ΣΤΟΝ ΑΙ. ΓΙΑΝΝΗ BΡΟΥΒΙΑΝΑ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΑΠΟΨΕ…Το μεγάλο όμως πανηγύρι του χωριού μας που κρατά μέχρι σήμερα, είναι το πανηγύρι τ’ Αϊ Γιαννιού, που γίνετε στις 29 Αυγούστου.Το πανηγύρι αυτό είναι πολύ παλιό, ίσως κρατάει πάνω από έναν αιώνα. Όσο και η ομώνυμη εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, που είναι και ο προστάτης του χωριού.

14.jpg

1%20(2).jpg

Αν αναρωτηθεί κανείς  γιατί ο Αϊ Γιάννης είναι προστάτης, αν και μακριά από  χωριό, η εξήγηση είναι αυτή:
Παλιότερα οι Βρουβιανίσοι, παραχείμαζαν ως κτηνοτρόφοι οι περισσότεροι, στις όχθες του Αχελώου, κοντά στο γεφύρι, γύρω από τον Αϊ Γιάννη, στον κάμπο γενικότερα, τον οποίο  και καλλιεργούσαν.
Όταν λοιπόν η περιοχή έγινε οικισμός, ( η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, αναφέρει για πρώτη φορά τα Βρουβιανά ως οικισμό της κοινότητας Σακαρετσίου, στην απογραφή του 1907) τότε κτίστηκε και η σημερινή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Λέγετε ότι στο σημείο υπήρχε ξωκλήσι, χτισμένο από τον καπετάνιο της περιοχής πριν την επανάσταση,  τον Γιάννη Μπουκουβάλα, ο οποίος είχε εκεί το στρατηγείο του.

Εκείνη την εποχή ξεκίνησε και το πανηγύρι, σαν ημερήσιο γλέντι στην αρχή, ανήμερα της γιορτής τ’ Αϊ Γιαννιού και γρήγορα εξελίχθητε σε μεγάλη «ζώοέμποροπανήγυρη».

1%20(3).jpg

Ο χρόνος που γινόταν το πανηγύρι, (τέλος καλοκαιριού), αλλά και ο χώρος, (σημείο σύνδεσης τεσσάρων Νομών), έδωσε μεγάλα πλεονεκτήματα στο πανηγύρι, που πολύ γρήγορα έγινε μεγάλο και ξακουστό. Αγκαλιάστηκε από πολύ κόσμο και για πολλές δεκαετίες κυριαρχούσε, έχοντας τα πρωτεία των πανηγυριών της περιοχής.
Παλιότερα το πανηγύρι κρατούσε πάνω από μία εβδομάδα. Ξεκινούσε από 23-24 Αυγούστου και τελείωνε 30-31, με αποκορύφωμα  βέβαια την 29η Αυγούστου.

Έτσι γινόταν τότε το πανηγύρι:
α) η δημοπρασία:    Ένα με δύο μήνες νωρίτερα, το εκκλησιαστικό συμβούλιο έκανε τη δημόσια δημοπρασία για την ενοικίαση των θέσεων, για τα εμπορικά καταστήματα και μοιραζόταν ο χώρος, ανάλογα με τη ζήτηση και την πλειοδοσία των ενδιαφερομένων.
β) η προετοιμασίες:  Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει το πανηγύρι, οι έχοντας εξασφαλίσει τη θέση και την ορχήστρα, οργάνωναν το χώρο.
Έφτιαχναν τα απαιτούμενα ΄΄τσιατούρια΄΄ (κιόσκια), τα οποία ήταν σκέπαστρα με κλαδιά από πουρνάρια ή φιλίκια, με φτέρες, αντίσκηνα ή και τσίγκια μερικές φορές, γιατί έπιανε και καμιά μπόρα συνήθως και τους τα έκανε «θάλασσα».
Έφτιαχναν και ένα πάγκο που ήταν το σημείο που ξεχώριζε το μαγαζί από τη σάλα και ήταν και ο πάγκος εργασίας τους. Από εκεί θα περνούσε πρώτα ότι ήταν να σερβιριστεί.
Κατασκεύαζαν και μια εξέδρα με σανίδια, που ήταν το πατάρι (πάλκο) των μουσικών.
Τα καθίσματα ήταν καρέκλες καφενείου και πάγκοι από σανίδια και καδρόνια. Τα τραπέζια ήταν και αυτά με τον ίδιο τρόπο κατασκευασμένα, αλλά φυσικά σε σχήμα τραπεζιού.
Οι εστιάτορες έφτιαχναν τα δικά τους μαγαζιά.
Ένα μικρό χώρο περιφραγμένο με κλάρες, στον οποίο έφτιαχναν ένα πάγκο για τα σερβίτσια, το ψωμί και τις προμήθειες. Μία ή δύο γούρνες, που άναβαν φωτιά και έβαζαν τα καζάνια με τα φαγητά.
Ανήμερα του Αϊ Γιαννιού έβραζαν συνήθως φασόλια ή φακές, γιατί αυτή η μέρα για τους χωριανούς μας,  ήταν και είναι μεγάλη νηστεία. Τις άλλες μέρες έβραζαν και κάνα κοψίδι.
Λίγο πιο πέρα είχαν και τις βαρέλες με το νερό, που μέχρι να γίνει η στέρνα το κουβαλούσαν από το ποτάμι.
Το ίδιο γινόταν και με τις ψησταριές, που συνήθως ήταν η συνέχεια των εστιατορίων και όλα αυτά, στο πίσω μέρος του μαγαζιού και της ορχήστρας.

Ο φωτισμός ήταν  λυχνάρια στην αρχή, μετά λάμπες πετρελαίου, αργότερα ασετιλίνης (λουξ), γεννήτριες ηλεκτρικού ρεύματος τελευταία, ώσπου έφτασε και στον Αϊ Γιάννη το ηλεκτρικό ρεύμα.

Χώροι υγιεινής φυσικά δεν χρειαζόταν, καθώς  ο χώρος διέθετε φυσικές εγκαταστάσεις, με τα τόσα πολλά παλιούρια τριγύρω.

Τα υπόλοιπα εμπορικά καταστήματα, ήταν από μόνα τους έτοιμα.
Αρκούσε μόνο ο ίσκιος μιας αγραπιδιάς, μια τέντα ή ένα αντίσκηνο, για να απλώσει την πραμάτεια του και να αρχίσει το αλισβερίσι. Δίνανε  και αυτοί ενοίκιο για τον χώρο που θα εκμεταλλευόταν, ποσό  το οποίο καθοριζόταν από το εκκλησιαστικό συμβούλιο.

Τριγύρω από τη λάκα του κύριος πανηγυριού, ήταν χώρος που στάλιζαν και ξενυχτούσαν τα ζώα που ήταν για πούλημα. Πρόβατα, γίδια, άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, γελάδια.

γ) η έναρξη:  αφού όλα ήταν έτοιμα άρχιζε το πανηγύρι, με τα παζάρια και τις αγοραπωλησίες των ζώων, στις 23-24 Αυγούστου όπως προαναφέραμε.
Έμποροι από τις γύρω περιοχές, έκαναν σκληρές διαπραγματεύσεις και παζάρια με τους κτηνοτρόφους της περιοχής, σχεδόν όλες τις μέρες, ώσπου να βρεθεί η μέση λύση και να επιτευχθεί η συμφωνία.
Επίσης γινόταν και πολλές τράμπες σε ζώα (ανταλλαγές), π .χ.    «μπλάρ φουρτιάρκου με βόιδ καματερό». Κ.τ.λ.  Σε αυτές κυριαρχούσαν οι τσιγγάνοι, αλλά και εμείς είχαμε, τον  μέγα μεσίτη   τραμπαδόρο, το συγχωριανό μας Σπύρο Μουτσώκο  (τον πελεπίδα)!!
Έτσι  μέχρι την παραμονή το βράδυ, είχε πουληθεί σχεδόν το 90% των ζώων και οι κτηνοτρόφοι, ήταν έτοιμοι και τσεπωμένοι, για να γλεντήσουν και να κάνουν τις αγορές τους από τα εμπορικά καταστήματα.

Την παραμονή το βράδυ και κάποιες φορές και την προπαραμονή, άρχιζαν τα προεόρτια της μεγάλης γιορτής.
Ο κόσμος μαζευόταν στα μαγαζιά που είχαν ορχήστρα και το γλέντι και ο χορός ξεκινούσε και διαρκούσε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Μέχρι να βαρέσει ο ήλιος όπως έλεγαν.
Ο συναγωνισμός ήταν πολλές φορές μεγάλος και καμιά φορά γινόταν και καμιά μικροπαρεξήγηση. Όμως με τη μεσολάβηση των γεροντότερων, δινόταν πάντα η σωστή λύση. Ο σεβασμός προς τους γέροντες ήταν πάντοτε πολύ μεγάλος.
Τα  μουσικά όργανα στις κομπανίες ήταν, βιολί, κλαρίνο, ντέφι (παραδοσιακό), κιθάρα, πιο σπάνια και σαντούρι. Αργότερα βέβαια έκαναν την εμφάνισή τους και όργανα που ουδεμία σχέση έχουν με την μουσική παράδοση του τόπου μας, όπως:  αρμόνια, ηλεκτρικές κιθάρες και ντραμς.
Συνήθως τα συγκροτήματα ήταν τοπικά, από τα γύρω χωριά  του Βάλτου, της Ευρυτανίας, Καρδίτσας και Άρτας. Αργότερα  όταν φτιάχτηκε ό δρόμος, ερχόταν συγκροτήματα και από πιο μακριά.  Άραγε αυτά κατάφεραν να μας  διασκεδάσουν με εκείνο το μοναδικό τρόπο, που οι τοπικοί εκείνης της εποχής γνώριζαν καλύτερα απ’ τον καθένα και ας μην ήταν σπουδαίοι δεξιοτέχνες και μουσικοί;!!!
Παλιότερα, όταν δεν υπήρχε ρεύμα και ηχητική υποστήριξη, η δουλειά των μουσικών ήταν πολύ σκληρή. Έπαιζαν και τραγουδούσαν, ώρες ατελείωτες, ακόμα και 2-3 μέρες καμιά φορά, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να ακουστούν και να διασκεδάσουν τον κόσμο.
Τα πράγματα αργότερα όταν εμφανίστηκαν οι γεννήτριες  ρεύματος και στη συνέχεια το ηλεκτρικό ρεύμα,  με μικροφωνικές, ενισχυτές, ηχεία και μικρόφωνα, έγιναν πιο εύκολα για εκείνους, αλλά πιο δύσκολα για εμάς, που καμιά φορά το παρακάνουν και μας ξεκουφαίνουν.
Ας γυρίσουμε όμως πάλι στο πανηγύρι.
Ανήμερα λοιπόν τ’ Αϊ Γιαννιού ήταν η κορυφαία μέρα του πανηγυριού, αλά και του χωριού.
Νωρίς το πρωί μαζευόταν 3-4 ή και παραπάνω καμιά φορά παπάδες, για να τελέσουν τη θεία λειτουργία. Η συρροή του κόσμου ήταν μεγάλη. Πολύς κόσμος από τα γύρω χωριά ερχόταν, είτε ως προσκυνητές είτε ως πανηγυριώτες.
Μετά τη θεία λειτουργία, άρχιζε το ημερήσιο πανηγύρι.
Η λάκα του Αϊ Γιάννη είχε είδη μετατραπεί σε ένα μεγάλο «εμπορικό κέντρο» και ο κόσμος έμοιαζε σαν μια μεγάλη διαδήλωση.
Αυτή η μέτρα ήταν αφιερωμένη, εκτός από τον Άγιο και το γλέντι και στο εμπόριο. Τι ήθελε κανείς και δεν θα το έβρισκε; ρουχισμό, είδη προικός, κουζινικά, παιχνίδια, εργαλεία, κουδούνια, κυπριά, τσιουκάνια και ότι άλλο μπορούσε κανείς να χρειαστεί.
Υπήρχαν και προϊόντα της γης, ντόπιας παραγωγής, όπως τάι, ρίγανή, διάφορα ζαρζαβατικά, ακόμα και φρούτα.
Παράλληλα με το εμπόριο λειτουργούσε και το καλλιτεχνικό. Λίγο μετά τη θεία λειτουργία, αρχίζανε και τα όργανα να παίζουν, διαδικασία για το χορό η γνωστή, με σειρά χορού που κρατούσαν οι οργανοπαίχτες.
Το ποτό που κυριαρχούσε ήταν παλιότερα το ούζο και αργότερα η μπύρα. Τις μπύρες της κρατούσαν δροσερές, αρχικά σε γούρνες με νερό και μετέπειτα σε βαρέλια με παγοκολόνες.
Τα κεράσματα από παρέα σε παρέα δεν έλειπαν. Πολλές φορές όμως προτιμούσαν  να κεράσουν την παρέα ή το χορευτή όταν έμπαινε στο χορό, λέγοντας χαρακτηριστικά «κέρνα το χορό ή βάλε μια γύρα (τα ποτά) στο χορό». Βέβαια τον τελευταίο καιρό που όλα άλλαξαν, ανοίγονται μέχρι και κιβώτια σαμπάνιες. Αυτό είναι βλέπετε το κέρασμα της σημερινής εποχής και ας μην το πίνει κανένας.

Κατά τη διάρκεια του γλεντιού ήταν η καλύτερη ευκαιρία, για να κλείσουν αρκετά συνοικέσια.
Οι νέοι του χωριού ή των γειτονικών χωριών, που ήταν σε ηλικία γάμου, ετοιμαζόταν ολόκληρο το χρόνο, για να είναι πανέτοιμοι τη μέρα αυτή.
Φροντίζανε να έχουνε καινούρια φορεσιά, καλοχτενισμένο μαλλί, κόντρα ξύρισμα και φυσικά στριμμένο τσιγκελωτό μουστάκι, στο οποίο βάζανε και ΄΄μαντέκα΄΄ (τζελ της εποχής) για να στέκετε όρθιο.
Πήγαιναν συνήθως καβάλα σε άλογο ή μουλάρι, που και αυτό ήταν περιποιημένο, με καινούριο σαμάρι ή σέλα, καπίστρι με χάντρες και διάφορα χαϊμαλιά, ώστε ζώο και αναβάτης να  εντυπωσιάσουν.
Τα κορίτσια επίσης φορούσαν τα καλύτερα τους ρούχα, συνήθως ανοιχτά χρώματα, γιορτάνια (γυναικείο κεντητό ένδυμα)  και πλουμπίδια (στολίδια), για να εντυπωσιάσουν και αυτές με τη σειρά τους, τους υποψήφιους γαμπρούς.
Οι χοροί που χόρευαν οι άντρες ήταν κύριος τσάμικο, κλειστό, στα τρία και καμιά φορά βουλγάρικο. Οι γυναίκες χόρευαν πιο στρωτούς χορούς, συρτούς, καγγέλια, στα τρία, και ελαφριά τσάμικα.
Στη διάρκεια του χορού ο εντυπωσιασμός, εκτός από τις χορευτικές ικανότητες του καθενός, ολοκληρωνόταν με την επίδειξη οικονομικής δύναμης, ανάλογα με τα χρήματα που χαλούσαν σε κεράσματα και έριχναν στους οργανοπαίχτες.
Από εδώ και πέρα αναλάμβαναν  πλέον οι προξενητάδες, να έχει αίσιο τέλος η δουλειά, να κλείσει δηλαδή το προξενιό, αφού είδανε ότι ήταν να δούνε και η προσπάθεια εντυπωσιασμού είχε ολοκληρωθεί.
Αργά το απόγευμα, όλοι είχαν γλεντήσει και ο κόσμος άρχιζε να αραιώνει.  Λίγο πριν το σούρουπο οι μαγαζάτορες άρχιζαν να μαζεύουν την πραμάτεια τους. Το πανηγύρι όμως δεν τελείωνε ακόμα, γιατί παρέμεναν αρκετοί μερακλήδες, που συνέχιζαν το γλέντι όλη τη νύχτα και πολλές φορές ως το απόγευμα της επόμενης μέρας.

Αυτά όμως γινόταν παλιά. Τα τελευταία χρόνια το πανηγύρι άλλαξε μορφή. Κρατάει μόνο 1-2 μέρες και έχει πλέον τη μορφή μιας πολιτιστικής εκδήλωσης.
Αυτό είναι αποτέλεσμα της λεγόμενης εξέλιξης. 15.jpg

Σήμερα βέβαια εξελίχτηκε και ο χώρος. Πλέον έχει μόνιμο σκέπαστρο, στρωμένο δάπεδο, εγκαταστάσεις υγιεινής, πρόσβαση σε νερό και ηλεκτρικό.
Όλα αυτά μετά από μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλε ο τοπικός σύλλογος, το εκκλησιαστικό συμβούλιο και  πολλοί άλλοι συγχωριανοί μας.
Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια γίνετε μια πολύ καλή προσπάθεια από αρκετούς συγχωριανούς μας, με μπροστάρηδες το σύλλογο και την εκκλησία, να ξαναζωντανέψουν το πανηγύρι που τα τελευταία χρόνια άρχισε να «σβήνει» χρόνο με το χρόνο.

Όπως κάθε εποχή και κάθε τόπος έχει τα δικά του δρώμενα, έτσι και το χωριό μας έχει το δικό του γεγονός.

Το πανηγύρι τ’ Αϊ Γιαννιού,  αποτελεί στοιχείο πολιτισμού και για  τους μεγαλύτερους, αποτελεί πλέον μια γλυκιά ανάμνηση και νοσταλγία, έτσι όπως αυτό γινόταν παλιότερα.

Advertisements