ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ (1,2,3,4,) ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ Β.ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ αναδημοσίευση άρθρου

dasos_dikaio_2


«Όστις κλέπτει, σφετερίζεται ή βλάπτει εις τα δάση ξυλικήν, τιμωρείται…»

Νομοθετικό διάταγμα «Περί των εις τα δάση ανομημάτων», 10 Ιουλίου 1836
(το πρώτο νομοθέτημα για τα δάση)

Έχει την αξία της η παρούσα αναδρομή σε διατάξεις της δασικής νομοθεσίας που αποτελούν μέρος της δασικής μας ιστορίας, αφού διαμορφώνουν το πλαίσιο ενεργειών της διοίκησης σε σχέση με τα δάση και το φυσικό περιβάλλον της χώρας, και είναι αντιπροσωπευτικές του τρόπου με τον οποίο η πολιτεία, εκφραζόμενη διά της πολιτικής των κυβερνώντων, αντιμετωπίζει αυτά. Ταυτόχρονα, μας δίνεται η δυνατότητα μιας σύγκρισης των εφαρμοζόμενων πρακτικών/πολιτικών παλιά και σήμερα. Σταχυολογούμε κάποιες διατάξεις, που δείχνουν την αντιμετώπιση διαχρονικά των δασικών και γενικότερα των περιβαλλοντικών ζητημάτων από τη δασική νομοθεσία, αναδεικνύοντας τις τάσεις και τις πολιτικές που διαμορφώνονταν στο εν λόγω αντικείμενο. Πολλές από τις καθοριζόμενες διά των διατάξεων πολιτικές αντιμετωπίζουν τα ζητήματα με πνεύμα πρακτικό κι ευκαιριακό, άλλες φορές τακτοποίησης καταστάσεων, και οπωσδήποτε δεν εκφράζουν μιαν επίσημη κεντρική δασική πολιτική, η οποία −απ’ ότι φαίνεται− ποτέ δε χαράχθηκε. Όμως, δε μπορούμε ν’ αγνοήσουμε και κάποιες διατάξεις π’ αποδίδουν μια προωθημένη, και εν πάσει περιπτώσει ορθή αντίληψη για το φυσικό περιβάλλον, διατάξεις που οπωσδήποτε προάγουν τη φύση και τις αξίες της, οι οποίες μολαταύτα δε στέκουν από μόνες τους ικανές να εκφράσουν ένα νέο πνεύμα για το περιβάλλον, καινοτόμο και πρωτοποριακό, ένα πνεύμα ουσιαστικής κι ειλικρινούς προστασίας κι ανάδειξής του.

Δεν αναφέρονται εν προκειμένω διατάξεις που αφορούν στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων περιπτώσεων, που είναι πολλές, ούτε στην αντιμετώπιση κατηγοριών περιπτώσεων, αφού επιθυμούμε διά του παρόντος ν’ αποδώσουμε το πλαίσιο κατά δασικό αντικείμενο των εφαρμοζόμενων κάθε φορά πολιτικών, κι όχι ν’ αναδείξουμε τις επιμέρους ρυθμίσεις, οι οποίες εκφράζουν αποσπασματική νομοθέτηση, προκειμένου να διευθετηθούν κατά περίπτωση καταστάσεις (αν το πράτταμε αυτό θα θέλαμε έναν τουλάχιστον τόμο για να καλυφθούμε!) –βέβαια, δεν αποφεύγουμε αναφορά μας σε περιπτώσεις που κρίνουμε ότι για ιστορικούς λόγους πρέπει να καταγραφούν, διότι αποδίδουν το κλίμα της εποχής που αναφέρονται, καθώς και τον τρόπο αντιμετώπισης του δάσους κατ’ αυτήν (την εποχή). Πρέπει δε ν’ αναφέρουμε, σ’ ότι αφορά στις «τακτοποιήσεις» που πραγματοποιούνται με σκοπό τη νομιμοποίηση έκνομων καταστάσεων, και ιδία με το αιτιολογικό της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος, ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία (ΣΤΕ 636/1998, 3356/2005, 738/2007, ΠΕ 303/2002, 267/1997 κ.ά.), «…δεν είναι συνταγματικώς ανεκτές, και, ως εκ τούτου, οι επίμαχες διατάξεις αντίκεινται στο Σύνταγμα και δε δύνανται να τύχουν εφαρμογής» −μολοντούτο, η πρακτική της νομιμοποίησης είναι συνήθης στο εθνικό μας δίκαιο!..

Η πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των δασικών νόμων (δασική νομοθεσία) το 1915 από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας.

Η προστασία του δάσους – 
Το τεκμήριο του δημοσίου

«Όστις κλέπτει, σφετερίζεται ή βλάπτει εις τα δάση ξυλικήν, τιμωρείται…», καθόριζε απλά και ρητά το πρώτο νομοθέτημα που συντάχθηκε για τα δάση μετά τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, επί βασιλείας Όθωνος, το νομοθετικό διάταγμα «Περί των εις τα δάση ανομημάτων», με ημερομηνία 10 Ιουλίου 1836 (ΦΕΚ 33/1936). Θεωρήθηκε δηλαδή από τους Βαυαρούς που κυβερνούσαν την Ελλάδα ως επιτακτικό να καθορισθούν κατά πρώτον κανόνες και ποινές προστασίας των δασών, αφού αυτά, μετά την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού ήταν έκθετα, χρησιμοποιούμενα κατά βούληση, αφού η προηγούμενη διακυβέρνηση του Καποδίστρια δεν έθεσε πλαίσιο προστασίας τους. Τούτη η ενέργεια των Βαυαρών απέρρεε από τη νοοτροπία των Βορείων, που ζώντας σε δασογενή περιβάλλοντα είχαν στενή σχέση με το πράσινο και επιθυμούσαν την προστασία του. Έφτιαξαν το λοιπόν πρώτα διατάξεις προστασίας του, για να το διαφυλάξουν.

Το επόμενο άμεσο ζήτημα που κρίθηκε από τους Βαυαρούς ως σημαντικό ν’ αντιμετωπισθεί σε σχέση με τα δάση, ήταν η ρύθμιση της βοσκής σε αυτά, καθόσον ήταν ανεξέλεγκτη και καταστροφική. Το ζήτημα αντιμετωπίσθηκε με το επόμενο νομοθετικό διάταγμα που συνέταξαν «Περί του κανονισμού της βοσκής των δασών» της 4ης (16ης) Σεπτεμβρίου 1836 (ΦΕΚ 45/1836). Με αυτό καθόρισαν φόρο βοσκής ζώου στα δάση που βόσκονταν (άρθρο 1), την απαγόρευση της βοσκής «στους δασότοπους που ευρίσκονται εις κατάστασιν νέας φυσικής ή καλλιεργούμενης βλαστήσεως» (άρθρο 2) –κάτι εξαιρετικά σημαντικό για την αναδημιουργία των δασών–, την κατανομή της βοσκής «εις τους ανήκοντας βοσκολόγους», με επιτόπια υπόδειξη του Δασάρχη και τοποθέτηση των ορίων από αυτόν με «αχυροσημάδια», ενώ θα δημοσιεύεται και ποιοι τόποι στην περιοχή «ως όντες υπό καλλιέργειαν, δεν είναι συγχωρεμένον να πατηθώσιν από τα ζώα», με τους παραβάτες της απαγόρευσης αυτής να «παιδεύονται» με ποινές (άρθρα 3, 4, 5) –βλέπουμε δηλαδή τη μεγάλη σημασία που αποδίδονταν από τους Βαυαρούς στην προστασία από τη βοσκή των αναγεννώμενων δασών.

12

Είναι χαρακτηριστικά τα επί τούτου οριζόμενα στο άρθρο 6 του νομοθετικού αυτού διατάγματος: «Ώστε, οι κύριοι των ποιμνίων πρέπει ή να βάνουν άξιους ποιμένας, ή να περιφράττουν τας αναβλαστήσεις και βλαστήσεις με τα ίδιά των έξοδα, έως ότου να μεγαλώσουν τόσον, ώστε να μην φοβούνται πλέον το στόμα του ζώου». Η δε μία μόνη επιτρεπόμενη μάνδρα είτε το στανοτόπι «είνε συγχωρεμένη εις έκαστον ποιμένα επί μίας και της αυτής περιοχής του δάσους», ενώ «η κατ’ αρέσκειαν αυτού τοποθέτησις, ομοίως και η περίσσευσις αυτών, απαγορεύεται επί ποινή». Επίσης, απαγορεύεται στους ποιμένες ν’ ανάβουν φωτιά στις καλύβες ή στις μάντρες τους, με τον παραβάτη «θέλει παραδίδεσθαι εις το ανήκον δικαστήριον προς παιδείαν» (άρθρο 9). Τέλος, απαγορεύεται στους ποιμένες «να κόπτουν, ή να στραβώνουν τους νέους κορμούς των δένδρων, να κόπτουν τους κλάδους ή τας κορυφάς των δένδρων, και να μαδούν αυτά διά να φάγουν των ζώα των» (άρθρο 10) –επιμένουμε σε τούτα τ’ αρχικά δασικά νομοθετήματα να παραθέτουμε αποσπάσματα των διατάξεων, κι όχι περιγραφικά ν’ αναφερόμαστε σε αυτές, για να δείξουμε τον τρόπο νομοθέτησης των Βορείων, που χαρακτηριστικό τους ήταν η λιτή, ρητή και σαφής νομοθέτηση, καθώς και η χρήση απλής, μη δικονομικής κι όχι επιτηδευμένης γλώσσας, για να γίνονται κατανοητά τα οριζόμενα και από τους λιγότερο γραμματιζούμενους (δεδομένης και της έλλειψης δικηγόρων, καθώς και δικολάβων, για να τα εξηγούν).

Το τρίτο κατά σειρά ζήτημα που κρίθηκε ως άμεσο ν’ αντιμετωπιστεί σε σχέση με τα δάση, ήταν αυτό της ιδιοκτησίας τους, δεδομένου ότι ανά τη χώρα εμφανίζονταν πλείστοι κύριοι δασών, με τίτλους που ελέγχονταν ως προς την ισχύ τους, καθώς και ως προς τα όρια των εκτάσεών τους. Το παρόν ζήτημα αντιμετωπίστηκε με το νομοθετικό διάταγμα «Περί ιδιωτικών δασών» της 17ης Νοεμβρίου 1936 (ΦΕΚ 69/1836). Στο άρθρο 1 αυτού ορίζεται η έννοια του ιδιωτικού δάσους, ως εκείνο που με έγγραφα που έχουν εκδοθεί κατά τους νόμιμους τύπους από τις αρμόδιες τουρκικές αρχές, αποδεικνύεται ότι υπήρχε και «πριν της αρχής του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος», ως ιδιοκτησία πλήρη υπέρ ιδιώτη. Ιδιωτικά θεωρούνται και τα δάση τα κείμενα σε ιδιωτικά χωριά («τζεφλίκια»). Η εξέταση των τίτλων, που προσκομίζονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου, πραγματοποιείται από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, η οποία δίδει την κατοχή στον ιδιοκτήτη ή την απορρίπτει· οπότε στην τελευταία ταύτη περίπτωση μπορεί να διεκδικηθεί η έκταση ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων (άρθρο 3). Μέχρι δε της τελειωτικής δικαστικής απόφασης, η κατοχή του δάσους θεωρείται «αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται».

Ασκούμενη ληστρικώς κλαδονομή σε δρυοδάσος (πηγή: Γρίσπος Π., «Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος», έκδοση Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας-Τομεύς Γεωργίας, Αθήναι 1973).

Με τη διαδικασία αυτή, όπως και με το γεγονός της μη εξέτασης όλων των προσκομισθέντων τίτλων από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, λόγω λήξης της θητείας της, προέκυψαν τα διακατεχόμενα δάση –μια ελληνική δασική κατάσταση, που έχει δημιουργήσει πολλαπλά προβλήματα στη διοίκηση και διαχείριση αυτών των δασών. Ιδιαίτερη επίσης σημασία πρέπει ν’ αποδοθεί στην τελευταία παράγραφο του παραπάνω άρθρου, που ορίζει ότι μετά την προθεσμία που τίθεται για την εξέταση των τίτλων, θεωρούνται όλα τα δάση ως «αδιαφιλονίκητα εθνικά». Με τον τρόπο αυτό καθιερώθηκε το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου για τα ελληνικά δάση, με το οποίο κατοχυρώνονται τα δικαιώματα του Δημοσίου στην ιδιωτική του περιουσία και προστατεύεται ως δημόσιο το φυσικό αγαθό του δάσους. Εισάγεται δηλαδή διαδικαστικό προνόμιο υπέρ του Δημοσίου συνιστάμενο στην απαλλαγή του από το βάρος της απόδειξης της ίδιας αυτού κυριότητας.

Κείνο όμως που οφείλουμε εν προκειμένω να επισημάνουμε είναι ότι, με την παραπάνω διαδικασία της αναγνώρισης των τίτλων, που είναι γεγονός ότι αντιμετώπιζε ενδογενή προβλήματα, λόγω της συσσώρευσης μεγάλου αριθμού υποθέσεων προς εξέταση, της υποβολής ανορθόδοξων και απροσδιόριστων τίτλων, και της μη δυνατότητας ορθής εξέτασής τους λόγω της ολιγομελούς σύνθεσης της Επιτροπής και της περιορισμένης θητείας της, συνέβη μιαν αιφνίδια, άμεση και ετεροβαρής (ως προς τους Έλληνες πολίτες) κατοχύρωση ιδιοκτησίας στην Ελλάδα επί φυσικών αγαθών, που στη συνέχεια αποτέλεσε κι έναν από τους λόγους απώλειας δασών μας. Διότι, ιστορικά αν δούμε το ζήτημα, διαπιστώνουμε ότι η οικοπεδοποίηση και δόμηση δασών, όπως και η μετατροπή τους σε αγροτικές καλλιέργειες, πραγματοποιήθηκε κατά πρώτον σε ιδιωτικά δάση, αναγνωρισμένα με την παραπάνω διαδικασία (τρανό τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Αττική). Τα δάση αυτά αγοράσθηκαν από μεγαλοκεφαλαιούχους (βλέπε: Ανδρέας Συγγρός), τσιφλικάδες και αριστοκράτες, πρώην κοτσαμπάσηδες, στρατιωτικούς και πολιτικούς, ανθρώπους που είχαν την οικονομική δυνατότητα της εξαγοράς (Έλληνες και ξένους), κατόπιν πώλησής τους από τους αποχωρήσαντες Οθωμανούς, μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους.

Από την παραπάνω διαδικασία απείχε ο απλός λαός, ο οποίος δεν είχε την ιδέα και κυρίως την οικονομική δυνατότητα για να συμμετάσχει. Δέστε τι χαρακτηριστικά ανέφεραν οι Ευβοιώτες Ι. Μίσσιος και Κ. Μάνος, σε επιστολή που έστειλαν στις 29-11-1832 στην ελληνική κυβέρνηση για την αγορά του δάσους Αχμέταγα στην Εύβοια από τους Μίλλερ και Νόελ: «Αι ελληνικαί γαίαι θέλουν καταντήσει όλαι εις χείρας αλλοεθνών, χωρίς να δυνηθώσιν οι κάτοικοι ν’ αγοράσωσι το παραμικρώτερον και θέλει μείνωσιν ούτω ξένοι εις πατρώαν γην». Και πρότειναν, μεταξύ των άλλων, να δωθούν χρηματικά δάνεια στους αγρότες, για ν’ αγοράσουν οι ίδιοι τη γη τους (πηγή: Γενικά Αρχεία του Ελληνικού Κράτους).

Το χωριό Αχμέταγα, με το γύρωθέν του δάσος το 1925 (πηγή: Barco Noel-Baker, «Μια νήσος στην Ελλάδα. Οι Noel-Baker στην Εύβοια», Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2003). Το δάσος του Αχμέταγα στην Εύβοια αγοράστηκε από τον Ελβετό τραπεζίτη Κάρολο Μίλλερ και τον Άγγλο κεφαλαιούχο Εδουάρδο Νόελ το 1832 (κατέληξε στην οικογένεια του δεύτερου). Περιελάμβανε 80.000 στρέμματα γης, καλυπτόμενης κατά το μέγιστο με δάσος, καθώς επίσης και από καλλιέργειες. Η οικογένεια Νόελ έκτισε χωριό για τους εργάτες της γης και τις οικογένειές τους, που είναι το σημερινό Προκόπι της Εύβοιας.

Πολλοί δε από τους αναγνωρισθέντες τίτλους αντιμετώπιζαν προβλήματα ως προς την απόδειξη της ιδιοκτησίας, αφού ο Οθωμανός που πωλούσε δεν είχε τα κατάλληλα νομοποιητικά στοιχεία για την κυριότητα της έκτασης (π.χ. κατείχε τη δασική γη με χοτζέτι αντί με ταπί), ενώ, κατά τη συνήθεια της εποχής, τα όρια των μεταβιβαζόμενων εκτάσεων ήσαν ασαφή κι αόριστα, για να μπορούν στη συνέχεια να μετατεθούν! Έτσι πραγματοποιήθηκε το μεγάλο «φαγοπότι» της δασικής γης τότε… (βλέπε τη χαρακτηριστική περίπτωση του υπουργού Κωνσταντίνου Καραπάνου, στον οποίο περιήλθαν, μετά από εξαγορά που προήλθε από Οθωμανούς, 1.000 στρέμματα δασικής γης στους Τράχωνες Αττικής, τα οποία, με τ’ ασαφή όριά τους και τη μετάθεσή τους, έφτασαν στα 36.000 στρέμματα!, που σήμερα είναι όλη η περιοχή από τη Γλυφάδα μέχρι την Αργυρούπολη, φτάνοντας στους πρόποδες του Υμηττού).

Τα δασικά κτήματα του βασιλιά

Η προτεραιότητα του επόμενου βασιλιά της Ελλάδας, του Γεωργίου του Α΄, σε σχέση με τα δάση, ήταν να παραχωρήσει στον εαυτό του το δάσος «Μπάφι» στην Αττική, και να το κάμει βασιλικό κτήμα! Ο πρώτος δασικός νόμος που συνετάχθη επί βασιλείας του ήταν ο ΦΘ/1877 (ΦΕΚ 10/1877) κι αφορούσε στην παραπάνω παραχώρηση. Με το νόμο αυτόν, σ’ ένα μόνο άρθρο, «παραχωρείται προς την Α. Μ. τον Βασιλέα ως πλήρης και τελεία αυτού ιδιοκτησία» το ευρισκόμενο στο Δήμο Αχαρνών εθνικό δάσος με την ονομασία «Μπάφι» εμβαδού περίπου 15.000 στρεμμάτων.

Φρόντισε το λοιπόν κατά πρώτον ο νέος βασιλιάς της χώρας μας να του παραχωρηθεί γη, και δη δασική. Αποκτώντας δασική γη, μπορούσε εκεί να ψυχαγωγηθεί και ν’ ασκήσει ανενόχλητος τις κυνηγητικές κι αναψυχικές του δραστηριότητες. Μπορούσε δε να δικαιολογήσει την εξουσία του, επειδή ο βασιλιάς δεν έπρεπε να είναι «γυμνός»! Ήταν, θεωρούσε, αυτά αξιωματικά του δικαιώματα, βασιλικά προνόμια, που απέρρεαν από την εξουσία του, προνόμια που όμως δεν τα επεδίωξε ο ταπεινότερος προκάτοχός του, ο Όθωνας, ο οποίος, το εξοχικό κτήμα στο Ίλιον που δημιούργησε η Αμαλία, το διαμόρφωσε με έξοδά του, σε έκταση που αγοράστηκε από τον προσωπικό του λογαριασμό!

Ο δε γιός του Γεώργιου Α΄, ο διάδοχος Κωνσταντίνος Α΄, αποκτά κι αυτός με δωρεά δάση και τα εγγράφει στη βασιλική περιουσία –διαπιστώνουμε, με τούτα κι επόμενα, την «αδυναμία» των βασιλέων στα δάση, ως Βόρειοι γαρ! Μια πρώτη δωρεά έγινε του Κωνσταντίνου το 1887 με το νόμο «ΑΥΛΗ» (ΦΕΚ 128/1887), όταν ακόμη ήταν ανήλικος και διάδοχος του βασιλικού θρόνου. Ήταν το «Κτήμα Μανωλάδας» στα όρια Ηλείας και Αχαΐας, που χαρακτηριζόταν ως δασόκτημα. Ήταν κατά το πλείστον δασικό κι αποτελούσε τον «παράδεισο» της περιοχής, λόγω της χαρακτηριστικής μεσογειακής φύσης του –για το λόγο αυτό εξάλλου δωρήθηκε!  Με την επανάσταση όμως του 1923 περιήλθε και πάλι ως εθνικό και διαμοιράστηκε για την αποκατάσταση καλλιεργητών, χάνοντας τον κατά βάσιν δασικό του χαρακτήρα· αποκτώντας αγροτική μορφή –σήμερα εκεί παράγονται οι περίφημες φράουλες Μανωλάδας!

Το Βασιλικό Κτήμα Τατοΐου σε καρτ ποστάλ των αρχών του 20ου αιώνα.

Ένα δεύτερο δάσος που δωρήθηκε στον Κωνσταντίνο Α΄ είναι το δάσος Γολέμα-Ρέκα (Μεγάλο-Ρέμα) περιφέρειας (τότε) Βοδενών (είναι η κατάφυτη ανατολική πλευρά του Βερμίου), υπαγόμενης (τότε) στο νομό Θεσσαλονίκης. Αυτό δωρήθηκε με το νόμο 434/1914. Δικαιολογείτο δε η δωρεά, σύμφωνα με το εθιμικό της εποχής, ως προσφορά στο βασιλέα, «προελθείσα εκ της εθνικής ευαρεστήσεως των ελληνικών περιοχών που απελευθερώθησαν από τους Βουλγάρους κατά το έτος 1912, με τους πρώτους βαλκανικούς πολέμους, και ταυτοχρόνως ως δέσμευση, με τη μορφή του βασιλικού προνομίου, εκτάσεων που διεκδικούνταν από αλλότριους» (εφημερίδα «Ακρόπολις», φύλλο 30-11-1914). Ήταν ένας εύσχημος τρόπος για να δικαιολογηθεί η περιέλευση εθνικής περιουσίας στην Αυλή και να καταγραφεί ως βασιλική στη συνέχεια!

Αργότερα, με την κατάργηση της Μοναρχίας, με το δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου 1924, που επικύρωσε την απόφαση της Δ΄ Συντακτικής Συνέλευσης, τα βασιλικά (δασικά) κτήματα γίνηκαν εθνικά. Νωρίτερα, η επαναστατική κυβέρνηση του 1922 εξέδωσε την με αριθ. 122/33/3-3-1923 απόφαση, με την οποία επανήλθαν στην πλήρη κυριότητα του Δημοσίου κτήματα τα οποία είχαν δωρηθεί στον βασιλιά. Ως δημόσια γη πλέον, παραχωρούνται το 1925 5.447 στρέμματα του δάσους Μπάφι σε πρόσφυγες και δημιουργείται εκεί ο οικισμός του Κρυονερίου. Ενώ το 1931 αφαιρούνται 1.621 στρέμματα από το Μπάφι, με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων. Με την επαναφορά, μολαταύτα, της βασιλείας το 1935, ο βασιλιάς απαιτεί και παίρνει οικονομική αποζημίωση για την αποκατάσταση των προσφύγων στο Μπάφι! Στην περιοχή δε του δάσους Γολέμα-Ρέκα στο Βέρμιο εγκαθίστανται το 1923 πρόσφυγες από τον Πόντο, προς αποκατάσταση των οποίων, επί δικτατορίας Θεόδωρου Πάγκαλου το 1925, εκδίδεται νομοθετικό διάταγμα παραχώρησης των εκτάσεων.

Το Κτήμα Τατοΐου (άποψη της επαύλεως) στις αρχές του 20ου αιώνα (από το αρχείο του συγγραφέα).

Επιπροσθέτως, ο βασιλιάς αγοράζει δασική γη! Αγοράζει το 1872 από τον αυλάρχη του Σκαρλάτο Σούτσο το Τατόι (αρχαία Δεκέλεια), με τις περίεργες αγοραπωλησίες κείνου του καιρού, που τ’ ασαφή όρια των μεταβιβαζόμενων εκτάσεων και η μετάθεσή τους μεγέθυνε τις ιδιοκτησίες! Το Τατόι περιήλθε στον Σούτσο από τον πεθερό του Αλέξανδρο Καντακουζηνό, ο οποίος το αγόρασε από αποχωρήσαντες από την Ελλάδα Οθωμανούς, που το κατείχαν με χοτζέτι (δηλαδή με τίτλο επί αγρού, κι όχι επί δασικής έκτασης! –τίτλος επί δασικής γης δικαιολογείται με ταπί). Ο Γεώργιος Α΄ βρέθηκε να κατέχει περίπου 48.000 στρέμματα στην περιοχή, στην αρχή του 20ου αιώνα, δημιουργώντας το «Κτήμα Δεκέλεια». Τούτο το επέτυχε αγοράζοντας από τον Σούτσο 8 ζευγάρια γης (το ένα ζευγάρι αντιστοιχεί σε 80 στρέμματα ανώμαλης επιφάνειας και σε 100 ομαλής), που τα συμπλήρωσε και με άλλα −που όμως δε δικαιολογούσαν το συνολικό αριθμό στρεμμάτων! Αυτή η έκταση, όπως κι όλη η βασιλική περιουσία, δεσμεύτηκε ως εθνική μετά την πτώση της βασιλείας και την ανακήρυξη της δημοκρατίας το 1923.

Αργότερα, με την αποκατάσταση της βασιλείας το 1935 από την κυβέρνηση Κονδύλη, σπεύδει η διάδοχος κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Δεμερτζή (τοποθετημένη από τον βασιλιά ως «άρχουν κυβέρνηση») ν’ αποδώσει στον «κάτοχό της», το βασιλιά, το Κτήμα Τατοΐου. Αυτό το κάμει με τον αναγκαστικό νόμο 64/1936, ενώ με τους αναγκαστικούς νόμους της 22ας-1-1936 και 332/1936 παρέχει φορολογική απαλλαγή στο βασιλιά και στα μέλη της βασιλικής οικογένειας αντίστοιχα, για τη βασιλική περιουσία που κατέχουν. Στο Κτήμα Τατοΐου απασχολείται κλιμάκιο της δασικής υπηρεσίας, ως υπεύθυνο για την προστασία και τη διαχείρισή του, ενώ Διευθυντής του Κτήματος τοποθετείται κατόπιν έγκρισης της Αυλής δασολόγος της δασικής υπηρεσίας. Ο βασιλιάς έτσι απασχολούσε δασικό προσωπικό κάτω από ένα ιδιότυπο καθεστώς, ξέχωρο από αυτό της δασικής διοίκησης, με αποκλειστικά καθήκοντα, το οποίο διέπετο από ιδιαίτερο κύρος –ήταν (υπηρεσιακό) προσόν τότε να έχεις υπηρετήσει ως δασικός υπάλληλος στο Κτήμα Τατοΐου!

Ο δασολόγος Ιωάννης Κοκκίνης ήταν διευθυντής των βασιλικών κτημάτων το χρονικό διάστημα 1908-1918.

Οι βασιλείς αγόρασαν επίσης το 1906 από τον Χασάν εφέντη Λεονταρίτ το δάσος του Πολυδενδρίου Λάρισας, ονομάζοντάς το «Κτήμα Πολυδενδρίου». Το Κτήμα Πολυδενδρίου αρχικά ήταν τσιφλίκι του αρχιθυρωρού της Υψηλής Πύλης Μεχμέτ Τεβίκ. Αυτός το 1841 το πούλησε στους Μ. Αλεξανδρή και Δ. Θεοχάρη. Ο πρώτος πώλησε το μερίδιο του στον Γιουσούφ Αγά Λεονταρίτ. Αργότερα ο γυιός τού Γιουσούφ, ο Χασάν Λεονταρίτ, αγόρασε από τον Δ. Θεοχάρη και το άλλο μισό του τσιφλικιού. Στα 1881, όταν η Θεσσαλία ενώθηκε με την Ελλάδα, το ελληνικό κράτος αναγνώρισε την κυριότητα του τσιφλικιού στον Χασάν Λεονταρίτ, με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος του Δημοσίου. Ο Κωνσταντίνος Α΄ αγόρασε από τον Χασάν Λεονταρίτ το τσιφλίκι του πληρώνοντας 25.000 τουρκικές λίρες. Εν συνεχεία οι κληρονόμοι του Βασιλέως Κωνσταντίνου, πλην την πριγκίπισσας Αικατερίνης, πώλησαν τα 7/8 εξ αδιαιρέτου τούτου κατά το έτος 1924 στον Αθανάσιο Γαλέο, ο οποίος και συνεισέφερε εν έτει 1925 το κτήμα κατά το ως άνω ποσοστό εις τη συσταθείσα εν Πειραιεί Ανώνυμον Δασικήν Εταιρείαν. Τέλος, το 1939 η εν εκκαθαρίσει πλέον τελούσα παραπάνω εταιρεία πώλησε τα 7/8 του κτήματος εις τον τότε διάδοχο και κατόπιν Βασιλέα Παύλο. Λέγεται ότι αυτή η αγορά έγινε με χρήματα από την προίκα της διαβόητης βασίλισσας Φρειδερίκης (αν έγινε πράγματι, γιατί, ας μην ξεχνούμε, το 1939 είχαμε την δικτατορία Μεταξά…) Το Κτήμα Πολυδενδρίου αποτελείται από 31.222 στρέμματα δάσους και 2.272 παραλιακά στρέμματα, με μερικές καταπληκτικές παραλίες να περιλαμβάνονται σε αυτό.

Το ζήτημα είναι ότι οι παραπάνω εκτάσεις, τα δάση που με περίεργο, μη διαφανή ή χαριστικό τρόπο αποκτήθηκαν από τους βασιλείς, ο ελληνικός λαός τα πλήρωσε για να περιέλθουν στην κυριότητά του, μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το 2002, που δικαίωσε τον Γλύξμπουργκ. Αυτός προσέφυγε εκεί για ν’ αποζημιωθεί για τη «δέσμευση της περιουσίας του από το ελληνικό κράτος», το οποίο τη δέσμευσε ως δημόσια, και δικαιώθηκε αποζημιωνόμενος με το σημαντικό ποσό των 4,6 δισ. δρχ (ο Γλύξμπουργκ βέβαια ζητούσε 168 δισ. δρχ!) Ήταν και τούτο μια (ακόμη) θλιβερή συνέπεια της βασιλείας: να πληρώνεις για τα δάση σου, για τον εθνικό, το φυσικό σου πλούτο!..

Τα στελέχη του Βασιλικού Κτήματος Τατοΐου το 1929 μπροστά από το Διευθυντήριο του Κτήματος. Στην πρώτη σειρά, δεύτερος από αριστερά, ο δασολόγος Βασίλειος Δρούβας, διευθυντής του Κτήματος (πηγή: Σταματόπουλος Κώστας, «Το χρονικό του Τατοΐου», εκδόσεις Καπόν, Αθήνα 2004).

Και… εγεννήθη η δασική υπηρεσία

Με το δασικό νόμο ΧΙΓ του 1877 (ΦΕΚ 37/1877) «Περί τροποποιήσεως των περί διοικήσεως των δασών διατάξεων», οργανώνεται η δασική διοίκηση. Αυτή ασκείται από τη χωροφυλακή, ενώ συγκρότηση αυτόνομης δασικής υπηρεσίας δεν προβλέπεται. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου, κάθε νομός αποτελεί δασαρχείο και 42 από τις (κατονομαζόμενες στο άρθρο 2) επαρχίες της χώρας αποτελούν δασονομεία. Επικεφαλής του δασαρχείου ορίζεται ο μοίραρχος του νομού, ενώ του δασονομείου ο οικείος υπομοίραρχος. Τα καθήκοντα της δασοφυλακής ασκούνται από την οικεία χωροφυλακή. Η δε έκδοση αδειών υλοτομίας ανατίθεται στους κατά τα δασονομεία οικείους οικονομικούς εφόρους. Με τη διάταξη του άρθρου 10 του νόμου ορίζεται ο αριθμός των χωροφυλάκων με δασονομικά καθήκοντα σε 190 άνδρες, που αυξάνονται σε 300 κατά τη θερινή περίοδο και (σύμφωνα με το άρθρο 11), πειθαρχικά υπαγομένων στον υπουργό των Στρατιωτικών. Επίσης, με το άρθρο 13  του νόμου καθορίζεται η τοποθέτηση δύο Επιθεωρητών με ανακριτική εξουσία, καθώς και ενός ετέρου στο Υπουργείο Οικονομικών για τον οικονομικό έλεγχο των δασονομικών υπηρεσιών. Εκ του νόμου τούτου διαπιστώνεται ότι η οργάνωση της δασικής διοίκησης συγκροτείται από τη συλλειτουργία έτερων υπηρεσιών, αστυνομικών και οικονομικών, χωρίς αποκλειστικό ρόλο και χωρίς την κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού, με αρμοδιότητες όχι ξεκάθαρες και αλληλεπικαλυπτόμενες. Υπάλληλοι μη σχετικοί με το δάσος κλήθηκαν να το προστατεύσουν!

Με επόμενο νόμο, τον ΒΡΞΒ του 1893 (Κεφάλαιο Β΄), συγκροτείται Υπηρεσία Δασών, αποτελούσα Τμήμα στο Υπουργείο Οικονομικών. Για πρώτη φορά ετεροπροσδιορίζεται η δασική υπηρεσία, έχοντας αυτόνομο ρόλο· αν και υποβαθμισμένη ακόμη (ως Τμήμα) και θεωρούμενη οικονομική υπηρεσία κι όχι γεωτεχνική, ως υπηρεσία δηλαδή φύλαξης της δημόσιας περιουσίας κι εσόδων, και όχι άυλων προσφορών. Επιπλέον, με την εν λόγω συγκρότηση, παρά το γεγονός ότι συστήνεται δασική υπηρεσία με δική της διοικητική δομή, εντούτοις η εξωτερική υπηρεσία εξακολουθεί ν’ ασκείται από άλλες υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, στην Υπηρεσία Δασών προΐσταται τμηματάρχης και αποτελείται από τον δασονομικό γραμματέα, 2 δασονομικούς γραφείς, τον δασονομικό γεωμέτρη, τον δασονομικό σχεδιαστή, 4 επιθεωρητές δασών, 20 δασάρχες Α΄, Β΄ και Γ΄ τάξεως (που με το άρθρο 1 του νόμου ΒΥΞΒ/1897 έγιναν 30), καθώς και 52 αρχιφύλακες και 298 δασοφύλακες. Δασάρχης Γ΄ τοποθετείται ο πτυχιούχος ημεδαπής δασολογικής σχολής (τούτο παρά το γεγονός ότι δασολογική σχολή δεν υφίστατο ακόμη στην Ελλάδα!) ή αλλοδαπής δασολογικής σχολής (όπως είναι φυσικό, λόγω της μη ύπαρξης δασολογικής σχολής στην Ελλάδα, οι δασάρχες προήρχοντο από δασολογικές σχολές της αλλοδαπής, και λόγω του μη ενδιαφέροντος για σπουδή της δασολογίας από Έλληνες στο εξωτερικό, οι θέσεις δεν καλύφθηκαν).

Ο Κορσικιανής καταγωγής δασολόγος Ευγένιος Οριγώνης, σπούδασε δασολογία στη Γερμανία και εισήλθε στη δασική διοίκηση το 1847, όταν ακόμη αυτή δεν ήταν συγκροτημένη ως δασική υπηρεσία, ασκών καθήκοντα Επιθεωρητού Δασών (στη φωτογραφία με τη στρατιωτική στολή του Δασικού Επιθεωρητού).

Κείνο που εκπλήσσει στις παραπάνω διατάξεις είναι η αυστηρότητα που αντιμετωπιζόταν ο δασάρχης, αφού μετά εξάμηνο θητεία έπρεπε να περάσει από πρακτικές εξετάσεις για να συνεχίσει ν’ ασκεί τα καθήκοντά του, ενώπιον επιτροπής αποτελούμενης από πανεπιστημιακούς (συμμετέχοντος μάλιστα του Διευθυντού του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου) και από ανώτερους υπαλλήλους της διοίκησης, με πρόεδρο αυτής τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών. Σε σχετικά δημοσιεύματα της εποχής, που αναφερόταν στη συζήτηση στη Βουλή για τις διατάξεις του νόμου, δικαιολογείτο τοιούτη η αυστηρότητα με το σκεπτικό ότι πρέπει να ελέγχεται η ικανότητα, η γνώση και το ήθος του δασάρχη στην άσκηση των καθηκόντων του, καθότι καλείτο να προστατεύσει φυσικό αγαθό και δημόσια περιουσία, και τούτο αποτελούσε ύψιστο καθήκον.

Ακολούθως, μετά από τριετή θητεία σε κάθε βαθμό, ο δασάρχης προάγονταν διαδοχικά σε Δασάρχη Β΄ και Γ΄ τάξεως, και εν συνεχεία σε Επιθεωρητή Β΄ τάξεως, ενώ μετά από διετή θητεία σε αυτό το βαθμό προάγονταν σε Επιθεωρητή Α΄ τάξεως. Τμηματάρχης διορίζονταν ο Επιθεωρητής Α΄ τάξεως με διετή θητεία σε αυτό το βαθμό και έχων συμπληρωμένη 30ετή δασονομική υπηρεσία. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 6 του νόμου, ως δασονομικός γεωμέτρης και σχεδιαστής διορίζονταν ο κατέχων πτυχίο γεωμέτρη ή εργοδηγού, ή πτυχίο αρχιτέκτονα, ή (όπως συνεπληρώθη η παρούσα διάταξη με το άρθρο 3 του νόμου ΒΣΒ/1893) και πτυχίο πολιτικού μηχανικού. Η πρόσληψη αυτών γινόταν αφού επιτύγχαναν σε σχετικό διαγωνισμό που διεξαγόταν στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Επίσης, η πρόσληψη του δασονομικού γραμματέα, καθώς και των δασονομικών γραφέων γινόταν κατόπιν διαγωνισμού, εχόντων αυτοί τα σχετικά πτυχία. Διαπιστώνουμε εκ τούτων το υψηλό επιστημονικό επίπεδο, επάρκεια και κατάρτιση, που απαιτούνταν να έχουν τα στελέχη στη νεοσύστατη Υπηρεσία Δασών, κάτι που δείχνει τη βούληση του νομοθέτη για τη συγκρότηση μιας υπηρεσίας με υψηλά standards –άλλο αν στην πράξη ο ρόλος της δασικής υπηρεσίας δεν αξιολογήθηκε στο βαθμό που, τουλάχιστον με τη συγκρότησή της τής αποδόθηκε, και στελεχιακά, καθώς και υπηρεσιακά, υποβαθμίστηκε!

Σ’ ότι τέλος αφορά στο ζήτημα της αστυνόμευσης και της φύλαξης του δασικού χώρου, αυτό παρέμεινε κατ’ ουσίαν στην αρμοδιότητα της χωροφυλακής, αφού οι υπαγόμενοι στην Υπηρεσία Δασών αρχιφύλακες ήταν υπαξιωματικοί της χωροφυλακής («προτιμωμένων των ενωμοταρχών») –αυτοί ονομάζονταν «αξιωματικοί δασάρχες»–, ενώ δασοφύλακες ήταν οι χωροφύλακες μέχρι 35 ετών «γιγνώσκοντες ελευθέραν ανάγνωσιν και γραφήν και τας τέσσερας πράξεις της αριθμητικής…» (άρθρο 7 του νόμου). Προτιμούνταν δε οι οικειοθελώς προσφερόμενοι. Η τοποθέτησή τους γινόταν με απόφαση του υπουργού των Οικονομικών, στον οποίο υπήγετο η νεοσύστατη Υπηρεσία Δασών (κι όχι των Στρατιωτικών). Αυτοί ασκούσαν καθήκοντα στη δασική υπηρεσία τοποθετούμενοι στην πλησιέστερη Μοιραρχία, υπαγόμενοι όμως στους στρατιωτικούς νόμους και κανονισμούς, ενώ η απόσπασή τους στη δασική υπηρεσία δεν αλλοίωνε «την εν στρατώ θέσιν αυτών». Μετά την παραπάνω διευθέτηση, απαλλάσσονταν οι λοιποί οπλίτες της χωροφυλακής της δασονομικής υπηρεσίας, ασκούντες αυτήν μόνον οι «διορισθέντες» (κατά το ορθότερον, οι αποσπασθέντες) στην Υπηρεσία Δασών.

7

Σύμφωνα με τον Πάνο Γρίσπο στη «Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος» (έκδοση Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας-Τομεύς Γεωργίας, Αθήναι 1973), «η πραγματικότης είναι ότι δεν υπήρχε δασική υπηρεσία. Διότι το εν Υπουργείω Οικονομικών λεγόμενον Τμήμα Δασών ήτο ανύπαρκτον. Απλώς εις το Υπουργείον ήδρευεν ο Παναγής Βαλσαμάκης, φέρων τον βαθμόν του Τμηματάρχου και εκτελών χρέη εισηγητού του Υπουργείου. Οργανική θέσις δεν υπήρχε, μόλις δε το 1893 διά του ν. ΒΡΞΒ συνεστήθη Τμήμα Δασών και απέκτησεν η Δασικήν Υπηρεσίαν κεντρικήν υπηρεσίαν» (σελ. 224 της πηγής).

Αργότερα, με τη  σύσταση του Υπουργείου Γεωργίας, διά του από 14 Ιουνίου 1917 Νομοθετικού Διατάγματος της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου, το οποίο κυρώθηκε με το νόμο 853/1917 (ΦΕΚ 193/1917), δημιουργείται στο υπουργείο αυτό η Διεύθυνση Δασών, με τρία Τμήματα, το Α΄ Δασικόν, το Β΄ Δασικόν και το Τεχνικόν,  κι έτσι η δασική υπηρεσία αποκτά άλλη υπόσταση και δομή, σε σχέση με την προηγούμενη συγκρότησή της, ως πολιτική υπηρεσία πλέον, προστασίας και διαχείρισης του ελληνικού δασικού και υπαιθρίου χώρου. Με τις διατάξεις δε του νόμου 4173/1929, διοργανώθηκε αυτή με τη σημερινή περίπου μορφή της, δηλαδή με σύσταση Δασαρχείων, Δασονομείων και Επιθεωρήσεων Δασών.

33

Η έλλειψη δασολόγων – 
Η δασική εκπαίδευση

Μόλις τέσσερα χρόνια μετά το νόμο ΒΡΞΒ/1893, με τον οποίο συγκροτήθηκε η Υπηρεσία Δασών, αναγνωρίζοντας η πολιτεία την αδυναμία στελέχωσής της με επιστήμονες δασολόγους, λόγω μη ύπαρξης τέτοιων γηγενών, αναγκάζεται να στείλει έξι υποτρόφους στην Ευρώπη «προς σπουδήν της δασολογίας». Αυτό το θεσμοθετεί με το άρθρο 2 του νόμου ΒΥΞΒ/1897 (ΦΕΚ 7/1897), όπου προβλέπεται ότι οι υπότροφοι θα επιλεγούν κατόπιν διαγωνισμού και θα είναι απόφοιτοι της σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με γνώση της ξένης γλώσσας της χώρας όπου θα σπουδάσουν, ή (να είναι) διδάκτορες των φυσικομαθηματικών επιστημών. Λόγω δε της έλλειψης δασολόγων για την πλήρωση των θέσεων Δασαρχών Α΄, Β΄, και Γ΄ τάξεως, και μέχρι να διορισθούν αυτοί, τα καθήκοντά τους ασκούν οι αξιωματικοί δασάρχες της χωροφυλακής, κι αντίστοιχα τα καθήκοντα των Επιθεωρητών οι Δασάρχες οποιασδήποτε τάξεως, που ιεραρχικά είναι διαθέσιμοι, και ελλείψει τέτοιων, τα σχετικά καθήκοντα ασκούν οι χωροφύλακες δασάρχες (άρθρα 3 και 4 του παραπάνω νόμου). Ενώ, με το άρθρο 75 του νόμου ΓΡΞΕ του 1906, ελλείψει δασαρχών οποιονδήποτε βαθμίδων, τα καθήκοντά τους ασκούν οι αστυνομικοί διευθυντές ή υποδιευθυντές. Διαπιστώνουμε δηλαδή ότι, ήδη τέσσερα χρόνια μετά τη συγκρότηση της Υπηρεσίας Δασών –πολύ δε περισσότερο λίγο αργότερα–, αυτή απομειώνεται ως προς την άσκηση των καθηκόντων της, και γενικότερα ως προς το ρόλο της, λόγω της έλλειψης των, με κατάλληλα προσόντα, στελεχών επιστημονικού επιπέδου!

Αργότερα, με το νόμο ΓΚΖ/1911, μπορούσε η ελληνική πολιτεία να μετακαλεί αλλοδαπούς δασολόγους για την επιμόρφωση των στελεχών της ελληνικής δασικής διοίκησης και για την οργάνωσή της, ενώ με το νόμο ΔΡς/1912 στέλνονται εκ νέου ανά τριετία και για ένα έτος υπότροφοι δασολόγοι στην Εσπερία, συγκροτώντας δασική αποστολή με επικεφαλής Υπουργικό Γραμματέα, γνώστη της γαλλικής και γερμανικής γλώσσας και κατέχων πτυχίο Νομικής, για υποχρεωτική δασική επιμόρφωση (άρθρα 3 και 4 του νόμου). Οι αρνούμενοι ή αδυνατούντες να το πράξουν αυτό απολύονται! (άρθρο 3 του νόμου). Επιπλέον, και σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου 683/1915 και του Βασιλικού Διατάγματος της 12ης Αυγούστου 1913, στέλνονται ως υπότροφοι της δασολογίας στις Αυστριακές Ανώτερες Σχολές Δασολογίας απόφοιτοι των Ελληνικών Γυμνασίων ή του εν Αθήναις Πρακτικού Λυκείου.

Σχετικές διατάξεις περί αποστολής υποτρόφων δασολόγων στην Εσπερία και μετάκλησης αλλοδαπών δασολόγων στη χώρα μας περιέλαβε και ο νόμος 213/1914, που ήταν οι τελευταίες τέτοιες, αφού κατόπιν η ελληνική πολιτεία θέλησε να βάλει τέλος σε αυτή την πρακτική ιδρύοντας δασολογική σχολή. Και τούτο διότι συνειδητοποίησε την αδυναμία συνέχισης της όλης κατάστασης, και το αδιανόητο αυτής, ν’ αναγκάζεται να στέλνει υπότροφους δασολόγους στην Ευρώπη ή να μετακαλεί αλλοδαπούς, ενώ μπορεί η ίδια να εκπαιδεύσει δασολόγους. Ιδρύει έτσι –επιτέλους!– στην Αθήνα την Ανωτέρα Σχολή Δασολογίας, με το Βασιλικό Διάταγμα της 12ης Αυγούστου 1913 (Κεφάλαιο Β΄). Έτσι, σιγά-σιγά, πήρε τέλος η ασύμφορη οικονομικά και διοικητικά κατάσταση με τους υποτρόφους δασολόγους του εξωτερικού και μπόρεσε η δασική υπηρεσία να δημιουργήσει το δικό της status στη διοίκηση των ελληνικών δασών, έχοντας επιστημονική κατάρτιση, επάρκεια και πληρότητα.

Σπουδαστές της Δασικής Ακαδημίας του Tharandt στη Σαξωνία το 1904. Εκεί κατευθύνθηκαν πολλοί Έλληνες υπότροφοι της δασολογίας.

Πρέπει εν προκειμένω να σταθούμε στο γεγονός ότι οι απόφοιτοι των ευρωπαϊκών δασικών σχολών, δε γινόταν de facto δεκτοί στην ελληνική δημόσια διοίκηση, αλλά υποβάλλονταν σε εξετάσεις μέσω διαγωνισμού προκειμένου να διορισθούν. Με τον τρόπο αυτό κρινόταν ως προς την επάρκεια των γνώσεών τους και ως προς την ικανότητά τους να εισαχθούν στη δασική διοίκηση, μέσα από ένα –φαινομενικά τουλάχιστον– αντικειμενικό σύστημα επιλογής. Βλέπουμε δηλαδή πως, για την ελληνική πολιτεία το αποκτημένο στην Εσπερία πτυχίο δεν ήταν ικανό από μόνο του να κατοχυρώσει γνώση και ικανότητα στον κάτοχό του, στο προοριζόμενο από το πτυχίο έργο, αλλά έπρεπε ν’ αποδειχθεί η επάρκεια και η ικανότητα του υποψηφίου με την εξέτασή του.

Οι εξετάσεις αυτές ήταν απαιτητικές κι επίπονες, όπως διηγείται σχετικά κι ένας εκ των διαγωνιζομένων, ο εμβληματικός δασολόγος Αναστάσιος Στεφάνου («έπρεπε να έχεις πολύ καλό επίπεδο γνώσης, για ν’ ανταπεξέλθεις», έλεγε), και αρκετοί εκ των συμμετεχόντων απορρίπτονταν. Την επιτροπή κρίσης του διαγωνισμού, που τη συγκρότησή της αποφάσιζε ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, αποτελούσαν τρεις ανώτεροι υπάλληλοι του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και δύο Επιθεωρητές Δασών. Οι εξετάσεις ήταν γραπτές και προφορικές. Οι γραπτές, κοινές για όλους τους υποψήφιους, αφορούσαν στ’ αντικείμενα της δασοκομίας, της υλοχρηστικής, της υλωρικής, της δασικής κλιματολογίας και της δασικής εδαφολογίας. Ενώ οι προφορικές εξετάσεις αφορούσαν σε όλα τ’ αντικείμενα της δασολογίας, και κάθε υποψήφιος εξετάζονταν κατά μόνας επί 20 λεπτά της ώρας με μέλος της επιτροπής, το οποίο είχε αναλάβει εκ των προτέρων συγκεκριμένα αντικείμενα εξέτασης, μετά από συμφωνία με τ’ άλλα μέλη. Όλα τα παραπάνω προβλεπόταν στο Βασιλικό Διάταγμα της 31ης Ιανουαρίου 1915 «Περί των υπό του νόμου 559 της 31ης Δεκεμβρίου 1914 προβλεπομένων εξετάσεων διά τον διορισμόν εις την δασικήν υπηρεσίαν τελειοφοίτων ανωτέρων ευρωπαϊκών δασικών σχολών».

Χρειάσθηκε δε να φτάσουμε στο έτος 1911, όπου με  το νόμο ΓΩΙΘ «Περί του κατωτέρου προσωπικού της υπηρεσίας δασών» ν’ απαγκιστρωθεί η Υπηρεσία Δασών από τη χωροφυλακή, με τη δημιουργία Πρότυπων Δασαρχείων και του Δασοκομικού Τμήματος του Γεωργικού Σταθμού Βυτίνης, όπου εκεί εκπαιδεύεται το κατώτερο προσωπικό της δασικής υπηρεσίας (αρχιφύλακες και δασοφύλακες), το οποίο τη στελεχώνει στις περιφέρειες της χώρας, έχοντας καθήκοντα αστυνόμευσης και φύλαξης του δασικού χώρου. Σε αυτούς, σύμφωνα με το νόμο ΓΠΟΕ/1911 (άρθρον μόνον) χορηγείται οπλισμός και μηνιαίο επίδομα για ιματισμό.

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

________________________________________________________________________________________________________

Το Δάσος στο δίκαιό του (2°) 

Μια επιλογή δασικών διατάξεων, ένα απάνθισμα πολιτικών (2ο από το 4ο)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου »»
________________________________________________________________________________________________________

Το Δάσος στο δίκαιό του (3°)

Μια επιλογή δασικών διατάξεων, ένα απάνθισμα πολιτικών (3ο από το 4ο)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου »»

________________________________________________________________________________________________________

Το Δάσος στο δίκαιό του (4°)

Μια επιλογή δασικών διατάξεων, ένα απάνθισμα πολιτικών (4ο από το 4ο)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου »»

dasika xronika copy

Advertisements