει με νέα ζέση τόσο στη συνείδηση όσο και στο εορτολόγιο του λαού.
Ο γιαννιώτικος, συγκεκριμένα, λαός που χρειάστηκε να περιμένει εκατό επιπλέον χρόνια για να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό, είδε τις τζαμάλες κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα και αγκιστρώθηκε σ’ αυτές. Τον χορό μάλιστα που έσυρε γύρω τους, τον κατανόησε ως πυρρίχιο (της προετοιμασίας δηλαδή για πόλεμο).
ο
΄Ετσι και σήμερα οι φλόγες της τζαμάλας εκτινάσσονται ψηλά και καλούν σε εγρήγορση,
Εξαγνίζοντας τον χώρο και τον χρόνο της δράσης μας.
Θερμαίνουν, γιατί ριζώνουν στο παρελθόν της φυλής μας. Και το κυριώτερο,
Συγκεντρώνουν την σκόρπια καθημερινότητά μας σε μία πανήγυρη. Στην πανήγυρη που προϋπαντίζει την Άνοιξη και την Καλή Χρονιά.
ΟΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥΣ
Οι Απόκριες είναι γιορτή με αβέβαιες καταβολές που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Τον μόνο συσχετισμό που μπορούμε ανεπιφύλακτα να προτείνουμε, είναι ότι συμπίπτει αυτή η περίοδος με επάνοδο των ψυχών των νεκρών στον απάνω κόσμοxv. Αυτή η πίστη επιβιώνει με συνέχεια, ήδη από τα αρχαία Ανθεστήρια (τα αρχαιότερα από τα Διονύσια), μέσω των ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων, στα σημερινά Ψυχοσάββατα της Αποκριάς (λατρευτικές πράξεις της Εκκλησίας, με επίσκεψη στους τάφους, μοίρασμα κολλύβων για συγχώρεση κλπ.)xvi .
Οι μεταμφιέσεις αρχικά -κάτω από μια τέτοια οπτική-σκόπευαν στο να παραστήσουν αυτές ακριβώς τις ψυχές και τα “πονηρά όντα” που, επιστρέφοντας στον απάνω κόσμο, “παρενοχλούσαν” τους ζωντα-νούςxvii .
Σ’ αυτήν την υπόθεση στηρίζεται -και ερμηνεύεται-ο λατρευ¬τικός ρόλος της μάσκας, με την βοήθεια της οποίας αποδίδονται στις ψυχές (των νεκρών) οι τιμές -προσφορές που τους αρμόζουν, ώστε να βρουν “αναψυχή” και να γυρίσουν στον Άδηxviii .
Ταυτόχρονα, οι γιορτές αυτές τελούνται αναμένοντας τον ερχομό της Άνοιξης, της “νέας χρονιάς” κατά την κοινή αντίληψη. Η Άνοιξη έρχεται, και τούτο το βεβαίωνε η δοξασία πως, η δύναμη η οποία “ανεβάζει” τις ψυχές επάνω στη γη, αυτή και θα κάνει τον σπόρο τον θαμμένο στα σπλάγχνα της να βλαστήσειxix. Έπρεπε, λοιπόν, ο λαός αν ήθελε να κερδίσει το παιχνίδι της ζωής, να βρεί τρόπο να εξευμενίσει τις ψυχές -πνεύματα και τους “δαίμονες” της φύσης, για να επιτύχει καλύ¬τερη και πλουσιώτερη την παραγωγή στους αγρούς και τα κοπάδια του. Ο τρόπος αυτός, ήταν η μεταμφίεση – το μασκάρεμαxx .
Τα προσωπεία συνήθως που προτιμούνται (κι ολόκληρη η αμφί¬εση) έχουν μορφή ζώου και είναι φτιαγμένα από δέρμα ζώων (προ¬βειές)xxi. Τα έθιμα της καμήλαςxxii, της αρκούδαςxxiii ή του αράπηxxiv, που γίνονταν παλιότερα και στα Γιάννενα, ερμηνεύονται σε αυτή την προοπτική.
ο
Διαπιστώνουμε με τα παραπάνω, πως το καρναβάλι είναι ένας ανάποδος, κυριολεκτικά, κόσμος. Έρχονται τα πάνω κάτω. Και το παρατηρούμε κάθε χρονιά που αναβιώνουν τα έθιμα της Αποκριάς. Την περίοδο αυτή δεν ισχύει η καθημερινή “τάξη” των πραγμάτων που γνωρίζουμε και υπηρετούμε τον υπόλοιπο χρόνο. Κυριαρχεί η αντιστροφή όλων των κοινωνικών ρόλων και αξιών, η πλήρης απελευθέρωση και η κάλυψη με σατυρική διάθεση (που ευνοείται ακριβώς λόγω της μάσκας) κάθε εκδήλωσης του ιδιωτικού ή δημόσιου βίου (ελαττώματα του πλήθους, κοινωνικές αντιθέσεις κλπ.).
Αυτή η αντιστροφή των ρόλων δεν δημιουργεί παρεξηγήσεις, γιατί περνά έξω από τα όρια της καθημερινότητας: καρναβάλι σημαίνει τελετουργίαxxv . Το κίνητρο της μεταμόρφωσης είναι να “αλλάξω”. Να μεταμορφωθώ. Να λάβω άλλη κοινωνική ταυτότητα, έστω και για λίγο, ώστε να εξασφαλίσω με κάθε τρόπο την επιβίωσή μουxxvi .
Μέσα στο γενικότερο ενθουσιαστικό κλίμα του “ανάποδου” κόσμου, χάνουν την ισχύ τους βασικές έννοιες και αξίες του λαϊκού πολιτισμού: η ντροπή, το φιλότιμο, η λεβεντιά δεν ισχύουν στην Αποκριά. Η τιμή του άντρα δεν θίγεται πια. Η σεμνότητα στις γυναίκες γίνεται πονηριά, βωμολοχίες κλπ. Κυριαρχεί η ελευθεροστομία και το πείραγμα. Οι κανόνες συμπεριφοράς ανατρέπονται. Παρωδείται το μυστήριο του γάμου, διαλύεται ο φόβος του θανάτου με μια εύκολη “ανάσταση” -όπως αυτή παρουσιάζεται στα κατά τόπους “δρώμενα”, κοροϊδεύεται ο θρήνος, η καθαριότητα πνίγεται στα κουρέλια κλπxxvii …
Η νύφη
Το αποκριάτικο έθιμο της μεταμφίεσης του άνδρα σε γυναίκα ¬νύφη που ακόμη αναβιώνει στο γιαννιώτικο καρναβάλι, ερμηνεύεται μέσα στο πλαίσιο που μόλις περιγράψαμε: σ’ αυτόν, δηλαδή, τον “ανάποδο” κόσμο της Αποκριάς. Πρόκειται για πανάρχαιο έθιμοxxviii . Εμφανίζεται τόσο κατά την αρχαιότητα (στα Ανθεστήρια, κατ’ αγρούς Διονύσια, στους τραγικούς θιάσους κτλ)xxix , όσο και στα βυζαντινά χρόνιαxxx παρά τις απαγορεύσεις της Εκκλησίας που το θεώρησε έργο δαιμονικόxxxi .
Σ’ αυτόν τον τύπο ανήκουν διάφορα δρώμενα, με σταθερό σχεδόν το μοτίβο -τρίγωνο: γαμπρόςxxxii, αράπηςxxxiii, νύφηxxxiv και αναπαριστούν συνηθέστερα έναν γάμο. Πρωτεύει κι εδώ το σατυρικό στοιχείο γύρω από την καθημερινή ζωή του γάμουxxxv. `Εχει όμως διάφορες κατά τόπους παραλλαγές (Δερβίτσανι, Ζαγόρι κτλ.) όταν, στο αρχετυπικό τρίγωνο, προστίθενται άλλοι τύποι της κοινωνικής ή οικογενιακής ζωής: η πεθερά, οι φίλοι, ο γιατρός, ο παπάς, ο Αλής κτλxxxvi .
Οι κουδουνάτοι
Οι μεταμφιεσμένοι και όλος ο κόσμος που συμμετέχει στο γιαννιώτικο καρναβάλι, πηγαινοέρχονται συνεχώς από την μια συνοικία στην άλλη. Από την μια φωτιά στην άλλη. Το ίδιο γινόταν και στην αρχαία εποχή, στα κατ’ αγρούς Διονύσια, οπότε ο σχετικός θίασος γυρνούσε στις συνοικίες και οι ηθοποιοί πείραζαν τους περαστικούς που απαντούσαν στο δρόμο τουςxxxvii .
Ανάμεσα στο πλήθος, ακούγονται έντονοι κουδουνισμοί. Ορι¬σμένοι από τους μασκαρεμένους, φορώντας μαύρες προβειές και μαύρη μάσκα, φέρουν στη ζώνη τους μια σειρά από κουδούνια (κυπριά, καμπανέλες κτλ.xxxviii) που προσθέτουν τον δικό τους χαρακτηριστικό ήχο μέσα στο πανηγύρι.
Η χρήση των κουδουνιών δεν είναι τυχαία. ΄Εχουν συγκεκριμένη λειτουργία να επιτελέσουν. Ανεξάρτητα από τον τρόπο και τα υλικά της κατασκευής τους (συνήθως γίνονται από χώμα και τσίγκο ή χαλκό), λόγω του θορύβου που παράγουν, αποτρέπουν τα κακά πνεύματα και παρέχουν κάποια “μαγική” προστασία σ’ αυτόν που τα φέρει. Είναι ένα είδος φυλαχτού, συγχρόνως όμως, ξυπνούν και την βλάστηση από τον χειμερινό λήθαργο. Πρόκειται ακριβώς, για το θορυβώδες “ξύπνημα”xxxix της φύσης.
Όταν από τα 4-5 κουδούνια που κρέμονται από την ζώνη στην περιοχή μπροστά της οσφύος, προέχει ένα, το μεγαλύτερο, τότε φαίνεται πως έχει καθαρά φαλλική σημασίαxl και χρησιμοποιείται γι’ αυτόν τον λόγο. Αποκτά, δηλαδή, γονιμική σημασία.
ΤΟ ΞΕΦΑΝΤΩΜΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΦΩΤΙΑ
Ο χορός

Τζαμάλα στη γειτονιά της Λούτσας
Γύρω από την παραδοσιακή τζαμάλα κι ενώ ρέει άφθονο στο μεταξύ το κρασί, ο γιαννιώτικος λαός πιάνει το τραγούδι και στρώνει τον χορό μέχρι τα ξημερώματαxli. Φημίζεται άλλωστε για γλεντζές. Κι αυτή του τη φήμη φροντίζει πάντοτε να καλλιεργεί. Είναι μια έκφραση ζωής.
Άλλοτε με τ’ άργανα (λαούτο, ντέφι, βιολί) και το γαϊτανάκι, σήμερα με την κιθάρα, το κλαρίνο, το ντέφι, κι ίσως το τουμπελέκι, χορεύουν τα αποκριάτικα σκωπτικά τραγούδια με τις επιδεικτικά άσεμνες κινήσεις – βηματισμούςxlii .
Συνηθέστερα χορεύεται ο πανελλήνια γνωστός χορός του πιπεριού: “πως το τρίβουν το πιπέρι, του διαβόλου οι καλογέροι…”, όπου τις κινήσεις του αρχηγού μιμούνται οι υπόλοιποι χορευτές. Πρόκειται για παντομιμικά -φαλλικά δρώμενα,xliii στα οποία η στάση του σώματος, τα βαδίσματα και τα πηδήματα παριστάνουν από την μιά την διέλευση των πνευμάτων, και από την άλλη με τους θορύβους που ξεσηκώνουν, προκαλούν -για μιαν ακόμη φορά-την φύση να ξυπνήσει από τον χειμερινό της λήθαργοxliv .
Τελείται και ο χορός με το αυγό, που δοκιμάζει ο καθένας να το πιάσει στο στόμα του. Αυτή η πράξη συμβολίζει την νηστεία που κλείνει το στόμα για την περίοδο της Σαρακοστής, μέχρι να ’ρθεί η Λαμπρή, οπότε με αυγό πάλι θα ξανανοίξειxlv .
ο
Για την δική του εποχή, ο Κρυστάλλης, αναφέρει ως αξιοπεριερ¬γότερο, τον σκωπτικό χορό: “πέρασ’ από την Καρυά, είδα πόσπερναν κουκιά…” όπου με επιδεικτικές κινήσεις σατυρίζεται το πώς έσπερναν οι Καρυώ¬τες και πώς πότιζαν, σκάλιζαν, μάζωναν, σάκκιαζαν και φόρτωναν τα κουκιά των…Ο ίδιος αναφέρει και τον ιδιόρρυθμο χορό των Καραμπέ¬ρηδων, γύρω από μια πήλινη κανάτα γεμάτη με κρασί (“πλόσκα”ή “μπότι”), που παρέμενε καθ’ όλη την διάρκεια του χορού στο έδαφοςxlvi , αδειάζοντάς την τελικά στο στόμα τους οι ίδιοι, που το δικαιούνταν άλλωστε.
ο
Εκτός από τους αποκριάτικους χορούς, οι γιαννιώτες δεν παύουν να χορεύουν, όπως και πάντοτε χόρευαν, τους κυκλικούς ενθουσιαστι¬κούς δημοτικούς μας χορούς, τον συρτό, τον τσάμικο κλπ. με όλες εκείνες τις λεβέντικες φιγούρες τους. Οι εναγκαλισμοί που τους συνοδεύουν δείχνουν το δέσιμο της ψυχής, την ενότητα δηλαδή και αδελφοποίηση αυτών που τους χορεύουν (στην τουρκοκρατία, μυστικά, δηλωνόταν η διαφορά από τους Τούρκους αν και παρασυρόμενοι, κάποτε – κάποτε, λάμβαναν κι αυτοί μέρος)xlvii .
Γύρω από την ολονύκτια φωτιά προσφέρεται κοινό τραπέζι με ζεστή φασολάδα, κρασί και πίττες για όλους τους παρευρισκόμενους.
Το κοινό τραπέζι – Πίττες

Τζαμάλα στη γειτονιά της Λούτσας
το φαγητό ετοιμάζεται
Για τους γιαννιώτες οι Απόκριες ήταν πάντοτε γιορτές χαράς και καλοφαγίαςxlviii .
Την νύχτα γύρω από τις τζαμάλες και ενώ συνεχίζονται οι χοροί προσφέρονται με το κρασί, όπως είπαμε, εκτός από την φασουλάδα και οι παραδοσιακές ηπειρώτικες πίττες. Αυτές διακρίνονται σε πωγωνίσιες, ζαγορίσιες, τσάμικες, που είναι παχιές με αυγά πολλά, τυριά πολλά, κτλ.
Ανάμεσα στις ζυμαρόπιττες αυτές, συνηθίζονται οι εξής τρείς, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους βοσκούς στα γύρω βουνά:
ο η γαλατόπιττα, που την φτιάχνουν για νά ’ναι τα πρόβατα “καλο-γάλαρα”,
ο η τυρόπιττα, για νά ’ναι “άφθονα και πετυχημένα τα τυριά τους”, και
ο η χορτόπιττα, ζυμωμένη με πολλές παπαρούνες, για να γίνεται με το ψήσιμο κατάμαυρη και έτσι να “γεννηθούν όλα τα αρνιά” κατά πως συμφέρει το κοπάδι. `Αλλωστε σώζεται η μαρτυρία του Αθήναιουxlix: “γίνεται δε μέλαν δια την μήκωνα”, που συνιστά το λιγότερο μίαν συνέχεια στην παρασκευή αυτών των πιττών από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμεραl.
Γίνεται, λοιπόν, κι εδώ φανερός, ο ευετηρικός -γονιμικός σκοπός που έχει η κάθε μία πίττα, λόγος που επιτρέπει στους λαογράφους να τις κατατάσσουν δίπλα στις πανάρχαιες ιερές πίττες -πέμματα του εορτα-στικού ημερολογίου. Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο διαπιστώνεται για μια ακόμη φορά η πανάρχαια παράδοση που ακόμη παραμένει ζωντανή στην συνείδηση αυτού του λαού. Η Αικ. Κακούρη παραδίδει στην εργασία τηςli μια εικόνα, από πήλινο ομοίωμα ιερών πεμμάτων, του 7ου αι. π.Χ., που βρέθηκε στο Ηραίο της Περαχώρας, το οποίο φέρει επάνω του χαραγμένα σχέδια γεωμετρικού ρυθμού. Πραγματικά, τα σχέδια αυτά, θυμίζουν τις πίττες που περιγράφει στην εργασία της η αξιόλογη αυτή ερευνήτρια, πόσο μάλλον, την γνωστή σε όλους μας λαγάνα (την πιο απλή, δηλαδή, ζυμαρόπιττα), την διάτρητη σε “λακκάκια” που κάνει με το χέρι της η φουρνάρισσα πριν την ψήσει στον φούρνοlii .
Οινοποσία
“του κρασί σ’, κυρ’ Αλιεύ ίφιρι μιγάλου κέφ’ …”liii
Καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, γύρω από τη μεγάλη φωτιά μασκαρεμένοι και μη, κερνούν και πίνουν κρασίliv. Μ’ αυτόν τον τρόπο -κι εδώ κρύβεται όλο το νόημα της πράξης αυτής-προσκαλούν ο ένας (αυτός που το κερνά) τον άλλο (αυτόν που το δέχεται) στην μεγάλη γιορτή. Άλλωστε η προσφορά οίνου είναι μία πράξη σφραγισμένη από την αίσθηση του ιερού.
Βέβαια η οινοποσία δέχεται και δεύτερη ερμηνεία: τον καιρό των Απόκρεω έχει πλέον ολοκληρωθεί η τελική ζύμωση του μούστου και ανοίγονται τα βαρέλια προς μεγάλη χαρά όλων εκείνων που θέλουν να δοκιμάσουν και να γιορτάσουν για το νέο κρασίlv .
Οι κρασοπότες, λοιπόν, και διάφοροι άλλοι τύποι μερακλήδες, έβρισκαν και βρίσκουν για μια ακόμη φορά την ευκαιρία, τούτες τις νύχτες, να γυρνούν απ’ όλες τις φωτιές, σ’ όλες τις συνοικίες, πίνοντας μεγάλες ποσότητες κρασιού μέχρι να μεθήσουν. Στον Κώστα Κρυστάλλη διαβάζουμε πως οι πιο δυνατοί, βαστούσαν μεθυσμένοι ως του Λαζάρου κι ακόμη παραπέρα… ως τη Λαμπρήlvi .
ΤΖΑΜΑΛΕΣ – ΜΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΗ ΣΚΗΝΗ… ΑΠΟ ΑΡΧΑΙΟ ΑΓΓΕΙΟ
οι παραστάσεις από τον αρχαίο στάμνο του ζωγράφου Δίνου
Στο τέλος της σελίδας βρίσκονται οι φωτογραφίες σε μεγέθυνση
Οι λαογράφοι, Έλληνες και ξένοι, συμφωνούν ότι πολλά από τα έθιμά μας έχουν αρχαία προέλευση. Και το έθιμο της τζαμάλας δείχνει να είναι πραγματικά πολύ παλιό.
Η συγκέντρωση του λαού γύρω από την υπερβολικά μεγάλη αυτή φωτιά -που δεν μπορεί να την πηδήσει κανείς, ούτε καν σβησμένη- και το ολονύκτιο ξεφάντωμα με το κρασί και τον χορό γύρω της, ενώ δεν έχει “βγεί” ακόμη ο Χειμώνας, κινεί τις υποψίες…lvii
Ο Γ. Μέγας, αναφερόμενος στις αποκριάτικες φωτιές, περιγράφει το στήσιμο εκείνης που ανάβουν στο -γειτονικό προς την Ήπειρο-Βογατσικό της Καστοριάς. Εκεί, γράφει, “στήνουν ένα δένδρο, τον νούρο, φουντωτό εις την κορυφήν, και το περικαλύπτουν με κέδρα (μια σειρά κλαδιά και ένα στρώμα από άχυρα, για να κάμουν κρότο κατά το άναμμα) και τραγουδούν… “ένας δέντρος φουντουτός, φουντουτός καμαρουτός και στη μέση ου σταυρός”…”lviii .
Το δέντρο αυτό, ο νούρος, με τα κλαδιά ψηλά στην κορυφή και χαμηλά γύρω από τη βάση, αντιστοιχεί απόλυτα στον κεντρικό στύλο (με τα κούτσουρα ολόγυρα) της αναλογικά ογκοδέστερης, μα πάντοτε στυλοειδούςlix γιαννιώτικης τζαμάλας.
Παράλληλα, ο νούρος απεικονίζεται κατά την γνώμη μας, και στην στάμνο του αρχαίου ζωγράφου Δίνου (420-410 π.Χ.) που φυλάσσεται στο Εθνικό Μουσείο της Νάπολης (Ιταλία). Εδώ, την κεντρική θέση της εικονιζόμενης παράστασης καταλαμβάνει ένας κορμός δέντρου, με κλαδιά τόσο στην κορυφή όσο και στη βάση, μα ντυμένος επιπλέον με έναν απλό χιτώνα και μια μάσκα γενειοφόρου.
Με βάση την άποψη των ερμηνευτών της παράστασης, στη στάμνο αυτή, απεικονίζεται ένα είδωλο του Διονύσου, του θεού του κρασιού. Γύρω από τον κορμό -είδωλο υπάρχουν μαινάδες (προτυπώνοντας, αλήθεια, το σύγχρονο αποκριάτικο ξεφάντωμα γύρω από την γιαννιώτικη τζαμάλα;), οι οποίες αποδίδουν τιμές -προσφορές στον θεό, αντλούν κρασί από τις στάμνες μπροστά του, ή κτυπούν τύμπανο και κρατούν δάδες, πυρσούς κλ. Πιστεύεται ότι η σύνθεση αναπαριστά σκηνή από τις αρχαίες διανυσιακές γιορτές, τα Λήναια ή τα Ανθεστήρια. Και ασφαλώς: “συμβάλλει στην κατανόηση της φύσης του Διονύσου και την ταύτιση της αρχικής λατρείας του, με δενδρολατρεία”lx .
Αν και δεν γνωρίζουμε το κατά πόσο με τις δάδες αυτές, οι μαινάδες, πυροδοτούσαν στο τέλος το είδωλο -κορμό, ωστόσο η αντι¬στοιχία με την σύγχρονη τζαμάλα είναι εκπληκτική, για δύο λόγους: τόσο για τον τρόπο που στήνεται ο κορμός, αν και σήμερα δεν απεικονίζεται πια ο θεός -είδωλο στον κεντρικό στύλο, όσο και το ξεφάντωμα που πανηγυρίζεται γύρω του, το οποίο πάντοτε γίνεται με οινοποσία, όργανα, χορό κτλlxi .
Είχε δίκιο, λοιπόν, ο σουηδός λαογράφος M. Nilsson να πιστεύει ότι, αν ήταν παρών ένας αρχαίος Έλληνας σε ένα σύγχρονο πανηγύρι, θα αισθανόταν “σαν στο σπίτι του”lxii .
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ “ΤΖΑΜΑΛΑ”
Η λέξη τζαμάλα (καθώς και η: τζώρα και: τζωρα-μπίνα) παραμένει ανερμήνευτη στο στόμα του γιαννιώτικου λαού. Άλλοι την θέλουν αρβανίτικη και άλλοι τουρκική.
Το σίγουρο είναι πως στην Θράκη υπήρχε το έθιμο της Τζαμάλας -Καμήλας, ένα “δρώμενο” που περιγράφει και ο ποιητής Γ. Βιζυηνός κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο λαογράφος Πούχνερ πιστεύει πως από εκείνο το έθιμο προήλθε η ονομασία τζαμάλα (από την αραβική που σημαίνει την καμήλα), η οποία μέσω μετωνυμίας παραδόθηκε και σε άλλα φαινόμενα του καρναβαλιούlxiii .
Βέβαια, ο ίδιος χαρακτηρίζει με αυτή την λέξη, όχι τις μεγάλες γιαννιώτικες φωτιές, αλλά τους αποκριάτικους αγερμούς που γίνονταν στα Γιάννενα για το μάζεμα των ξύλωνlxiv, τα οποία έκαιγαν σ’ αυτές τις φωτιές: Πραγματικά, ερμηνεύεται ως καμήλα η τζαμάλα, αν φανταστεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο θα χτυπούσαν άλλοτε τα παιδιά τις πόρτες και θά ’μπαιναν στις αυλές των σπιτιών για να “κλέψουν”, είτε να πάρουν τα ξύλα, τραγουδώντας το:
“Ξύλα για… ξύλα για τ’ς απουκριές να χορέψουν οι γριές…” το οποίο ακόμη θυμούνται και χορεύουν οι γιαννιώτες.
Ωστόσο, στα ηπειρωτικά λεξιλόγια που κατέγραψαν τους ιδιωμα¬τισμούς αυτού του λαού, η λέξη καταχωρείται ως συνώνυμη όχι του αγερμού, αλλά της ίδιας της φωτιάς. Ιδιαίτερα, σημαίνει την μεγάλη φωτιά, την μεγάλη φλόγα, την ζωηρή πυράlxv .
Συγχρόνως να αναφέρουμε εδώ πως, ο γιαννιώτης, τζώρα αποκα¬λεί τον χοντροκέφαλο, τον κουτό. Και η λέξη τζαμάλα, συνειρμικά συγγενεύει με τη δαμάλα (λέξη αρχ. ελληνική), δηλαδή την χοντρο¬καμωμένηlxvi .
Στα μάτια ενός σύγχρονου παρατηρητή, τα επίθετα αυτά δεν είναι διόλου άτοπα. Κάθε μια από αυτές τις συνοικιακές φωτιές, που καίνε τόσο πολλά και χοντρά κούτσουρα, είναι και τζώρα -χοντρο-κέφαλη και δαμάλα -χοντροκαμωμένη!!! Πρόκειται για κούτσουρα με τέτοιες συνήθως διαστάσεις, που τα σηκώνουν δυο-δυο οι άντρες να τα ρίξουν στη φωτιά…
Αυτά τα ονόματα υπερίσχυσαν στην `Ηπειρο, αντί των: φανοί, κλαδάρες, μπουμπούνες, όπως αποκαλεί τις μεγάλες αυτές ευετηρικές φωτιές αλλού ο λαόςlxvii .
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το σβήσιμο της φωτιάς – Οι λαγάνες
Είναι πια Καθαροδευτέρα. Οι φούρνοι όση ώρα εξελίσσεται το αποκριάτικο ξεφάντωμα εργάζονται πυρετωδώς για να βγάλουν ζεστή την νηστίσιμη λαγάνα.
Στα Γιάννενα διατηρούνται ακόμη πολλοί από τους παλιούς φούρνους με ξύλα. Από νωρίς έχει αφεθεί στις πινακωτές να φουσκώσει η ζύμη. Το τελικό πλάσιμο δίνει η φουρνάρισσα με δυο-τρεις κοφτές κινήσεις. Κάνει τις απαραίτητες τρύπες με τα δάχτυλά της (οι οποίες θυμίζουν τις αρχαίες ζυμαρόπιττες που προαναφέραμεlxviii). Τις αρπάζει με την σειρά του ο φούρναρης, τις βρέχει με λίγο νερό, και τις φουρνίζει στον πέτρινο φούρνο που έχει ήδη “μπουμπουνίσει”. Οι λαγάνες βγαίνουν αχνιστές προτού χαράξει και καταβροχθίζονται στη στιγμή…
Η φωτιά σιγά -σιγά έχει κάψει και τα τελευταία κούτσουρα. Μια εδώ, μια εκεί, οι μικρές γλωσσίτσες της φανερώνουν πως ετοιμάζεται πια να σβήσει. Μείναν λίγα κάρβουνα και η στάχτη. Όλος ο κύκλος της εστίας γέμισε από στάχτη. Στάχτη πολλή…
Με τις πρώτες αχτίδες της αυγής, κάποιοι που απόμειναν να τριγυρνούν μεθυσμένοι, γέρνουν να αποκοιμηθούν επιτόπου. Η μύτη ψηλά του μιναρέ, από το Ασλάν Τζαμί, σχίζει τον χαραγμένο ουρανό πάνω από την γαληνεμένη λίμνη. Φώτισε… κι η εικόνα της τζιαμάλας δεν φεύγει απ’ το μυαλό.
Ο ποιητής θα ψάλλει:
Πως μου θαμπώνεται τον νου
Πανάρχαια μεγαλεία
Φεγγοβολιές οράματα και
βιβλική μαγεία lxix .
Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν όλο και περισσότερο οι τζαμάλες στις γειτονιές των Ιωαννίνων. Μέχρι και στις αυλές των σχολείων ανάβουν τις δικές τους φωτιές οι μαθητέςlxx .
i
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
i. Με τις σημειώσεις και την βιβλιογραφία που παρατίθενται εδώ, επιχειρείται η ένταξη της γιαννιώτικης αποκριάς μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των δρώμενων που αναβιώνουν από τα πανάρχαια χρόνια στον ελλαδικό χώρο και τους γείτονες λαούς.
ii Βλ. Κρυστάλλη, “Αι Απόκρεω εν Ιωαννίνοις”, στα άπαντα, επιμ. Γ.Βαλέτα , Αθήνα 1959, σσ. 397-404.
iii Οι φωτιές αυτές ονομάζονται και τζωραμπίνες. Η ακριβής προφορά όμως κατά το γιαννιώτικο ιδίωμα είναι: τζιαμάλες, τζιώρες και τζιωραμπίνες. Για μια ετυμολογική προσπάθεια βλ. στο ανάλογο κεφάλαιο.
iv
“Η αξιολογωτέρα όμως πυρά γίνεται εις την συνοικίαν της Καραβατιάς, κατά το νοτιοδυτικόν άκρον της πόλεως, την υψηλοτέραν συνοικίαν, όπου κατοικούσιν οι ευθυμότεροι και αισθηματικώτεροι Ιωαννίται, οίτινες περί την πυράν ψάλλουν εν χορώ ελευθέρως τα τραγούδια παλαιών Κλεφτών, και όπου υπάρχουν αι ωραιότεραι των Ιωαννίνων νεάνιδες…”. Κρυστάλλη, ό.π. σ. 401.
v Για το επίθετο “στυλοειδής”, που αποδίδεται στην τζαμάλα λόγω του σχήματος που έχουν τα ξύλα στην πυρά, βλ. Ιω. Λαμπρίδου, Ηπειρωτικά Μελετήματα, 1888, τεύχ. 4ο, σ. 36, και 1870 (Ζαγοριακά), σ.166.
vi
΄Αλλο όνομα της αποκριάτικης γιαννώτικης φωτιάς.
vii Δηλαδή, τα όργανα, κατά το τοπικό ιδίωμα.
viii
Βλ. Ελ. Παπαθανασίου, Πρωϊνός Λόγος, Ιωάννινα, 8-9. 3. 97.
ix
Βλ. Γ. Αικατερινίδη, στο λήμμα Αποκριά, στην: Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα.
x Βλ. Γ. Μέγα, Ελληνικαί Εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, Αθήνα 1956, σ. 40.
xi Βλ. Γ. Μέγα, ό.π. σ. 111. Υπήρχε, μάλιστα, η πίστη πως η φωτιά “κουβεντιάζει”. Ορισμένοι με προορατικό χάρισμα “ακούγανε” την φωτιά που τους “μιλούσε” καθώς κροτάλιζαν τα κάρβουνα και έτριζαν τα ξύλα. Ήταν κι αυτή μία μέθοδος να μαντεύουν τα μελλούμενα και να αποφεύγουν κατ’ αυτόν τον τρόπο επερχόμενες συμφορές. Βλ. Ν. Πολίτη, Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμος Γ, Αθήνα 1931, σ. 148 κεξ.
xii Βλ. Γ. Μέγα, ό.π. σ. 110.
xiii Βλ. Αικ. Κακούρη, Θάνατος – Ανάστασις (σε μαγικο-θρησκευτικά “δρώμενα” της λαϊκής λατρείας της Ηπείρου), Αθήνα 1965, σ. 45.
xiv Κατά την τουρκοκρατία στα Γιάννενα, χρειαζόταν ειδική άδεια από τις τουρκικές αρχές για να ανάψουν οι τζαμάλες και να γιορτάσει ο λαός την Αποκριά. Συμβαίνει, κατά μία άποψη, οι φωτιές να προέρχονται από συνθήματα και συνιάλα αγωνιστικών περιόδων της αρχαιότητας, οπότε είναι κατανοητό το γιατί θορυβούσαν τόσο τις τουρκικές αρχές.
Παράλληλα, εκείνους τους δύσκολους καιρούς, το ξεφάντωμα γινόταν με τέτοιον τρόπο που θύμιζε έντονα εθνικό ξεσηκωμό. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Κρυστάλλη: “Αι απόκρεω πανηγυρίζονται τόσον πανδήμως και μεγαλοπρεπώς εν Ιωαννίνοις, ώστε λαμβάνουσιν, ούτως ειπείν, όψιν και σημασίαν εθνικής εορτής” (1892, ό.π. σ. 397). Ενώ παλαιότερη (από τις αρχές ήδη του 19ου αι) είναι η μαρτυρία του Πουκεβίλ (γάλλου πρέσβη στην αυλή του Αλή Πασά): “Στις επίσημες γιορτές, η χαρά των χριστιανών γίνεται αισθητή ως τα βάθη των ταρτά¬ ρων” (βλ. Τα Ηπειρωτικά, από το: Ταξίδι στην Ελλάδα, τόμος 1ος, σ.99). Τρεις κυρίως είναι οι λόγοι που συνέβαλλαν στο να δημιουργείται τέτοιος ενθουσιασμός στον αποκριάτικο εορτασμό κατά την τουρκοκρατία:
ο η εικονική αναπαράσταση κλεφτοπολέμου με φουστανελλάδες και μεταμφιεσμένους αρβανίτες όπου νικούν οι πρώτοι (Βλ. Κρυστάλλη, όπ., καθώς και: Ν. Παπακώστα, Ηπειρωτικά, 1967, σσ. 613-616 (για το πως γιόρταζαν τις αποκριές στο Σούλι), και: Κ. Παπαμιχαήλ, Λαογραφικά Λελόβου, Ηπειρωτική Εστία 1953, σ. 45).
ο οι δημοτικοί χοροί με 30 τόσα καμμιά φορά παλληκάρια, ντυμένα φουστανελλάδες (βλ. Κρυστάλλη, ό.π.). Να σημειωθεί πως οι επίσημες στολές αποκτούν κατά τον Πούχνερ τελετουργικό χαρακτήρα και δεν είναι για καθημερινές περιστάσεις (βλ. Πούχνερ, Λαϊκό θέατρο στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, Αθήνα 1989, σ. 78).
ο το γαϊτανάκι, κατά το παίξιμο του οποίου οι γιαννιώτες είχαν βρει τρόπο να εκδηλώνουν συνθηματικά τα εθνικά τους φρονήματα και τους απελευθερωτικούς τους πόθους. Π.χ. οι χορευτές έπλεκαν και ξέπλεκαν τις κορδέλες που είχαν κάποτε κάποτε γαλανόλευκα χρώματα και “στριφογύριζαν” με τις φουστανέλλες τους στις στροφές του ιδιότυπου αυτού χορού τονίζοντας τα εθνικά χρώματα της ενδυμασίας τους (βλ. Δ. Σαλαμάγκα, Γιαννιώτικες Αποκριές, Γιάννινα 1957, σ. 37 κεξ., Ελ. Δόβα, Περίπατοι στα παλιά Γιάννινα, Ηπειρωτική Εστία 1988, σ. 54).
Μα γενικότερα, ο γιαννιώτης, σατύριζε κατά τις Απόκριες και ταπείνωνε τους Τούρκους, τόσο τις αρχές όσο και τον λαό (Δ. Σαλαμάγκα, ό.π. Σ. 20). Οι ευχές πάλι: “Καλή Σαρακοστή”, “Καλή Ανάσταση” και “Καλό Πάσχα”, είχαν διπλή σημασία (Δ. Σαλαμάγκα, ό.π. σ. 37) αφού τόνιζαν τον ασίγαστο πόθο του λαού για λευτεριά.
Χαρακτηριστικό είναι και το μήνυμα που αποπνέει το ημιστίχιο στον πανελλήνια γνωστό σκωπτικό χορό του “πιπεριού”, που χόρευαν γύρω από τις τζαμάλες και όπου σε κάθε αποστροφή – μιμητικό κατόρθωμα επαναλαμβάνει ο ηπειρώτης βάρδος: “Βρέ για σκωθείτε παλληκάρια
ηπειρώτικα λιοντάρια…”. xv Βλ. Πούχνερ, ό.π. σ. 77.
xvi Άλλωστε, κατά μία εκδοχή, αυτός είναι και ο λόγος που ονομάζεται η πρώτη εβδομάδα της Αποκριάς, απολυτή, “γιατί τότε απολυούνται οι ψυχές των αποθαμένων και βγαίνουν στον απάνω κόσμο” (βλ. σχετικά: Γ. Αικατερινίδη, Αποκριά, ό.π.).
xvii Βλ. Γ. Μέγα, ό.π. σσ. 43-4, 104 κεξ., 38 κλπ.
xviii Βλ. Πούχνερ, ό.π. σσ. 76-7. Ωστόσο, κρυμμένος πίσω από μια μάσκα και μέσα στο εορταστικό κλίμα που επικρατούσε αυτήν την περίοδο, ο αρχαίος άνθρωπος, πλησίαζε τις ψυχές και ζητούσε να μάθει από αυτές το μέλλον του (βλ. Αικ. Κακούρη, Διονυσιακά, Αθήνα 1963, Γ. Μέγα, ό.π. σ. 109) και κατ’ αυτόν τον τρόπο, αφού προδικάσει τα συμβαίνοντα γύρω του, να εξασφαλίσει την επιβίωσή του (βλ. Πούχνερ, ό.π. σ. 76). Άλλωστε, πίστευε πως, οι επανεμφανιζόμενοι πρόγονοι, με την “δύναμη” που είχαν αποκτήσει στον κάτω κόσμο, θα μπορούσαν να ευεργετήσουν την κοινότητα (βλ. Γ. Αικατερινίδη, Μεταμφιέσεις, στην: Πάπυρος – Λαρούς -Μπριτάννικα).
xix Βλ. M. Nilsson, Greek Popular Religion, New York 1940, Γ. Μέγα, ό.π. σ. 104, Γ. Αικατερινίδη, Μεταμφιέσεις, ό.π.).
xx Βλ. Γ. Μέγα, ό.π. σσ. 25-6, C. Clemen, Der Urspung des Karnevals, 1914, σσ. 139 κεξ., Αικ. Κακούρη, Διονυσιακά, ό.π., κλπ.
xxi Γ. Αικατερινίδη, Μεταμφιέσεις Δωδεκαημέρου εις τον Βορειοελλαδικόν χώρον, Θεσ/νίκη 1976, σ.14.
xxii Το έθιμο της καμήλας που είναι ασφαλώς φερμένο απ’ αλλού (βλ. τα σχετικά με το θέμα: “Καμήλα – Τζαμάλα” της Θράκης, περιγραφή Γ. Βιζυηνού) και μαρτυρείται καθ’ όλη τη βυζαντινή εποχή (από τον 4ο ως τον 12ο αι., βλ. σχετικά: Φ. Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τόμος 6, σ. 157), το θυμούνται ακόμα οι παλιοί στα Γιάννενα και το αναφέρει και ο Κρυστάλλης (ό.π., 1892. Βλ. και: Αλ. Μαμμόπουλου, Ήπειρος, τόμος Α΄ 1961, σ. 138. Για περιγραφή του εθίμου, βλ. Πούχνερ, Δρώμενα εορτολογίου στο θεσσαλικό χώρο, 1980, σ. 228).
Ως αποκριάτικο έθιμο έχει μιαν αόριστη, πάντως γονιμοποιητική σημασία (βλ. Πούχνερ, Λαϊκό θέατρο, ό.π. σ. 88), λόγω ακριβώς της έντονης θηλυκής οντότητας που επιβάλλει η παρουσία και ονομασία του ζώου.
Γενικότερα η γονιμότητα, είτε της γης (βλάστηση, καρποφορία), είτε των ζώων και των ανθρώπων είναι η βάση της ζωής και συνάμα της επιβίωσης. (βλ. Πούχνερ, ό.π. σ. 44, όπου συμπληρώνει:) “Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η γονιμολατρία, το γεγονός της ένωσης δύο ανθρώπων, είναι η ρίζα της κωμωδίας. …η μίμηση του στοιχείου της αναπαραγωγής της ζωής”. Από αυτή την αντίληψη προήλθε και η λατρεία του φαλλού στην αρχαία Ελλάδα, κατάλοιπα της οποίας παρατηρούνται και σήμερα στα κατά τόπους αποκριάτικα δρώμενα. Βλ. Nilsson, ό.π. και Γ. Μέγα, ό.π. σ.104. xxiii Το έθιμο της αρκούδας, (για περιγραφή, βλ. Πούχνερ, Δρώμενα, ό.π. σ. 228) επίσης συνηθίζεται τις Απόκριες. Η “αρκούδα” θεωρείται πως έχει και θεραπευτικές ιδιότητες, αφού έναντι αμοιβής που δίνουν στον αρκουδιάρη (συνήθως είναι κάποιος γύφτος με ντέφι) “πατάει” τον άρρωστο για “νάναι γερός” (βλ. Πούχνερ, Λαϊκό θέατρο, ό.π. σ. 87).
xxiv Ο μαύρος, ο αράπης, έχει αποτρεπτικό κυρίως χαρακτήρα. Άλλωστε εξελίχθηκε γρήγορα σε κωμική φιγούρα (ακόμη θυμούνται στα Γιάννενα τον Παναγή, που βαφόταν μαύρος σ’ όλο του το κορμί), ενώ προέρχεται από ακαθόριστη προσωποποίηση των νεκρών, σε μια κάποια αρχική δαιμονική μορφή (βλ. Πούχνερ, ό.π. σσ. 85, 195 κλπ.).
xxv Βλ. Πούχνερ, ό.π. σσ. 78, 49-50, και του ιδίου, Δρώμενα εορτολογίου, ό.π. σσ. 226-7).
xxvi Βλ. Πούχνερ, Λαϊκό θέατρο, ό.π. σ. 76. Είναι πράγματι πανάρχαιο το φαινόμενο να ζητά η ψυχή του ανθρώπου, σχεδόν αγχωτικά, να λυτρωθεί από την καθημερινή της υποκρισία αναλαμβάνοντας για λίγο, αντί προσώπου, την ανώνυμη τραγική μορφή – μάσκα που του προσφέρει ο Καρνάβαλος. Τούτες τις μέρες, ο άνθρωπος, δεν αγωνιά μήπως χάσει την ψεύτικη εικόνα -προσωπείο την οποία εμφανίζει όλον τον υπόλοιπο χρόνο στην κοινωνία.
xxvii Βλ. Πούχνερ, Λαϊκό θέατρο, ό.π. σ. 78. Του ιδίου, Δρώμενα εορτολογίου, ό.π. σ. 230.
xxviii Βλ. Γ. Αικατερινίδη, Μεταμφιέσεις Δωδεκαημέρου εις τον βορειοελλαδικόν χώρον, ό.π. σ. 23.
xxix “πολλοί εφόρουν γυναικείας εσθήτας, και “γυναικομίμω μορφώματι” επόμπευον, “τα μεν ως Ὠραι, τα δε ως Νύμφαι, τα δε ως Βάκχαι” πράττοντες” (Βλ. Ν. Πολίτου, Παραδόσεις Β΄, 1904, σ. 1271 κεξ.).
xxx Ο Αστέριος Αμασείας, στα τέλη του 4ου αι. μιλά καθαρά για μεταμφιέσεις νέων που έδεναν τα μαλλιά τους κατά γυναικείο τρόπο, κρατούσαν ρόκες και μιμούνταν γυναικείες φωνές κλπ. Βλ. και: Φ. Κουκουλέ, ό.π. σσ. 155-8, Αι απόκρεως και αι μεταμφιέσεις εις το Βυζάντιον.
xxxi Δευτερονόμιον κβ΄5.
xxxii Στα παλιά Γιάννενα έφερε φουστανέλλα και τσαρούχια και ήταν ζωσμένος το γιαταγάνι.
xxxiii Αυτός ήταν αλειμένος στο πρόσωπο και τα χέρια με φούμο.
xxxiv Ένας νεαρός έφηβος ντυμένος με γυναικεία ρούχα και βαμμένος με κοκκινάδια.
xxxv Βλ. Πούχνερ, Λαϊκό θέατρο, ό.π. σ. 104.
xxxvi Βλ. Κρυστάλλη 1892, ό.π., Σαλαμάγκα, ό.π. σ. 18 κεξ., Πούχνερ, ό.π. σ. 95, Μέγα, ό.π. σ. 95. Πρβλ. Κακούρη, Θάνατος – Ανάσταση, ό.π. σ.32 κεξ, όπου δίδεται η περιγραφή του σχετικού σαρακατσάνικου εθίμου του “Πεθαμένου στη γκούβα” (=λάκκος), το οποίο αφανίστηκε κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με τις συμφορές που έπληξαν ιδιαίτερα την Ήπειρο. Το έθιμο αναβίωνε την νύχτα της Κυριακής προς Καθαρά Δευτέρα γύρω από την μεγάλη φωτιά. Το δρώμενο συνοδεύεται από εικονικό “θάνατο” του γαμπρού, θρήνο και τέλος, την “ανάστασή” του. Δινόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο το μήνυμα πως κανείς δεν θα πεθάνει προτού γεράσει (Πρβλ. Πούχνερ, ό.π. σ. 95 κεξ., Κακούρη, ό.π. σ. 33), μα γινόταν συγχρόνως για να υποβοηθήσει (με τον εικονικό θάνατο – ανάσταση) τον ερχομό της Άνοιξης, και (με το συζυγικό ζεύγος – γονιμότητα) να εξασφαλίσει την βλάστηση και την ευφορία των αγρών (Βλ. Μέγα, ό.π. σ. 95. Πρβλ. σ. 104). Άλλωστε μια καλή σοδειά σημαίνει εύφορα βοσκοτόπια και κατά συνέπεια πλούσια παραγωγή γάλακτος (Κακούρη, σ. 33).
xxxvii Πρβλ. Γ. Αικατερινίδη, Μεταμφιέσεις δωδεκαημέρου στον βορειοελλαδικό χώρο, ό.π. σσ. 23-4.
xxxviii Για τα κουδούνια και την τέχνη τους, βλ. ομώνυμο άρθρο της φιλολόγου Ευδ. Μηλιατζίδου – Ιωάννου, στην Ηπειρωτική Εστία 1972, σ. 176 κεξ.).
xxxix Βλ. Πούχνερ, ό.π. σ. 36, 42 κλπ. Του ιδίου, Δρώμενα εορτολογίου, ό.π. σσ. 230-1. Βλ. και: Γ. Αικατερινίδη, Μεταμφιέσεις, ό.π.
xl Βλ. Αικ. Κακούρη, Διονυσιακά, όπ. σ. 33, Πούχνερ, Λαϊκό θέατρο, ό.π. σ. 86.
xli Βλ. Κρυστάλλη 1892, ό.π., Δ. Σάρρου, Ηπειρωτικαί ενθυμήσεις, στα: Ήπειρωτικά χρονικά 1937, σ. 115, παρ. 29., Σαλαμάγκα, ό.π., Μαμμόπουλου, ΄Ηπειρος, ό.π., Ορ. Καλογήρου, Το παλαιότερο πνεύμα των Γιαννίνων, Ηπειρωτική Εστία, 1952, σ. 577 κεξ.
xlii Βλ. Μέγα, ό.π. σ. 115, 92, 98 κλπ.
xliii Βλ. Πούχνερ, ό.π. σ. 49.
xliv Βλ. Μέγα, ό.π. σ. 109, 26.
xlv Βλ. Γ. Αικατερινίδη, Απόκριες ό.π.
xlvi Βλ. Κρυστάλλη 1892, ό.π. σσ. 402-3. Βλ. και: Σαλαμάγκα ό.π. σ. 26 κεξ, όπου καταχωρούνται πλήθος άλλων σκωπτικών τραγουδιών από το χαρακτηριστικό γιαννιώτικο στιχοπλάκι. Για τους Καραμπέρηδες βλ. και σημ. 56 του παρόντος.
xlvii Βλ. Ορ. Καλογήρου, ό.π. σ. 578. Σαλαμάγκα, ό.π. Ο Κρυστάλλης χαρακτηριστικά αναφέρει: “χορεύουν περί τους 30, άδοντες εν τη ελληνική γλώσση τα απαράμιλλα εκείνα κλέφτικα τραγούδια, άτινα εξυμνούσι τους μεγάλους ήρωας των βουνών” (ό.π. σ. 403).
Να σημειωθεί ωστόσο, πως κατά την τουρκοκρατία ο λαός είχε την συνείδηση που έχει διατηρήσει και σήμερα, πως οι χοροί γύρω από την φωτιά αντιστοιχούσαν στους αρχαίους πυρρίχιους χορούς.
xlviii
Βλ. Ελ. Δόβα, Περίπατοι στα παλιά Γιάννινα, Ηπ. Εστία 1988, σ. 53: (την περίοδο αυτή γίνονταν) “οικογενειακές συγκεντρώσεις με τραγούδια, χορό και πλούσια τραπέζια, με ειδών-ειδών φαγητά και καταϊφια και μπακλαβάδες και χανούμ-μπουρέκ, και κρεατόπιττες (ειδικά για την Τσικνοπέμπτη, πρβλ. Μέγα, ό.π. σσ.92-3, Σαλαμάγκα, ό.π. σ.10 κεξ ) και γαλατόπιττες” κλπ. Τις γιαννιώτικες κρεασσόπιττες περιγράφει ο Σαλαμάγκας με πλατιούς και τεράστιους γύρους , τους “κώθρους”, που σχηματίζονται με τα περισσεύματα από τα πίτουρα, τα οποία άφηναν επίτηδες πλούσια… (ό.π. σσ. 11-2).
xlix Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, ΙΔ, 648α.
l Βλ. Αικ. Κακούρη, Θάνατος – Ανάσταση, ό.π. σσ. 32-3.
li Βλ. την προηγούμενη σημείωση.
lii Βλ. Κακούρη, ό.π. σ. 33 και εικ. 7α΄, 7β΄.
liii Γιαννιώτικο αποκριάτικο στιχάκι. Βλ. Σαλαμάγκα, ό.π. σ. 35.
liv Βλ. Κρυστάλλη 1892, ό.π. Βλ. και: Σαλαμάγκα, ό.π. σ. 15 για άλλου είδους ποτά, όπως τον μπουζά και τη λαχαραμιά, που κερνούσαν παλιότερα στο γιαννιώτικο καρναβάλι.
lv Βλ. Κακούρη, Διονυσιακά, ό.π. σσ. 27, 38 για την προσφορά οίνου στα αρχαία Διονύσια. Άλλωστε στους Αχαρνής του Αριστοφάνη, όπου παρεμβάλλεται μία σκηνή από τα Διονύσια, γίνεται διαγωνισμός οινοποσίας που την κερδίζει μάλιστα ο ειρηνοποιός Δικαιόπολις: “Κενό, κενό! Το κέρδισα”, φωνάζει αναποδογυρίζοντας την κούπα του.
lvi
Πρόκειται για τους πάλαι ποτέ Καραμπέρηδες, (“τουτέστιν ευτράπελοι”, γράφει ο Κρυστάλλης, ό.π. σ. 401), από τους οποίους όλο και κάποιος θα έχει ξεμείνει στα σύγχρονα καπηλειά. Όπως, π.χ. ο Χρηστάρας στην γειτονιά του Κάστρου, που συνεχίζει την παράδοση των παλιών στιχοπλόκων, κι είναι ικανός, άμα “το πιάσει”, να φέρει στην ρίμα όλους τους στίχους του νεώτερου λαϊκού τραγουδιού…
lvii Πρβλ. Κ. Ρωμαίος, Λαϊκές θρησκείες της Θράκης, 1945, σ. 77. Αικ. Κακούρη, Διονυσιακά, ό.π. σ. 73.
lviii Βλ. Γ. Μέγα, ό.π. σ. 111.
lix Βλ. Ιω. Λαμπρίδη, Ηπειρωτικά Μελετήματα, 1888, τ.4, σ.36: “περί λύχνων αφάς των απόκρεων ανάπτουσιν στυλοειδή πυράν”. Πρβλ. Σάρρου, ό.π. σ. 115.
lx
Βλ. σχετικά: R. Martin -H. Metzger, Η θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων, 1992, σ. 235, εικ. 31.
lxi
Για την αντιστοιχία Αποκριάς – Ανθεστηρίων, μιλήσαμε νωρίτερα στο κεφ.: Οι μεταμφιέσεις και η ερμηνεία τους.
lxii
Βλ. M. Nilsson, Greek Popular Religion, ό.π. σ. 100.
lxiii Βλ. Πούχνερ, ό.π. σ.90.
lxiv Για το μάζεμα των ξύλων βλ. Ιω. Λαμπρίδου, Ζαγοριακά, ό.π. σ. 166, Κρυστάλλη 1892, ό.π. σ. 100, Δ. Σάρρου, ό.π. σ. 115, Γ. Μέγα, ό.π. σ. 112.
lxv Βλ. Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον, 1909, Σπ. Μουσελίμη, Ιδιωματισμοί και ξενικές λέξεις των Σουλιορειτών, Ηπ. Εστία 1963, Βαλέτα, ΄Απαντα Κρυστάλλη ό.π. στο γλωσσάρι, Σάρρου, ό.π. σ. 115, Σαλαμάγκα, ό.π. σ. 10, Π. Βλαστού, Συνώνυμα και Συγγενικά (συμπλήρωμα), ΕΛΙΑ 1989.
Παράλληλα στο Λεξικό της Ρωμαϊκής και Αρβανίτικης απλής, του Μ. Μπότσαρη, Αθήνα 1980:
φωτιά = zjarm (ζηάρμ).
Αντιπαράβαλλε: τζαμάλια (τα) = οι κουδουναραίοι (ΜΕΕ, Πυρσού Δρανδάκη).
τζαμάλι (το) = μεταμφιεσμένος που έχει κουδούνια, ο κουδουνάτος (Λεξικό
Πάπυρος-Λαρούς- Μπριτάννικα).
τσαμπάλλι (το) = κουδουνάκι τριγωνικό (Βλαστός, ΕΛΙΑ).
lxvi Βλ. Π. Βλαστού, Συνώνυμα και Συγγενικά, ό.π. στο λήμμα: χοντρός, όπου τζαμάλα = χοντροκαμωμένη, δαμάλα.
Άλλες ονομασίες για την αποκριάτικη φωτιά που δόθηκαν στην Ήπειρο είναι: α. Δέπω ή Βίβα. “Πανταχού και της περιοχής ταύτης ανάπτουσι περί λύχνων αφάς των απόκρεων στυλοειδή πυράν, ην εδώ Δέπω ή Βίβα καλούσι” (βλ. Ιω. Λαμπρίδου, ό.π. 1888, τ.4, σ.36). β. Καλολόγος. “Εις το Ζαγόριον της Ηπείρου η μεγάλη φωτιά, που ανάπτεται μετά το δείπνον της Κυριακής της Τυροφάγου, ονομάζεται Καλολόγος” (βλ. Γ. Μέγα, ό.π. σσ. 111-2).
γ. Σκάρος. “Τα μεσάνυχτα της Τυραποκριάς και στο έμπα της Καθαροδευτέρας άναβαν τον “Σκάρο” , δηλαδή τη μεγάλη ομαδική φωτιά του τσελιγκάτου” (βλ. Αικ. Κακούρη, Θάνατος – Ανάσταση, ό.π. σ.33). Βέβαια από το ομώνυμο ποίημα του Κρυστάλλη, (“σταίνουν τετράψηλην φωτιά”, ό.π. σ.192), διαπιστώνουμε πως αυτό είναι γενικό όνομα, αφού έτσι καλούνταν η φωτιά που άναβαν στα βουνά οι βοσκοί καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιρινού νυχτερινού βοσκήματος (σκαρίζω=βγαίνω την νύχτα για βοσκή) .
Για άλλα ονόματα που έλαβε στην Ήπειρο η αποκριάτικη φωτιά, βλ. Δ. Σάρρου, ό.π. σσ. 115-6, όπου τα:
τσιουτούρα, μπιμπίνα, φανός, τέμπλα, φωτιά, κρισιλιάγκα, καλός λόγος, σωρός, καλός λόγκος κλπ.
lxviii Βλ. στην παράγραφο για τις: Πίττες.
lxix Γιωσέφ Ελιγιά (1901-1931), Ηπ. Εστία 1957, σ. 458.
lxx Το 1996 ήταν 30 οι φωτιές. Το 1997 άναψαν σε 45 σημεία της πόλης.
οοο
οι παραστάσεις από τον αρχαίο στάμνο του ζωγράφου Δίνου

οοο

Advertisements