Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ (Α΄)… Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ (Β΄)…ΕΝΑ ΣΤΑ ΤΡΙΑ ΔΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΑ??? ΔΑΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ …Ν Ο Μ Ο Σ 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και των …] Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ∆ΑΣΩΝ…ν. 3208/2003 – Περιβαλλοντική Πολιτική…»Προστασία των δασικών οικοσυστημάτων …

Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ (Α΄)

idioktisia


«-Τι χρειαζόμαστε το μάθημα αυτό;
-Για να μετρούμε τη γη.
-Μα την κάθε γη;
-Βεβαιότατα.
-Ε, τότε θαυμάσια, αξίζει να μάθει κανείς γεωμετρία,
αφού όλος ο κόσμος χρειάζεται μοιρασιά».

(«Νεφέλες», Αριστοφάνης)

Η γαιοκτησία στη χώρα μας υπήρξε μια άβυσσος κλονισμού και συμβατικότητας· εν επακολούθημα της διαμορφωθείσης γεωμέτρησης και ιδιόκτησης του ελληνικού χώρου, μα και το αποδέλοιπο λίθινων καιρών. Η ελληνική γη μοιράστηκε πριν καν θεωρηθεί, και το ελληνικό κράτος έστρεξε κι επαύξησε ωσά κεραστής της γης του. Οι προθέσεις γίνηκαν συναινέσεις κι εχάθη γη πολύτιμη, εθνική, η οποία αποδόθη αντίς να κρατηθεί, διότι τούτο απαιτούσαν οι Συνθήκες κι όχι οι συνθήκες της ζωής, και το διαμόρφωσαν οι εν συνεχεία στη χώρα μας καταστάσεις. Γαιοκτήμονες αίφνης ανεφάνησαν, σε μια χώρα με άγνωστο τέτοιο παρελθόν, και δάση αποτέλεσαν αντικείμενο συναλλαγής, ώσπου στο τέλος, πολλά από αυτά, αναθεωρήθηκαν και διαγράφηκαν από τέτοια, αφού προορίστηκαν για έτερους σκοπούς, ασύμβατους με το δασοπονικό. Έχει βάθος η ιστορία της γαιοκτησίας στη χώρα μας, άραχλη θα τη λέγαμε και με πολύ θρασίμι στην πορεία της, που άγνωρη αφέθηκε για να μην εγνωστεί και αναθεωρηθεί από τον ανυποψίαστο λαό, έτσι που σήμερα, συντελεσμένη πια, να τη θεωρούμε στη διαμόρφωσή της. Η ιδιοκτησία στα δάση, αν και ξέχωρη της λοιπής γαιοκτησίας λόγω της ιδιαιτερότητάς της, ακολούθησε εντούτοις −στο βαθμό που προσπαθήθηκε− την πορεία της κι ερίχθη στο ίδιο χαντάκι της κοινής ροής στην ιδιωτικοποίηση, έχοντας ξαστοχαστεί από το δημόσιο σκοπό της ως κοινόχρηστο πράγμα −«όμορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος», όπως έλεγε με βαθύ σαρκασμό ο Διονύσιος Σολωμός («Εις Φραγκίσκα Φράϊζερ»), στο με νόημα και διαχρονικό του στίχο. Ας τα δούμε αυτά, κάμοντας την αποτίμησή τους.

1

Μεγάλη ή μικρή η γαιοκτησία στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα, κατά κανόνα δεν είχαμε μεγάλη ιδιοκτησία γης, γενικώς υπήρξαν μικροί κλήροι –εξαίρεση αποτέλεσαν οι μεγάλες γαιοκτησίες που διαμορφώθηκαν στην Παλαιά Ελλάδα, με τον τον τρόπο που θα δούμε παρακάτω, καθώς και τα τσιφλίκια της Θεσσαλίας, όπου 250 τσιφλικούχοι διαφέντευαν τη γη, όπως και της Μακεδονίας και της Ηπείρου, που κι αυτά αφομοιώθηκαν σε μικρότερους κλήρους με τις απαλλοτριώσεις που συντελέστηκαν υπέρ κληρούχων, κυρίως με την αγροτική μεταρρύθμιση του Ελευθέριου Βενιζέλου την περίοδο 1910-1920. Τούτο το γεγονός, η ύπαρξη δηλαδή μικρού κλήρου, θεωρήθηκε κατά τους ιστορικούς αναλυτές ως ένας από τους λόγους της οικονομικής υστέρησης της χώρας μας και της μη ανάπτυξής της, εξαιτίας της μη συγκέντρωσης κεφαλαίων από την εκμετάλλευση της γης, ώστε αυτά να επενδυθούν σε άλλους κρίσιμους οικονομικούς τομείς, που αποφέρουν μεγάλα έσοδα, όπως στη βιομηχανία (μάλιστα, τούτο υποστηρίζεται −και διδάσκεται στα ελληνόπουλα!− και στο σχολικό βιβλίο της «Πολιτικής Παιδείας», της Α΄ Λυκείου, του σχολικού έτους 2014-2015, σελ. 26). Προχωρώντας πιο βαθιά, μια τέτοια θέση εδράζεται στη λογική της εκμετάλλευσης του μικροαγρότη από το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο τον θέλει εγκλωβισμένο στην αυτάρκειά του, ούτως ώστε να εκμεταλλεύεται την εργασία του και την παραγωγή του. Με τον τρόπο αυτό ο μικροαγρότης, ο κάτοχος της μικρής οικογενειακής μονάδας γης, δεν εξελίσσεται και δε συνεισφέρει στην οικονομία διότι βρίσκεται δεσμευμένος στην ανάγκη της επιβίωσής του, ενώ αντίθετα ο καπιταλιστής πλουταίνει −έχοντας πριν, διατηρουμένης αυτής της κατάστασης, εξαφανίσει τον «αντίπαλό του» μεγαλοϊδιοκτήτη γης−, εκμεταλλευόμενος τις συμπιεσμένες τιμές των αγροτικών προϊόντων και πουλώντας την υποδομή της αγροτικής παραγωγής, αποθησαυρίζοντας έτσι, παρά επενδύοντας −και συνεπώς, μη συνεισφέροντας στην εθνική οικονομία.

Η θέση αυτή μάς βρίσκει αντίθετους, κατά πρώτον ως προς την οικονομική θεώρησή της, αφού η ανάπτυξη τομέων της οικονομίας απορρέει από μια κεντρική πολιτική, η οποία οφείλει να καθορίσει τις επιμέρους πολιτικές στα πλαίσια της συνύπαρξης και του συγκερασμού των οικονομικών δραστηριοτήτων, κι όχι της απόρριψης των μεν υπέρ των δε, προστατεύοντας μάλιστα, με τις κατάλληλες πολιτικές, τον μικροϊδιοκτήτη γης από το σύστημα της αγοράς, που εκμεταλλεύεται αυτόν. Κατά δεύτερον, κατά την πολιτική θεώρηση του ζητήματος, μια τέτοια θέση οδηγεί σε συγκέντρωση κεφαλαίων και σε πλουτισμό ολίγων μεγαλοϊδιοκτητών γης, οι οποίοι μετατρέπονται σε οικονομικούς επενδυτές, ενώ αποστερεί από τους καλλιεργητές την ελευθερία στην εργασία και το δικαίωμα να εκτεθούν και ν’ αυτοδιατεθούν, που θα είχαν με την ελεύθερη και μη δουλική χρήση της γης τους, καθότι αυτοί, υπηρετώντας την εργοδοτική εργασία και όχι τη δική τους, μετατρέπονται σε εργάτες στη μεγαλοϊδιοκτησία ή γίνονται βιομηχανικοί εργάτες ή υπάλληλοι. Το ζήτημα είναι ν’ απεγκλωβιστούν από τη λογική της αυτάρκειας, που τους οδηγεί στην εκμετάλλευσή τους από την αγορά, επεκτεινόμενοι σε επιχειρηματικές λογικές σ’ ότι αφορά στην εμπορία και διακίνηση των προϊόντων τους.

Η μεγαλοϊδιοκτησία γης λοιπόν, δεν ενθαρρύνθηκε στην Ελλάδα και δεν προωθήθηκε πολιτικά, κάτι που στην υπόλοιπη Ευρώπη αποτελούσε θεσμική κατάσταση, με τους φεουδάρχες να ορίζουν τη γη −ο φεουδαλισμός ως σύστημα καθιερώθηκε το 490 με γραπτούς νόμους στη Γαλλία, με την επικράτηση των Φράγκων, μετά την κατάλυση του προηγούμενου λαϊκού κοινοκτητικού συστήματος γαιών. Η μεταφορά του φεουδαλικού συστήματος στην Ελλάδα έγινε μετά το 1204, όταν οι ευρωπαίοι σταυροφόροι φεουδάρχες κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη και κατέλυσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Διατηρήθηκε μέχρι το 1453 που έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, οι οποίοι διέλυσαν τα φέουδα, αλλά τα αντικατέστησαν από τα τιμάρια και δημιούργησαν τα πασαλίκια.

Οι βάσεις για τη μη ενθάρρυνση της μεγάλης γαιοκτησίας στην Ελλάδα τέθηκαν με την εισαγωγή στο νέο ελληνικό κράτος του ρωσο-γερμανικού νομικού πλαισίου στις σχέσεις της γης, αρχικώς επί Καποδίστρια και εν συνεχεία από τους Βαυαρούς, όπου το κράτος γίνεται κύριος της γης που δε διεκδικείται. Ο Καποδίστριας, που πρώτος κυβέρνησε την Ελλάδα, δεν πρόλαβε να διαμορφώσει πολιτική γύρω από το εν λόγω ζήτημα με αντίστοιχη νομοθέτηση (σε αντίθεση με τους Βαυαρούς που νομοθέτησαν), λόγω της δολοφονίας του. Όμως αυτός, στο πρώιμο εκείνο στάδιο, κάλεσε Έλληνες μεγαλοκεφαλαιούχους του εξωτερικού ν’ αγοράσουν τη γη των αποχωρησάντων Οθωμανών, αφού δε μπορούσε να την αγοράσει το κράτος και να την κάμει εθνική, ενώ διαμοίρασε και εθνική γη προνομιακά σε κάποιους οπλαρχηγούς (τιμής ένεκεν!), κατηγορούμενος για τούτο, ότι δηλαδή έδειξε εύνοια στους οπλαρχηγούς έναντι των απλών κι άδολων αγωνιστών! Ο Καποδίστριας, παρά την προσπάθειά του ώστε οι εκτάσεις των αποχωρησάντων Οθωμανών να μην περιέλθουν σε ξένα χέρια −προσπάθησε μάλιστα να λάβει η ελληνική κυβέρνηση δάνειο από το εξωτερικό ύψους 300.000 σκούδων, για την αγορά των τουρκικών κτημάτων στην Αττική, απευθυνόμενος στις Μεγάλες Δυνάμεις, κάτι που δεν επιτεύχθηκε−, εντούτοις ανέχθηκε τις μεταβιβάσεις σημαντικών εκτάσεων στην Αττική σε ξένους κεφαλαιούχους, όπως στον Άγγλο ιστορικό Τζωρτζ Φίνλεϋ ή στη Δούκισσα της Πλακεντίας, όπως και στην Εύβοια στον Έντουαρντ Νόελ Μπέκερ, συγγενή του Λόρδου Βύρωνα.

Ο Κυβερνήτης συνέστησε τριμελή Επιτροπή επί των εκποιήσεων, με έργο να ελέγχουν αυτές και να εισηγούνται την επικύρωση των πωλητηρίων. Ο υπεύθυνος όμως της ελληνικής πλευράς για τις επικυρώσεις γερουσιαστής από το Άργος Δημήτριος Περρούκας παραιτήθηκε της αποστολής του (αν και επίσημα δεν τέθηκε ως παραίτηση, αλλά ως αποχώρηση), θέτοντας αρχικώς ζήτημα πλήρους ανυπαρξίας δικαιωμάτων των Τούρκων στην Αττική, αφού την είχαν εγκαταλείψει ήδη από το 1822 και συνεπώς το 1830, που ορίζονταν από το Πρωτόκολλο της 3ης/15ης Φεβρουαρίου 1830 ως χρόνος κατοχής της γης, δεν υπήρχε ιδιοκτησία, και ακολούθως θέτοντας ζήτημα κυριότητας στα δάση, στις χορτολιβαδικές και ελώδεις εκτάσεις, αφού τέτοιο δικαίωμα δεν απέρρεε από το οθωμανικό δίκαιο −ο ρόλος του Περρούκα ήταν να επικυρώνει τα πωλητήρια που εξέδιδε ο Χατζή Ισμαήλ μπέης (ο εκπρόσωπος από την τουρκική πλευρά), μετά από εισήγηση της Ειδικής Επιτροπής που συνεστήθη από τον Καποδίστρια για το σκοπό αυτό. Εάν εφαρμοζόταν αυτό που υποστήριζε ο Περρούκας, σε σχέση με την πλήρη ανυπαρξία δικαιωμάτων των Οθωμανών στην Αττική, θα σταματούσαν οι αγοραπωλησίες και τότε δε θα περιέρχονταν η Αττική στο ελληνικό κράτος, λόγω της μη συντέλεσης του επιβαλλόμενου όρου από τη Συνθήκη, της ολοκλήρωσης δηλαδή των αγοραπωλησιών. Για το λόγο τούτο ο Καποδίστριας επέπληξε τον Περρούκα κι αυτός αναγκάστηκε να υπακούσει στις υποδείξεις, εξαιρώντας όμως από τα πωλητήρια τα δάση, τα βουνά και τις μεγάλες ακαλλιέργητες εκτάσεις.

Οι πραγματοποιηθείσες μέχρι την 25η Νοεμβρίου 1830 αγοραπωλησίες στην Αττική,  έφθαναν τις 365 και γι’ αυτές, κατ’ απαίτηση των Οθωμανών πωλητών, είχε καταβληθεί ήδη ολόκληρο το τίμημα από ισχυρούς κεφαλαιούχους, οι οποίοι πίεζαν για την επικύρωσή τους. Όμως, σε καμιά από τις αγοραπωλησίες που πραγματοποιήθηκαν δεν προσεκομίσθησαν πιστοποιητικά ιδιοκτησίας από Οθωμανούς, αφού κατά δήλωσή τους αυτά καταστράφηκαν στην κατάληψη της Ακρόπολης από τους Έλληνες το 1822 (είναι γνωστό ότι οι Τούρκοι κατοικούσαν στο βράχο της Ακρόπολης, όπου είχαν εγκαταστήσει τουρκικό χωριό). Επίσης, δεν προσεκόμισαν ποτέ το τουρκικό κτηματολόγιο, το οποίο επικαλούνταν ως αποδεικτικό στοιχείο της ιδιοκτησίας τους. Για την απόδειξη της ιδιοκτησίας τους χρησιμοποιούσαν μόνο Οθωμανούς μάρτυρες. Σύμφωνα με τον έμπιστο του Καποδίστρια Ελβετό τραπεζίτη Εϋνάρδο, οι Τούρκοι δε θα αποχωρούσαν από την Αττική εάν δεν πωλούσαν πρώτα τις ιδιοκτησίες τους, οι οποίες εμφανίζονταν να είναι τεράστιες, καταλαμβάνοντας σχεδόν όλη την Αττική, για την οποία δεν απέμενε −κατ’ αυτόν− δημόσια γη! Τούτο, κατά τον Σούτσο ήταν υπερβολή, αφού όπως αποδείχτηκε σ’ ένα ποσοστό της αττικής γης αναγνωρίσθηκε ιδιοκτησία (Σούτσος Ι., «Πλουτολογία», Αθήναι 1868, σελ. 35).

Με δεδομένο ότι οι αγοραπωλησίες έπρεπε να ολοκληρωθούν με την επικύρωσή τους, για να γίνει η μετάβαση της Αττικής στο ελληνικό κράτος, επιταχύνθηκε μ’ εντολή του ίδιου του Καποδίστρια το έργο της Επιτροπής, κι αφού αποχώρησε στις 18 Φεβρουαρίου 1831 ο Περρούκας, που φαίνεται ν’ αποτελούσε εμπόδιο στη διαδικασία, αυτές ολοκληρώθηκαν με σχεδόν συνοπτικές διαδικασίες, Έτσι περιήλθε η Αττική κατά το μεγαλύτερο μέρος της στην κυριότητα μεγαλοϊδιοκτητών, εμφανιζόμενοι αυτοί να κατέχουν τίτλους για αγροτικές αλλά και δασικές γαίες −παρά την αρχική ένσταση του Περρούκα−, οι οποίοι αποτέλεσαν τους γαιοκτήμονες της Αττικής γης (ανάλογη κατάσταση διαμορφώθηκε και στην Εύβοια). Η αντικατάσταση του Περρούκα από Επιτροπή γερουσιαστών (Αινιάν, Δημητρακόπουλος, Χαραλάμπης) ήταν το κλειδί που όπως φαίνεται «ξεκλείδωσε» τις αγοραπωλησίες, αφού η επικύρωσή τους πλέον απελευθερώθηκε, με τη συμπερίληψη σε αυτές κάθε δηλωμένης γης, καλλιεργήσιμης και μη! Η δικαιολογία ως προς τη συγκεκριμένη μεθόδευση από μέρους του Κυβερνήτη ήταν ότι έπρεπε να περιέλθουν οι περιοχές αυτές στο ελληνικό κράτος το συντομότερο, καθώς χρόνος ως προς τούτο δεν υπήρχε, αφού προϋπόθεση για τη μετάβασή τους στην ελληνική επικράτεια ήταν να ολοκληρωθούν οι αγοραπωλησίες. Με τον τρόπο αυτό, αν και δεν επιθυμούσε ο Καποδίστριας να δημιουργηθεί μεγάλη γαιοκτησία στην Ελλάδα, και προσπάθησε να το αποτρέψει, εντούτοις ενέδωσε στο καθεστώς που διαμορφώθηκε (που, κατ’ ουσίαν, επιβλήθηκε) και δημιουργήθηκε μεγάλη γαιοκτησία, προκειμένου να περιέλθουν οι περιοχές της χώρας που δεν καταλήφθηκαν δικαιώματι πολέμου από τους Έλληνες στο νέο ελληνικό κράτος. Είναι χαρακτηριστικά ως προς τούτο τα λόγια του Καποδίστρια: «Τα γεγονότα εκείνων των ημερών αρκούσαν για ένα αιώνα»!

Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατούσε σε σχέση με τις μεταβιβάσεις της ελληνικής γης μέσω των αγοραπωλησιών, η οποία γη μετέπτειπτε (ή υπήρχε ο φόβος να μεταπέσει) σε χέρια ξένα, είναι η θέση που πήραν οι εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης στην Επιτροπή επικύρωσης των αγοραπωλησιών για την Αττική και την Εύβοια Ι. Μίσσιος και Κ. Μάνος, στην έκθεση της 29ης Νοεμβρίου 1832, ότι, «αι ελληνικαί γαίαι θέλουν καταντήσει όλαι εις χείρας αλλοεθνών, χωρίς να δυνηθώσιν οι κάτοικοι ν’ αγοράσωσι το παραμικρώτερον και θέλει μείνωσιν ούτω ξένοι εις πατρώαν γην». Ζητούσαν δε, μεταξύ των άλλων, να δοθούν χρηματικά δάνεια στους αγρότες, για ν’ αγοράσουν οι ίδιοι τη γη τους κι έτσι αυτή να μείνει σ’ ελληνικά χέρια. Παρά τη θέση τους αυτή οι παραπάνω κατηγορήθηκαν ότι ενεργούσαν υπέρ της μεγάλης ιδιοκτησίας των Ελλήνων κεφαλαιούχων κι αφήνονται υπόνοιες ότι τούτο γινόταν με τη συναίνεση ή την προτροπή του Κυβερνήτη, για να μην περιέλθει η ελληνική γη σε ξένους.

Αναφέρει σχετικά για τη στάση του Καποδίστρια στο ζήτημα της εθνικής περιουσίας ο ιστορικός Αναστάσιος Τσάλτας: «…τον Απρίλιο του 1828 διάταξε να γίνει απογραφή όλων των κατοίκων της χώρας κατά επάγγελμα, δηλαδή των κτηματιών, των γεωργών, των ποιμένων, των εργατών, των ναυτών, των εμπόρων και παράγγειλε στους κατά τόπους Επιτρόπους της επικρατείας να ερευνήσουν και να εξακριβώσουν τα χτήματα που ανήκουν στο έθνος, τη φύση, την έκταση, την τιμή και τον τρόπο που διατέθηκαν έως τότε από την προηγούμενη κυβέρνηση (κατά κανόνα σε κοτζαμπάσηδες και σε κεφαλαιούχους του εξωτερικού), όσα είχαν διατεθεί, γιατί κανένα σφετερισμό δε θα ανεχόταν η κυβέρνηση από τον αναζωογοννητικό αυτό κλάδο του δημοσίου πλούτου. Η παραγγελία αυτή, που ήταν το πρώτο βήμα του Καποδίστρια για να βρει τρόπο ν’ αποκαταστήσει τους ακτήμονες, προσέκρουσε σε διάφορα συμφέροντα και δεν επιτευχθηκε η εκτέλεσή της» (Τσάλτας Αν., «Το ελληνικό αγροτικό πρόβλημα από την αρχαιότητα έως σήμερα», ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1977, σελ. 55).

Διαπιστώνουμε εκ τούτων ότι, αφενός οι αρχόντοι επί Τουρκοκρατίας, δηλαδή οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες, που αποτέλεσαν μαζί με τους κεφαλαιούχους του εξωτερικού τους πλουτοκράτες τότε στη χώρα μας, είχαν ήδη «βάλει χέρι» στην εθνική γη, ενώ διακρίνουμε και την αγωνία του Κυβερνήτη για τους ακτήμονες Έλληνες, ψάχνοντας τρόπο να τους αποκαταστήσει χωρίς να θιγεί σημαντικά η δημόσια ακίνητη περιουσία. Δεν ήταν ανάλγητος δηλαδή ως προς το λαό, όπως λέγεται, όμως δεν ήθελε να διασκορπίσει την εθνική γη, που αποτελούσε το (μοναδικό) πλούτο της χώρας. Βλέπουμε έτσι να λαμβάνει στοχευμένα μέτρα υπέρ των ακτημόνων, αρχικά αναγνωρίζοντας την ιδιοκτησία των κολλήγων στις οικίες και στις καλύβες όπου κατοικούσαν, καθώς και στο γήπεδο όπου υφίσταντο αυτές οι κατασκευές, ενώ παραχωρήθηκε και σε κάθε ελληνική οικογένεια γη 4.000 φοινίκων, πληρωτέων προς τόκο 4% σε διάστημα 33 ετών, που δε θεωρήθηκε επαρκής και εξακολούθησαν οι γκρίνιες −χωρίς όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο σχετικός εφαρμοστικός νόμος να προωθηθεί λόγω της δολοφονίας του Καποδίστρια.

Εθνική ή ιδιωτική η γαιοκτησία στην Ελλάδα;

Το γεγονός ότι το 74,1% της δασικής ιδιοκτησίας στην Ελλάδα είναι σήμερα δημόσια («Πρώτη Εθνική Απογραφή Δασών», ΓΓΔ&ΦΠ, Υπουργείο Γεωργίας 1992), ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, όπως και το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν καλλιεργήθηκε η ιδέα του γαιοκτημονισμού και δεν υπήρξαν μεγαλοϊδιοκτήτες γης που να κατέχουν δάση και καλλιεργήσιμη γη χιλιάδων στρεμμάτων, όπως συνέβαινε (και συμβαίνει) στη Δυτική Ευρώπη, το οφείλουμε στην εθνικοποίηση της ελληνικής γης που πραγματοποιήθηκε με τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους εν πρώτοις και με την απαλλοτρίωση των δημιουργηθέντων μεγαλοϊδιοκτησιών στη συνέχεια.

Το κράτος δεν εκπλειστηρίασε, ούτε διένειμε εθνική γη και την κράτησε ως εθνικό κεφάλαιο, τα λεγόμενα «εθνικά κτήματα»· και τούτο αποτέλεσε το βασικό παράπονο των αγωνιστών, οι οποίοι ζητούσαν γη για καλλιέργεια, αλλά προκάλεσε και τη μήνη των κεφαλαιούχων, που απέβλεπαν στην εξαγορά της γης για ίδιον όφελος. Τα εθνικά κτήματα υπολογίζονταν σε 6 εκατ. στρέμματα (Σούτσος Ιωάν., «Πλουτολογία», Αθήναι 1868, σελ. 56), και απαιτήθηκε από τους αγωνιστές αυτά να διανεμηθούν καθώς κατά τη στρατολόγησή τους το Μάιο του 1822 τούς είχαν υποσχεθεί ένα στρέμμα γης για κάθε μήνα υπηρεσίας στον ελληνικό στρατό. Είναι χαρακτηριστικό το επεισόδιο μεταξύ Πλαπούτα και Μακρυγιάννη, που το εξιστορεί ο τελευταίος στα «Απομνημονεύματά του», όταν του πήγαν να υπογράψει παραχωρητήριο γης στην Αττική υπέρ του πρώτου, για την προσφορά του στον Αγώνα, και αρνήθηκε να το υπογράψει λέγοντας με τη γνωστή αθυροστομία του: «Πήγαινε ωρέ στη χέστρα, πασάλιψέ το καλά και γύρισέ το πίσω, και πες του ότι εμείς θέλουμε να διώξουμε τον Τούρκο, και όχι να βάλουμε νέους Τούρκους στο κεφάλι μας». Βέβαια, παρά τα όσα έλεγε ο Μακρυγιάννης, που δείχνουν εναρμόνιση με την πολιτική του Καποδίστρια στο ζήτημα των γαιών, να παραμείνει δηλαδή η ελληνική γη ως εθνική, και παρά το συνεχές παράπονό του ότι αδικούνταν σε σχέση με τι πρόσφερε στην Αγώνα και τι πήρε, ο ίδιος θεωρούνταν από τους ευνοημένους των διανομών, αφού πήρε γη όταν άλλοι αποκλείστηκαν.

Παρενέβησαν τότε, ως προς την απαίτηση των αγωνιστών για διανομή της γης, οι ολιγαρχικοί, οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες, οι οποίοι απαίτησαν τη διάθεση των εθνικών κτημάτων με δημοσπρασία, καθότι με τον τρόπο αυτόν η γη θα περιέρχονταν σε αυτούς, που είχαν τα χρήματα για να την αγοράσουν. Η ομάδα των «δημοτικών» όμως, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη αντέδρασε στην εκποίηση της εθνικής γης, γιατί με τον τρόπο αυτό οι απλοί αγωνιστές δε θα έπαιρναν στρέμμα γης, κι έτσι η γη παρέμεινε εθνική δυνάμενη μόνο να μισθωθεί για καλλιέργεια, ούτως ώστε να μπουν στο κρατικό ταμείο χρήματα. Οι μισθώσεις έγιναν από τους προκρίτους και τους κοτζαμπάσηδες, που είχαν την οικονομική δυνατότητα γι’ αυτό, με γαιόμορο 30% και 25% της σοδειάς, και −φυσικά!− περιήλθαν στη συνέχεια στην κυριότητά τους −υπολογίζεται ότι με τον τρόπο αυτό περίπου 10 εκατ. στρ. πέρασαν στα χέρια γαιοκτημόνων, πολύ δηλαδή περισσότερα από τις εθνικές γαίες, που ήταν οι δυνάμενες να καλλιεργηθούν εκτάσεις, κάτι που περίτρανα αποδεικνύει, διατηρούμενου και του σημαντικότερου μέρους των εθνικών γαιών, ότι σε αυτά τα στρέμματα συμπεριελήφθησαν και δασικά εδάφη, τα οποία καταπατήθηκαν και έγιναν μέρος της ακίνητης περιουσίας των κοτζαμπάσηδων-γαιοκτημόνων! Η διατήρηση της γης ως εθνικής «οφέλησε» για το λόγο ότι χρησιμοποιήθηκε ως υποθήκη για τη σύναψη των δύο πρώτων (θαλασσο)δανείων της χώρας. Στην υποθηκευμένη γη των εθνικών κτημάτων περιλαμβανόταν και δάση. Αυτά συνέβησαν πριν την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια, ο οποίος βρήκε υποθηκευμένη εθνική γη για να διαχειριστεί! Έπρεπε και για το λόγο αυτό λοιπόν να κρατήσει τη γη ως εθνική, διότι ήταν δεσμευμένη βάσει των δανείων!

Οι Βαυαροί, χάρη στον εμβριθή νομομαθή Γκέοργκ Μάουρερ (μέλους της Αντιβασιλείας), όχι απλά σεβάστηκαν το καθεστώς της εθνικοποίησης της γης που τους παραδόθηκε, αλλά το εδραίωσαν με ανάλογη νομοθέτηση. Και τούτο, παρά τα κρατούντα στη χώρα τους, τη Βαυαρία, όπου η μεγάλη γαιοκτησία ανήκε σε ευγενείς. Δικαιολογείτο αυτό από το γεγονός ότι στο νέο ελληνικό κράτος (στην Παλαιά Ελλάδα αρχικά, ακολούθησε το ίδιο καθεστώς και επόμενα, για περιοχές που προσαρτούνταν στο ελληνικό κράτος) η γη περιήλθε ως δημόσια, ως αποτέλεσμα της διαδοχής από τον Τούρκο κατακτητή, και δεν αποτελούσε ιδιοκτησία προσώπων, ώστε δικαιωματικά να τους ανήκει –δεν υπήρχε τέτοιο παρελθόν, για να γίνει σεβαστό, λόγω του επί αιώνες Τούρκου κατακτητή, που διαμόρφωσε γαιοκτητικές σχέσεις στον ελληνικό χώρο με βάση το οθωμανικό δίκαιο. Βέβαια, όταν η γη αυτή ανήκε κάπου, δύναντο βάσει των Συνθηκών και του νομικού πλαισίου που ρύθμιζε τις σχέσεις κράτους και πολιτών στα θέματα γης, να τύχει αγοραπωλησιών και γινόταν σεβαστή η ιδιοκτησία (θα δούμε τη διαδικασία παρακάτω). Δεν άφησαν επίσης οι Βαυαροί (όπως εξάλλου και ο Καποδίστριας) το κράτος να διαμορφώσει κάστα ευγενών στην Ελλάδα, μέσω της δημόσιας γαιοκτησίας –δε πώλησαν δηλαδή δημόσια γη σε κεφαλαιούχους, για ν’ αποκομισθούν κρατικά έσοδα–, αλλά κράτησαν τη γη ως βασικό και (όπως δια των χρόνων αποδείχθηκε) ανεκτίμητο περιουσιακό στοιχείο του κράτους –βέβαια, ούτε διαμοίρασαν γη στους αγωνιστές, και τούτο τους έκαμε να στραφούν εναντίον τους (για όλα αυτά βλέπε στο μνημειώδες έργο του Μάουρερ για την Ελλάδα και τους Έλληνες: «Ο ελληνικός λαός», εκδόσεις αφοί Τολίδη, Αθήνα 1976). Όμως, μολαταύτα, γαιοκτήμονες δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα με τις αγοραπωλησίες που συντελέστηκαν και επικυρώθηκαν από το ελληνικό κράτος! Αργότερα, στα 1871, διαμοιράστηκε για πρώτη φορά εθνική μη δασική γη σε καλλιεργητές, ικανοποιώντας το πάγιο αίτημα των άκληρων Ελλήνων ν’ αποκτήσουν γη για βιοπορισμό. Ως δημόσια παρέμειναν και τα δάση της χώρας μέχρι να διαρρυθμιστούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας επί αυτών, που επακολούθησε με σχετική νομοθέτηση.

Λέγει πάνου σε τούτα ο καθηγητής-πανεπιστημιακός Κώστας Βεργόπουλος: «Γενικώς, το ελληνικό κράτος, εθνικοποιώντας τη γη στα 1828, εμφανίζεται ως πρωτοποριακό μεταξύ των σύγχρονων καπιταλιστικών κρατών, επί του θέματος της γαιοκτησίας. Ομοίως, η εν συνεχεία διανομή της εθνικοποιημένης γης στα 1871 (επί Αλέξανδρου Κουμουνδούρου) δεν ήταν παρά μια λογική συνέπεια του ίδιου θεμελιώδους κρατικού προσανατολισμού: η διανομή της γης, κατακερματισμένης σε μικρούς οικογενειακούς κλήρους, δεν ήταν αντίθετη με την προηγηθείσα εθνικοποίηση, αλλά μάλλον μια ρεαλιστική εφαρμογή της ίδιας αρχής. Ο κοινός στόχος και στις δυο περιπτώσεις ήταν να περιοριστεί η μεγάλη γαιοκτησία. Η πρόοδος της μικρής οικογενειακής επιχείρησης, ισοδυναμώντας με μια de facto εθνικοποίηση της γης, είχε ακόμη ως συνέπεια την ευρύτερη εθνικοποίηση της αγροτικής οικονομίας, στο σύνολό της, θεωρούμενης ως όλου. (…) Το ελληνικό κράτος, είτε εθνικοποιώντας τη γη στα 1828, είτε διανέμοντάς την στα 1871, ετήρησε πάντα μια καθαρώς δύσπιστη και εχθρική στάση απέναντι της μεγάλης γαιοκτησίας και του αγροτικού καπιταλισμού εν γένει. Εκ παραλλήλου, το κράτος ευνόησε πάντα την κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, δια μέσου του προνομιούχου χώρου της αγοράς, επί τη βάσει της μικρής οικογενειακής επιχείρησης και ιδιοκτησίας» (Βεργόπουλος Κ., «Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας», εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1975, σελ. 115).

Οι προκύψαντες στη συνέχεια τσιφλικούχοι και μεγαλοϊδιοκτήτες γης (θα δούμε τον τρόπο δημιουργίας τους παρακάτω), έχασαν τα προνόμια στη γη που κατείχαν, όταν το κράτος προχώρησε σε αναγκαστικές απαλλοτριώσεις γι’ αποκαταστάσεις ακτημόνων, κτηνοτρόφων και πολιτών στερουμένων οικίας. Με τον τρόπο αυτό έχασαν μέρος από την οικονομική και την συνακόλουθη πολιτική δύναμή τους, που τους πρόσφερε η μεγάλη ιδιοκτησία που κατείχαν, και αποδυναμώθηκαν −συνεπώς, δεν είχαν μόνο κοινωνικό βάρος οι πολιτικές αυτές, αλλά και οικονομικο-πολιτικό, αφού έτσι «ανακατεύονταν η τράπουλα» των διαχειριστών της εξουσίας στη χώρα και επανακαθορίζονταν οι σχέσεις ως προς αυτήν −μιας εξουσίας που είχε άμεση σχέση με τη γη, αφού η κατοχή της προσέδιδε οικονομική και πολιτική δύναμη στον κύριό της. Πάντως πρέπει να επισημάνουμε ότι οι αποκαταστάσεις δε συντελέστηκαν «αναίμακτα» για τα δάση, αφού μόνο κατά τη γενόμενη αποκατάσταση το 1926 άλλαξαν χρήση περίπου 2 εκατ. στρ. δασών!

Ειδικά για την Αττική όμως, πρέπει να πούμε ότι οι μεγαλοϊδιοκτήτες γης βγήκαν ισχυρά ωφελημένοι από τη διαμορφωθείσα κατάσταση, αφού η μεγάλη γαιοκτησία δε θίχτηκε τόσο από τις απαλλοτριώσεις, λόγω του μη προσανατολισμού της αττικής γης στην αγροτική οικονομία, αλλά και της μεγάλης κάλυψης της Αττικής από δάση (υπολογίζονταν στα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους σε ποσοστό 60% του συνόλου της Αττικής, σύμφωνα με στοιχεία του καθηγητή Πέτρου Κοντού στο σύγγραμμά του «Δασική Πολιτική ιδία εν Ελλάδι μετά στοιχείων Αγροτικής Πολιτικής», που στη συνέχεια, κατά τον δασολόγο Αναστάσιο Στεφάνου, κατήλθαν σε ποσοστό 31% στις αρχές του 20ου αιώνα!). Τα δάση, αν και δε δύναντο ν’ αποτελέσουν αντικείμενο συναλλαγής, μολαταύτα συμπεριελήφθησαν στις μεγάλες γαιοκτησίες. Επόμενα δε, και με δεδομένο ότι τα δάση εξαιρούνταν των απαλλοτριώσεων, απέμειναν ως ιδιοκτησία των μεγαλοϊδιοκτητών.

Λέγει πάνου σε αυτά ο ιστορικός μελετητής του γαιοκτησιακού ζητήματος της Αττικής Θωμάς Δρίκος: «Κατά ένα περίεργο μάλιστα παιχνίδι της ιστορίας, μετά το 1950, τότε που στην Αττική άρχισαν να συγκεντρώνονται τεράστιες μάζες ελληνικού πληθυσμού, η μεγάλη γαιοκτησία του 1830, που είχε σχηματιστεί στα πλαίσια μιας αγροτικής κοινωνίας με βασικό στόχο τη γαιοπρόσοδο από την αγροτική παραγωγή και την κτηνοτροφία, κατόρθωσε και καρπώθηκε μια εκπληκτικά υψηλή γαιοπρόσοδο σαν οικοπεδική αξία πλέον. Για τούτο δεν είναι άμοιρη ευθυνών η άτολμη και δειλή πολιτική του ελληνικού κράτους στο ζήτημα των απαλλοτριώσεων από το 1917 και μετά, αλλά και η σωρηδόν ένταξη περιοχών στο σχέδιο πόλεως μετά το 1950, χωρίς την πρόβλεψη στοιχειώδους αντιπαροχής από μέρους της μεγάλης γαιοκτησίας σε ελεύθερη γη για κοινόχρηστους χώρους. Αλλά αυτά βέβαια είναι για μια άλλα φορά και για μια άλλη ιστορία. Ακόμη και σήμερα, και μάλιστα σήμερα, τα βουνά και τα δάση της Αττικής, η οικοπεδοποίησή τους και οι συχνές καταστροφικές πυρκαγιές, δεν είναι καθόλου άσχετες με τα ιδιωτικά συμφέροντα και δίκαια που προβάλλονται πάνω σε αυτά με την επίκληση των τότε χοτζετιών των Τούρκων αγάδων…» (Δρίκος Θ., «Οι πωλήσεις οθωμανικών ιδιοκτησιών της Αττικής 1830-1831», εκδόσεις Τροχαλία και Δήμος Γλυφάδας, Αθήνα 1994, σελ. 80-81).

Πώς δημιουργήθηκαν γαιοκτήμονες στην Ελλάδα;

Κατ’ εφαρμογήν των Συνθηκών που ρύθμιζαν τις σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου με τους Οθωμανούς που κατοικούσαν στην ελληνική επικράτεια, πραγματοποιήθηκαν αγοραπωλησίες από τους αποχωρήσαντες Οθωμανούς και τους (Έλληνες κεφαλαιούχους κατά βάσιν) αγοραστές της φερόμενης ως ιδιόκτητης γης τους. Δεν εφαρμόστηκε εν προκειμένω το δίκαιο της κατάκτησης, αλλά της ειδικής συνθήκης (της με ημερομηνία 9 Ιουλίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης), βάσει του οποίου οι Οθωμανοί των μη περιερχομένων δικαιωμάτι πολέμου στο ελληνικό κράτος περιοχών θεωρήθηκαν ως μετανάστες εν καιρώ πολέμου, και το ελληνικό κράτος δεσμευόταν έναντι του τουρκικού ως προς την αναγνώριση των κεκτημένων δικαιωμάτων των Οθωμανών. Κατά τα οριζόμενα στη Συνθήκη, ισχύουν τα συμφωνηθέντα για το μέλλον και όχι για το παρελθόν, δηλαδή η γαιοκτησία αφορά στις δεσποζόμενες ιδιοκτησίες (δεσποζόμενος: ο που ανήκει στην κυριότητα κάποιου) και όχι τις δημευθείσες κατά τη διάρκεια του πολέμου. Έγινε τότε δεκτό, σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, ότι οι Οθωμανοί μπορούσαν εάν το επιθυμούσαν να παραμείνουν στην Ελλάδα διατηρώντας τις ιδιοκτησίες τους ή και να πωλήσουν αυτές παραμένοντας στη χώρα μας, καθώς και να μεταβιβάσουν αυτές και ν’ αναχωρήσουν για την Τουρκία ασκώντας το δικαίωμα της μεταναστεύσεως. Είναι αυτονόητο ότι από αυτούς επιλέχθηκε η αναχώρησή τους πωλώντας τις ιδιοκτησίες τους, λόγω του δυσμενούς περιβάλλοντος που υπήρχε προς το πρόσωπό τους, αφού ήταν αντίπαλοι (εχθροί) των Ελλήνων στην επανάσταση που προηγήθηκε, καθώς και λόγω του συμφέροντος που είχαν να φύγουν μ’ ένα «καλό κομπόδεμα», αφού θα πωλούσαν ανέλεγκτες ιδιοκτησίες.

Ο σεβασμός των δικαιωμάτων των Οθωμανών στα δικαιώματα της φερόμενης γης τους, τόσον στη Παλαιά Ελλάδα όσον και αργότερα στις προσαρτημένες περιοχές, ήταν βρετανική απαίτηση, προκειμένου η Βρετανία να συναινέσει ως εγγυήτρια δύναμη στη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους σε πρώτη φάση, και στην επέκταση των ορίων του κατόπιν. Και σε αυτό το στάδιο παίχτηκε εν πρώτοις το παιχνίδι της συναλλαγής της γης και της αιφνίδιας ιδιωτικοποίησής της, αφού οι εκτάσεις που μεταβιβάζονταν κατά δήλωση των μετοικησάντων Οθωμανών, επί των οποίων συντάσσονταν οι τίτλοι, ήταν αφενός ανέλεγκτες ως προς το πραγματικό εμβαδόν τους, που κατά τις μεταβιβάσεις και με τον καθ’ όρια προσδιορισμό τους εμφαίνονταν με πολλαπλάσια έκταση της πραγματικής, αφετέρου περιλαμβανόταν σε αυτές δασική γη, η οποία, σύμφωνα με τον Οθωμανικό Νόμο ανήκε στον Σουλτάνο και περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο αυτού. Με τον τρόπο αυτό δασικού χαρακτήρα εκτάσεις περιήλθαν, μαζί με αγροτική και χορτολιβαδική γη, στους αγοραστές της, οι οποίοι αίφνης έγιναν κύριοι −πέραν των αγρών− δασών και λιβαδίων, και μεγαλοϊδιοκτήτες γης. Και τούτα έγιναν αποδεκτά παρά το γεγονός ότι στην Αττική, μετά από τους επιδέξιους χειρισμούς του Έλληνα εκπροσώπου γερουσιαστή Δημητρίου Περρούκα, ο οποίος έπεισε τον Τούρκο εκπρόσωπο Χατζή μπέη να δώσει πίνακα των τουρκικών κτημάτων προκειμένου να πειστεί ο Καποδίστριας για την εξαγορά τους από το ελληνικό κράτος, υπήρξε μιαν καταγραφή των κτημάτων των Οθωμανών, που ήταν μικροεκτάσεις των 1-2 στρ.!

Έτσι στην Ελλάδα δημιουργήθηκαν αίφνης γαιοκτήμονες, κάτοχοι χιλιάδων στρεμμάτων γης, προερχόμενη από αγορά της από τους αποχωρήσαντες Οθωμανούς, και το αποφασιστικό βήμα ως προς αυτό δόθηκε με τη μετατροπή του δικαιώματος εξουσίασης (τεσσαρούφ) σε δικαίωμα απόλυτης κυριότητας, εφαρμόζοντας το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Ενώ δηλαδή, έως εκείνη τη στιγμή κρατήθηκε μια διαχρονικά συνεπής στάση ως προς την γαιοκτησία στον ελληνικό χώρο, ξεκινώντας από τη βυζαντινή εποχή και φτάνοντας στην Τουρκοκρατία, μην επιτρέποντας την απεριόριστη και καταχριστική επικράτηση του καπιταλισμού στις έγγειες σχέσεις, διαμορφώθηκε όμως κατόπιν, με τον τρόπο που είπαμε παραπάνω, μια κατάσταση πλήρους κι απεριόριστης ιδοκτησίας του εδάφους, προκύπτουσα από την ερμηνεία των κεκτημένων δικαιωμάτων επί της γης. Ακολουθήθηκε ως προς αυτό το καπιταλιστικό πρότυπο της γαιοκτησίας, που προήλθε από την πολιτική απελευθέρωσης της γης, σύμφωνα με τα κελεύσματα του βρετανικού καπιταλισμού και της γαλλικής επανάστασης.  Πλην όμως η απελευθέρωση της γης στην Ελλάδα οφέλησε αποκλειστικά τους κεφαλαιούχους, που είχαν τα κεφάλαια κι επιδίωκαν να επενδύσουν στη γη, βλέποντας αυτή ως πηγή οικονομικού οφέλους. Ενδεικτικά ν’ αναφέρουμε ότι η αγορά γης στην Αττική και την Εύβοια θεωρήθηκε τότε εξαιρετικά επικερδής επένδυση, τέτοια που ο φιλέλληνας Ελβετός τραπεζίτης, φίλος του Καποδίστρια, Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος, αναφερόταν σ’ επιστολές του στη δυνατότητα άμεσου τετραπλασιασμού των χρημάτων που θα τοποθετούνταν σε αυτή την αγορά, εκτιμώντας τη συνολική πραγματική αξία των εν λόγω κτημάτων σε 18 εκατ. γαλλικά φράγκα, ενώ ήταν δυνατή η εξαγορά τους με τις τρέχουσες συνθήκες στα 6 εκατ. γαλλικά φράγκα! (πηγή: Θεοτόκης Σπ., «Αλληλογραφία Εϋνάρδου», Αθήναι 1919).

Συνεπώς, κι ενώ το νεοσύστατο ελληνικό κράτος ακολούθησε πολιτική εθνικοποίησης της γης, παράλληλα, και σ’ αντίθετη ρότα ανέχτηκε και επικύρωσε την ιδιωτικοποίηση μεγάλου μέρους των οθωμανικών γαιών, στις οποίες περιλαμβανόταν και δάση, αφήνοντας ανοικτό το πεδίο δημιουργίας γαιοκτημόνων σε μια χώρα στην οποία δεν είχε τέτοιο παρελθόν −ακόμη και ο αποκαλούμενος «βυζαντινός φεουδαρχισμός» δεν είχε τα χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού και δεν ήτο κατ’ ουσίαν φεουδαρχισμός, αφού οι βυζαντινοί αξιωματούχοι δεν κατείχαν γη αλλά διαχειρίζονταν κρατική γη, παραμένοντας ανακλητοί ανά πάσα στιγμή, με το δικαίωμά τους να περιορίζεται επί του φόρου, δηλαδή επί του υπερπροϊόντος (άλλο βέβαια αν κάποιοι από αυτούς απέκτησαν τέτοια δύναμη, κατά τα ύστερα χρόνια του Βυζαντίου, κι αμφισβήτησαν την κεντρική εξουσία, αυτοανακηρυσσόμενοι ηγεμόνες).

Αναφέρει σχετικά ο Θωμάς Δρίκος, περιγράφοντας γλαφυρά την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Αττική: «Όλες οι τουρκικές ιδιοκτησίες των Αθηνών και κυρίως τα μεγάλα κτήματα της Αττικής πωλήθηκαν πράγματι αντί πινακίου φακής στους Έλληνες και ξένους αγοραστές εκείνης της εποχής, σε χρονικό διάστημα μικρότερο των πέντε μηνών. Η συντομία του χρόνου στον οποίο έγιναν οι πωλήσεις, η απουσία συγκροτημένης διοικήσεως στην Αθήνα για να ελέγξει τις όποιες παρανομίες, η αρπακτικότητα της τουρκικής εξουσίας όπως εκφράστηκε με το ποσοστό του 30% επί των ποσών που καταβλήθηκαν για τα μεγάλα κτήματα που εισέπραττε ο Ισμαήλ μπέης (σημείωση: ο εκπρόσωπος του τουρκικού κράτους στον έλεγχο και την επικύρωση των αγοραπωλησιών), το όργιο πωλήσεως δημοσίων εκτάσεων ως ιδιωτικών, τις οποίες με ασφάλεια πωλούσαν οι Τούρκοι, μια και ποιος θα τους ζητούσε ευθύνες καθώς αναχωρούσαν δια παντός από την Αθήνα και την Ελλάδα, η απληστία των αγοραστών για να γίνουν γρήγορα πλούσιοι με την αγορά φτηνών και μεγάλων κτημάτων, η ερήμωση της Αττικής από κατοίκους που θα αποτελούσαν ένα φράγμα στις παρανομίες που έγιναν τότε, οδήγησαν σε μια κατάσταση όπου η δημόσια γη στην Αττική δεν υπήρχε πουθενά. Τα βουνά πουλημένα και καταπατημένα, τα δάση το ίδιο, η ίδια η πόλη της Αθήνας με ανύπαρκτες δημόσιες εκτάσεις γης. Η Ελληνική Επανάσταση, ως προς το ζήτημα της μορφής της γαιοκτησίας στην Αττική και εφόσον δώσουμε στη λέξη επανάσταση το νόημα της ανατροπής, απέτυχε. Οι Έλληνες μεγαλογαιοκτήμονες διαδέχτηκαν τους Τούρκους. Στην ουσία μάλλον περί διαδοχής επρόκειτο» (Δρίκος Θ., «Οι πωλήσεις οθωμανικών ιδιοκτησιών της Αττικής 1830-1831», εκδόσεις Τροχαλία και Δήμος Γλυφάδας, Αθήνα 1994, σελ. 79).

Σ’ ένα δεύτερο στάδιο, επειδή η δασική γη ήταν «άχρηστη» στους νέους γαιοκτήμονες, μεθοδεύτηκε η μετατροπή της σε αγροτική ή σε οικοπεδική, για να την εκμεταλλευτούν. Τούτο επιτεύχθηκε είτε νομίμως, με διατάξεις νόμων που ψηφίζονταν για το σκοπό αυτό, είτε νομοτύπως, με άδειες εκχερσώσεως που δινόταν «για ένα στρέμμα και με αυτές “κατέβαινε” ολάκερο το βουνό» (λόγια του παλαιού δασολόγου, και βαθύ γνώστη του δασικού προβλήματος, Αναστάσιου Στεφάνου, που ήθελε δι’ αυτών να δείξει τον τρόπο που λειτουργούσε η χωροφυλακή στη φύλαξη των δασών κατά τον 19ο αιώνα, αφού ήταν τότε ο αποκλειστικός φύλακάς τους), είτε παρανόμως, με τη −βάσιμη− ελπίδα της μετέπειτα νομιμοποίησης των εκχερσώσεων και της αλλαγής χρήσης της γης. Δεν αποκλείστηκε δηλαδή η δασική γη (όπως εξάλλου και η εθνική) από το εμπορευματικό κύκλωμα που διαμόρφώθηκε, με προφανή σκοπό την «αξιοποίησή της», που φυσικά δεν περιλαμβανόταν σε αυτήν η διατήρηση της δασικής μορφής της! Ως προς αυτό, τη μετατροπή δηλαδή της δασικής γης σε αγροτική και οικοπεδική, συντέλεσε καταλυτικά το πολιτικό σύστημα, βοηθούμενο από κάθε μορφή εξουσίας (τη νομοθετική, την εκτελεστική, τη δικαστική).

Σ’ ότι δε αφορά στα μεγάλα τσιφλίκια που «βρήκε» το ελληνικό κράτος στη Θεσσαλία, και έπρεπε (βάσει των Συνθηκών) να τα σεβαστεί, αυτά δημιουργήθηκαν μόλις σε διάστημα τριών ετών πριν η Θεσσαλία και η Άρτα περιέλθουν το 1881 στο ελληνικό κράτος, όταν με την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου το 1878, απαγορεύτηκε στο ελληνικό κράτος να εθνικοποιήσει τα οθωμανικά αυτά κτήματα. Τούτα δημιουργήθηκαν ήδη από το 1858 όταν τροποποιήθηκε ο οθωμανικός νόμος «Περί Γαιών», που συμπλήρωνε το Χάτι Χαμαγιούν του 1856 και το Τανζιμάτ του 1839 (μεταρρυθμιστικά σουλτανικά διατάγματα που μεταξύ των άλλων ρύθμιζαν και ζητήματα γαιοκτησίας), και με τη μετατροπή του τεσσαρούφ (του δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης, με ορισμένη και ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους), σε δικαίωμα απόλυτης κυριότητας της γης (μουτεσσαρήφ) –με τις αγοραπωλησίες που συντελέστηκαν, μετατράπηκαν τα οθωμανικά κτήματα σε τσιφλίκια Ελλήνων.

Τα τσιφλίκια διαδέχτηκαν τα τιμάρια που υπήρχαν επί Οθωμανικής κυριαχίας, που ήταν εκτεταμένα αργοκτήματα, που περιελάμβαναν και κεφαλοχώρια. Το τιμαριωτικό σύστημα αποτέλεσε έκφραση του οθωμανικού συστήματος διοίκησης, συνιστώντας την οικονομική-φορολογική βάση της οθωμανικής αυτοκρατορίας όταν άρχισε να παρακμάζει τον 17ο αιώνα. Επί των τιμαρίων ο Σουλτάνος είχε την ψιλή κυριότητα της γης, που την εκχωρούσε στους αξιωματούχους τους για να την καλλιεργούν, χωρίς όμως να έχουν την κυριότητα, με αντάλλαγμα τη στρατιωτική προσφορά τους σε περίπτωση πολέμου. Η φορολόγηση γινόταν επί των συγκομιζομένων προϊόντων. Τα τιμάρια ήταν συνήθως 1.500-2.500 στρεμμάτων, ενώ η παραχώρηση ήταν ανακλητή και δε μεταβιβάζονταν απευθείας στους άρρενες απογόνους. Η με τον παραπάνω τρόπο συγκροτημένη θεσσαλική γη ήταν κατά τα 3/4 διηρημένη σε μεγάλες ιδιοκτησίες. Από την παραπάνω δυνατότητα των αγοραπωλησιών μεταξύ των τιμαριούχων Οθωμανών και των Ελλήνων νεοτσιφλικάδων δεν εξαιρούνταν τα δάση και οι βοσκές, που αφομοιώθηκαν στην υπόλοιπη μη δασική ιδιοκτησία βάσει της από 29.7.1882 Συνθήκης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η οποία κυρώθηκε με το νόμο ΠΛΖ της 11/13.3.1882, διαφοροποιούμενο έτσι το εδώ γαιοκτητικό καθεστώς για τα δάση σε σχέση με εκείνο που ίσχυσε στην Παλαιά Ελλάδα, και διαμορφώθηκε με το Διάταγμα του 1936 «Περί ιδιωτικών δασών» (που θα δούμε παρακάτω).

Έχοντας οι Οθωμανοί ισχυρούς νεοπαγείς τίτλους επί −κατά κανόνα− ανέλεγκτων εκτάσεων ως προς τα εμβαδά τους, εφοδιασμένους από την Κωνσταντινούπολη, εμφανίζονταν να είναι κύριοι πολύ μεγάλων περιοχών, τις οποίες, μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου, άρχισαν να πωλούν προκειμένου να μετοικήσουν στην Τουρκία, λόγω της υπαγωγής της Θεσσαλίας και της Άρτας στην Ελλάδα. Οι ελληνικές κυβερνήσεις κείνης της περιόδου, με προεξάρχουσα εκείνη του Χαριλάου Τρικούπη (κυβέρνησε κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρονικού διαστήματος 1880-1890), παρότρυνε Έλληνες μεγαλοκεφαλαιούχους του εξωτερικού ν‘ αγοράσουν τα οθωμανικά αυτά κτήματα, για να μην περιέλθουν σε ξένους. Δεσμεύτηκαν δε (οι εν λόγω κυβερνήσεις) ότι θα διευκολύνουν τη μετάβαση αυτού του προνομιακού καθεστώτος στην ελληνική πραγματικότητα, και ότι δε θα θιγόταν οι δημιουργηθείσες περιουσίες.

Έτσι βλέπουμε να διαμορφώνεται γαιοκτημονικό καθεστώς τσιφλικούχων στη Θεσσαλία (λιγότερο στην Άρτα −εκεί δημιουργήθηκε το τσιφλίκι Καραπάνου, μετέπειτα Υπουργού Εξωτερικών), με την ενθάρρυνση και τη στήριξη των τοτινών κυβερνήσεων, από Έλληνες μεγαλοκεφαλαιούχους του εξωτερικού, οι οποίοι δεν είχαν καμιά σχέση με τη γη (ήταν έμποροι, διπλωμάτες, τραπεζικοί κ.ά.), αλλά είδαν την αγορά γης στην Ελλάδα ως επένδυση. Ανάλογη κατάσταση επικράτησε στη Μακεδονία και στην Ήπειρο. Κάποιοι από αυτούς τους μεγαλοκεφαλαιούχους ήταν οι Ζωγράφος, Σκυλίτσης, Μπαλτατζής, Στεφάνοβικ, Ζαρίφης, Συγγρός, Ζάππας, Καρτάλης, Τερτιπής κ.ά. Σύμφωνα με τον Στεφανίδη, τα τσιφλίκια στη Θεσσαλία έφταναν σε ποσοστό το 50, 5% της συνολικής επιφάνειάς της, στη Μακεδονία το 41%, και στην Ήπειρο το 33% (Στεφανίδης 1953, σελ. 213). Καταλάβαινουμε συνεπώς το μέγεθος της γαιοκτησίας που διαμορφώθηκε σε αυτές τις περιοχές και της δύναμης (οικονομικής και της συνεπακόλουθης κοινωνικής και πολιτικής) που συγκεντρώθηκε στα χέρια των τσιφλικούχων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι τσιφλικούχοι της Θεσσαλίας αρνήθηκαν ν’ αποτελέσουν τα τσιφλίκια τους το σιτοβολώνα της Ελλάδας, για την επίλυση του σιτικού της προβλήματος, διαθέτοντας τις μεγαλύτερες εκτάσεις τους για βοσκές, ευνοώντας έτσι το τσελιγκάτο, που για το λόγο αυτό τους υποστήριξε, γενόμενοι κατ’ αυτό τον τρόπο πλουσιότεροι, αφού επιτεύχθηκε, λόγω της μικρότερης παραγωγής, εκτόξευση των τιμών των σιτηρών. Επίσης, με τις ψήφους τους ως βουλευτές «έριξαν» από την κυβέρνηση τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, που αντιπαλεύτηκε με αυτούς, παρά το γεγονός ότι ο Κουμουνδούρος πρωτοστάτησε στην προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, κι ανέβασαν τον Χαρίλαο Τρικούπη, που ακολούθησε πολιτική προστατευτισμού των τσιφλικιών!

Δεν υπήρξαν το λοιπόν μεγαλοϊδιοκτήτες γης στην Ελλάδα, αλλά δημιουργήθηκαν με τις αγοραπωλησίες που συντελέστηκαν μετά την απελευθέρωση ή που προηγήθηκαν της απελευθέρωσης ελληνικών περιοχών, και που απέρρευσαν κατά κύριο λόγο από τις Συνθήκες που υπέγραψε η χώρα μας, αλλά και από το αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε, ως επακόλουθο τούτων −ακόμη και οι κοτζαμπάσηδες, τότε δυναμώνονταν γαιοκτητικά. Στην πορεία οι μεγαλοϊδιοκτήτες αυτοί «αποκαθηλώθηκαν» με τις απαλλοτριώσεις της γης που κατείχαν και που συντελέστηκαν για τις αποκαταστάσεις των ακτημόνων κ.λπ. –βέβαια αυτοί, οι μεγαλοϊδιοκτήτες της γης, βάσει του πλούτου που επισσώρευσαν, έστρεψαν στη συνέχεια αλλού τη δραστηριότητά τους, όπως στη βιομηχανία, τη ναυτιλία και το εμπόριο. Πάντως, εκείνο που συνάγεται είναι ότι το ελληνικό κράτος κράτησε ως δημόσια την εθνικοποιημένη γη και δεν την εκπλειστηρίασε για να εισρεύσουν χρήματα στο δημόσιο ταμείο, κρατώντας ως προς αυτό μια γενικά συνεπή στάση, διανέμοντας κατόπιν την εθνική γη, ασκώντας έτσι κοινωνική πολιτική. Με τη στάση του αυτή διαφαίνεται, χωρίς φυσικά ν’ αποκλείονται οι παρεκκλίσεις, η άρνησή του στο κεφάλαιο να γίνει κάτοχος της γης και ν’ ασκεί πολιτική δι’ αυτής. Ίσως να ήταν κι ένας λόγος αυτός, περιορισμού της πολιτικής εξουσίας του κεφαλαίου, με τον αποκλεισμό του από την κατοχή της γης, και του προσεταιρισμού από την άλλη πλευρά των λαϊκών μαζών, με τη διανομή της γης −διπλό συνεπώς το όφελος!

Οι παραπάνω αγοραπωλησίες σ’ ότι αφορά στα δάση, και γενικά στην κατοχή δασικής γης, έπρεπε να επικυρωθούν από το ελληνικό κράτος. Νομοθετικό πλαίσιο δεν υπήρχε γι’ αυτό. Το δημιούργησαν οι Βαυαροί και ήταν το Διάταγμα 17/11-1/12/1836 «Περί ιδιωτικών δασών» (ΦΕΚ 69/1.12.1836), όπως και το Βασιλικό Διάταγμα 3433/1838, που θα δούμε παρακάτω κι αφορούσε στις αγοραπωλησίες που συντελέστηκαν στις περιοχές που δεν περιήλθαν στο ελληνικό κράτος δικαιώματι πολέμου. Με το εν λόγω νομοθετικό πλαίσιο εξετάστηκαν οι γενόμενες αγοραπωλησίες και αναγνωρίστηκαν τα δάση ως ιδιωτικά.

Με τον τρόπο αυτόν έκλεισε ένας κύκλος δημιουργίας της μεγάλης γαιοκτησίας στην Ελλάδα –σε υπολογίσιμο βέβαια βαθμό, σίγουρα όμως όχι όπως στη δυτική Ευρώπη–, παρά το γεγονός ότι ως χώρα δεν είχαμε τέτοιο παρελθόν· διαμορφώθηκε όμως μέσα από τις καταστάσεις που επικράτησαν με τη σύσταση (ή λίγο πριν αυτής) του νέου ελληνικού κράτους. Στη γαιοκτησία περιελήφθησαν δάση, τα οποία θεωρήθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους χρήσιμα για την αξία της γης τους κι όχι των προσφορών τους. Για το λόγο τούτο έγιναν προϊόν συναλλαγής και εκχερσώθηκαν, προκειμένου να αξιοποιηθεί η γη τους. Η συγκεκριμένη κατάσταση απέκτησε διά των ετών τα χαρακτηριστικά του συνήθους γεγονότος, αποτέλεσε πράξη οικεία κι εντέλει αποδεκτή και μη δυνάμενη ν’ αναιρεθεί, και μόνο με το Σύνταγμα του 1975 σταμάτησε, μη υφισταμένης στο εξής της προηγούμενης νομιμοποίησης και αποδοχής, αφού όμως εντωμεταξύ είχαν χαθεί εκατομμύρια στρέμματα πολύτιμων δασών μας.

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ (Β΄) →


Βιβλιογραφία

  • Αμπού Εντμ., «Η Ελλάδα του Όθωνος», μετάφραση: Α. Σπήλιος, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα αχρονολόγητο.
  • Ανδρεάδης Ανδρ., «Ιστορία των εθνικών δανείων», Αθήναι 1904.
  • Αρμενόπουλος Κ., «Πρόχειρον Νόμων ή Εξάβιβλος», επιμέλεια: Κωνσταντίνος Γ. Πιτσάκης, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήναι 1971.
  • Βακαλόπουλος Κ. Α., «Η περίοδος της αναρχίας (1831-1833)», εκδόσεις Παρατηρητής, Αθήνα 1984.
  • Βάσος Γ., «Η εξαθλίωση του λαού και ο πλούτος της χώρας», εκδόσεις Μαρή & Κοροντζή, Αθήνα 1945.
  • Βεργόπουλος Κ., «Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας», εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1975.
  • Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, «Ιδιοκτησιακό ζήτημα δασικών εδαφών της Ελλάδας», συνέδριο 19-21 Ιουνίου 1991, πρακτικά, Γεωτεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, Θεσσαλονίκη 1991.
  • Γεωργιάδου Μ., «Δασική νομοθεσία», Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2004.
  • Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Το αγροτικό πρόβλημα της Ελλάδας», πρακτικά διημερίδας, 7-8 Μαΐου 1997, επιμέλεια έκδοσης: Ανδρέας Ι. Καραμάνος, Αθήνα 1998.
  • Γιαννακούρος Π. Ε., «Αγροτική νομοθεσία. Μετά διατάξεων προσφυγικής και δασικής νομοθεσίας», Αθήναι 1974.
  • Γιαννακούρος Π. Ε., «Δασικός Κώδικας και δασικοί νόμοι», εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα 2002.
  • Γιαννόπουλος Κ. Ι., Φραγκοδημητρόπουλος Θ., Δ., «Ισχύουσα δασική νομοθεσία και ερμηνεία αυτής», Τόμοι Α΄ & Β΄, Τύποις Απ. Α. Χαλούλου, Αθήναι 1939.
  • Γκιόλιας Μ. Α., «Παραδοσιακό δίκαιο και οικονομία του τσελιγκάτου», εκδόσεις Πορεία, Αθήνα 2004.
  • Γρίσπος Π., «Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος», έκδοση Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, Αθήναι 1973.
  • Δανιηλίδης Δ., «Νεοελληνική κοινωνία και οικονομία», ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1934.
  • Δαουτόπουλος Γ. Α., Κουτσούκος Μ. Η., «Ιστορία της Γεωργίας», εκδόσεις Ζυγός, Θεσσαλονίκη 2008.
  • Δρίκος Θ., «Οι πωλήσεις οθωμανικών ιδιοκτησιών της Αττικής 1830-1831», εκδόσεις Τροχαλία και Δήμος Γλυφάδας, Αθήνα 1994.
  • Dugelay A., «Το πρόβλημα της διαθέσεως των γαιών», απόδοση: Α. Γώγος, περιοδικό «Δασικά Χρονικά», Ιούνιος-Ιούλιος 1966.
  • Ελληνική Δασολογική Εταιρεία, «Δασική ανάπτυξη. Ιδιοκτησιακό-Χωροταξικό», πρακτικά 6ου Πανελληνίου Δασολογικού Συνεδρίου, Χανιά 6-8 Απριλίου 1994, Θεσσαλονίκη 1995.
  • Θεοτόκης Σπ., «Αλληλογραφία Εϋνάρδου», Αθήναι 1919.
  • Ιερά Κοινότητα Αγίου Όρους Άθω, «Το καθεστώς του Αγίου Όρους Άθω», έκδοση της Ιεράς Κοινότητας Αγίου Όρους Άθω, Άγιον Όρος 1996.
  • Καπετάνιος Αντ., «Τη χώρα που μου πήρανε γυρεύω…», εκδόσεις Ηλιοτρόπιο, σειρά: Memorandum, Αθήνα 2003.
  • Κεμίδης Κ., «Δασική ιδιοκτησία», εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1995.
  • Κοντός Π., «Δασική Ελληνική Ιστορία», Αθήναι 1929.
  • Κοντός Π., «Δασική Πολιτική, ιδία εν Ελλάδι, μετά στοιχείων Αγροτικής Πολιτικής», Θεσσαλονίκη 1933.
  • Κοραής Αδ., «Άπαντα», εκδόσεις Μπίρης, Αθήνα 1969.
  • Κορδάτος Γ., «Ιστορία του αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα», εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα 1973.
  • Κουρουσόπουλος Ευθ., «Δασική ιδιοκτησία και διαχείριση», Αθήνα 1978.
  • Κουτσομητόπουλος Π. Γ., «Συλλογή νόμων, Β.Δ. και υπουργικών πράξεων του Υπουργείου Γεωργίας», έκδοση Υπουργείου Γεωργίας, Εν Αθήναις 1922.
  • Κρεμμυδάς Β., «Νεότερη ιστορία, ελληνική και ευρωπαϊκή», εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1990.
  • Κρόκος Αγγ. Γ., «Δασική νομοθεσία», έκδοση Υπουργείου Γεωργίας, Εν Αθήναις 1920.
  • Λούκος Χρ., «Κυβερνήτης Καποδίστριας, πολιτικό έργο, συναίνεση και αντιδράσεις», σειρά: Ιστορία του νέου ελληνισμού, τόμοι τρεις, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.
  • Μακρής Ασ., Γώγος Επ., «Δασική νομοθεσία. Κωδικοποίησις, ερμηνεία, νομολογία, σχόλια», έκδοση Γεωργίου Π. Χάντζου, Αθήναι 1958.
  • Μακρυγιάννης (στρατηγός), «Απομνημονεύματα», επιμέλεια: Γιάννης Βλαχογιάννης, τόμοι τρεις, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2011.
  • Μάουρερ Γκ., «Ο ελληνικός λαός», μετάφραση: Όλγα Ρομπόκη, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις αφοί Τολίδη, Αθήνα 1976.
  • Μαριά Ε. Α., «Η νομική προστασία των δασών», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 1998.
  • Μαριά Ε. Α., «Δασική νομοθεσία», Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011.
  • Μοσκοβάκης Ν. Γ., «Το δίκαιον επί Τουρκοκρατίας», διατριβή επί υφηγεσία, εκ του τυπογραφείου Χ. Ν. Φιλαδελφέως, Εν Αθήναις 1882 (αναστατική έκδοση εκ του Βιβλιοπωλείου Νότη Καραβία, Αθήνα 1992).
  • Νάκος Γ. Π., «Το νομικό καθεστώς των τέως Οθωμανικών γαιών 1821-1912», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1984.
  • Νάκος Γ. Π., «Εξελικτικές διακυμάνσεις του οθωμανικού γαιοκτητικού συστήματος 1821-1912», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1986.
  • Νικοκάβουρα Α. (επιμ.), «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η συγκρότηση του ελληνικού κράτους», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1983.
  • Νικολαΐδης Δ., «Οθωμανικοί Κώδικες, ήτοι συλλογή απάντων των νόμων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διαταγμάτων, κανονισμών, οδηγιών και εγκυκλίων», τύποις Αδελφών Νικολαΐδων, Εν Κωνσταντινούπολει 1889.
  • Οικονομάκος Ι., Λ., «Περί κληρονομιάς υπηκόων Ελλήνων Μουσουλμάνων (Μωαμεθανών) το θρήσκευμα, ήτοι περί της εφαρμοστέας εν Ελλάδι νομοθεσίας», εκδοτικός οίκος Δημοσθένους Θεοφιλόπουλου, Αθήναι 1932.
  • Πανταζόπουλος Ν., «Αστικός Κώδιξ και εθνικόν δίκαιον», Αθήναι 1945.
  • Πανταζόπουλος Ν., «Ιστορική εισαγωγή εις τα πηγάς του Ελληνικού Δικαίου», εκδόσεις Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη-Αθήνα 1968.
  • Πανταζόπουλος Ν., «Παραδοσιακοί αγροτικοί θεσμοί σε δοκιμασία. Η περίπτωση της Θεσσαλίας», εκδόσεις Πολύτυπο, Αθήνα 1986.
  • Πετρόπουλος Γ., «Η συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους (1833-1834)», τόμοι δύο, Αθήνα 1984.
  • Ρος Λ., «Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833)», μετάφραση: Α. Σπήλιος, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, Αθήνα 1976.
  • Σάθας Κ. Ν., «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», Αθήναι 1880 (αναστατική έκδοση εκ του Βιβλιοπωλείου Νότη Καραβία, Αθήνα 1995).
  • Σιάτρας Δ. Θ., «Οι αγοραπωλησίες ακινήτων στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα», πρόλογος: Νικόλαος Ι. Πανταζόπουλος, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1992.
  • Σκαρίμπας Γ., «Το 1821 και η αλήθεια», τόμοι δύο, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1995.
  • Σκληρός Γ., «Το κοινωνικό μας ζήτημα», Αθήναι 1907.
  • Σούτσος Ι., «Πλουτολογία», Αθήναι 1868.
  • Στεργιόπουλος Ι., «Δασικαί, αγροτικαί, παραλιακαί εκτάσεις», Εκδοτικόν Γραφείον Σείριος, Αθήναι 1973.
  • Στεφάνου Αν. Γ., «Το δάσος που λαχτάριζες», ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1974.
  • Στράτος Ανδρ. Ν., «Το Βυζάντιον στον Ζ΄ αιώνα», πρόλογος: Δ. Α. Ζακυθηνός, τόμοι τέσσερεις χρονολογημένοι τα έτη 1965, 1966, 1969, 1972, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήναι.
  • Τιρς Φρ., «Η Ελλάδα του Καποδίστρια», μετάφραση: Α. Σπήλιος, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα αχρονολόγητο.
  • Τρικούπης Σπ., «Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως», τόμου τέσσερεις, εκδοτικός οίκος Χρήστου Γιοβάνη, Αθήναι 1968.
  • Τρωιανός Σπ., «Οι πηγές του βυζαντινού δικαίου», εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1999.
  • Τσάλτας Αν., «Το ελληνικό αγροτικό πρόβλημα από την αρχαιότητα έως σήμερα», ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1977.
  • Τσέκος Ε., Π., «Σκέψεις για τη δασική νομοθεσία μας», Τυπογραφείο Ερμής, Γιάννινα 1935.
  • Τσοποτός Δ. Κ., «Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν», ιδιωτική έκδοση, Βόλος 1912.
  • Υπουργείο Γεωργίας, «Πρώτη Εθνική Απογραφή Δασών», ΓΓΔ&ΦΠ, Υπουργείο Γεωργίας 1992.
  • Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας – Υπηρεσία Δασών, «Δασική νομοθεσία», εκδόσεις «Καταστήματα Μιχ. Μαντζεβελάκη», Εν Αθήναις 1915.
  • Φίνλεϋ Γ., «Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως», τόμοι δύο, μετάφραση: Αλίκη Γεωργούλη, Θεώρηση: Ελένη Γαρίδη, εκδόσεις αφοί Τολίδη, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, Αθήνα αχρονολόγητο.
  • Φωτιάδης Δ., «Όθωνας, η μοναρχία», έκδοση όγδοη, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1978.
  • Χαρζίκος Γ., «Τουρκικές γαίες. Εφαρμογή οθωμανικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες. Διάκριση γαιών», ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1980.

Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ (Β΄)

dasos_dikaio


Πώς προέκυψαν τα «ιδιωτικά δάση»;

«Το σπίτι αυτό εμείς το χτίσαμε −άλλος θα κατοικήσει!»

(«Το σπίτι», Νάνος Βαλαωρίτης)

Για τη διερεύνηση της δημιουργίας των «ιδιωτικών δασών» στο νέο ελληνικό κράτος πρέπει ν’ αναχθούμε στο οθωμανικό δίκαιο και να δούμε πώς σε αυτό θεωρούνταν η γαιοκτησία. Σύμφωνα λοιπόν με την Οθωμανική νομοθεσία, ολόκληρη η γη ανήκε στον Σουλτάνο. Τα δάση αποτελούσαν «δημόσιες γαίες», που παραχωρούνταν κατά χρήση (κι όχι κατά κυριότητα), επί καταβολής ετήσιου φόρου, με διατάγματα, τα «βεράτια», στους διακριθέντες στον πόλεμο ιππείς, στους σπαχήδες και αγάδες, καθώς και στους τιμαριούχους. Επίσης παραχωρούνταν με τίτλο, που ονομάζονταν «ταπί», η χρήση δάσους σε ιδιώτες. Το ταπί συντάσσονταν από τον ιεροδίκη (τον «καδή») ή τους τιμαριούχους ύστερα από άδεια του Σουλτάνου, έφερε το μονόγραμμά του, και αποτελούσε πιστοποιητικό διηνεκούς εξουσίασης του δάσους, με ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους –δηλαδή αποτελούσε τεσσαρούφ, κι όχι εμπράγματο δικαίωμα κυριότητάς του, δηλαδή μουτεσσαρήφ. Το δάσος εν προκειμένω παρέμεινε στην ψιλή κυριότητα του Οθωμανικού Δημοσίου, ενώ ο εξουσιαστής είχε το δικαίωμα της κάρπωσης του δημόσιου δάσους, χάρις στο τεσσαρούφ, το οποίο κληρονομείτο. Το δάσος συνεπώς δεν υπάγονταν στο καθεστώς των «ιδιόκτητων γαιών», των αποκαλούμενων «μούλκια», που αποτελούσαν γαίες που ανήκαν σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, και η ιδιοκτησία επί αυτών πιστοποιούνταν με «χοτζέτ(ι)», το οποίο αποτελούσε επικυρωτική ή αναγνωριστική απόφαση των μουσουλμανικών ιεροδικείων, η σύνταξη της οποίας πραγματοποιούνταν ενώπιον του ιεροδίκη (του «καδή»).

Η εθνικοποίηση της γης στα πλαίσια λειτουργίας του οθωμανικού κράτους συντελέστηκε προκειμένου ο Σουλτάνος, η κεντρική εξουσία δηλαδή, να έχει τον απόλυτο έλεγχο της γης και ν’ απολαμβάνει τα οικονομικά της οφέλη· δεδομένου ότι η χρήση της γης (γεωργικά και κτηνοτροφικά κυρίως) αποτελούσε το βασικό οικονομικό πόρο του οθωμανικού κράτους. Αυτόν τον έλεγχο της γης δεν ήθελε με κανένα τρόπο η κεντρική εξουσία να τον αφήσει να περάσει στα χέρια γαιοκτημόνων, γι’ αυτό και καθιέρωσε το δικαίωμα εξουσίασης της γης (τεσσαρούφ), το οποίο προέκρινε σε σχέση με το δικαίωμα ιδιοκτησίας (μουτεσσαρήφ). Μάλιστα, υπό αυτό το καθεστώς, ο Έλληνας αγρότης επί Τουρκοκρατίας βρισκόταν σε καλλίτερη μοίρα σε σχέση με τον Ευρωπαίο, ο οποίος καταπιεζόταν από τον φεουδάρχη κύριο της γης! Και τούτο διότι, ο δικαιούχος του κοινωνικού πλεονάσματος, στο μεν οθωμανικό σύστημα αφαιρούσε κατ’ ευθείαν από την εσοδεία το υπερπροϊόν, στη δε ευρωπαϊκή φεουδαρχία υπέτασσε το ίδιο το πρόσωπο του παραγωγού. Έτσι, το κοινωνικό πλεόνασμα στη Δύση έπαιρνε τη μορφή υπεργασίας, στην Ανατολή έπαιρνε τη μορφή του υπερπροϊόντος.

Ο ευρωπαϊστής Αδαμάντιος Κοραής το ερμήνευσε αυτό που συνέβαινε στην Ανατολή ως έξυπνη πρακτική των Τούρκων, που έθρεφαν τους υπηκόους τους, για να τους αρμέξουν στη συνέχεια, όπως συνέβαινε με τις αγελάδες! Με τη δημιουργία δε του τσιφλικιού, το οποίο εγγράφεται στα χρόνια της αποσύνθεσης του οθωμανικού κράτους κι όχι της ακμής του, δεν εγκαθίστατο φεουδαρχία, αφού δεν καθιερωνόταν (επίσημα τουλάχιστον) ατομική ιδιοκτησία του εδάφους −υπήρχε ένα είδος οιονεί-κυριότητας, που δεν προσέγγιζε την απόλυτη κυριότητα που προέκυπτε από το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο−, αυξήθηκε η εκμετάλλευση του Έλληνα αγρότη κι έτσι δημιουργήθηκε ένας μηχανισμός εκμετάλλευσής του, ώστε να παράγει περισσότερα υπό την πίεση του τσιφλικούχου, από τα οποία επωφελούνταν η κεντρική διοίκηση μέσω της φορολογίας. Λέγει σε σχέση με τη διατήρηση της γης ως δημόσιας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ο ιστορικός Κώστας Βεργόπουλος: «Η μόνιμη πολιτική του οθωμανικού κράτους −τέτοια που εκφράζεται μέσα στη θεμελιώδη δομή της και στην αυτοκρατορική νομοθεσία της− στάθηκε πάντα η πεισματώδης καταπολέμηση κάθε προσπάθειας σχηματισμού μεγάλων φεουδαρχικών ιδιοκτησιών και τσιφλικιών. Οφείλουμε δε να παρατηρήσουμε ότι στη μέριμνά του αυτή, το οθωμανικό κράτος επέτυχε επί ένα σχετικώς μεγάλο χρονικό διάστημα» (Βεργόπουλος Κ., «Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας», εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1975, σελ. 58).

Με τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους, αυτό υπεισήλθε ως προς τα δικαιώματα γης στη θέση του τουρκικού. Συνεπώς, αφού το τουρκικό δημόσιο ήταν κύριος των δασών και των βοσκοτόπων, αντίστοιχα θα ήταν και το ελληνικό −άλλο εάν στην πορεία αυτό διαστρεβλώθηκε και καταλήξαμε να έχουμε ιδιοκτησίες ιδιωτών επί δασών και βοσκοτόπων. Οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό συγκροτήθηκε μετά την απελευθέρωση με τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους, σε σχέση με τις ιδιοκτησίες των Οθωμανών που κατοικούσαν στην ελληνική επικράτεια, ρυθμίστηκαν σ’ ότι αφορούσε την Παλαιά Ελλάδα, με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης της 3ης-7-1832, και με τα από 3, 2, 4/16.6 και 19.6/1.7.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου. Σύμφωνα με αυτά, το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε κυριότητα επί των κτημάτων που ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο, υπέρ του οποίου ίσχυε τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, επί των κτημάτων των Οθωμανών που κατελήφθησαν και δημεύθηκαν «δικαιώματι πολέμου», δηλαδή κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και επί των κτημάτων που εγκατέλειψαν οι Οθωμανοί όταν έφυγαν από την τοτινή Ελλάδα και δεν κατελήφθησαν από άλλους.

Ήδη, όπως είπαμε, από τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας, αρχικά από τον Καποδίστρια και κατόπιν από τους Βαυαρούς, τα δάση αποτέλεσαν δημόσιο αγαθό –για το λόγο αυτό εξάλλου τα ελληνικά δάση δε διαμοιράστηκαν και δεν αποτέλεσαν προϊόν συναλλαγής, διατηρούμενα ως Δημόσια. Βλέπουμε έτσι, ενδεικτικό της βούλησης των Βαυαρών, ότι στο πρώτο νομοθέτημα της 26.5/7.6.1835 «Περί προικοδοτήσεως ελληνικών οικογενειών», τα «δάση και οι δρυμώνες» εξαιρούνται ρητά από την κρατική διάθεση και τη διανομή. Το νομοθέτημα ακολούθως με το οποίο πρωταρχικά, κύρια και ουσιαστικά ρυθμίστηκαν οι σχέσεις της ιδιοκτησιακής κατάστασης των ελληνικών δασών με τους πολίτες, και που αυτό αποτέλεσε τη βάση για τη διαμόρφωση της μετέπειτα ιδιοκτησιακής κατάστασης των δασών μας, ήταν το Διάταγμα 17/11-1/12/1836 «Περί ιδιωτικών δασών» (ΦΕΚ 69/1.12.1836). Με το Διάταγμα αυτό θεωρούνταν ως ιδιωτικά τα δάση που δια εγγράφων που είχαν εκδοθεί από τις αρμόδιες νόμιμες τουρκικές αρχές αποδεικνύεται ότι αυτά υπήρχαν και πριν την αρχή του αγώνα της ανεξαρτησίας ως «ιδιοκτησίαι πλήρεις ιδιωτών», καθώς και τα δάση που βρίσκονται εντός «ιδιωτικών χωρίων (Τζεφλικιών)», έστω και αν δεν αναφέρονται ρητά στους οικείους τίτλους ιδιοκτησίας, εφόσον περιλαμβάνονται πράγματι στα όρια των συγκεκριμένων ιδιωτικών χωριών. Επιπρόσθετα αναγνωρίζεται η ιδιοκτησία επί των δασών των Δήμων και των Μονών, εφόσον αποδείξουν, μετά από προσφυγή στο δικαστήριο, την ύπαρξη και το περιεχόμενο των σχετικών τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν απωλεσθεί.

Η ιδιοκτησία στα δάση βάσει των προαναφερομένων αποδεικνύεται και κατοχυρώνεται μέσα από συγκεκριμένη διαδικασία, σύμφωνα με την οποία, εντός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος τα πρωτότυπα των τίτλων ιδιοκτησίας κατατίθενται στην αρμόδια Επιτροπή του Υπουργείου Οικονομικών για να τους εξετάσει. Αναλόγως του ελέγχου και της κρίσης της, είτε αναγνωρίζεται η κυριότητα επί του δάσους και αποδίδεται αυτό επίσημα στην κατοχή του δικαιούχου ιδιοκτήτη του, είτε απορρίπτεται το αίτημα και παραπέμπεται η υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Μέχρι την εκδίκασή της, η διακατοχή του διαφιλονικούμενου δάσους παραμένει σε όποιον αυτή βρίσκεται (δηλαδή, το δάσος σε αυτή την περίπτωση θεωρούνταν δημόσιο μόνο μετά την έκδοση αμετάκλητης και τελεσίδικης δικαστικής απόφασης). Με τη διαδικασία αυτή, όπως και με το γεγονός της μη εξέτασης όλων των προσκομισθέντων τίτλων από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, λόγω λήξης της θητείας της, προέκυψαν τα διακατεχόμενα δάση της χώρας μας, που είναι κατηγορία διαφιλονικούμενων δασών και αποτελεί ελληνική κατάσταση μόνιμης εκκρεμότητας της ιδιοκτησίας της έκτασης. Τα δάση δε, για τα οποία δεν προσκομίσθηκαν τίτλοι, θεωρούνται ως «αδιαφιλονίκητα Εθνικά». Με τον τρόπο αυτό, με τη θεώρηση αυτή του νόμου, καθιερώθηκε το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών, μέχρι αυτά ν’ αναγνωριστούν ως ιδιωτικά, που αποτέλεσε διά των ετών την ασφαλιστική δικλείδα υπεράσπισης και κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του δημοσίου επί της δασικής γης.

Ο καθηγητής δασολόγος Αναστάσιος Οικονομόπουλος αποδίδει στο σύγγραμμά του «Η εξέλιξη της δασοπονίας εν τη Ελλάδι», το γεγονός της μη αναγνώρισης με το παραπάνω διάταγμα πολλών δασών ως ιδιωτικών υπέρ χωρικών στην «απροθυμία προς εφαρμογήν του νόμου ένεκα της μηδαμινής χρηματικής αξίας των μη κερδοσκοπικώς καρπουμένων δασών της εποχής εκείνης, στη μη ανατρεπτική προθεσμία του νόμου και στην αναγκαιότητα αξιοποιήσεως των πληθωρικών τότε υλογενών καρπών διά της ασκήσεως των παραδεδεγμένων δασικών δουλειών εκ μέρους των χωρικών». Έτσι, «το Δημόσιον κατέστη ως ιδιοκτήτης ή κάτοχος του μεγίστου μέρους των δασών της χώρας. Ανέλαβεν ούτω το κράτος ου μόνον την ευθύνην της περαιτέρω προαγωγής της δασοπονίας, αλλά απέκτησε και την σπανίαν δυνατότητα της επιτεύξεως των δασοπολιτικών σκοπών αυτού μέσω της αυτοτελούς κρατικής δασοπονίας» (Οικονομόπουλος Αν., «Η εξέλιξη της δασοπονίας εν τη Ελλάδι. Από της απελευθερώσεως αυτής μέχρι του έτους 1940», πανεπιστημιακή έκδοση, Θεσσαλονίκη 1942, σελ. 10). Με τον τρόπο αυτόν, εξηγείται κατά τον Οικονομόπουλο το γεγονός ότι πολλά δάση δεν αναγνωρίστηκαν τότε, αλλά μετατέθηκε το ενδιαφέρον για την αναγνώρισή τους αργότερα.

Το ζήτημα ως προς την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του Διατάγματος εντοπίζεται στο τι θεωρούνταν «ιδιοκτησίαι πλήρεις ιδιωτών», για ν’ αναγνωριστούν τα δάση ως ιδιωτικά, όπως και τα τζεφλίκια. Έχοντας υπόψη τα οριζόμενα στο οθωμανικό δίκαιο, βλέπουμε ότι ιδιοκτησία επί δάσους, όπως και επί ιδωτικού χωρίου (τζεφλικίου), δε νοούνταν υπέρ ιδιωτών, καθότι αυτά παραχωρούνταν με το δικαίωμα της διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), κι όχι με εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας (μουτεσσαρήφ) −εξαίρεση αποτελούσαν τα δάση κορού (Ιδιωτικά δάση), που όμως βρισκόταν στη Βόρεια Ελλάδα κι όχι στην τοτινή ελεύθερη (τη Παλαιά Ελλάδα). Συνεπώς η χρήση του όρου «ιδιοκτησίαι πλήρεις ιδιωτών» είναι αδόκιμος και ασύμβατος με τα ισχύοντα σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο, το οποίο εντάχθηκε στην ελληνική δικαιϊκή πρακτική, καθότι η απόλυτη κυριότητα επί δάσους ήταν αδιανόητη, αφού αυτό υπαγόταν, ανεξαιρέτως του εξουσιαστή του, στις «δημόσιες γαίες» (αντιστοίχως ίσχυε και για το τζεφλίκι). Μολαταύτα, η αρμόδια Επιτροπή που εξέτασε τους τίτλους, δέχτηκε την ύπαρξη ταπίου (είτε αυτό προέρχονταν από βεράτι, είτε αποτελούσε τίτλο συνταγμένο από τον καδή), ως αποδεικτικό της πλήρους ιδιοκτησίας επί του δάσους, καθότι, όπως σχετικώς υποστηρίχθη, δεν υπήρχε άλλο αποδεικτικό που να δήλωνε το σχετικό δικαίωμα του αιτούντος. Αναγνωρίζοντας όμως την αδυναμία αυτής της πρακτικής, δήλωνε στο τέλος κάθε απόφασης που εξέδιδε ότι, «όσον αφορά στα δικαιώματα του Δημοσίου, εις τα διά ταπίων κατεχομένας εκτάσεις, ο ειρημένος κύριος θέλει υπόκεισθαι εις το γενικώς εν καιρώ εληφθησόμενο μέτρο». Εξάλλου, ακόμη και ο ίδιος ο νομοθέτης, διατηρών τις αμφιβολίες του ως προς τη διαδικασία αναφέρεται σε δάση «που θέλει θεωρείσθαι ως ιδιωτικά» κι όχι ιδιωτικά.

Διερωτώμαστε μην με τη διάταξη αυτή, που ήταν κατ’ ουσίαν ανεφάρμοστη, αφού το ταπί δεν αποδείκνυε κυριότητα και συνεπώς δεν υπήρχαν «ιδιοκτησίαι πλήρεις ιδιωτών», επιδιωκόταν από το νομοθέτη να ξεγελαστούν οι μεγαλοκεφαλαιούχοι κάτοχοι μεγάλων εκτάσεων ελληνικής γης, που την αγόρασαν πριν τις Συνθήκες, γνωρίζοντας το περιεχόμενο αυτών, καθώς και οι εγγυήτριες δυνάμεις που τους προστάτευαν κι ασκούσαν αφόρητη πίεση στην ελληνική κυβέρνηση για το συγκεκριμένο ζήτημα, ούτως ώστε να βρεθούν κατόπιν σε αδιέξοδο, καθότι δε θα μπορούσαν ν’ αποδείξουν την πλήρη ιδιοκτησία που απαιτούνταν επί αυτών −κάτι που στην πράξη δεν έγινε. Ή, από την άλλη πλευρά, υπήρξε δεύτερη σκέψη από το νομοθέτη, να επιδιωχθεί στην πράξη το ξεπέρασμα του αδιεξόδου, θεωρώντας με κάποιον τρόπο το ταπί ως τίτλο −κάτι που τελικά έγινε. Είναι σκέψεις αυτονόητες που γίνονται, για να εξηγηθεί η πρόθεση του νομοθέτη, καθώς δεν ήταν δυνατό αυτός (της εμβέλειας μάλιστα των Βαυαρών νομομαθών) να εισάγει μια διάταξη η οποία δεν ήταν δυνατό να εφαρμοστεί.

Έτσι υπήρξε στην πράξη διεύρυνση της έννοιας του τεσσαρούφ, ώστε να δημιουργηθεί εμπράγματο δικαίωμα και να προσεγγίζεται με τον τρόπο αυτό η κυριότητα. Πρόκειται κατ’ ουσίαν γι’ αλλοίωση των οριζομένων στο οθωμανικό δίκαιο, που υποτίθεται ότι μεταφερόταν στο ελληνικό ως προς την ιδιοκτησία επί των δασών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί μια κατάσταση, αυτή της δικαιολόγησης της κυριότητας στα δάση, χρησιμοποιούμενο γι’ αυτό το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, το οποίο εν προκειμένω αναβίωσε για να δικαιολογηθεί η εφαρμοσθείσα πρακτική επί της ιδιοκτησίας δάσους. Ίδια πρακτική ακολουθήθηκε και κατά τις αγοραπωλησίες των κτημάτων των Οθωμανών, που πραγματοποιήθηκαν μετά την απελευθέρωση για τις περιοχές της χώρας που δεν καταλήφθηκαν δικαιώματι πολέμου από τους Έλληνες, τις οποίες θα δούμε παρακάτω. Έγινε δηλαδή δεκτή η ισοδυναμία ανάμεσα στο τουρκικό δικαίωμα εξουσίασης, το τεσσαρούφ, με την κυριότητα που εκπηγάζει από το ρωμαϊκό αστικό δίκαιο.

Επίσης ζήτημα γεννάται και με την κυριότητα επί δασών των μοναστηριών, αφού αυτά έλκυαν τη διεκδίκησή τους από απωλεσθέντες τίτλους. Ελλείψει αυτών διεκδικούνταν η κυριότητα των δασών διά των δικαιωμάτων που επικαλούνταν, της πολύχρονης, συνεχούς και ελεύθερης ξύλευσης που πραγματοποιούνταν για την εξυπηρέτηση της μονής ή άλλου κοινωφελούς σκοπού, καθώς και της αμελημένης διοίκησης των δασών λόγω της δεινής κατάστασης των μοναστηριών. Τα δικαστήρια που εξέτασαν ιδιοκτησιακές υποθέσεις των μονών δέχτηκαν τους παραπάνω λόγους και αναγνωρίστηκε η ιδιοκτησία υπέρ αυτών, χωρίς εντούτοις να ληφθεί υπόψη ότι ο γαιοκτησιακός ή γαιοεκμεταλλευτικός τίτλος αναφερόταν στα ονόματα των ηγουμενοσυμβούλων, που σε πολλές περιπτώσεις οι κληρονόμοι τους σφετερίστηκαν τις εν λόγω γαίες και αντ’ αυτών διεκδικούνταν άλλες.

Η ιδιοκτησία στα δάση 2

Πώς τα «αδιαφιλονίκητα εθνικά» δάση έγιναν ιδιωτικά;

Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσουμε ότι σύμφωνα με το Οθωμανικό Δίκαιο, το δικαίωμα της εξουσίασης αποτελούσε το δικαίωμα της νόμιμης και διαρκούς χρήσεως των γαιών αυτών το οποίο μπορούσε να κληρονομηθεί και να μεταβιβαστεί ενώ διέφερε από τη δουλεία χρήσεως (usus) του Βυζαντινορωμαικού Δικαίου καθώς αυτή προσιδίαζε μόνο στην κάρπωση, αλλά και από τη νομή καθώς αυτή αποτελούσε υλική κατοχή με διανοία κυρίου ή την οιονεί νομή με διανοία δικαιούχου. Ερμηνεύτηκε έτσι, κι αναλόγως εφαρμόστηκε, ότι η φύση της εξουσίασης υπερέβαινε κατά πολύ την απλή άσκηση φυσικής κατοχής και ότι προσιδίαζε σε δικαίωμα ουσιαστικής ιδιοκτησίας.

Σημειώνει, προφανώς επικριτικά, σε σχέση με τα παραπάνω ο Ν. Πανταζόπουλος: «Τα ελληνικά δικαστήρια αυτής της εποχής εδίκαζον όχι επί τη βάσει εθνικών νομικών αντιλήψεων, αλλά επί τη βάσει του μακρυνού Corpus Lupis Givilis, και κυρίως των συγγραμμάτων των Γερμανών ρωμαϊστών Vindscheid και Dernburg» (Πανταζόπουλος Ν., «Αστικός Κώδιξ και εθνικόν δίκαιον», Αθήναι 1945, σελ. 69). Ενώ αρκετά νωρίτερα ο Γάλλος Leconte αναφερόταν περίπου ειρωνικά στην παραπάνω πρακτική: «Τίποτα το πιο συνηθισμένο από το να βλέπει κανείς τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων ν’ ανατρέχει στις διατάξεις του Corpus Lupis Givilis του αυτοκράτορα Ιουστινιανού» (Leconte, «Etude economique de la Grece», Paris 1847, σελ. 136, στο Βεργόπουλος Κ., «Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας», εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1975). Πρέπει εν προκειμένω να πούμε, για να κατανοήσουμε τις σχετικές αναφορές στα παραπάνω αποσπάσματα, ότι το Βυζάντιο κληρονόμησε από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τους θεσμούς που στήριξαν την οργάνωση του πολιτειακού του συστήματος. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, προχωρώντας στον εκσυγχρονισμό του ρωμαϊκού δικαίου, ανέθεσε σε επιτροπή νομικών την κωδικοποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας και την αναδιαμόρφωσή της, στην οποία στηρίχθηκε το ευρωπαϊκό δίκαιο του Μεσαίωνα και των νεοτέρων χρόνων. Οι Πανδέκτες (Digesta) δημοσιεύτηκαν κι απέκτησαν νομική ισχύ πριν την αναθεώρηση του Κώδικα (Codex), στις 30 Δεκεμβρίου 533. Ο Κώδικας περιελάμβανε αυτοκρατορικές διατάξεις, ενώ οι Πανδέκτες ήταν συλλογή αποσπασμάτων έργων 39 νομικών, από την περίοδο μετάβασης στον Αύγουστο έως τον Ιουστινιανό, που επέλεξε η Επιτροπή, τροποποιώντας ανάλογα τα κείμενα και προσαρμόζοντάς τα στα κρατούντα της εποχής.

Λέγει τέλος παραστατικά, σε σχέση με τα προηγούμενα, ο Κ. Βεργόπουλος: «Συνεπώς, η μεγάλη γαιοκτησία, μολονότι απωθήθηκε συστηματικώς από το νεοελληνικό κράτος, κατόρθωσε εν τούτοις να διεισδύσει στον ελληνικό χώρο από τη σχισμή που άνοιξε η ελληνο-τουρκική συνθήκη για την παράδοση της Αττικής. Εν συνεχεία, η μεγάλη γαιοκτησία εγκαταστάθηκε επί μιας περιορισμένης αλλά στερεάς κλίμακας μέχρι τα 1881, χάρη στην προστασία που της εξασφάλισε το ρωμανο-γερμανικής έμπνευσης νεοελληνικό δίκαιο. Οι Έλληνες καπιταλιστές αγοράζοντας το δικαίωμα νομής (τεσσαρούφ) επί των τουρκικών κτημάτων σε τιμές ευκαιρίας, απέσπασαν εν συνεχεία από το ελληνικό κράτος μια σειρά νομολογιακών πράξεων αναγνωριστικών της πλήρους και απόλυτης κυριότητάς τους. Εκ παραλλήλου, η νομολογιακή πρακτική των ελληνικών δικαστηρίων, αναγνωρίζοντας τον απόλυτο χαρακτήρα της ατομικής ιδιοκτησίας αρνήθηκε κατά συνέπεια κάθε εμπράγματο χαρακτήρα στα δικαιώματα των εργαζομένων στα τσιφλίκια κολλήγων καλλιεργητών» (Βεργόπουλος Κ., «Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας», εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1975, σελ. 118).

Μετά τούτων γίνεται φανερό ότι εάν εφαρμοζόταν τα κανονικώς ισχύοντα, που απέρρεαν από το Οθωμανικό Δίκαιο περί της ιδιοκτησίας του δάσους, το οποίο αποφασίστηκε ως εφαρμοστέο σε σχέση με την ιδιοκτησία των γαιών, τότε δε θα έπρεπε ν’ αναγνωριστούν «ιδιωτικά δάση» στην Παλαιά Ελλάδα και το παραπάνω Διάταγμα θα καθίστατο ως προς τούτο ως «άνευ αντικειμένου». Κατά το ίδιο πνεύμα, θα έπρεπε να καταστούν άκυρες οι αγοραπωλησίες που πραγματοποιήθηκαν στις περιοχές της χώρας που δεν καταλήφθηκαν δικαιώματι πολέμου από τους Έλληνες, στις περιπτώσεις που οι εκτάσεις καλύπτονταν από δάση. Τα δάση εν προκειμένω θα ήταν δημόσια, και δε θα δημιουργούνταν γαιοκτήμονες που θα έλκυαν τη δύναμή τους από τη δασική ιδιοκτησία. Όμως, όπως προέκυψε, η Επιτροπή (η καθεμιά αναλόγως της περίπτωσης) δέχτηκε ττις μεταβιβάσεις που πραγματοποιήθηκαν με τον τρόπο που παραπάνω αναφέραμε, οι οποίες ήταν ανέλεγκτες ως προς εμβαδόν και τις περιλαμβανόμενες εκτάσεις, με αποτέλεσμα να επικυρώνονται και επί μη ανταποκρινόμενων στην πραγματικότητα εμβαδών –φυσικά, μεγαλύτερων των πραγματικών. Επιπρόσθετα, διαπράχθηκε κι ένα ακόμη «ατόπημα», ότι έγιναν δεκτά ακόμα και τα χοτζέτια για την αναγνώριση ως ιδιωτικών των δασών, όπως επίσης και τα ταπιά για τα οποία δεν υπήρξε παρεμβολή του καδή και επικύρωσή τους.

Με τον τρόπο αυτό δικαιολογήθηκαν οι καταπατήσεις δημοσίων δασών που συντελέστηκαν κατά τις αγοραπωλησίες που πραγματοποιήθηκαν και συνέβη η μετάβαση στη μεγάλη γαιοκτησία στην Ελλάδα, στην οποία, κατά το μέγιστο μάλιστα!, περιλαμβανόταν δάση και χορτολιβαδικές εκτάσεις. Οι Οθωμανοί μπορεί να εκμεταλλεύτηκαν το ασταθές περιβάλλον και να πώλησαν εκτάσεις που δεν τους αναλογούσαν, όμως το μεγάλο «πλιάτσικο» της εθνικής γης πραγματοποιήθηκε από τους αγοραστές (Έλληνες και ξένους), οι οποίοι, στηριζόμενοι στα τεχνηέντως ασαφή όρια των μεταβιβαζόμενων εκτάσεων, μετέθεταν αυτά εις βάρος της εθνικής γης και των φυσικών οικοσυστημάτων (των δασών και των λιβαδιών-βοσκών), μεγεθύνοντας τις ιδιοκτησίες τους.

Σ’ ότι δε αφορά στις βοσκές και τα λιβάδια, αυτά κατά το οθωμανικό δίκαιο αποτελούσαν βασιλική περιουσία (σουλτανική), και ως εκ τούτου περιήλθαν στο ελληνικό δημόσιο εκ διαδοχής του τουρκικού ως δημόσιες εκτάσεις. Η επικαρπία σε αυτά απεδίδετο, όπως και στα δάση, με ταπί. Με το Διάταγμα της 3ης/15ης Δεκεμβρίου 1833 «Προσδιορισμός του φόρου της βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834», καθορίστηκε στο άρθρο 1 ότι τα λιβάδια για τα οποία δεν έχει εκδοθεί ταπί για την επικαρπία θεωρούνται δημόσια, ενώ για εκείνα που έχει εκδοθεί ταπί θεωρούνται εθνοϊδιόκτητα. Όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις, κατά τη συνήθη ελληνική πρακτική!, και κατά τρόπο ανάλογο με τα δάση, προέκυψε ιδιοκτησία, και σήμερα εκατομμύρια στρέμματα χορτολιβαδικών εκτάσεων εμφανίζονται ως ιδιωτικά, και δεν απολαμβάνουν καμιάς νομικής προστασίας ως φυσικά οικοσυστήματα.

Για τις αγοραπωλησίες που συντελέστηκαν μεταξύ των αποχωρησάντων Οθωμανών και των Ελλήνων αγοραστών της φερόμενης ως ιδιόκτητης γης τους, και αφορούσαν σε περιοχές της χώρας που δεν καταλήφθηκαν δικαιώματι πολέμου από τους Έλληνες, αλλά παραχωρήθηκαν με συμφωνίες στην Ελλάδα (Θήβα, Εύβοια, Φθιώτιδα, Αττική), συγκροτήθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα 3433/1838 η επί των πωλήσεων των Οθωμανικών ιδιοκτησιών Εξεταστική Επιτροπή, που εξέταζε τους δημιουργηθέντες τίτλους και αποφαινόταν για την εγκυρότητα των μεταβιβάσεων σύμφωνα με τους Οθωμανικούς νόμους, καθώς και για την ύπαρξη τυχόν δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί των μεταβιβασθέντων εκτάσεων. Κατ’ ουσίαν επρόκειτο για συνέχιση του έργου της Ελληνικής Επιτροπής του Διατάγματος της 17ης/29ης.11.1836, κληθέντες να παρουσιάσουν τους τίτλους τους όσοι δεν το έπραξαν, προς διασφάλιση των συμφερόντων τους. Ενώ για την εξέταση διαφορών μεταξύ των Ελλήνων και των Οθωμανών επί διαφιλονικούμενων δασών, συστάθηκε με το από 26.8/8.7.1836 Διάταγμα Μικτή Ελληνοοθωμανική Επιτροπή, Στην ίδια Επιτροπή ανατέθηκε με το Διάταγμα της 27.8/8.9.1838 και η εκδίκαση πραγματικών αγωγών από πωλήσεις ακινήτων και προσωπικών αγωγών μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών. Η επιτροπή αυτή αντικατέστηκε τα ελληνικά δικαστήρια στην εκδίκαση των διαφορών που ανέκυπταν, και οι αποφάσεις της δημιουργούσαν δεδικασμένο και συνιστούν τίτλο κυριότητας, ο οποίος αναγνωρίζεται από το ελληνικό κράτος.

Όπως όμως και προηγούμενα επισημάναμε, το εμβαδό και η μορφή των εκτάσεων που περιελήφθησαν στις μεταβιβάσεις δεν ήταν δυνατό να ελεγχθεί, καθότι τα όρια αυτών ήταν γενικά και ασαφή, ενώ σε αυτές περιλαμβανόταν δάση και βοσκές, που, κατά το Οθωμανικό Δίκαιο αποτελούσαν «δημόσιες γαίες». Έτσι παρατηρήθηκε ότι μεγάλες εκτάσεις που κανονικά θα έπρεπε να περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως μη δυνάμενες ν’ αποτελέσουν ιδιοκτησία Οθωμανών, εντούτοις περιελήφθησαν ως μέρος μεγάλης ιδιόκτητης περιουσίας και αποτέλεσαν αντικείμενο της μεταβίβασης. Σε αυτές τις εκτάσεις περιλαμβανόταν και δάση. Επιπρόσθετα, δάση ιδιωτικά αίφνης προέκυψαν και από τις μισθώσεις για καλλιέργεια εθνικών κτημάτων, στα οποία περιλαμβανόταν και δάση, που όπως προείπαμε πραγματοποιήθηκαν για να μπουν χρήματα στο κρατικό ταμείο. Οι μισθώσεις έγιναν από τους προκρίτους και τους κοτζαμπάσηδες, που είχαν την οικονομική δυνατότητα γι’ αυτό, και στη συνέχεια πέρασαν στην ιδιοκτησία τους, παρά τις δεσμεύσεις που υπήρχαν. Λέγει χαρακτηριστικά, σε σχέση με τα προηγούμενα, ο Χ. Μπογιατζής, νομικός και τέως Διευθυντής του Υπουργείου Γεωργίας: «Όταν το 1830 έπεσαν σαν τα κοράκια οι Έλληνες αγοραστές και με χοτζέτια της κατασκευής και της συνεργασίας Τούρκων αρμοδίων και αδηφάγων Ελλήνων αγοραστών, αγόρασαν εγκτήματα της πλήρους κυριότητας Τούρκων πολιτών και δικαιώματα νομής επί τσιφλικιών, έγιναν αμέσως αντιληπτές οι σκόπιμες καταστρατηγήσεις τόσο των διεθνών συμβάσεων, όσο και των σχετικών μέχρι τότε διατάξεων της νεοελληνικής νομοθεσίας» (εισήγηση στο συνέδριο με θέμα «Ιδιοκτησιακό ζήτημα δασικών εδαφών της Ελλάδας», 19-21 Ιουνίου 1991, πρακτικά, Γεωτεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 56).

Σε σχέση δε με την κατάσταση που επικρατούσε στις γενόμενες αγοραπωλησίες, παραθέτουμε αποκαλυπτικό απόσπασμα διακήρυξης της «κατά την Εύβοιαν και Αττικήν Επιτροπής περί της αγοράς των Οθωμανικών ιδιοκτησιών», η οποία περιελήφθη στο ΦΕΚ 15/27.4.1838, και λέγει τα εξής: «Με άκραν της απορίαν βλέπει, ότι πολλοί δεν κάμνουσι τα ορισθέντα, αλλά τίνες αγοράζουσι κτήματα με ιδιαίτερον μόνον έγγραφον του πωλητού, χωρίς να ζητώσι παρ’ αυτού την συμφωνίαν να τοις δοθεί τουρκικόν χοτζέτιον, διατρέχουσι κίνδυνον ακυρώσεως ταύτης της αγοραπωλησίας». Συνάγεται εκ τούτων ότι πραγματοποιούντο αγοραπωλησίες κατά παρέκκλιση της τεθείσας διαδικασίας και ελλείψει νομίμων δικαιολογητικών κυριότητας, κάτι που καθιστούσε τις αγοραπωλησίες αυτές άκυρες. Τα παραπάνω διακηρυχθέντα αποτελούν τεκμήριο συντέλεσης ανωμάλων μεταβιβάσεων γης, που δε δικαιολογείτο η κατοχή της, μα μολαταύτα πραγματοποιούντο.

Έπειτα, με τον νόμο ΥΛΑ της 24ης Μαρτίου 1871 Περί διανομής και διαθέσεως της εθνικής γης, με τον οποίο δόθηκε η δυνατότητα δηλοποίησης των αυθαίρετα κατεχομένων δημοσίων κτημάτων με σκοπό τη νομιμοποίηση έναντι καταβολής τέλους, άνοιξε νέος κύκλος κατεχόντων γη, οι οποίοι, ξεπερνώντας τις νόμιμες διαδικασίες κατοχής δασικής γης, βάσει των προηγηθέντων νομοθετημάτων, εμφανίστηκαν δηλοποιώντας την αυθαίρετη κατοχή δημοσίων κτημάτων, που όμως ήταν και δάση. Και τούτο παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου εξαιρούνταν τα δάση των διανεμητέων γαιών, αφού αυτοί εμφανίζονταν ως αυθαίρετοι κάτοχοι δασικής γης και όχι ως δικαιούχοι διανομής (ώστε να υπόκεινται στην απαγόρευση της διανομής δάσους). Με τον τρόπο τούτο δικαιολογήθηκαν ως κάτοχοι δασών και τότε συντελέστηκαν οι κυριότερες αγοραπωλησίες μεγάλων δασοαγροτικών περιοχών από γνωστούς κεφαλαιούχους της εποχής. Επιπρόσθετα, διανεμήθηκε γη και σε μη ακτήμονες και σε μη καλλιεργητές, όταν στη χωρική περιφέρεια της διανομής δεν υπήρχαν ακτήμονες και καλλιεργητές −«πας δηλωτής», έλεγε η διάταξη στην περίπτωση αυτή−, λόγω της σχεδόν χαριστικής διανομής, με αποτέλεσμα να επιπέσουν ωσάν τα κοράκια οι εποφθαλμιούντες την εθνική γη, για να την εξαγοράσουν −και τούτο συνέβαινε εις βάρος γενικά των ακτημόνων και των καλλιεργητών, στους οποίους αναλογούσε πλέον λιγότερη γη. Με τον τρόπο αυτό ο μέσος διανεμητέος κλήρος έπεσε στα 10 στρ. στις γαίες και στα 2 στις φυτείες. Όντας μικρός για την ικανοποίηση των αναγκών επιβίωσης των αγροτών, αυτοί στράφηκαν και στις όμορες δασικές εκτάσεις, τις οποίες καταπάτησαν ενσωματώνοντάς τες στην κλήρο τους, βρίσκοντας φυσιολογική μια τέτοια τους ενέργεια, ικανοποιούμενοι έτσι ως προς την επάρκεια των γαιών.

Περαιτέρω, το τεκμήριο κυριότητας που προέκυψε από το Διάταγμα 17/11-1/12/1836 «Περί ιδιωτικών δασών», για τα δάση που θεωρούνταν «αδιαφιλονίκητα Εθνικά», κρίθηκε ότι είναι μαχητό, καθώς θεωρήθηκε ότι τα δικαιώματα του Δημοσίου δεν είναι απαράγραπτα. Και τούτο διότι, το γεγονός ότι τα δάση για τα οποία δεν κατατέθηκαν εμπρόθεσμα οι τίτλοι ιδιοκτησίας τους ή οι προσαχθέντες τίτλοι δεν αναγνωρίσθηκαν, χαρακτηρίσθηκαν ως «αδιαφιλονίκητα Εθνικά», δε συνεπάγεται το ανεπίδεκτο της νομής και επομένως της έκτακτης χρησικτησίας υπέρ τρίτου ως ακίνητη περιουσία του Δημοσίου. Έτσι, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δικαιολογείται η έκτακτη χρησικτησία για τα πράγματα τα οποία εξαιρούνται της τακτικής χρησικτησίας, όχι όμως και της έκτακτης. Σύμφωνα δε με τον προϊσχύσαντα Αστικό Κώδικα, η έκτακτη χρησικτησία νοείται όταν ο κύριος ακινήτου νεμηθεί αυτό καλή τη πίστει και συνέχεια για μια τριακονταετία. Για τα δάση ο χρόνος αυτός έπρεπε να συμπληρωθεί μέχρι την 12η.9.1915 διότι μετά τη χρονολογία αυτή εκδόθηκαν Διατάγματα με τα οποία καθιερώθηκε το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του δημοσίου επί των ακινήτων του και πλέον δεν επιτρέπεται ως τρόπος κτήσης κυριότητας επί αυτών η έκτακτη χρησικτησία. Καθίστατο λοιπόν δυνατό να διεκδικηθεί η κυριότητα δασών με έκτακτη χρησικτησία κατά τον παραπάνω τρόπο, στα πλαίσια της δυνατότητας που δινόταν να καταρριφθεί το τεκμήριο υπέρ του δημοσίου.

Σ’ ότι αφορά στα κτήματα των διαλελυμένων μονών και Επισκοπών, που αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση γαιοκτησίας στο ελληνικό κράτος, αυτά περιήλθαν διά του Βασιλικού Διατάγματος της 19ης Αυγούστου και 25ης Σεπτεμβρίου 1833 στο ιδρυθέν τότε Εκκλησιαστικό Ταμείο και κατόπιν στο ελληνικό δημόσιο. Αποτέλεσαν δηλαδή δημόσια περιουσία, διαχειριζόμενα από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ενώ τα δάση επί αυτών διαχειρίζονταν από το Υπουργείο Γεωργίας μετά την 14η Ιουνίου 1917 (που αποτελεί την ημερομηνία ίδρυσής του, με την υπαγωγή της δασικής υπηρεσίας σε αυτό). Το 1833 υπήρχαν στην Παλαιά Ελλάδα 593 μονές (σύμφωνα με το αριθ. 23/19.8.1833 έγγραφο της Ιεράς Συνόδου προς την Εκκλησιαστική Γραμματεία), που μετέπεσαν το 1844 μετά τη διάλυση των περισσοτέρων εξ αυτών στις 139 (σύμφωνα με το αριθ. 27349/20.9.1844 έγγραφο του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών). Στη συνέχεια παραχωρήθηκαν με το άρθρο 1 του νόμου 6271/1934, που ερμήνευσε το άρθρο 51 του νόμου 4108/1929, κατά κυριότητα στις οικείες κοινότητες οι βοσκήσιμοι τόποι των διαλελυμένων μονών που «δεν αποτελούν αντικείμενο της δασοπονίας», ενώ κατά χρήση οι ορεινές βοσκές που αποτελούσαν αντικείμενο δασοπονίας (με τη χρήση του συγκεκριμένου όρου εννοεί προφανώς ο νομοθέτης την ύπαρξη εκτάσεων που συγκροτούν δασικά οικοσυστήματα).

Στην κυριότητα και διαχείριση του ελληνικού δημοσίου, εκ των εκτάσεων των διαλελυμένων μονών παρέμειναν τα δάση, οι εκχερσωθείσες δασικές εκτάσεις, οι οικοπεδικές εκτάσεις και τα αστικά κτήματα, οι παραλιακές εκτάσεις και οι καλλιεργούμενες εκτάσεις εντός των λιβαδίων. Λόγω της μεγάλης καταπάτησης της ακίνητης περιουσίας των διαλελυμένων μονών, εξαιτίας της ελλειπούς αστυνόμευσής της και της μη ενδεδειγμένης διαχείρισής της, που κατά μεγάλο μέρος κατέληξε να θεωρείται ιδιωτική, το Υπουργείο Οικονομικών διέταξε με το αριθ. 20490/25.5.1939 έγγραφο σχετική έρευνα και διεκδίκησή της ως δημόσια περιουσία, επισυνάπτοντας μάλιστα κατάλογο των υφισταμένων μονών, ώστε να διεκδικηθεί η καταπατημένη ακίνητη περιουσία των υπολοίπων, που διαλύθηκαν. Μολαταύτα, λόγω και της μεσολάβησης του πολέμου, η διαταχθείσα έρευνα δεν πραγματοποιήθηκε και οι καταπατημένες εκτάσεις των διαλελυμένων μονών θεωρήθηκαν ιδιωτικές. Ιδιαίτερα δε τα δάση που εκχερσώθηκαν πριν τον πόλεμο, δεν ήταν δυνατό να διεκδικηθούν σύμφωνα με τη μορφή τους, αφού αυτή πιστοποιείται με βάσει τις αεροφωτογραφίες του παλαιότερου έτους φωτογράφησης, του έτους 1945, στο οποίο, λόγω της προηγηθείσας εκχερσώσεως, απεικονίζονται οι εκτάσεις με μη δασική μορφή.

Ποιο το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασών στις προσαρτημένες περιοχές; 

Στη Θεσσαλία, όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο αναφερόμενοι στα τσιφλίκια, η γαιοκτησία προέκυπτε βάσει των αγοραπωλησιών που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τον τροποποιηθέντα οθωμανικό νόμο Περί Γαιών και της υποχρέωσης που υπήρχε με τη συνθήκη προσάρτησης της Θεσσαλίας ν’ αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας επί των δασών και βοσκών. Αυτό προέκυπτε δυνάμει φιρμανιών, χοτζετιών, ταπίων και άλλων τίτλων ή δυνάμει οθωμανικών νόμων. Έτσι βλέπουμε ότι στη Θεσσαλία υποχρεώθηκε το ελληνικό κράτος ν’ αναγνωρίσει ιδιοκτησίες επί δασών και βοσκών ακόμη και χωρίς την ύπαρξη ταπίου, κάτι που δεν ίσχυε στην Παλαιά Ελλάδα. Και τούτο παρά το γεγονός ότι με τον οθωμανικό νόμο «Περί Γαιών» του 1856 και με το νόμο «Περί Ταπίων», θεωρούνταν ως ιδιωτικά μόνο τα δάση που κατέχονταν με ταπί. Τα εμπράγματα δικαιώματα εν προκειμένω, που αναγνωρίστηκαν από τη συνθήκη προσάρτησης, μετατράπηκαν σε δικαιώματα πλήρους κυριότητας των δικαιούχων ακολουθώντας το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, με τη μετατροπή του δικαιώματος εξουσίασης (τεσσαρούφ) σε δικαίωμα κυριότητας. Υπήρξε με τον τρόπο αυτό νομική αφομοίωση των δικαιωμάτων επί των τέως οθωμανικών γαιών με το δικαίωμα κυριότητας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Οπότε, στην περίπτωση της Θεσσαλίας δεν εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του Διατάγματος του 1826 «Περί ιδιωτικών δασών», καθότι τα δικαιώματα που αποκτήθηκαν από ιδιώτες, βάσει τίτλων που εκδόθηκαν κατά τις διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας, αναγνωρίστηκαν και από την ελληνική νομοθεσία. Το ελληνικό δημόσιο υπεισήλθε στη θέση του τουρκικού ως προς την κυριότητα των δασών της Θεσσαλίας, ότι όμως απεκτήθη βάσει τίτλων πριν την προσάρτηση  (και συνεπώς δεν ανήκε στο τουρκικό δημόσιο κατά το χρόνο της προσάρτησης) δε θιγόταν.

Για τα εδάφη των Νέων Χωρών [ήτοι: Ήπειρος, Μακεδονία και μεγάλα νησιά (Σάμος, Κρήτη)] ίσχυσαν οι νόμοι 4134/1912 και 79/1913, σύμφωνα με τους οποίους διατηρείται η οθωμανική νομοθεσία, ενώ όλα τα εμπράγματα δικαιώματα που απεκτήθησαν με αυτήν διατηρούνται και μετά την απελευθέρωση και προσάρτηση των Νέων Χωρών. Για την Ήπειρο και τη Μακεδονία, τα δάση και τα λιβάδια ανήκαν πριν την προσάρτηση στο τουρκικό δημόσιο, και αντίστοιχα περιέχονται στο ελληνικό, δικαιώματι πολέμου. Η ισχύς του Διατάγματος του 1826 «Περί ιδιωτικών δασών» δεν επεκτάθηκε στις Νέες Χώρες, επικράτησε όμως το τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου που προέκυπτε από αυτό. Στις περιπτώσεις των δασών των προσαρτημένων χωρών που υπήρχε τεσσαρούφ κατά το χρόνο προσάρτησης, ορίστηκε με το άρθρο 49 του νόμου 2052/1920 «Περί Αγροτικού Νόμου», στο οποίο περιελήφθη το άρθρο 1 του Διατάγματος 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, ότι το δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) μετατρέπεται αυτοδικαίως από την 20η.5.1917 σε δικαίωμα πλήρους και αμετακλήτου κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου. Στο Δημόσιο απέμενε το 1/5, το οποίο αποτελούσε ποσοστό συνδιακατοχής σε αντάλλαγμα της παραχωρούμενης κυριότητας. Αν δεν υπήρχε τεσσαρούφ, η έκταση θεωρείτο δημόσια γη. Με τις παραπάνω ρυθμίσεις αναγνωρίστηκε αυτοδίκαιη μετατροπή της ιδιοκτησιακής βάσης των κεκτημένων δικαιωμάτων εξουσίασης (τεσσαρούφ) σε δικαιώματα πλήρους ιδιοκτησίας. Με τον τρόπο αυτόν υπήρξε νομική αφομοίωση των δικαιωμάτων επί των τέως οθωμανικών γαιών με το δικαίωμα κυριότητας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Στην Κρήτη οι γαίες ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών επί Τουρκοκρατίας λόγω της κατάκτησής της, ενώ ήταν υπό την κυριαρχία των Ενετών. Το Υπουργείο Γεωργίας όμως, με την αριθ. 51098/22.2.1957 απόφαση θεώρησε τα δάση της Κρήτης ως διακατεχόμενα από φυσικά ή νομικά πρόσωπα (κοινότητες ή μοναστήρια), από τα οποία ήδη κατέχονταν, με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων του δημοσίου. Ενώ με το άρθρο 62 του νόμου 998/1979 απηλλάγησαν από το τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου τα δάση αυτά. Για δε τις γαίες των νησιών με ειδικό καθεστώς κατά την τουρκική κατάκτηση (Κυκλάδες, Λέσβος, Σάμος, Ικαρία, Χίος κ.ά.), διατηρήθηκαν τα δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας τα οποία απεκτήθησαν κατά την τουρκική κυριαρχία και μετά την προσάρτηση αυτών των περιοχών στο ελληνικό κράτος. Τα δικαιώματα αυτά απέρρευσαν από το γεγονός ότι οι κάτοικοι των νησιών δήλωσαν υποταγή στον Σουλτάνο κι έτσι θεωρήθηκε η τουρκική κατάκτηση ως ειρηνική, αποκτώντας για το λόγο αυτό προνόμια, με κυριότερο τη διατήρηση της πλήρης κυριότητας των ιδιοκτησιών τους, υπό τον όρο καταβολής φόρου. Και για τα δάση των νησιών αυτών, όπως και με την Κρήτη, δεν ισχύει το τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 62 του νόμου 998/1979. Τα δάση της Θάσου επί Τουρκοκρατίας ήταν ιδιωτικά και επιβάλλονταν σ’ αυτά ειδική φορολογία. Το ελληνικό δημόσιο κληρονόμησε το εν λόγω καθεστώς αλλά αναγνώρισε τα ιδιωτικά δάση υπέρ της ολότητας των κατοίκων των δήμων και κοινοτήτων.

Το καθεστώς των δασών της Δωδεκανήσου ρυθμίστηκε με τον αναγκαστικό νόμο 719/1948, και τα δάση αυτά υπήχθησαν στη δασική νομοθεσία και τέθηκαν υπό τη διαχείριση και αρμοδιότητα του Υπουργείου Γεωργίας, εφαρμοζόμενος στο εξής ο Δασικός Κώδικας (νόμος 4173/1929). Τα δικαιώματα του δημοσίου επί των δασών τούτων διατηρήθηκαν ακέραια. Κάθε εμπράγματο δικαίωμα των ιδιωτών και του Δημοσίου βασίζεται στις καταγραφές του Κτηματολογίου που συνέταξαν οι Ιταλοί (στις περιοχές όπου αυτό συνετάγη, ήτοι Ρόδος, Κως και τμήμα της Λέρου). Στη Θράκη ανέκυψε το ζήτημα των περιουσιών των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων και τούτο αντιμετωπίστηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης της 30ης.1.1923, ορίζοντας ότι τα κτήματα αυτών, στα οποία περιλαμβάνονταν και δάση, υπάγονται στην κατηγορία των ανταλλαξίμων κτημάτων. Αυτά παραδόθηκαν στη διαχείριση της ανταλλάξιμης περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, και με το νόμο 4494/1930 η διαχείριση και η εκκαθάριση τούτων ανατέθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Ακολούθως, με το Βασιλικό Διάταγμα της 24ης/31.10.1940, το ελληνικό δημόσιο διά της υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών με τα αρχικά Υ.Δ.Α.Μ.Κ. διαδέχθηκε ως καθολικός διάδοχος σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις την Εθνική Τράπεζα και ανέλαβε τη διοίκηση και διαχείριση των ανταλλαξίμων ακινήτων. Τα ανταλλάξιμα δάση, σύμφωνα με το άρθρο 149 του δασικού κώδικα (νομοθετικό διάταγμα 86/1969), διαχειρίζονται κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασών στα Ιόνια νησιά απέρρευσε από το καθεστώς της Επτανήσου Πολιτείας και του μετέπειτα Ιονίου Κράτους, σ’ ότι αφορούσε στην ιδιοκτησία επί των γαιών. Στο από 13/29.12.1817 «Σύνταγμα του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων» δεν υπάρχει αναφορά σε δημόσια δάση ή σε δημόσια κτήματα, που ν’ ανήκουν στο υπό την προστασία της Αγγλίας Ηνωμένο Ιόνιο Κράτος, ώστε η εν λόγω ιδιοκτησία να περιέλθει κατά διαδοχή στο ελληνικό κράτος. Και τούτο διότι η εγχώρια περιουσία εκάστης νήσου ανήκε στην εγχώρια τοπική κυβέρνηση αυτής. Συνεπώς, δεν ισχύουν οι διατάξεις του Διατάγματος του 1836 «Περί ιδιωτικών δασών» στα Ιόνια νησιά, και δε θεσπίζεται επί των δασών της Επτανήσου το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου. Στο Δημόσιο ανήκουν τα αδέσποτα δάση, που είναι τα μη δεσποζόμενα (δεσποζόμενο ακίνητο: που ανήκει στην κυριότητα κάποιου, το εξουσιαζόμενο) από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή τα εγκατελειφθέντα και μη διεκδικούμενα.

Το ζήτημα εντέλει της ιδιοκτησίας των δασών, των δασικών εδαφών και των λιβαδίων, σε σχέση με τη διεκδίκησή τους, και των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί αυτών, ιδιαίτερα στις περιοχές της χώρας με ειδικό καθεστώς, στις οποίες δεν ισχύει το τεκμήριο του Δημόσιου, διευθετήθηκε με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του νόμου 998/1979, η οποία προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 32 του νόμου 4280/2014, όπου ορίζεται ότι, οι εκτάσεις που προστατεύονται με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας θεωρούνται δημόσιες, εκτός κι αν υπάγονται σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 10 του νόμου 3208/2003 (στο οποίο αυτό άρθρο αναφέρονται οι περιπτώσεις που το ελληνικό δημόσιο δε διεκδικεί δικαιώματα κυριότητας επί δασών, δασικών εκτάσεων και χορτολιβαδικών). Βάσει αυτής της διάταξης, όλα τα δάση κ.λπ. ανά την Ελλάδα θεωρούνται δημόσια πλην των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 10 του νόμου 3208/2003. Αποτελεί μια σαφή διάταξη νομίζουμε, οριστικού τερματισμού διενέξεων κι αμφισβητήσεων ως προς τα δικαιώματα του Δημοσίου επί δασών, δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, που δίνει τη δυνατότητα στο δημόσιο να προστατεύει ανεμπόδιστα τη δασική ιδιωτική του περιουσία, που αποτελεί ταυτόχρονα και φυσικό αγαθό.

Μια ιδιαίτερη και ξένη με τα ελληνικά δεδομένα κατηγορία δασών, που προήλθε από το οθωμανικό δικαιϊκό σύστημα, αποτέλεσαν τα βακούφια. Αυτά ήταν τα αφιερωμένα δάση (εραζίζ μεβκουφέ), που απαντώνταν στην Παλαιά Ελλάδα, στη Θεσσαλία και κυρίως στις Νέες Χώρες, κι αφορούσαν στη διάθεση υπέρ ορισμένου σκοπού, ιερού ή αγαθοεργού, ακίνητης περιουσίας με πράξη εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η αφιέρωση δημοσίων δασών πραγματοποιούνταν μετά από άδεια του Σουλτάνου και παραχωρούνταν με σουλτανικά φιρμάνια έπειτα από έκδοση σχετικής απόφασης του Ιεροδίκου. Επί αυτών, το Δημόσιο είχε την ψιλή κυριότητα ενώ το δικαίωμα εξουσίασης είχε το βακούφιο, το οποίο μπορούσε να εκμισθώνει τη χρήση. Με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου, τα βακούφια της Παλαιάς Ελλάδας μπορούσαν να διατεθούν από τους επικαρπωτές ή τους διαχειριστές τους, κι έτσι πραγματοποιήθηκαν αγοραπωλησίες επί βακουφικών δασών, περιερχόμενα αυτά σε ιδιωτική κτήση, ενώ στη Θεσσαλία και την Ήπειρο η διοίκηση των βακουφιών ανατέθηκε σε Επιτροπή, σύμφωνα με το νόμο ΑΡΠΓ/1884, στις δε Νέες Χώρες τα βακούφια κατέστησαν πλήρους ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 του νόμου ΔΣΙΓ/1913. Κατόπιν, με τη Σύμβαση της Λωζάννης το ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε να σεβαστεί τα βακούφια, τα οποία με το νόμο 4798/1930 περιήλθαν στο καθεστώς των ανταλλαξίμων γαιών και η διαχείρισή τους τελικώς αναλήφθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών.

Για το τέλος αφήσαμε τα μοναστηριακά δάση, τα οποία αποτελούν περιουσία όλων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δηλαδή των ενοριών, των μητροπόλεων, των μονών και των εκκλησιαστικών οργανισμών. Σύμφωνα με το καθεστώς που εφαρμόστηκε, οι Μονές διατηρούν τα γαιοκτητικά τους δικαιώματα που απέκτησαν βάσει τουρκικών διαταγμάτων. Μάλιστα, αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων έκριναν ότι, οι διαχειριζόμενες κατά την Τουρκοκρατία γαίες από τις μονές σαν δικά τους πράγματα, εφόσον χρησιμοποιούσαν τις προσόδους τους για την εξυπηρέτηση της μονής ή άλλου κοινωφελούς σκοπού, αναγνωρίζονται ως νόμιμη περιουσία της μονής. Όμως σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου 1700/1987 θεωρήθηκε ότι ανήκουν στο ελληνικό δημόσιο τα δάση και οι δασικές εκτάσεις που βρίσκονται στη νομή και κατοχή των μονών, εξαιρουμένων αυτών που εξαρτώνται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εφόσον εντός προθεσμίας 6 μηνών από τη δημοσίευση του νόμου δε μεταβιβασθούν με σύμβαση προς το ελληνικό δημόσιο.

Εξαιρέθηκαν από την πρόβλεψη περί απόκτησης της κυριότητας από το Δημόσιο οι εκτάσεις της μονής για τις οποίες υπάρχει νόμιμος τίτλος κυριότητας, ο οποίος έχει νόμιμα μεταγραφεί ή η κυριότητα επί αυτών έχει αναγνωρισθεί με διάταξη νόμου ή με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Οι διατάξεις των σχετικών με το παραπάνω καθεστώς νόμων έμειναν ανενεργές, μετά και από την αριθ. 10/1993/405/483-484 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου, που δικαίωσε πέντε μονές που προσέφυγαν. Φυσικά, των παραπάνω εξαιρούνται τα δάση και γενικότερα τις εκτάσεις των μονών του Αγίου Όρους και των μετοχίων τους, για τις οποίες ίσχυε ειδικό γαιοκτητικό καθεστώς επί Τουρκοκρατίας, το οποίο, με την Ελληνοτουρκική Συνθήκη των Αθηνών της 1ης/12ης.12.1913 εκφράστηκε με την αναγνώριση ως εσωτερικό δίκαιο των κεκτημένων κατά την οθωμανική νομοθεσία δικαιωμάτων των μονών. Στο ελληνικό Σύνταγμα θεσπίστηκε το απαράγραπτο και αναπαλλοτρίωτο της ακίνητης περιουσίας των Μονών του Αγίου Όρους.

Πώς η δασική ιδιοκτησία θεωρείται;

Η δασική ιδιοκτησία στην Ελλάδα κατ’ ουσίαν δεν ειδώθη λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα της ξέχωρα σε σχέση με τη λοιπή γαιοκτησία, αλλά θεωρήθη στο πλαίσιο αυτής. Τούτο αρχικώς προέκυψε από την τραγική υπέρβαση που δικαιώματος εξουσίασης της δασικής γης (τεσσαρούφ) και την εξομείωσή του με το δικαίωμα κυριότητας, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν προέκυπτε από το τουρκικό δίκαιο, οπού το κράτος θεωρούνταν κύριος των δασών (εκτός από τις εξαιρέσεις που αναφέραμε) κι έδινε το δικαίωμα της χρήσης τους με τεσσαρούφ. Το ελληνικό κράτος, ως διάδοχο του τουρκικού, μετέρχονταν στη θέση αυτού κι αποκτούσε την κυριότητα των δασών, κάτι που δεν το τήρησε, δίνοντας τη δυνατότητα σε ιδιώτες απόκτησης εμπραγμάτων δικαιωμάτων στα ελληνικά δάση με το δικαίωμα εξουσίασης και μόνον του καρπωτή. Τούτο, που εφαρμόστηκε στην Παλαιά Ελλάδα, ακολούθως έγινε καθεστώς και για τις επόμενα προσαρτημένες περιοχές της χώρας. Κατόπιν, με τη σύμπραξη και τη συνεργασία των τριών εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) εισήχθη το δικαίωμα της χρησικτησίας στα δάση, δίνοντας τη δυνατότητα ν’ αποκτηθεί η κυριότητα αυτών με την αποδεδειγμένη χρήση τους −και παρά το γεγονός ότι τα δάση αποτελούσαν κοινόχρηστο πράγμα! Έτσι, σε γενικές γραμμές, διαμορφώθηκε μια βασική δασική ιδιοκτησία στην Ελλάδα, η οποία στη συνέχεια συνεπληρώθη και με άλλην, η οποία απεκτήθη με νόμους του ελληνικού κράτους (παραχωρητήρια, εποικιστικά δάση, διαθέσιμα δασικά εδάφη κ.ά.), συνιστώντας ένα αποθετήριο γης, που επιδιώκετο η αξιοποίησή του.

Η αξιοποίηση της δασικής γης από τους κατόχους τους λογίζεται επιχειρηματικά, ώστε να επιτευχθεί το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος από αυτήν. Εν προκειμένω, η δασική γη δεν αξιολογείται δασοπονικά, αλλά οικονομικά, και προσπαθείται ο προς την κατεύθυνση τούτη προσανατολισμός της. Θεωρείται, γι΄ αυτό, η δασική γη ως νεκρή, αργούσα, που χρήζει εκμετάλλευσης· βλέπεται γη κι όχι δάσος. Πολύ χειρότερη είναι η αντιμετώπιση των χορτολιβαδικών εκτάσεων, των πάλαι ποτέ «εθνοϊδιόκτητων βοσκών», οι οποίες δε γνωρίζουν την προστασία ως φυσικά οικοσυστήματα από κάποια νομοθεσία (εκτός μόνο από τη νομοθεσία τη σχετική με τις προστατευόμενες περιοχές), και χρησιμοποιούνται μόνο για την επίτευξη σκοπών (σχετικό το άρθρο 3 του νόμου 998/1979 όπως ισχύει), ενώ οι ιδιωτικές τέτοιες εκτάσεις έχουν ελεύθερη χρήση!

Μετά από τούτα βλέπουμε ότι η δασική ιδιοκτησία στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίστηκε θετικά και σε βάρος θα λέγαμε −σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν− της δημόσιας ιδιοκτήσιας, δίνοντας ο νομοθέτης τη δυνατότητα όπου ήταν μπορετό ν’ αναγνωριστεί υπέρ ιδιώτη, εντούτοις στη συνέχεια ενοχοποιήθηκε το ίδιο το Δημόσιο, ως δρων (επι)κυριαρχικά σε αυτήν, δημεύοντας την κατ’ ουσίαν!, λόγω της εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου και της θεώρησης των δασικών εκτάσεων ως δημόσιων, εφόσον δεν έχουν αναγνωριστεί ως ιδιωτικές. Οι τελευταίες τούτες «άμυνες» του Δημοσίου, για τη διαφύλαξη (έστω) της δασικής γης ως εθνικής, βάλλονται ιδιαίτερα τα τελευταία έτη, που η πίεση γι’ απόδοση των δασικών εδαφών σε χρήσεις είναι πολύ μεγάλη (μετά και τον νόμο 4280/2014, καταμετρούμε άνω των 80 δυνάμενων χρήσεων στα δασικά εδάφη). Μπορεί η δημόσια γαιοκτησία στα δάση να υπερτερεί κατά πολύ της ιδιωτικής, όμως τούτη δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα ελληνικά δάση εξυπηρετούν τη δασοπονία πολλαπλών σκοπών και προσφέρουν κατά κανόνα άυλες προσφορές, και λιγότερο υλικές· συνεπώς δεν προσφέρουν οικονομικά οφέλη για να δικαιολογείται η επιχειρηματική διαχείρισή τους από ιδιώτη. Το Δημόσιο, ο Έλληνας πολίτης δηλαδή, πληρώνουν, συνεισφέρουν, για τη διαχείριση του κατά τεκμήριο δημοσίου δάσους, χωρίς να περιμένουν υλική (οικονομική) ανταπόδωση −μόνο τις άυλες προσφορές του δάσους επιδιώκουν. Τούτο αποτελεί τη μεγάλη και βασική κληρονομιά του Έλληνα −μαζί με τον πολιτισμό του…

Το ελληνικό δάσος δε βιώθηκε από τον Έλληνα όταν περιήλθε ως ιδιωτικό. Πολύ περισσότερο, ο απλός πολίτης το στερήθηκε όταν ο κάτοχός του το έκανε οικόπεδα, όταν το περιέφραξε, όταν το έκανε αγροτική γη. Στον Έλληνα σήμερα δίνεται η δυνατότητα να το απολαμβάνει ως φυσικό αγαθό, όμως δεν έχει το δικαίωμα της κοινής κτήσης σε αυτό, το δικαίωμα να το ζει στα πλαίσια της κοινοκτημοσύνης και της συνεισφοράς στο φυσικό όλον. Ανήκει κάπου, δεν ανήκει σε αυτόν, κι ας αποτελεί κοινόχρηστο πράγμα. Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία αποστερεί το δικαίωμα της βίωσης ενός φυσικού αγαθού, του δάσους, από τον Έλληνα πολίτη, αφήνοντάς του το απατηλό δικαίωμα της απόλαυσής του. Βρίσκουμε κάποια πλάνη σε αυτό, κάποια παρεκτροπή −μιαν ηθική απόσταση ανάμεσα στα πρέποντα και τα ισχύοντα…

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ (Α΄)


Βιβλιογραφία

  • Αμπού Εντμ., «Η Ελλάδα του Όθωνος», μετάφραση: Α. Σπήλιος, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα αχρονολόγητο.
  • Ανδρεάδης Ανδρ., «Ιστορία των εθνικών δανείων», Αθήναι 1904.
  • Αρμενόπουλος Κ., «Πρόχειρον Νόμων ή Εξάβιβλος», επιμέλεια: Κωνσταντίνος Γ. Πιτσάκης, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήναι 1971.
  • Βακαλόπουλος Κ. Α., «Η περίοδος της αναρχίας (1831-1833)», εκδόσεις Παρατηρητής, Αθήνα 1984.
  • Βάσος Γ., «Η εξαθλίωση του λαού και ο πλούτος της χώρας», εκδόσεις Μαρή & Κοροντζή, Αθήνα 1945.
  • Βεργόπουλος Κ., «Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας», εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1975.
  • Βουρνάς Τ., «Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Από την επανάσταση του 1821 ως το κίνημα του Γουδί 1909», εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1998.
  • Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, «Ιδιοκτησιακό ζήτημα δασικών εδαφών της Ελλάδας», συνέδριο 19-21 Ιουνίου 1991, πρακτικά, Γεωτεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, Θεσσαλονίκη 1991.
  • Γεωργιάδου Μ., «Δασική νομοθεσία», Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2004.
  • Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Το αγροτικό πρόβλημα της Ελλάδας», πρακτικά διημερίδας, 7-8 Μαΐου 1997, επιμέλεια έκδοσης: Ανδρέας Ι. Καραμάνος, Αθήνα 1998.
  • Γιαννακούρος Π. Ε., «Αγροτική νομοθεσία. Μετά διατάξεων προσφυγικής και δασικής νομοθεσίας», Αθήναι 1974.
  • Γιαννακούρος Π. Ε., «Δασικός Κώδικας και δασικοί νόμοι», εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα 2002.
  • Γιαννόπουλος Κ. Ι., Φραγκοδημητρόπουλος Θ., Δ., «Ισχύουσα δασική νομοθεσία και ερμηνεία αυτής», Τόμοι Α΄ & Β΄, Τύποις Απ. Α. Χαλούλου, Αθήναι 1939.
  • Γκιόλιας Μ. Α., «Παραδοσιακό δίκαιο και οικονομία του τσελιγκάτου», εκδόσεις Πορεία, Αθήνα 2004.
  • Γρίσπος Π., «Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος», έκδοση Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, Αθήναι 1973.
  • Δανιηλίδης Δ., «Νεοελληνική κοινωνία και οικονομία», ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1934.
  • Δαουτόπουλος Γ. Α., Κουτσούκος Μ. Η., «Ιστορία της Γεωργίας», εκδόσεις Ζυγός, Θεσσαλονίκη 2008.
  • Δρίκος Θ., «Οι πωλήσεις οθωμανικών ιδιοκτησιών της Αττικής 1830-1831», εκδόσεις Τροχαλία και Δήμος Γλυφάδας, Αθήνα 1994.
  • Dugelay A., «Το πρόβλημα της διαθέσεως των γαιών», απόδοση: Α. Γώγος, περιοδικό «Δασικά Χρονικά», Ιούνιος-Ιούλιος 1966.
  • Ελληνική Δασολογική Εταιρεία, «Δασική ανάπτυξη. Ιδιοκτησιακό-Χωροταξικό», πρακτικά 6ου Πανελληνίου Δασολογικού Συνεδρίου, Χανιά 6-8 Απριλίου 1994, Θεσσαλονίκη 1995.
  • Θεοτόκης Σπ., «Αλληλογραφία Εϋνάρδου», Αθήναι 1919.
  • Ιερά Κοινότητα Αγίου Όρους Άθω, «Το καθεστώς του Αγίου Όρους Άθω», έκδοση της Ιεράς Κοινότητας Αγίου Όρους Άθω, Άγιον Όρος 1996.
  • Καπετάνιος Αντ., «Τη χώρα που μου πήρανε γυρεύω…», εκδόσεις Ηλιοτρόπιο, σειρά: Memorandum, Αθήνα 2003.
  • Κεμίδης Κ., «Δασική ιδιοκτησία», εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1995.
  • Κοντός Π., «Δασική Ελληνική Ιστορία», Αθήναι 1929.
  • Κοντός Π., «Δασική Πολιτική, ιδία εν Ελλάδι, μετά στοιχείων Αγροτικής Πολιτικής», Θεσσαλονίκη 1933.
  • Κοραής Αδ., «Άπαντα», εκδόσεις Μπίρης, Αθήνα 1969.
  • Κορδάτος Γ., «Ιστορία του αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα», εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα 1973.
  • Κουρουσόπουλος Ευθ., «Δασική ιδιοκτησία και διαχείριση», Αθήνα 1978.
  • Κουτσομητόπουλος Π. Γ., «Συλλογή νόμων, Β.Δ. και υπουργικών πράξεων του Υπουργείου Γεωργίας», έκδοση Υπουργείου Γεωργίας, Εν Αθήναις 1922.
  • Κρεμμυδάς Β., «Νεότερη ιστορία, ελληνική και ευρωπαϊκή», εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1990.
  • Κρόκος Αγγ. Γ., «Δασική νομοθεσία», έκδοση Υπουργείου Γεωργίας, Εν Αθήναις 1920.
  • Λούκος Χρ., «Κυβερνήτης Καποδίστριας, πολιτικό έργο, συναίνεση και αντιδράσεις», σειρά: Ιστορία του νέου ελληνισμού, τόμοι τρεις, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.
  • Μακρής Ασ., Γώγος Επ., «Δασική νομοθεσία. Κωδικοποίησις, ερμηνεία, νομολογία, σχόλια», έκδοση Γεωργίου Π. Χάντζου, Αθήναι 1958.
  • Μακρυγιάννης (στρατηγός), «Απομνημονεύματα», επιμέλεια: Γιάννης Βλαχογιάννης, τόμοι τρεις, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2011.
  • Μάουρερ Γκ., «Ο ελληνικός λαός», μετάφραση: Όλγα Ρομπόκη, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις αφοί Τολίδη, Αθήνα 1976.
  • Μαριά Ε. Α., «Η νομική προστασία των δασών», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 1998.
  • Μαριά Ε. Α., «Δασική νομοθεσία», Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011.
  • Μοσκοβάκης Ν. Γ., «Το δίκαιον επί Τουρκοκρατίας», διατριβή επί υφηγεσία, εκ του τυπογραφείου Χ. Ν. Φιλαδελφέως, Εν Αθήναις 1882 (αναστατική έκδοση εκ του Βιβλιοπωλείου Νότη Καραβία, Αθήνα 1992).
  • Νάκος Γ. Π., «Το νομικό καθεστώς των τέως Οθωμανικών γαιών 1821-1912», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1984.
  • Νάκος Γ. Π., «Εξελικτικές διακυμάνσεις του οθωμανικού γαιοκτητικού συστήματος 1821-1912», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1986.
  • Νικοκάβουρα Α. (επιμ.), «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η συγκρότηση του ελληνικού κράτους», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1983.
  • Νικολαΐδης Δ., «Οθωμανικοί Κώδικες, ήτοι συλλογή απάντων των νόμων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διαταγμάτων, κανονισμών, οδηγιών και εγκυκλίων», τύποις Αδελφών Νικολαΐδων, Εν Κωνσταντινούπολει 1889.
  • Οικονομάκος Ι., Λ., «Περί κληρονομιάς υπηκόων Ελλήνων Μουσουλμάνων (Μωαμεθανών) το θρήσκευμα, ήτοι περί της εφαρμοστέας εν Ελλάδι νομοθεσίας», εκδοτικός οίκος Δημοσθένους Θεοφιλόπουλου, Αθήναι 1932.
  • Οικονομόπουλος Αν., «Η εξέλιξη της δασοπονίας εν τη Ελλάδι. Από της απελευθερώσεως αυτής μέχρι του έτους 1940», πανεπιστημιακή έκδοση, Θεσσαλονίκη 1942.
  • Πανταζόπουλος Ν., «Αστικός Κώδιξ και εθνικόν δίκαιον», Αθήναι 1945.
  • Πανταζόπουλος Ν., «Ιστορική εισαγωγή εις τα πηγάς του Ελληνικού Δικαίου», εκδόσεις Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη-Αθήνα 1968.
  • Πανταζόπουλος Ν., «Παραδοσιακοί αγροτικοί θεσμοί σε δοκιμασία. Η περίπτωση της Θεσσαλίας», εκδόσεις Πολύτυπο, Αθήνα 1986.
  • Παπαγιάννης Γ., «Η δασική ιδιοκτησία», Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011.
  • Πετρόπουλος Γ., «Η συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους (1833-1834)», τόμοι δύο, Αθήνα 1984.
  • Ρος Λ., «Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833)», μετάφραση: Α. Σπήλιος, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, Αθήνα 1976.
  • Σάθας Κ. Ν., «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», Αθήναι 1880 (αναστατική έκδοση εκ του Βιβλιοπωλείου Νότη Καραβία, Αθήνα 1995).
  • Σιάτρας Δ. Θ., «Οι αγοραπωλησίες ακινήτων στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα», πρόλογος: Νικόλαος Ι. Πανταζόπουλος, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1992.
  • Σκαρίμπας Γ., «Το 1821 και η αλήθεια», τόμοι δύο, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1995.
  • Σκληρός Γ., «Το κοινωνικό μας ζήτημα», Αθήναι 1907.
  • Σούτσος Ι., «Πλουτολογία», Αθήναι 1868.
  • Στεργιόπουλος Ι., «Δασικαί, αγροτικαί, παραλιακαί εκτάσεις», Εκδοτικόν Γραφείον Σείριος, Αθήναι 1973.
  • Στεφάνου Αν. Γ., «Το δάσος που λαχτάριζες», ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1974.
  • Στράτος Ανδρ. Ν., «Το Βυζάντιον στον Ζ΄ αιώνα», πρόλογος: Δ. Α. Ζακυθηνός, τόμοι τέσσερεις χρονολογημένοι τα έτη 1965, 1966, 1969, 1972, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήναι.
  • Τιρς Φρ., «Η Ελλάδα του Καποδίστρια», μετάφραση: Α. Σπήλιος, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα αχρονολόγητο.
  • Τρικούπης Σπ., «Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως», τόμου τέσσερεις, εκδοτικός οίκος Χρήστου Γιοβάνη, Αθήναι 1968.
  • Τρωιανός Σπ., «Οι πηγές του βυζαντινού δικαίου», εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1999.
  • Τσάλτας Αν., «Το ελληνικό αγροτικό πρόβλημα από την αρχαιότητα έως σήμερα», ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1977.
  • Τσέκος Ε., Π., «Σκέψεις για τη δασική νομοθεσία μας», Τυπογραφείο Ερμής, Γιάννινα 1935.
  • Τσοποτός Δ. Κ., «Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν», ιδιωτική έκδοση, Βόλος 1912.
  • Υπουργείο Γεωργίας, «Πρώτη Εθνική Απογραφή Δασών», ΓΓΔ&ΦΠ, Υπουργείο Γεωργίας 1992.
  • Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας – Υπηρεσία Δασών, «Δασική νομοθεσία», εκδόσεις «Καταστήματα Μιχ. Μαντζεβελάκη», Εν Αθήναις 1915.
  • Φίνλεϋ Γ., «Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως», τόμοι δύο, μετάφραση: Αλίκη Γεωργούλη, Θεώρηση: Ελένη Γαρίδη, εκδόσεις αφοί Τολίδη, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, Αθήνα αχρονολόγητο.
  • Φωτιάδης Δ., «Όθωνας, η μοναρχία», έκδοση όγδοη, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1978.
  • Χαρζίκος Γ., «Τουρκικές γαίες. Εφαρμογή οθωμανικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες. Διάκριση γαιών», ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1980
  • .========================================================================================================ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

    Άρθρο 24

    • Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον.

    Ερμηνευτική δήλωση: Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. ===================================

  • ΔΑΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

    ΠΗΓΗ: «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ» ΤΡΑΠΕΖΑ  ΝΟΜΙΚΩΝ  ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ  ΔΣΑ

    ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΟΣ

    Είδος: ΔΑΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ
    ΦΕΚ: Α 7 19690418
    Τέθηκε σε ισχύ: 18.04.1969
    Ημ.Υπογραφής: 08.01.1969
    Τίτλος
    Δασικός Κώδικας
    Θέματα
    Δασικός Κώδικας

    ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΡΘΡΩΝ

    Αρθρο: 1
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Γενικοί ορισμοί
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 2
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Γενικοί ορισμοί
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 3
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Προϋποθέσεις αναγνωρίσεως
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Σχόλια
    Για τα δάση και δασικές εκτάσεις του παρόντος εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 5 του άρθρου 13 του ν. 1734/1987 και παρ. 8 του άρθρου 43 του ν. 1337/1983, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 2 και 3 του ν. 3208/2003.
    Κείμενο Αρθρου

    1. Επί των δασών των Νέων Χωρών και της Θεσσαλίας, συμπεριλαμβανομένων της Επαρχίας Δομοκού και του Νομού ‘Αρτης, όσα προ της προσαρτήσεως αυτών ετέλουν έκπαλαι υπό την νομήν της ολότητος των κατοίκων χωρίων ή συνοικισμών, υφισταμένων κατά την δημοσίευσιν του Νόμ. 4173 της 15/19.6.1929 «περί κυρώσεως και τροποποιήσεως του από 11 Μαϊου 1929 Ν.Δ/τος»περί δασικού κώδικος) χρησιμοποιούμενα ή τυγχάνοντα

    εκμεταλλεύσεως υπ’ αυτών και των οποίων τα αποδεικτικά εξουσιάσεως ή ιδιοκτησίας έγγραφα είτε δεν σώζονται είτε δεν δύνανται κατά τας διατάξεις της νομοθεσίας, υπό το κράτος της οποίας εξεδόθησαν, να αποτελέσουν πλήρη απόδειξιν υπάρξεως δασικής ιδιοκτησίας, λόγω χαρακτηρισμού της σχετικής δασικής εκτάσεως ως αγρού, βοσκής κλπ. δύνανται να αναγνωρισθούν ως ιδιοκτησία της ολότητος των κατοίκων των χωρίων ή των συνοικισμών, των κατά τα ανωτέρω χρησιμοποιησάντων ή και καρπωθέντων ταύτα, αναγνωριζομένων και ως νομικών προσώπων. Η διάταξις αύτη ισχύει και επί δασών, των οποίων τα αποδεικτικά έγγραφα είναι εκδεδομένα εικονικώς επ’ ονόματι φυσικών προσώπων ή και καρπωθέντων αυτά χωρίων ή συνοικισμών.

    2. Κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου κρίνονται και τα δάση της Θεσσαλίας, συμπεριλαμβανομένων της Επαρχίας Δομοκού και του Νομού ‘Αρτης, τα διακατεχόμενα κατά την δημοσίευσιν του Νόμ. 4173/1929 υπό κοινοτήτων, χωρίων ή συνοικισμών, επί τη βάσει αποδεικτικών εγγράφων εκδεδομένων προ της προσαρτήσεως των ως άνω Χωρών εις την Ελλάδα.

    3. Η κατά τα ανωτέρω αναγνωρισθείσα ή αναγνωριζομένη ιδιοκτησία ως και η κατά το άρθρ. 63 του Νόμ. 4173/1929 αναγνωρισθείσα τοιαύτη, δεν δύναται να μεταβιβασθή, υποθηκευθή ή κατασχεθή ουδ’ υπόκειται εις τους περιορισμούς του άρθρ. 34.

    4. Αι παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται επί δασών ανηκόντων εις ανταλλαγέντας.

    Αρθρο: 4
    Ημ/νία: 24.12.2003
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Διαδικασία αναγνωρίσεως
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    1. Η κατά το άρθρ. 3 αναγνώρισις δικαιωμάτων χωρεί πάντοτε δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά γνώμην του παρά των Υπουργείω Γεωργίας Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δημοσίων Δασών, κρίνοντος επί τη βάσει παντός αποδεικτικού μέσου κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 9.

    2. Η σχετική αίτησις μετά των αποδεικτικών υποβάλλεται εις τον αρμόδιον δασάρχην, όστις προβαίνει εις την απαιτουμένην έρευναν και υποβάλλει το πόρισμα εις το Υπουργείον Γεωργίας.

    3. Καταργήθηκε από το άρθρο 23 παρ. 3 του ν. 3208/2003/ΦΕΚ Α 303/24.12.2003.

    4. Καταργήθηκε από το άρθρο 23 παρ. 3 του ν. 3208/2003/ΦΕΚ Α 303/24.12.2003.

    5. Αι μεταξύ του Δημοσίου και των κοινοτήτων, χωρίων ή συνοικισμών εκκρεμούσαι τυχόν δίκαι περί νομής ή κυριότητος των εν άρθρ. 3 δασών, δεν καθιστούν αναρμόδιον το Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δημοσίων Δασών να επιληφθή της εκδικάσεως των κατά την ανωτέρω παρ. 2 αιτήσεων.

    Αρθρο: 5
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Συνέπεια αναγνωρίσεως
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    1. Το Δημόσιον ουδεμίαν υπέχει ευθύνην αποζημιώσεως των

    αναγνωρισθέντων ή αναγνωρισθημένων ως ιδιοκτητών δασών, δασικών εδαφών ή δασικών εκτάσεων οπουδήποτε του Κράτους κειμένων, είτε η αναγνώρισις εγένετο παρά του τέως Διοικητικού Δικαστηρίου είτε παρά του Υπουργού Γεωργίας κατά εν άρθρ. 9 οριζόμενα αμαχήτως τεκμαιρομένης της νομίμου και εν δικαίω παρά ατου Δημοσίου διαχειρίσεως και καρπώσεως του δάσους, του δασικού εδάφους ή της δασικής εκτάσεως, κατά τον άχρι της αναγνωρίσεως χρόνον. Το αυτό ισχύει και προκειμένου περί αναγνωρίσεως δάσους, δασικού εδάφους ή δασικής εκτάσεως ως μπαλταλικίου επί τη βάσει του άρθρ. 63 του Νόμ. 4173/1929.

    2. Η κατά το παρόν και προηγούμενον άρθρον γενομένη ή γενησομένη αναγνώρισις του δάσους ως μη δημοσίου ή μπαλταλικίου, λύει αυτοδικαίως την μίσθωσίν του, αφ’ ής διαταχθή διοικητικώς η αποβολή του μισθωτού, δικαιουμένου εις αποζημίωσιν μόνον διά τας δαπάνας τας αναφερομένας εις την συντελεσθείσαν εκμετάλλευσιν, εφ’ όσον δεν έλαβε το προϊόν της. Η διάταξις του άρθρ. 98 του από 19/30.11.1928 προεδρικού Δ/τος (περί διαχειρήσεως Δασών, κανονισμού και τρόπου υλοτομίας, Δασικής φορολογίας και μισθώματος, διαθέσεως δασικών προϊόντων, ενοικιάσεως φόρου ρητίνης κλπ. ρητινοσυλλογής και ρητινοκαλλιεργείας κλπ.), τηρείται εν ισχύϊ.

    Αρθρο: 6
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Διάθεσις εσόδων
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    1. Τα έσοδα εκ των δασών, των περιερχομένων κατά τας διατάξεις του παρόντος κώδικος ή περιελθόντων κατά τας προϊσχυσάσας αυτού σχετικάς διατάξεις εις την κυριότητα των κοινοτήτων, χωρίων ή συνοικισμών διατίθενται κατά σειράν προτιμήσεως:

    α) Δι’ έξοδα φυλάξεως, συντηρήσεως, οροθετήσεως και καλής διαχειρίσεως των δασών τούτων.

    β) Δι’ έξοδα δασικής εκπαιδεύσεως και ανέγερσιν σχολικών κτιρίων. γ) Δι’ έργα οδοποιϊας ή υδραυλικά.

    2. Δ/μα, εκδιδόμενον επί τη προτάσει των Υπουργών Γεωργίας και Εσωτερικών, καθορίζει τον τρόπον της εποπτείας της συμφώνως προς τα ανωτέρω διαθέσεως των εκ των δασών τούτων εσόδων.

    Αρθρο: 7
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Αναγνώρισις αυτοτελών δασυλλίων
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    1. Αυτοτελή δασύλλια εκτάσεως ουχί μείζονος των 50 στρεμμάτων, περιλαμβανόμενα μεταξύ γεωργικώς ή δενδροκομικώς καλλιεργουμένων εκτάσεων, κειμένων εντός καθαρώς αγροτικών περιοχών, μη γειτνιαζουσών μετά δημοσίων δασών, δύνανται να αναγνωρισθούν δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ως ιδιοκτησία των κατόχων τούτων, εφ’ όσον βεβαιούται δι’ ητιολογημένων εκθέσεων των αρμοδίων δασάρχου και περιφερειακού διευθυντού δασών ότι διατελούν από τριακονταετίας υπό την ανεπίληπτον νομήν και κατοχήν αυτών και των δικαιοπαρόχων των. Το Δημόσιον ουδεμίαν υπέχει ευθύνην δι’ εκνίκησιν ή οιανδήποτε άλλην αιτίαν.

    2. Ειδικώς διά τας Νέας Χώρας δύναται ο Υπουργός Γεωργίας να αναγνωρίση ως ιδιόκτητα τοιαύτα δασύλλια, περιορίζων την έκτασιν μέχρις εκατόν στρεμμάτων, εφ’ όσον εκ των Τουρκικών κτηματολογικών βιβλίων αποδεικνύεται ότι οι διεκδικούντες ή οι προκάτοχοι αυτών ήσαν ιδιοκτήται ή νομείς προ του έτους 1912.

    3. Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται να παραπέμπη προς γνωμοδότησιν εις το Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δημοσίων Δασών περιπτώσεις διεκδικήσεων των προηγουμένων παραγράφων.

    Αρθρο: 8
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 9
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 10
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 11
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 12
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 13
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 14
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 15
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 16
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 17
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 18
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 19
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 20
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 21
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 22
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 23
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 24
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 25
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 26
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 27
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 28
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 29
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 30
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 31
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 32
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Νομιμοποίησις γενομένων παραχωρήσεων εκ του κτήματος Μανολάδος
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    1. Παραχωρήσεις εκ του δημοσίου κτήματος Μανολάδος γενόμεναι προς γεωργούς, είτε επί τη βάσει του Α.Ν. 857/1937, είτε επί τη βάσει των προ αυτού ισχυσασών διατάξεων της δασικής νομοθεσίας, θεωρούνται ως νομίμως γενόμεναι, έστω και αν καθ’ οιονδήποτε τρόπον προκύπτη ακυρότης των τοιούτων παραχωρήσεων, χωρεί δε περαιτέρω η έκδοσις των οικείων παραχωρητηρίων υπό της αρμοδίας δασικής υπηρεσίας.

    2. Εάν διά τας ανωτέρω παραχωρήσεις είχε καθορισθή τίμημα προς της 28 Απρ. 1941, η υφισταμένη τυχόν οφειλή θεωρείται αποσβεσθείσα δυνάμει του Νόμ. 18/1944. Εάν τοιούτο τίμημα δεν είχε καθορισθή, εφαρμόζονται αι οικείαι διατάξεις της παρ. 4 του παρόντος άρθρου.

    3. Παραχωρήσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, γενόμεναι προς κοινότητας, θεωρούνται ως γενόμεναι προς εγκατάστασιν των κατοίκων αυτών διά διανομής των παραχωρηθεισών εκτάσεων.

    4. Εκτάσεις του δημοσίου κτήματος Μανολάδος, καταληφθείσαι καθ’ οιονδήποτε τρόπον παρ’ αγροτών μέχρι της 31.12.1947 και κατεχόμεναι έκτοτε συνεχώς μέχρι σήμερον παρ’ αυτών ή των γενικών ή ειδικών διαδόχων των, παραχωρούνται εις τους κατέχοντας και καλλιεργούντας ή εκμεταλλευομένους κτηνοτροφικώς ταύτας κατόχους των ως κάτωθι: α) Εις τους έχοντας εξ οιασδήποτε αιτίας ατομικήν γεωκτησίαν μέχρι 50 στρεμμάτων παραχωρείται εκ της παρ’ αυτών κατεχομένης δημοσίας εκτάσεως, τόση έκτασις, όση απαιτείται ώστε, συνυπολογιζομένης και της ατομικής ως άνω γεωκτησίας των, το σύνολον να μην υπερβαίνη τα 90 στρέμματα. β) Εις τους έχοντας εξ οιασδήποτε αιτίας ατομικήν γεωκτησίαν από 50 στρεμμάτων μέχρις 150 παραχωρείται εις αυτούς εκ της παρ’ αυτών κατεχομένης αυθαιρέτως δημοσίας εκτάσεως, έκτασις εκ 30 στρεμμάτων. Η τυχόν πέραν των ανωτέρω ορίων απομένουσα εις χείρας των ανωτέρω δικαιούχων δημοσία έκτασις διατίθεται υπέρ δικαιουμένων αποκαταστάσεως κατά την αγροτικήν νομοθεσίαν ακτημόνων καλλιεργητών. Η παραχώρησις ενεργείται δι’ αποφάσεως της επιτροπής απαλλοτριώσεων αποφαινομένης περί της συνδρομής των κατά τα άνω όρων επί τη βάσει παντός προσήκοντος αποδεικτικού στοιχείου. Το κατά στρέμμα τίμημα των κατά τα άνω παραχωρουμένων εκτάσεων ορίζεται διά της αυτής αποφάσεως της επιτροπής απαλλοτριώσεων εις το 1/3 της τρεχούσης κατά τον χρόνον της

    παραχωρήσεως αξίας. Το τίμημα εξοφλείται εις 6 ίσας ετησίας ατόκους δόσεις και εισπράττεται κατά τας διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. Εκ του τιμήματος ποσοστόν 15% περιέρχεται εις το Ειδικόν Ταμείον Εποικισμού προς κάλυψιν των εξόδων της απαλλοτριωτικής διαδικασίας.

    Αρθρο: 33
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αναγνώριση μη δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 34
    Ημ/νία: 24.12.2003
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Παραχώρησις 1/5 μεριδίου του Δημοσίου επί δασών των Νέων Χωρών
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Συνιδιοκτησία επί δημοσίων δασών
    Σχόλια
    Η περ. β της παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 12 του ν. 3208/2003/ΦΕΚ Α 303/24.12.2003.
    Κείμενο Αρθρου

    1. (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    2. Το δικαίωμα συγκυριότητος του Δημοσίου κατά το 1/5 δεν υφίσταται: α) Επί μη δημοσίων δασών συνολικής εκτάσεως κατ’ ιδιοκτησίαν μέχρι πέντε στρεμμάτων, παρεμβαλλομένων εντός γεωργικώς ή δενδροκομικώς καλλιεργουμένων εκτάσεων. Εις την περίπτωσιν ταύτην το επί του ενός πέμπτου δικαίωμα του Δημοσίου θεωρείται ως μη υφιστάμενον από της ισχύος του Ν.Δ. 841 της 29.11/22.12.1941 (περί λήψεως εκτάκτων μέτρων διά την εκμετάλλευσιν και διαχείρισιν των δασών λόγω των εκ του πολέμου δημιουργηθεισών συνθηκών).

    «β) Επί δασών των Νέων Χωρών, τα οποία αναγνωρίζονται ως ιδιοκτησία του νομικού προσώπου δήμου ή κοινότητας ή έχουν μεταβιβασθεί σε αυτό με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, υπέρ των οποίων είχε γίνει η αναγνώριση.»

    γ) Επί των δασών των Ιερών Μονών του Αγίου ‘Ορους των κειμένων εν τη περιφερεία της τέως Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, από της ισχύος του Νόμ. 1804 της 5/19.9.1944 (περί επεκτάσεως του άρθρ. 7 του Νόμ. 6242 και επί των εν Μακεδονία δασών του Αγίου ‘Ορους).

    3-4. (Καταργήθηκαν από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 35
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Συνιδιοκτησία επί δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 36
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Συνιδιοκτησία επί δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 37
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Συνιδιοκτησία επί δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 38
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Συνιδιοκτησία επί δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 39
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Συνιδιοκτησία επί δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 40
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Συνιδιοκτησία επί δημοσίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 41
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Παραχώρησις νομής δημοσίων δασών εις δήμους και κοινότητας
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Ειδικές περιπτώσεις παραχωρήσεως
    Κείμενο Αρθρου

    1. Δάση ή τμήματα δασών εκτάσεως ουχί μείζονος των 2000 στρεμμάτων, υπερκείμενα πόλεων, χωρίων ή συνοικισμών και έχοντα χαρακτήρα προστατευτικόν των υποκειμένων πόλεων, χωρίων ή συνοικισμών, παραχωρούνται δι’ αποφάσεως του νομάρχου κατά νομήν εις τα νομικά πρόσωπα των οικείων δήμων ή κοινοτήτων, εφ’ όσον αναλαμβάνουν ταύτα την μέριμναν της προστασίας και κανονικής εκμεταλλεύσεως αυτών, του Δημοσίου διατηρούντος την ψιλήν κυριότητα των δασών τούτων.

    2. Επιτροπή, οριζομένη υπό του νομάρχου εκ τριών δημοσίων υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων απαραιτήτως ο αρμόδιος δασάρχης, καθορίζει διά πράξεώς της τα κατά την προηγουμένην παράγραφον δάση. Κατά της πράξεως της επιτροπής ταύτης επιτρέπεται εις τον νομάρχην και τους

    ενδιαφερομένους δήμους ή κοινότητας ένστασις, κρινομένη υπό

    δευτεροβαθμίου επιτροπής, οριζομένης επίσης υπό του νομάρχου εκ τριών δημοσίων υπαλλήλων, εκ των οποίων απαραιτήτως εις δασικός υπάλληλος ανώτερος όμως κατά βαθμόν των μελών της πρωτοβαθμίου επιτροπής. Μετά της ενστάσεως, εξαιρέσει της ασκουμένης υπό του νομάρχου,

    συνυποβάλλεται γραμμάτιον παρακαταθήκης των εξόδων μεταβάσεως της επιτροπής.

    3. Τα έσοδα εκ των δασών τούτων διατίθενται συμφώνως προς το άρθρ. 6.

    Αρθρο: 42
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Παραχώρησις νομής δημοσίων δασών εις το Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Ειδικές περιπτώσεις παραχωρήσεως
    Κείμενο Αρθρου

    1. Τα κατά τον Νόμ. 6320 της 10/17.10.1934 (περί παραχωρήσεως της χρήσεως δημοσίων δασών εις το Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης διά σκοπούς εκπαιδευτικούς, ερευνών κλπ.) και το εις εκτέλεσιν αυτού εκδοθέν Π.Δ.

    15/28.12.34 (περί παραχωρήσεως κατά Νομήν εις το Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης Δημοσίων δασών διά σκοπούς εκπαιδευτικούς και ερευνών) παραχωρηθέντα κατά νομήν εις το Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης: α) Δημόσια δάση της περιφερείας Περτουλίου εκτάσεως 30000 περίπου στρεμμάτων και

    β) Τμήμα Δημοσίων δασών της περιφερείας των Κοινοτήτων Βραστάμων (τέως Βραστών) και Ταξιάρχου της Επαρχίας Χαλκιδικής ίσης περίπου εκτάσεως, μετά των εντός ταυτών δημοσίων νομημάτων, προς τον σκοπόν πρακτικής εκπαιδεύσεως των φοιτητών της Δασολογίας, διεξαγωγής δασικών ερευνών και μελετών ως και υποδειγματικής διοικήσεως και διαχειρίσεως τούτων, διέπονται, όσον αφορά εις την καθόλου διοίκησιν και διαχείρισιν υπό των διατάξεων του άρθρ. 82.

    Αρθρο: 43
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 44
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 45
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 46
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 47
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 48
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 49
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Εξαγορά και απαλλοτρίωσις ιδιωτικών δασών
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Εξαγορά, ανταλλαγή και απαλλοτρίωση ιδιωτικών εκτάσεων
    Κείμενο Αρθρου

    1. Δάση ιδιωτικά, εις τα οποία απηγορεύθησαν επ’ αόριστον χρόνον ωρισμέναι ή άπασαι αι εξ αυτών καρπώσεις, δύνανται να αγορασθούν υπό του Δημοσίου, ή να απαλλοτριωθούν αναγκαστικώς υπ’ αυτού.

    2. Διά λόγους δασικής πολιτικής, δύναται το Δημόσιον να αγοράζη ιδιωτικά δάση. Το τίμημα και οι λοιποί όροι της αγοράς καθορίζονται διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, δημοσιευομένης εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

    3. Εις τον πρϋπολογισμόν του Υπουργείου Γεωργίας αναγράφεται ετησίως προς τον κατά την προηγουμένην παράγραφον σκοπόν πίστωσις, δυναμένη να χρησιμεύση και προς εξυπηρέτησιν δανείου, συναπτομένου διά συμβάσεως, κυρουμένης δι’ αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, διά την αγοράν ιδιωτικών δασών.

    Αρθρο: 50
    Ημ/νία: 24.12.2003
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Ανταλλαγή και απαλλοτρίωσις ιδιωτικών εκτάσεων
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Εξαγορά, ανταλλαγή και απαλλοτρίωση ιδιωτικών εκτάσεων
    Σχόλια
    Σύμφωνα με την παρ. 20 άρθρου 28 Ν. 2664/1998 (ΦΕΚ Α 275) «Οι ανταλλαγές, δυνάμει συμβολαίων, ισάξιων ακινήτων δασικών ή μη εκτάσεων μεταξύ του Δημοσίου και τρίτων θεωρούνται ισχυρές και νόμιμες, ανεξάρτητα αν τηρήθηκε ή μη η διαδικασία του άρθρου 68 του ν. 4173/1929, όπως κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 50 παράγραφοι 1 και 2 του ν.δ. 86/1969 και της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του ν.δ. 2967/1954 «Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και καταργήσεως διατάξεων τινών της κείμενης νομοθεσίας περί διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας» (ΦΕΚ 199 Α). Η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3208/2003/ΦΕΚ Α 303/24.12.2003.
    Κείμενο Αρθρου

    1. Το Δημόσιον δύναται να προβή εις απαλλοτριώσιν ιδιωτικών εκτάσεων παρακειμένων ή περιεχομένων εις δάση υποβληθέντα εις τεχνικήν διαχείρισιν, εφ’ όσον προβλέπεται τούτο υπό εγκεκριμένου διαχειριστικού σχεδίου ή διαχειριστικής εκθέσεως του δάσους. Το ποσόν της αποζημιώσεως καθορίζεται κατά τας κειμένας περί απαλλοτριώσεως ιδιωτικών κτημάτων διατάξεις.

    2. Κατά τας διατυπώσεις της προηγουμένης παραγράφου δύναται να επιτραπή και η ανταλλαγή ιδιωτικών αγρών ή άλλων κτημάτων, ευρισκομένων εντός δασών, με δημοσίας δασικάς εκτάσεις κειμένας εγγύς συνοικισμών, μακράν πάντως των πόλεων, εφ’ όσον διά τινα λόγον, δεν είναι χρήσιμοι, εις το Δημόσιον, κατά τα λεπτομερέστερον διά Δ/τος καθοριζόμενα.

    3. Διά λόγους γεωργικής και δασικής πολιτικής προς ανάπτυξιν της γεωργίας και δασοπονίας, δύναται ο Υπουργός Γεωργίας να αποφασίζη την ανταλλαγήν δημοσίων εκτάσεων, δασικών ή μη, μη χρησίμων εις το Δημόσιον, δι’ αξιολόγων δασικών ή μη εκτάσεων ανηκουσών εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή οργανισμούς. Η απόφασις περί της ανταλλαγής, των όρων αυτής και των συναφών λεπτομερειών, εκδίδεται εκάστοτε μετά προηγουμένην εκτίμησιν των προς ανταλλαγήν εκτάσεων και πρότασιν τριμελούς επιτροπής συγκροτουμένης υπό του ειρημένου Υπουργού εκ δύο ανωτέρων υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας και του οικονομικού εφόρου της περιφερείας της προς ανταλλαγήν δημοσίας εκτάσεως.

    «4. Σε περιπτώσεις που υφίστανται εντός των δασικών οικοσυστημάτων γεωργικές ή άλλες εδαφοπονικές δραστηριότητες που διασπούν τη συνοχή τους και δημιουργούν κινδύνους για την υπόσταση τους, είναι επιτρεπτή η ανταλλαγή των μη δασικών αυτών εκτάσεων με άλλες, ισάξιες εκτάσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του Ν.

    998/1979. Η απόφαση για την ανταλλαγή εκδίδεται από το Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, μετά από προηγούμενη εκτίμηση των προς ανταλλαγή εκτάσεων και πρόταση τριμελούς επιτροπής που αποτελείται από τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Γεωργίας της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, τον οικείο δασάρχη και τον προϊστάμενο της οικείας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.), οριζόμενους κάθε φορά με απόφαση του ως άνω Γενικού Γραμματέα.»

    Αρθρο: 51
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Απαλλοτρίωσις δι’ εγκατάστασιν φυτωρίων
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Εξαγορά, ανταλλαγή και απαλλοτρίωση ιδιωτικών εκτάσεων
    Κείμενο Αρθρου

    Αναγκαστική απαλλοτρίωσις ιδιωτικών εκτάσεων δύναται να ενεργηθή και διά την ίδρυσιν και επέκτασιν δασικών φυτωρίων κατά τα εν τη παρ. 4 του άρθρ. 195 οριζόμενα.

    Αρθρο: 52
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Απαλλοτρίωσις διά δασικάς οδούς κλπ.
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Εξαγορά, ανταλλαγή και απαλλοτρίωση ιδιωτικών εκτάσεων
    Κείμενο Αρθρου

    Τα κατά το άρθρ. 226 έργα κατασκευής και συντηρήσεως δασικών οδών και μεταφορικών εν γένει εγκαταστάσεων, δασικών εργοστασίων, κτιρίων και μέσων επικοινωνίας είναι δημοσίας ωφελείας και τα αναγκαιούντα κτήματα διά την κατασκευήν, συντήρησιν, βελτίωσιν και επέκτασιν αυτών, την λήψιν υλικών κλπ. απαλλοτριούνται αναγκαστικώς, των σχετικών αποζημιώσεων βαρυνουσών τον ειδικόν διά το έργον προϋπολογισμόν.

    Αρθρο: 53
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Τίτλος Αρθρου
    Απαλλοτρίωσις δι’ αναδωσωτικούς σκοπούς
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Εξαγορά, ανταλλαγή και απαλλοτρίωση ιδιωτικών εκτάσεων
    Κείμενο Αρθρου

    (Καταργήθηκε από την περ. α’ παρ. 1 άρ. 79 Ν. 998/1979 (ΦΕΚ. Α’ 289).

    Αρθρο: 54
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Απαλλοτριώσεις εντός των εθνικών δρυμών και εκτάσεων κηρυχθεισών ως διατηρητέων μνημείων της φύσεως
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Εξαγορά, ανταλλαγή και απαλλοτρίωση ιδιωτικών εκτάσεων
    Κείμενο Αρθρου

    «1. Πάσης μορφής και χρήσεως εδαφικαί εκτάσεις, ως και εμπράγματα δικαιώματα επ’ αυτών, εντός του κατά τας διατάξεις του άρθρ. 79 καθοριζομένου πυρήνος των εθνικών δρυμών και εκτάσεων κηρυχθεισών ως διατηρητέων μηνμείων της φύσεως, απαλλοτριούνται αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου, διά λόγους δημοσίας ωφελείας, συνισταμένης εις την εκπλήρωσιν των εν άρθρ. 79 σκοπών, της απαλλοτριώσεως κηρυσσομένης διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας.

    2. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον απαλλοτριώσεις δύναται να επιβληθούν εντός της κατά τας διατάξεις του άρθρ. 79 καθοριζομένης περιφερειακής ζώνης των εθνικών δρυμών.

    3. Αι απαλλοτριωτέαι κατά τας διατάξεις του παρόντος εκτάσεις καθορίζονται υπό Επιτροπής εκ του Προϊσταμένου της Δασικής Υπηρεσίας Διευθυντού δασών ή Νομοδασάρχου ή Δασάρχου, του Διευθυντού Γεωργίας και του Οικονομικού Εφόρου της περιοχής, εις ην κείνται αι εκτάσεις αύται».

    <Το άρ. 54 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρ. 1 Ν.Δ. 996/1971>.

    Αρθρο: 55
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτριώσεως
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Εξαγορά, ανταλλαγή και απαλλοτρίωση ιδιωτικών εκτάσεων
    Κείμενο Αρθρου

    Επί των κατά τον παρόντα κώδικα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων εφαρμόζονται κατά τα λοιπά αι εκάστοτε ισχύουσαι σχετικαί διατάξεις.

    Αρθρο: 56
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Διατήρησις υφισταμένων δικαιωμάτων
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Δικαιώματα επί δασών
    Κείμενο Αρθρου

    1. Τα δικαιώματα συλλογής ρητίνης, συλλογής βαλανιδόκαρπου, βοσκής, ξυλεύσεως κλπ., όσα απεκτήθησαν επί δημοσίων δασών ή δασικών εκτάσεων διά της έκπαλαι ασκήσεώς των παραμένουν σεβαστά, δεν δύνανται όμως επ’ ουδενί λόγω να παρεμποδίσουν την εκμετάλλευσιν των δασών τούτων υπό του Δημοσίου, ούτε την λήψιν υπ’ αυτού των αναγκαίων προστατευτικών μέτρων προς αναγέννησιν των δασών μετά την υλοτομίαν.

    2. Εις τας περιφερείας, εις τας οποίας η ρητίνευσις ενεργείται ως δικαίωμα, κατά τα εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενα, υπό των κατοίκων, αλλά το δικαίωμα της ρητινοσυλλογής εκμισθούται υπό του Δημοσίου, αναγνωρίζεται υπέρ των κατοίκων δικαίωμα ρητινεύσεως άνευ υποχρεώσεως καταβολής μισθώματος.

    3. Τα επί δημοσίων δασών, παραχωρηθέντα μετά το έτος 1922 δυνάμει παραχωρητηρίων εις φυσικά πρόσωπα, υφιστάμενα προ της παραχωρήσεως τούτων δικαιώματα ρητινοσυλλογής, συλλογής βαλανιδοκάρπου, βοσκής, ξυλεύσεως κλπ. θεωρούνται ως μη καταργηθέντα διά της υπό του Κράτους γενομένης παραχωρήσεως, των κατοίκων δυναμένων να ασκούν ελευθέρως τα δικαιώματα ταύτα.

    4. Δικαιώματα εκχερσώσεως και ξυλεύσεως, τα οποία εκέκτηντο ως εκ των υφισταμένων σχέσεων αποκατασταθέντες ακτήμονες καλλιεργηταί επί μη απαλλοτριωθεισών ή μη διανεμηθεισών δασικών εκτάσεων του άρθρ. 1 παρ. 1 – 3, περιλαμβανομένων εις απαλλοτριωθέντα κτήματα δυνάμει του Αγροτικού Κώδικος περί αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών, διατηρούνται ως και πρότερον υπέρ αυτών.

    Αρθρο: 57
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Περιορισμός, καθορισμός και απόσβεσις δικαιωμάτων επί δασών
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Δικαιώματα επί δασών
    Κείμενο Αρθρου

    1. Περιωρισμένα δικαιώματα καρπώσεως επί δημοσίων ή μη δασών, δύνανται επί τη προτάσει ή της δασικής αρχής ή του δικαιούχου ή του

    δασοκτήμονος:

    α) Να περιορισθούν προσωρινώς εντός των ορίων της ικανότητος και παραγωγικότητος του δάσους.

    β) Να διασαφηνισθούν μονίμως και να καθορισθούν καθ’ όρια και έκτασιν. γ) Να αποσβεσθούν διά χρηματικής αποζημιώσεως, όπου σοβαροί κοινωνικοί λόγοι δεν αντίκειται εις την απόσβεσιν ταύτην.

    2. Προκειμένου περί δημοσίων δασών, ο κατά την προηγουμένην παράγραφον στοιχ. α’ προσωρινός περιορισμός ενεργείται δι’ αποφάσεως του νομάρχου, εκδιδομένης κατόπιν γνωμοδοτήσεως επιτροπής εκ των αρμοδίων δασάρχου και ειρηνοδίκου και ενός άλλου δημοσίου υπαλλήλου, οριζομένου εκάστοτε υπό του αυτού νομάρχου.

    3. Ενώπιον της επιτροπής καλείται ο ενδιαφερόμενος να υποβάλη τας ενστάσεις του.

    4. Η κατά τας διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου αναγκαστική απαλλοτρίωσις ή απόσβεσις περιωρισμένων ως άνω δικαιωμάτων επί δημοσίων δασών ενεργείται εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρ. 49 και 50.

    5. Προκειμένου περί δημοσίων δασών, ο κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου περιορισμός, ο καθορισμός ή η απόσβεσις, ενεργούνται ελευθέρως διά συμβιβασμού μεταξύ των ενδιαφερομένων, εγκρινομένου πάντως υπό του νομάρχου. Μη επιτευχθέντος συμβιβασμού δύνανται να ρυθμιστούν ταύτα διά προσφυγής των ενδιαφερομένων εις τα αρμόδια δικαστήρια.

    6. Προκειμένου περί μη δημοσίων δασών εφαρμόζονται αναλόγως τα εν παρ.

    2-4 του παρόντος άρθρου οριζόμενα.

    Αρθρο: 58
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Νομή επί δασών
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αστικές διατάξεις
    Κείμενο Αρθρου

    1. Επί των αδεσπότων και επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ’ αυτών πράξιν νομής.

    2. Ουδείς δύναται να αποκτήση δικαίωμα νομής δι’ εκχερσώσεως, υλοτομίας, σποράς ή οιασδήποτε άλλης πράξεως επί δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών, μοναστηριακών ή ανηκόντων εις ιδρύματα εν γένει δασών, αναδασωτέων εκτάσεων, χορτολιβαδικών εδαφών και μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή μερικώς δασοσκεπών λιβαδίων.

    3. Νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη επί των δασών, των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και των χορτολιβαδικών εδαφών μόνον διά της, κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, επί τη βάσει αδειών της δασικής αρχής, υλοτομίας ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων.

    4. Μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών ουδέποτε θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής.

    5. Μόνη η ύπαρξις οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ’ εαυτήν ως διακατοχική πράξις.

    Αρθρο: 59
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Αυθαίρετος κατάληψις δασών κλπ. κατά την εμπόλεμον περίοδον
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αστικές διατάξεις
    Κείμενο Αρθρου

    1. Δάση, δασικαί εκτάσεις ή δασικά εδάφη αυθαιρέτως καταληφθέντα ή εκχερσωθέντα κατά την διάρκειαν της από της 28 Οκτ. 1940 εμπολέμου καταστάσεως θεωρούνται ότι ουδέποτε έπαυσαν ανήκοντα κατά νομήν εις τον αρχικόν ιδιοκτήτην (Δημόσιον, ιδιώτην ή νομικόν πρόσωπον δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου).

    2. Οι ενεργήσαντες οιασδήποτε φύσεως διακατοχικάς πράξεις ή οι αυθαιρέτως προβάντες εις οιασδήποτε ενέργειας εντός των ως άνω εκτάσεων, ως και πας τρίτος έλκων τυχόν δικαιώματα παρά τούτων λογίζονται ως ουδέποτε ενεργήσαντες τοιαύτας πράξεις, εκ των οποίων ουδεμία επέρχεται συνέπεια υπέρ του ενεργήσαντος, όστις θεωρείται κατ’ αμάχητον τεκμήριον και ως αμέσως διοικητικώς αποβληθείς.

    3. Πάσα παρ’ αυτών καταβληθείσα δαπάνη εκχερσώσεως, καλλιεργείας, ανεγέρσεως κτισμάτων κλπ. παραμένει εις όφελος του ιδιοκτήτου του ακινήτου, ουδεμίαν οφείλοντος αποζημίωσιν.

    Αρθρο: 60
    Ημ/νία: 24.12.2003
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΚΑΤΑΤΜΗΣΗ (ΔΑΣΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ)
    Τίτλος Αρθρου
    Κατάτμησις δασικής ιδιοκτησίας
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Αστικές διατάξεις
    Σχόλια

    • Σχετικά με το παρόν άρθρο βλ. και το άρθρο 16 (αγορά και ανταλλαγή απαλλοτριωμένου ακινήτου) του ν. 3175/2003 (Α΄207/29.8.2003). Οι παρ. 3 και 4 προστέθηκαν με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3208/2003/ΦΕΚ Α 303/24.12.2003.
    Κείμενο Αρθρου

    1. Απαγορεύεται η κατάτμησις της δασικής ιδιοκτησίας, είτε διά διανομής μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων, είτε διά πωλήσεως ή οιασδήποτε άλλης πράξεως, άνευ προηγουμένης αδείας του Υπουργού Γεωργίας, επί ποινή απολύτου ακυρότητος της σχετικής δικαιοπραξίας. Η άδεια του Υπουργού συνάπτεται εις την σχετικήν συμβολαιογραφικήν πράξιν, εν τη οποία γίνεται μνεία αυτής. Η διάταξις αύτη ισχύει αναλόγως και προκειμένου περί δημοσίων δασών, επί των οποίων τρίτοι ασκούν περιωρισμένα δικαιώματα δουλείας, ως

    ρητινοσυλλογής, βοσκής κλπ.

    2. Προκειμένου περί κατατμήσεως μοναστηριακών δασών, δασικών εδαφών και εν γένει δασικών εκτάσεων, εκτός της υπό της ανωτέρω παραγράφου απαιτουμένης αδείας, έχουν εφαρμογήν και τα εν άρθρ. 148 καθοριζόμενα. «3. Η μεταβίβαση αυτοτελών ιδιωτικών δασοτεμαχίων που δεν συνορεύουν μεταξύ τους, καθώς και η μεταβίβαση ιδανικού εξ αδιαιρέτου μεριδίου ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης δεν συνιστά κατάτμηση. Δρόμοι, αντιπυρικές ζώνες και άλλα τεχνικά έργα που κατασκευάζονται εντός δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων, καθώς και νομίμως κηρυσσόμενες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν συνιστούν κατάτμηση αυτών.

    4. Η άδεια κατάτμησης για την υλοποίηση επιτρεπτής, κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, επέμβασης σε δάσος ή δασική έκταση χορηγείται από το όργανο που εγκρίνει την επέμβαση.»

    Αρθρο: 61
    Ημ/νία: 03.12.1998
    Ημ/νία Ισχύος: 18.01.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΒΟΛΗΣ
    Τίτλος Αρθρου
    Πρωτόκολλον. Διαδικασία διοικητικής αποβολής. ‘Ενδικα μέσα
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Δασική Ιδιοκτησία, Δικονομικές διατάξεις
    Σχόλια
    Το εντός ( ) εδάφιο στο τέλος της παρ. 2 καταργήθηκε με την παρ. 14α άρθρου 28 Ν. 2664/1998.
    Κείμενο Αρθρου

    «1. Κατά του επιχειρούντος εκχέρσωσιν, υλοτομίαν, σποράν ή οιανδήποτε ετέραν διακατοχικήν πράξιν επί δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών, μοναστηριακών ή ανηκόντων εις ιδρύματα εν γένει δασών, αναδασωτέων εκτάσεων, χορτολιβαδικών εδαφών και μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή μερικώς δασοσκεπών λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών και ασχέτως του χρόνου καθ’ ον αι πράξεις αύται επεχειρήθησαν συντάσσεται και κοινοποιείται παρά του αρμόδιου Δ/ντού δασών ή Νομοδασάρχου ή Δασάρχου πρωτόκολλον διοικητικής αποβολής. Διά του πρωτοκόλλου, προκειμένου περί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων και χορτολιβαδικών εδαφών, βεβαιούται υπό του Διευθυντού Δασών ή Νομαδασάρχου ή Δασάρχου κατά του καταλαβόντος και υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, η εις βάρος του Δημοσίου τυχόν επελθούσα ζημία, το ποσόν αποκαταστάσεως ταύτης, ως και το ποσόν της οφειλομένης αποζημιώσεως χρήσεως.

    Το πρωτόκολλον καθίσταται οριστικόν και θεωρείται ότι ο καθ’ ου απεδέχθη τούτο, εάν εντός τριάκοντα ημερών από της επιδόσεως, μη παρεκτεινομένης λόγω αποκαστάσεως, δεν ασκήση κατ’ αυτού ανακοπήν.

    <Η παρ. αντικαταστάθηκε ως άνω από άρ. 2 Ν.Δ. 996/1971>.

    2. Η κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ανακοπή ασκείται κατά του Δημοσίου ή κατά των εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου νομικών προσώπων, εις τα οποία ανήκει η έκτασις, εφ’ ης επιχειρείται η παράνομος ενέργεια, απευθύνεται δε ενώπιον του αρμοδίου εκ της τοποθεσίας του ακινήτου ειρηνοδικείου.

    («Εις την άσκησιν της εν λόγω ανακοπής νομιμοποιείται μόνον ο ισχυριζόμενος εαυτόν κύριον της εξ ής απεβλήθη εκτάσεως, φέρων το βάρος της αποδείξεως του ισχυρισμού του».)

    <Το ανωτέρω μέσα σε «» εδάφιον προστέθηκε από την παρ. 1 του άρ.>24 Ν. 248/1976>.

    3. Διά την προδικασίαν και την εκδίκασιν της ανακοπής έχει εφαρμογήν η ειδική διαδικασία των άρθρ. 727 έως 747 του κώδικος πολιτικής δικονομίας (Α.Ν. 44/1967). Προς συζήτησιν της ανακοπής αντίγραφον αυτής μετά κλήσεως κοινοποιείται προς τον οικονομικόν έφορον της οικείας περιφερείας ως εκπρόσωπον του Δημοσίου, εάν πρόκειται περί εκτάσεως του Δημοσίου, άλλως δε προς το εις το κοινοποιηθέν πρωτόκολλον αναφερόμενον ως δικαιούχον νομικόν πρόσωπον, κατ’ αμφοτέρας δε τας περιπτώσεις και προς τον αρμόδιον δασάρχην. Κατάθεσις παραβόλου ή εγγραφή της ανακοπής εις το βιβλίον διεκδικήσεων δεν απαιτείται. Το βάρος της αποδείξεως υπέχει ο ανακόπτων, μετά των προσαγομένων δε αποδεικτικών μέσων συνεκτιμώνται και αι υπό των δασαρχών, δασονόμων ή δασοκόμων ενεργούμεναι διοικητικαί εξετάσεις.

    4. Κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου επιτρέπεται έφεσις

    απευθυνομένη ενώπιον του αρμοδίου μονομελούς πρωτοδικείου, μη επιτρεπομένης παραπομπής της υποθέσεως εις το πολυμελές πρωτοδικείον. Η έφεσις ασκείται κατά τας κοινάς διατάξεις εντός 30ημέρου προθεσμίας από της επιδόσεως της αποφάσεως. Κατά της αποφάσεως του μονομελούς πρωτιδικείου ουδέν ένδικον μέσον χωρεί.

    5. Αι διά του παρόντος άρθρου τασσόμεναι προθεσμίαι δεν

    παρεκτείνονται λόγω αποστάσεως. Επί κλήσεως προς το Δημόσιον τηρούνται αι ειδικαί προς εμφάνισιν αυτού προθεσμίαι.

    6. Η ανακοπή δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν του πρωτοκόλλου αποβολής, δύναται όμως το μονομελές πρωτοδικείον να αναστείλη την εκτέλεσιν, αιτήσει του ανακόπτοντος μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της ανακοπής.

    7. Η κατά την διαδικασίαν του άρθρου τούτου απόφασις δεν εμποδίζει την επιδίωξιν των εκατέρωθεν δικαιωμάτων κατά την τακτικήν διαδικασίαν. «Το επί της ανακοπής δικάζον, κατά τας διατάξεις των παρ. 2 και 4 του παρόντος άρθρου, Ειρηνοδικείον και κατ’ έφεσιν Πρωτοδικείον, αποφαίνεται διά της αυτής αποφάσεως και περί της τυχόν επιβληθείσης αποζημιώσεως χρήσεως».

    <Το μέσα σε «» εδάφιον προστέθηκε από το άρ. 2 Ν.Δ. 996/1971>.

    Αρθρο: 62
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Γενικαί διατάξεις διαχειρίσεως
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Γενικές διατάξεις, Δασοπονικές μελέτες
    Κείμενο Αρθρου

    1. Η δασοπονία και η εδαφοπονία καθόλου εις τα δημόσια ή μη δημόσια δάση ασκείται, κατά τα υπό του παρόντος κώδικος και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδιδομένων Δ/των καθοριζόμενα, προς πληρεστέραν επίτευξιν των επιδιωκομένων δασοπονικών και εδαφοπονικών σκοπών προς το συμφέρον του δασοκτήμονος και εδαφοκτήμονος, εν συνδυασμώ προς τας εξυπηρετούσας το εθνικόν συμφέρον δασοπολικικάς αξιώσεις, τόσον της αυξήσεως της δασικής παραγωγής και των εθνικών εκ των δασών ωφελειών, όσο και της δικαιοτέρας διανομής των εκ των δασών απολαμβανομένων δασικών οικονομικών αγαθών και ωφελειών μεταξύ όλων των τάξεων του ‘Εθνους, δασικών παραγωγών και καταναλωτών.

    2. Εις δάση ή δένδρα προοριζόμενα δι’ εξωραϊσμόν ιερών, ιστορικών, καλλιτεχνικών χώρων (άλση, πάρκα κλπ.) ή εις προστατευτικά τοιαύτα, η δασική περιποίησις και η εν γένει εκμετάλλευσις αυτών γίνεται κατά τρόπον μη παραβλάπτοντα τον κύριον σκοπόν διά τον οποίον προορίζονται.

    3. Τα δάση από απόψεως δασοκομικής και διαχειριστικής διακρίνονται κατά διαχειριστικάς μορφάς εις σπερμοφυή, (υψηλά ή υψίκορμα), εις πρεμνοφυή (χθαμαλά ή βραχύκορμα) και εις διφυή (πολυώροφα ή σύνθετα). Απαγορεύεται η ενέργεια υλοτομιών συνεπαγομένων μετατροπήν δάσους σπερμοφυούς διαχειριστικής μορφής εις μορφήν διφυή ή σπερμοφυούς και διφυούς εις πρεμνοφυή.

    4. Κατά την άσκησιν τόσον της δασοπονίας επί των δημοσίων δασών όσον και της δασοπολιτικής επιτηρήσεως του Κράτους επί των ιδιωτικών δασοπονιών καταβάλλεται προσπάθεια, όπως εφαρμόζεται δι’ αναγεννητικών και αναγωγικών υλοτομιών ή αναδασώσεων ή σπερμοφυής μορφή επί εκτάσεως:

    α) Τουλάχιστον των δύο τρίτων εκάστου δημοσίου δάσους. β) Του ημίσεος εκάστου δημοτικού, κοινοτικού ή μοναστηριακού. γ) Του ημίσεος του ανήκοντος εις την ολότητα των κατοίκων ενός χωρίου ή εις μέρος τούτων, εφ’ όσον όμως ούτοι είναι μέλη του ημίσεος τουλάχιστον των οικογενειών του χωρίου και κατά ποσοστόν ιδιοκτησίας μείζον του ημίσεος της όλης εκτάσεως του δάσους. δ) Του ημίσεος του ανήκοντος εις κοινωφελή εν γένει πρόσωπα. ε) Του ενός τετάρτου εκάστου δάσους ιδιωτών δασοκτημόνων.

    ς) Του ενός τετάρτου εκάστου δάσους ιδιωτών δασοκτημόνων συνιδιοκτήτου μετά του Δημοσίου κατά ποσοστόν έλασσον του ημίσεος. Διά Δ/τος καθορίζεται το ελάχιστον όριον εκτάσεως δάσους, πέραν της οποίας έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου.

    Αρθρο: 63
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Δασοπονικαί μελέται
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Γενικές διατάξεις, Δασοπονικές μελέτες
    Κείμενο Αρθρου

    1. Η διαχείρισις των δημοσίων ή μη δασών, οργανώνουσα την δασοπονίαν προς πληρεστέραν επίτευξιν των υπό ταύτης επιδιωκομένων σκοπών και ιδία προς εξασφάλισιν της διατηρήσεως και συντηρήσεως των δασών και εγγύησιν διηνεκούς απολήψεως καρπώσεων, ενεργείται επί τη βάσει: α) Δασοπονικών ή δασικών διαχειριστικών σχεδίων μονίμων ή προσωρινών. β) Δασοπονικών ή δασικών διαχειριστικών εκθέσεων. γ) Πινάκων υλοτομίας και δ) Δασικών αστυνομικών διατάξεων.

    2. Διά Δ/τος καθορίζονται αι λεπτομέρειαι του παρόντος άρθρου ως και τα της διαχειρίσεως των δασών εν γένει.

    Αρθρο: 64
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Δασοπονικά σχέδια και εκθέσεις
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση Δασών, Γενικές διατάξεις, Δασοπονικές μελέτες
    Κείμενο Αρθρου

    1. Τα δασοπονικά σχέδια και αι εκθέσεις εγκρίνονται, αναθεωρούνται ή τροποποιούνται υπό του Υπουργού Γεωργίας μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών και ισχύουν, τα μεν μόνιμα δασοπονικά σχέδια διά περίοδον δέκα ετών, τα δε προσωρινά τοιαύτα και αι εκθέσεις διά περίοδον πέντε έως δέκα ετών.

    2. Τα μόνιμα δασοπονικά σχέδια δύνανται να αναθεωρηθούν ή τροποποιηθούν εντός του χρόνου ισχύος αυτών, μόνον εάν έλαβον χώραν εξαιρετικά και απρόβλεπτα γεγονότα (θεομηνία, πυρκαϊά και αποξήρανσις μερική ή ολική), επιβεβαιούμενα δι’ εκθέσεως του αρμοδίου περιφερειακού διευθυντού δασών.

    3. Τα προσωρινά δασοπονικά σχέδια και αι εκθέσεις δύνανται: α) Να τροποποιηθούν κατά τον χρόνον ισχύος αυτών, όταν εκ της προόδου της εφαρμογής των αποδειχθή εμπράκτως, βεβαιουμένου τούτου δι’ εκθέσεως του αρμοδίου περιφερειακού διευθυντού δασών, ότι δεν δύναται να εφαρμοσθούν άνευ σοβαράς βλάβης του δάσους, ως και αν πιστοποιηθή καταφανώς παραδρομή κατά την έγκρισιν και β) Να αναθεωρηθούν διά της συντάξεως οριστικών δασοπονικών σχεδίων και δι’ ετέρους αποχρώντας λόγους, καθοριζομένους διά Δ/τος, αλλά μετά παρέλευσιν πενταετίας από της εφαρμογής των.

    Αρθρο: 65
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΥΛΟΤΟΜΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Πίνακες υλοτομίας
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Γενικές διατάξεις, Δασοπονικές μελέτες
    Κείμενο Αρθρου

    Οι πίνακες υλοτομίας καταρτίζονται και εγκρίνονται διά περίοδον ενός μέχρι πέντε ετών, εφ’ όσον καταρτίζονται επί τη βάσει δασοπονικού σχεδίου ή εκθέσεως, άλλως ισχύουν διά περίοδον ενός έτους.

    Αρθρο: 66
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Δασικαί αστυνομικαί διατάξεις
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Γενικές διατάξεις, Δασοπονικές μελέτες
    Κείμενο Αρθρου

    1. Δασικαί αστυνομικαί διατάξεις των δασαρχών, εκδιδόμεναι εγκρίσει του νομάρχου μετά γνώμην του περιφερειακού διευθυντού δασών, δύνανται διά λόγους δασοπονικούς, προστατευτικούς, τουριστικούς, αισθητικούς και εν γένει κοινής ωφελείας να ρυθμίσουν ή περιορίσουν μέχρι πλήρους απαγορεύσεως κατά χώρον, χρόνον και τρόπον ως και κατά ξυλευόμενα χωρία, κωμοπόλεις και πόλεις πάσαν άνευ αδείας υλοτομίαν, συλλογήν ή κατασκευήν δασικών προϊόντων κατά τας διατάξεις των άρθρ. 177 και 178 ως και την υλοτομίαν, κλάδευσιν ή εκρίζωσιν παντός δένδρου, θάμνου, φρυγάνου και χόρτου φυομένων εντός γεωργικώς ή δενδροκομικώς καλλιεργουμένων εκτάσεων, χορτολιβαδίων, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων και δασών δημοσίων ή μη. Αι ως άνω υλοτομίαι και κλαδεύσεις δύνανται να αφορούν και εις δένδρα δενδροστοιχιών, δημοσίων ή μη.

    2. Κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον δύνανται να εκδοθούν δασικαί αστυνομικαί διατάξεις, διά των οποίων να απαγορευθή η ρητίνευσις επί ωρισμένων ή αόριστον χρονικόν διάστημα εις δάση προστατευτικά, εις πάρκα, δάση περί χώρους ιστορικούς, εθνικούς, λουτροπόλεις, εις δάση ευρισκόμενα εκατέρωθεν των δημοσίων οδών, ιδία των παρουσιαζουσών μεγάλην τουριστικήν κίνησιν μέχρι βάθους 50 το πολύ μέτρων από του άκρου των οδών τούτων ή εις δάση ένθα ενηργήθη έντονος ρητίνευσις ή εν γένει διά δασοκομικούς ή διαχειριστικούς λόγους.

    3.Δια Δ/των ορίζονται αι απαιτούμεναι αστυνομικαί διατάξεις δια τον κανονισμόν της υλοτομίας, συλλογής ή κατασκευής δασικών προιόντων και πάσης καρπώσεως δάσους, δια τας προθεσμίας και λοιπάς λεπτομερείας τας αναφερομένας εις τους πίνακας υλοτομίας, τα πρωτόκολλα εγκαταστάσεως των υλοτόμων εις το δάσος, τους όρους της συγγραφής των υποχρεώσεων των εργολάβων υλοτομίας εντός δημοσίων δασών, τα πρωτόκολλα εξελέγξεως των δασικών προιόντων καθώς και πάσαν άλλην λεπτομέρειαν εν γένει.

    4.Αι δασικαί αστυνομικαί διατάξεις ισχύουν μόνο μετά την, επιμελεία του δασάρχου, δημοσίευσιν αυτών διά τοιχοκολλήσεως εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα των οικείων πόλεων, κωμοπόλεων και χωρίων. Ο αρμόδιος δασάρχης μεριμνά δια την ευρυτέραν τούτων δημοσιότητα, είτε δια του τύπου είτε δι’ άλλου προσφόρου τρόπου.

    Αρθρο: 67
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Διαχείρισις δασών βαρυνομένων διά δουλειών
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Γενικές διατάξεις, Δασοπονικές μελέτες
    Κείμενο Αρθρου

    Εις δημόσια ή μη δάση, βεβαρημένα διά κεκτημένων περιωρισμένων δικαιωμάτων καρπώσεως ή χρήσεως υπέρ τρίτων, ως συλλογής ρητίνης, συλλογής βαλανιδοκάρου, βοσκής, ξυλεύσεως κλπ. η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δέον να ενεργήται κατά τρόπον μη παρεμοδίζοντα την υπό του δασοκτήμονος κατά τα λοιπά διαχείρισιν του δευλεύοντος δάσους προς εκμετάλλευσιν και λήψιν των αναγκαίων προσταυτευτικών μέτρων διά την αναγέννησιν των δασών μετά την υλοτομίαν.

    Αρθρο: 68
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Δασικόν διαχειριστικόν έτος
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Γενικές διατάξεις, Δασοπονικές μελέτες
    Κείμενο Αρθρου

    Η έναρξις και λήξις του δασικού διαχειριστικού έτους διά τα δημόσια και μη δάση καθορίζεται δι’ όλην την Επικράτειαν ή διά περιφερείας ταύτης διά Δ/τος.

    Αρθρο: 69
    Ημ/νία: 24.12.2003
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Προστατευτικά δάση
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Διαχείριση προστατευτικών δασών
    Σχόλια
    Η περ ε της παρ. 1 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3, η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 4 και η παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 5 του ν. 3208/2003/ΦΕΚ Α 303/24.12.2003.
    Κείμενο Αρθρου

    1. Προστατευτικά δάση και γαίαι εν γένει, καλλιεργήσιμοι ή μη, των οποίων η καθόλου διαχείρισις υπόκειται εις ειδικούς περιορισμούς χάριν του δημοσίου συμφέροντος, είναι:

    α) Τα επί κατωφερειών φυόμενα δάση, δασικαί εκτάσεις, βοσκότοποι, οίτινες προστατεύουν το ίδιον αυτών έδαφος.

    β) Τα χρησιμεύοντα προς προστασίαν του εδάφους των υποκειμένων αυτών τόπων κατά των καταπτώσεων χιόνος, χωμάτων ή λίθων ή κατά της παρασύρσεως του χώματος επί των ορέων και των κλιτύων, ως και τα αποτελούντα την ανωτέραν ζώνην της δασικής βλαστήσεως επί των ορέων. γ) Τα χρησιμεύοντα διά την συγκράτησιν του εδάφους κατά πλημμυρών ή κατά χειμάρρων και ποταμών, επίσης δε τα χρησιμεύοντα διά την προστασίαν των παραλίων εκ των υποθαλασσίων διαβρώσεων και αμμοχωσιών. Ως τοιαύτα δε χαρακτηρίζονται όλαι αι δασικαί συστάδες και τα τμήματα τα κείμενα επί των οχθών η παρά τας όχθας της θαλάσσης ή των ποταμών και ρευμάτων επί ζώνης πλάτους 50 μέτρων και

    δ) Τα προστατευτικά πηγών, ρευμάτων, οδών, σιδηροδρόμων ή κατωκημένων τόπων ως και τα παρακείμενα τοπίων ιστορικής αξίας, ιδρυμάτων ή μνημείων της αρχαίας ή συγχρόνου τέχνης και λουτροπόλεων ή ασκληπιείων. «ε) Τα περιαστικά δάση, τμήματα δασών και δασικές εκτάσεις που μπορεί δασοπονικά να αναδασωθούν.»

    «2. Από τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και γαίες της προηγούμενης παραγράφου, τα αναφερόμενα στις περιπτώσεις α’, β’, γ’ και ε’ αυτής χαρακτηρίζονται ως προστατευτικά, τα δε αναφερόμενα στην περίπτωση δ’ ως απόλυτα προστατευτικά.» «3. Στα δάση της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 όσοι επιχειρούν οποιαδήποτε πράξη από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου 71 του Ν. 998/1979, όπως κάθε φορά ισχύει, τιμωρούνται και με τις διοικητικές κυρώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του Ν. 1650/ 1986(ΦΕΚ 160Α’).»

    Αρθρο: 70
    Ημ/νία: 24.12.2003
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Διαδικασία χαρακτηρισμού δασών ως προστατευτικών
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Διαχείριση προστατευτικών δασών
    Σχόλια
    Το παρόν άρθρο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 3208/2003/ΦΕΚ Α 303/24.12.2003.
    Κείμενο Αρθρου

    «Για την εφαρμογή των ειδικών μέτρων διαχείρισης επί των προστατευτικών δασών και δασικών εκτάσεων, προαπαιτείται χαρακτηρισμός αυτών ως προστατευτικών. Ο χαρακτηρισμός και η κατάταξη αυτών, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 69, γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, που λαμβάνεται μετά από πρόταση της τοπικής δασικής αρχής, ενεργούσης αυτεπάγγελτα. Ειδικά για τα δάση που εμπίπτουν στην περιοχή ευθύνης της Περιφέρειας Αττικής και του Νομού Θεσσαλονίκης, ο κατά τα ανωτέρω χαρακτηρισμός και κατάταξη γίνονται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Οι παραπάνω αποφάσεις, με τις οποίες χαρακτηρίζονται τα δάση και οι δασικές εκτάσεις ως προστατευτικά και κατατάσσονται σε επί μέρους κατηγορίες, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 69, συνοδεύονται από χάρτη και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.»

    Αρθρο: 70
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Τίτλος Αρθρου
    Διαδικασία χαρακτηρισμού δασών ως προστατευτικών
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Διαχείριση προστατευτικών δασών
    Κείμενο Αρθρου

    Διά την εφαρμογήν των ειδικών περιορισμών της διαχειρίσεως επί των προστατευτικών εν γένει δασών και γαιών ως και των προστατευτικών εν γένει μέτρων, περί των οποίων προβλέπει ο παρών κώδιξ, προαπαιτείται χαρακτηρισμός αυτών ως τοιούτων υπό του Υπουργού Γεωργίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προτάσεως των νομαρχών, τοπικών δασικών αρχών, φιλοδασικών επιτροπών, διευθύνσεων σιδηροδρόμων.

    Αρθρο: 71
    Ημ/νία: 24.12.2003
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Ειδικαί διατάξεις διαχειρίσεως των προστατευτικών δασών
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Διαχείριση προστατευτικών δασών
    Σχόλια
    Οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 4 παρ. 7 και η παρ. 6 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 8 του ν. 3208/2003/ΦΕΚ Α 303/24.12.2003.
    Κείμενο Αρθρου

    «1. Η διαχείριση των προστατευτικών δασών και δασικών εκτάσεων των περιπτώσεων α’ έως δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 69 γίνεται κατά τρόπο που αποκλείει την υποβάθμιση της βλάστησης και τη διάβρωση των εδαφών. Στις παραπάνω εκτάσεις η δασοπονική διαχείριση αποβλέπει στην εγκατάσταση και λειτουργία υδρονομικού δάσους, που συγκροτείται από κατάλληλα δασοπονικά είδη, κατά προτίμηση αειθαλή, και λαμβάνονται ιδιαίτερα μέτρα για τη διατήρηση και βελτίωση της βλάστησης τους.

    2. Στα ως άνω προστατευτικά δάση απαγορεύονται υλοτομίες που διασπούν τη συνοχή των συστάδων και απογυμνώνουν το έδαφος. Στα δάση αυτά, αν είναι σπερμοφυή, επιτρέπεται να πραγματοποιούνται καλλιεργητικές και αναγεννητικές κατά κέντρα αναγέννησης υλοτομίες, ενώ στα πρεμνοφυή οι δασοκομικοί χειρισμοί κατατείνουν στην αναγωγή τους σε σπερμοφυή με ταυτόχρονη εισαγωγή των ενδεδειγμένων δασοπονικών ειδών.»

    3. Επί των προστατευτικών δασών και γαιών, προς εξασφάλισιν της διατηρήσεως και αναδασώσεως αυτών, δύναται ο νομάρχης, κατόπιν προτάσεως του αρμοδίου δασάρχου, να διατάξη την έκδοσιν κατά τα κεκανονισμένα αστυνομικής διατάξεως απαγορευούσης πάσαν ξύλευσιν και γεωργικήν ή δενδροκομικήν καλλιέργειαν.

    4. Το έδαφος των δασών και των δασικών εκτάσεων των υπό στοιχ. της παρ. 1 του άρθρ. 69 εις οιονδήποτε και αν ανήκη, σταθεροποιείται καθ’ υπόδειξιν της δασικής αρχής διά δασώσεως του εδάφους και διά της διευθετήσεως των χειμάρρων και των ορμητικών ρυακίων.

    5. Ο νομάρχης, κατόπιν γνώμης των αρμοδίων τοπικών δασικών αρχών, δύναται εις λεκάνας απορρής χειμάρρων ή εις κλιτύς λόφων, βουνών και ορέων, εκπληρούσας προστατευτικόν σκοπόν, να καθορίζη την μορφήν της εκμεταλλεύσεως ιδιωτικών δασικών εκτάσεων, είτε εις δασικήν είτε εις δενδροκομικήν μετά ή άνευ κατασκευής βαθμίδων (πεζουλίων) είτε εις αροτραίαν είτε εις λιβαδικήν, είτε εις ωρισμένην μικτήν τοιαύτην. Ο παραβαίνων την ούτω καθορισθείσαν μορφήν εκμεταλλεύσεως τιμωρείται διά των ποινών του άρθρ. 268.

    «6. Τα δάση της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 69, που προορίζονται για αισθητική απόλαυση και αναψυχή, υπόκεινται σε διαχείριση ως δάση – πάρκα και επιτρέπεται σε αυτά η κατασκευή έργων και η εκτέλεση εργασιών που συντηρούν και εμπλουτίζουν τη βλάστηση, βελτιώνουν την αισθητική του τοπίου, εξασφαλίζουν την άνετη και ασφαλή κίνηση και εξυπηρέτηση των επισκεπτών και διευκολύνουν τη σωματική άσκηση και την πνευματική ανάταση του ανθρώπου. Η κατασκευή μόνιμων εγκαταστάσεων, απαραίτητων για τη λειτουργία των πάρκων, επιτρέπεται μόνο στο αναγκαίο μέτρο και σε εκτάσεις που δεν έχουν δασική βλάστηση, η δε συνολικά καταλαμβανόμενη από τις ανωτέρω εγκαταστάσεις έκταση δεν μπορεί να υπερβεί το πέντε τοις εκατό (5%) της συνολικής έκτασης και κατ’ ανώτατο όριο τα δέκα στρέμματα. Ο Υπουργός Γεωργίας με αποφάσεις του εξειδικεύει το είδος των έργων και των εργασιών που επιτρέπονται ως αναγκαία για την επίτευξη των ως άνω σκοπών.»

    Αρθρο: 72
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Απαλλοτρίωσις μη δημοσίων προστατευτικών δασών
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Διαχείριση προστατευτικών δασών
    Κείμενο Αρθρου

    1. Οι ιδιοκτήται προστατευτικών δασών και γαιών δεν δύνανται να υποχρεούνται προς λήψιν οιουδήποτε δασοπονικού ή δασοπολιτικού μέτρου συνεπαγομένου δαπάνας άνευ συγκαταθέσεώς των.

    2. Εάν η τυχόν εκτέλεσις των ως άνω μέτρων εμφανίζεται ως απαραίτητος διά την προστασίαν των προστατευτικών δασών και γαιών και οι ιδιοκτήται τούτων δεν συγκατατίθενται να εκτελέσουν ταύτα, δι’ ίδιον αυτών λογαριασμόν, το Υπουργείον Γεωργίας δικαιούται να απαλλοτριώση τα δάση και τας γαίας ταύτας, κατά τας περί απαλλοτριώσεως διατάξεις.

    Αρθρο: 73
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    ‘Αδεια στρατιωτικού διοικητού δι’ εκχέρσωσιν και βοσκήν
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Διαχείριση παραμεθορίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    Προκειμένου περί εκχερσώσεως δασών εκτάσεων κειμένων εις

    παραμεθορίους περιοχάς, εκτός των υπό του παρόντος κώδικος

    προβλεπομένων, προσαπαιτείται και έγγραφος άδεια του στρατιωτικού διοικητού της περιοχής, εκδιδομένη κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Ομοία άδεια, εκδιδομένη υπό τας αυτάς προϋποθέσεις, απαιτείται διά την βόσκησιν ζώων εντός οιωνδήποτε δασικών εκτάσεων κειμένων εις τας αυτάς περιοχάς.

    Αρθρο: 74
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Τρόπος εγκρίσεως καρπώσεων και μίσθωσις τούτων
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Διαχείριση παραμεθορίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    1. Προκειμένου περί καρπώσεως δημοσίων ή μη δασών, κειμένων εντός των παραμεθορίων περιοχών, προ πάσης εγκρίσεως, προκαλείται γνωμοδότησις του οικείου σώματος στρατού ή μεραρχίας, υποχρεωτική διά τον εγκρίνοντα την κάρπωσιν Υπουργόν Γεωργίας, νομάρχην ή τοπικήν δασικήν αρχήν, περί του εάν λόγοι ασφαλείας της Χώρας δεν κωλύουν την ενέργειαν της καρπώσεως ή δεν υπαγορεύουν όπως κατά την ενέργειαν της καρπώσεως τηρηθούν ωρισμένοι όροι ρητώς καθοριζόμενοι εν τη γνωμοδοτήσει.

    2. Προκειμένου περί διαθέσεως διά δημοπρασίας της καρπώσεως δημοσίου δάσους, κειμένου εντός παραμεθορίου περιοχής, δύναται να μετέχη ως μέλος της επιτροπής ενώπιον της οποίας διαξάγονται αι δημοπρασίαι και αξιωματικός υπό του οικείου σώματος στρατού ή μεραρχίας οριζόμενος, είτε παγίως διά πάσας τας δημοπρασίας, είτε συγκεκριμένως διά δημοπρασίας αφορώσας εις ωρισμένα δάση. Ο αξιωματικός ούτος έχει καθήκον να εισηγήται εις την επιτροπήν, διατυπώνων εγγράφως τας αντιρρήσεις του εις περίπτωσιν διαφωνίας, τον αποκλεισμόν ως πλειοδοτών ατόμων επικινδύνων εις την ασφάλειαν της Χώρας.

    3. Επί τη αιτήσει της οικείας μεραρχίας ή σώματος στρατού, η αρμοδία δασική αρχή υποχρεούται να αναστείλη πάσαν εργασίαν ενεργουμένην εις δάση, κείμενα εις παραμεθορίους περιοχάς, εφ’ όσον παραβιάζονται οι κατά το παρόν άρθρον όροι οι αποβλέποντες εις την ασφάλειαν της Χώρας, να αναφέρεται δε σχετικώς εις την προϊσταμένην της αρχήν απεκδεχομένη τας διαταγάς της.

    Αρθρο: 75
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Υποχρεώσεις υλοτόμων
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών γενικά, Διαχείριση παραμεθορίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    1. Ουδείς δύναται να εργασθή υλοτόμος ή ανθρακοποιός εις τας παραμεθορίους περιοχάς, εάν δεν είναι εφοδιασμένος δι’ ειδικής αδείας εκδιδομένης υπό του διοικητού του στρατιωτικού τομέως, εις την περιοχήν του οποίου μέλλει να εργασθή.

    2. Ο διοικητής του συνοριακού τομέως, εις την περιοχήν του οποίου ενεργούνται υλοτομίαι, δικαιούται να απομακρύνη πάραυτα πάντα εργάτην υλοτόμον ή ανθρακοποιόν, όστις ήθελεν αποκαλυφθή στερούμενος της κατά την παρ. 1 ειδικής αδείας.

    Αρθρο: 76
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΗ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Διαχείρισις δασών κειμένων εις περιοχάς στρατιωτιτών αμυντικών έργων
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Διαχείριση παραμεθορίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    Δάση ανήκοντα εις το Δημόσιον ή περιελθόντα εις την κυριότητα αυτού κατόπιν απαλλοτριώσεως ή κατεχόμενα παρ’ αυτού υπό προσωρινήν επίταξιν και κείμενα εντός στρατιωτικών αμυντικών περιοχών και απηγορευμένων ζωνών, ως καθορίζονται αύται υπό των σχετικών διατάξεων περί μέτρων ασφαλείας οχυρών θέσεων, τελούν υπό την αποκλειστικήν διαχείρισιν της στρατιωτικής υπηρεσίας, εφαρμόζονται δε επ’ αυτών αι σχετικαί διατάξεις των Α.Ν. 376 της 14/18.12.1936 (περί μέτρων ασφαλείας οχυρών θέσεων), 1400 της 11/17.10.1938 (περί διαχειρίσεως των εντός απηγορευμένων Ζωνών Ν. Οχυρών δημοσίων κτημάτων) και 1839 της 17/22.7.1939 (περί διαχειρίσεως των εντός των Απηγορευμένων Ζωνών των Αμυντικών Περιοχών Δημοσίων κτημάτων), ως ετροποποιήθησαν και συνεπληρώθησαν.

    Αρθρο: 77
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΑΣΗ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Δικαιοπραξίαι επί δασών παραμεθορίων περιοχών, παρακτίων περιοχών κλπ.
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Διαχείριση παραμεθορίων δασών
    Κείμενο Αρθρου

    Αι διακοπραξίαι δασών, κειμένων εις παραμεθορίους περιοχάς, νήσους ή νησίδας ή παρακτίους περιοχάς, ως ορίζονται υπό των σχετικών διατάξεων περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών εις παραμεθορίους, παρακτίους περιοχάς κλπ. διέπονται υπό των διατάξεων του Α.Ν. 1366 της 2/7.9.1938 (περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών εις παραμεθορίους, παρακτίους περιοχάς κλπ.) και του άρθρ. 4 Α.Ν. 1629 της 14/18.2.1939 (περί συμπληρώσεως και προσθήκης διατάξεων εις τον Α.Ν. υπ’ αριθ. 1366/1938″περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών εις παραμεθορίους, παρακτίους περιοχάς κλπ.), ως ούτοι εκάστοτε ισχύουν.

    Αρθρο: 78
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΕΘΝΙΚΟΙ ΔΡΥΜΟΙ
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Εθνικοί δρυμοί αισθητικά δάση και διατηρητέα μνημεία της φύσεως
    Σχόλια
    Τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο διατάγματα εκδίδονται εφεξής με πρόταση των Υπουργών Γεωργίας και Περιβάλλοντος,Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων, σύμφωνα με την παρ. 29 άρθρου 1 Ν. 2412/1996 (ΦΕΚ Α 123).
    Κείμενο Αρθρου

    1. α) Διά Β.Δ/τος εκδιδομένου επί τη προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, μετά γνώμην του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών, δύναται να κηρύσσωνται ως εθνικοί δρυμοί δασικαί περιοχαί, αι οποίαι παρουσιάζουν ιδιαίτερον ενδιαφέρον εξ απόψεως διατηρήσεως της αγρίας χλωρίδος και πανίδος, των γεωμορφικών σχηματισμών, του υπεδάφους, της ατμόσφαιρας, των υδάτων και γενικώς του φυσικού περιβάλλοντός των και των οποίων κρίνεται επιβεβλημένη η προστασία, η διατήρησις και η βελτίωσις της συνθέσεως, της μορφής και των φυσικών καλλονών των, δι’ αισθητικήν, ψυχικήν και υγιεινήν απόλαυσιν και ανάπτυξιν του τουρισμού, ως και την διενέργειαν πάσης φύσεως επιστημονικών ερευνών.

    β) Διά του αυτού Β.Δ/τος, καθορίζονται ωσαύτως η περιφέρεια και η έκτασις εκάστου εθνικού δρυμού, ως και τα όρια αυτού.

    γ) Συνιστάται Συμβούλιον Εθνικών Δρυμών, το οποίον συνερχόμενον τακτικώς μεν δις τουλάχιστον κατ’ έτος, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε συγκληθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας εισηγείται εις τούτον περί των ληπτέων μέτρων διά την εκπλήρωσιν των σκοπών των εθνικών δρυμών. Η σύνθεσις και λειτουργία του Συμβουλίου καθορίζονται διά Β.Δ/τος, εκδιδομένου επί τη προτάσει του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας.

    2. Δάση ή φυσικά τοπία, μη παρουσιάζοντα τα εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου χαρακτηριστικά γνωρίσματα, έχοντα όμως ιδιαιτέραν αισθητικήν, υγιεινήν και τουριστικήν σημασίαν, ως και τοιαύτην επιβάλλουσαν την προστασίαν της πανίδος, χλωρίδος και του ιδιαιτέρου φυσικού των κάλλους, δύναται να κηρύσσωνται διά Β.Δ/τος, εκδιδομένου επί τη προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, μετά γνώμην του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών, ως «αισθητικά δάση», ήτοι ως δάση αναψυχής, υγείας και περιπάτου ή τοπία ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους.

    3. Εκτάσεις, δημόσιαι, ή ού, μη δυνάμεναι να χαρακτηρισθούν, κατά τα ανωτέρω, ως εθνικοί δρυμοί ή αισθητικά δάση, παρουσιάζουσαι όμως ιδιαιτέραν παλαιοντολογικήν, γεωμορφολογικήν και ιστορικήν σημασίαν, δύναται να κηρύσσωνται διά Β.Δ/τος, εκδιδομένου επί τη προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, μετά γνώμην του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών, ως «διατηρητέα μνημεία της φύσεως». Ομοίως, ως διατηρητέα μνημεία της φύσεως, δύναται να κηρύσσωνται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δένδρα ή συστάδες δένδρων, υγροβιότοποι, ως και σπάνια είδη φυτών, παρουσιάζοντα ιδιαιτέραν βοτανικήν, φυτογεωργραφικήν, αισθητικήν και ιστορικήν σημασίαν.

    4. Επί τη συνδρομή λόγω προστασίας ή προαγωγής ή αναπτύξεως γενικωτέρας σημασίας τομέων της Εθνικής Οικονομίας, διά Β.Δ/τος, εκδιδομένου επί τη προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, μετά γνώμην του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών, επιτρέπεται ο μεταχαρακτηρισμός εθνικού δρυμού εις αισθητικόν δάσος ή εις διατηρητέον μνημείον της φύσεως, ο του αισθητικού δάσους, εις εθνικόν δρυμόν ή διατηρητέον μνημείον της φύσεως και ο του διατηρητέου μνημείου της φύσεως εις εθνικόν δρυμόν, ή αισθητικόν δάσος, ως και η τροποποίησις των ορίων, της εκτάσεως και της περιφερείας των Εθνικών δρυμών, των αισθητικών δασών και των διατηρητέων μνημείων της φύσεως».

    <Το άρ. 78 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρ. 3 Ν.Δ. 996/1971>.

    Αρθρο: 78Α
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΕΘΝΙΚΟΙ ΔΡΥΜΟΙ
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Εθνικοί δρυμοί αισθητικά δάση και διατηρητέα μνημεία της φύσεως
    Κείμενο Αρθρου

    1. Εις τους εθνικούς δρυμούς, οι οποίοι παρουσιάζουν γενικώτερον επιστημονικόν και τουριστικόν ενδιαφέρον, απονέμεται διά Β.Δ/τος, εκδιδομένου επί τη προτάσει του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, κατόπιν εκθέσεως Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, εθνικόν δίπλωμα προστασίας της φύσεως, επιδιδόμενον εις τον οικείον νομάρχην.

    2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον επιτροπή συγκροτείται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και αποτελείται: α) Εκ του Γενικού Διευθυντού Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, ως Προέδρου, β) εκ του Κοσμήτορος της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και γ) εκ του Προέδρου της Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας της Φύσεως. Διά της αυτής αποφάσεως ορίζονται και οι αναπληρωταί του Προέδρου και των μελών της Επιτροπής, ως και τα της λειτουργίας ταύτης. Δι’ ομοίας αποφάσεως ρυθμίζεται πάσα αναγκαία λεπτομέρεια διά την εφαρμογήν του παρόντος.

    Αρθρο: 79
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΕΘΝΙΚΟΙ ΔΡΥΜΟΙ
    Τίτλος Αρθρου
    Σύνθεσις, έκτασις και κανονισμός λειτουργίας των εθνικών δρυμών
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Εθνικοί δρυμοί αισθητικά δάση και διατηρητέα μνημεία της φύσεως
    Κείμενο Αρθρου

    «1. ‘Εκαστος εθνικός δρυμός αποτελείται:

    α) Από τον πυρήνα αυτού ή τον καθ’ εαυτό εθνικόν δρυμόν, απολύτου προστασίας, εκτάσεως ουχί ελάσσονος των 1.500 εκταρίων, εξαιρέσει των εις τας νήσους ιδρυομένων δρυμών, οίτινες δύνανται να έχουν και μικροτέραν έκτασιν.

    β) Από την περί τον πυρήνα ζώνην (περιφερειακήν ζώνην), αναλόγου εκτάσεως, τουλάχιστον ίσης προς τον πυρήνα, η εκμετάλλευσις της οποίας οργανούται κατά τρόπον συμβάλλοντα εις την εκπλήρωσιν των υπό του πυρήνος του εθνικού δρυμού επιδιωκομένων σκοπών. Η ζώνη αύτη δύναται να παραλείπεται, εφ’ όσον επιτυγχάνεται δι’ άλλων μέσων πλήρης προστασία του πυρήνος του εθνικού δρυμού.

    2. Διά κανονισμού, εκδιδομένου δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και δημοσιευομένου εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται τα της οργανώσεως, λειτουργίας και διαχειρίσεως εκάστου εθνικού δρυμού».

    <Το άρ. 79 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρ. 5 Ν.Δ. 996/1971>.

    Αρθρο: 80
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΕΘΝΙΚΟΙ ΔΡΥΜΟΙ
    Τίτλος Αρθρου
    Απαγόρευσις εντός του πυρήνος εθνικών δρυμών και των διατηρητέων μνημείων της φύσεως. Οργάνωσις της περιφερειακής ζώνης εθνικών δρυμών και των αισθητικών δασών
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Εθνικοί δρυμοί αισθητικά δάση και διατηρητέα μνημεία της φύσεως
    Κείμενο Αρθρου

    «1. Προς εκπλήρωσιν των σκοπών διά τους οποίους ήδη έχουν συσταθή ή ήθελον συσταθή οι εθνικοί δρυμοί και αι κηρυχθείσαι ως διατηρητέα μνημεία της φύσεως εκτάσεις, απαγορεύεται, επί ποινή απολύτου ακυρότητος, η εντός του πυρήνος του εθνικού δρυμού και των χώρων των διατηρητέων μνημείων της φύσεως πάσης μορφής παραχώρησις προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, ως και εις δημοσίας υπηρεσίας, προς επιδίωξιν οιουδήποτε ετέρου σκοπού.

    2. Απαγορεύεται, ωσαύτως, εντός του πυρήνος των εθνικών δρυμών και των χώρων των διατηρητέων μνημείων της φύσεως:

    α) Η ανόρυξις και εκμετάλλευσις μεταλλείων και λατομείων, η απόληψις οιουδήποτε ορυκτού προϊόντος και εν γένει εκτέλεσις πάσης συναφούς εργασίας ή η κατασκευή σχετικής εγκαταστάσεως.

    β) Η ανασκαφή, η επιχωμάτωσις, η δειγματοληψία και πάσα άλλη ενέργεια, τείνουσα εις την φθοράν και αλλοίωσιν των γεωμορφικών σχηματισμών και φυσικών καλλονών.

    γ) Η τοποθέτησις διαφημιστικών πινακίδων και αγγελιών, πλην των υπό του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας εγκρινομένων και σκοπουσών εις την ανάπτυξιν του τουρισμού, της φιλοδασικής ενημερώσεως, των επιστημονικών μελετών και την εξυπηρέτησιν γενικωτέρων συμφερόντων.

    δ) Αι βιομηχανικαί δραστηριότητες εν γένει.

    ε) Η εγκατάστασις οικισμών, οικιών, αγροικιών, παραπηγμάτων και η κατασκευή παντός εν γένει έργου, εξαιρέσει των απαραιτήτων διά την προστασίαν και λειτουργίαν του εθνικού δρυμού ή των διατηρητέων μνημείων της φύσεως έργων, ως η κατασκευή δασικών κτιρίων, τοιούτων δι’ εγκατάστασιν δασικών επιστημονικών εργαστηρίων, οδικού δικτύου, η διάνοιξις αντιπυρικών ζωνών, η πραγματοποίησις υλωρικών και λοιπών προστατευτικών έργων.

    ς) Η υλοτομία, η κοπή, η κοπή, η εκρίζωσις, η καταστροφή, η συλλογή ή η μεταφορά φυτικών ειδών και δασικών προϊόντων.

    ζ) Η βοσκή παντός ζώου καθ’ όλην την διάρκειαν του έτους και η κατασκευή πάσης φύσεως κτηνοτροφικών έργων, ως ποτιστρών, στεγάστρων. η) Η θήρα παντός ζώου, πλην των επιβλαβών θηραμάτων, των οποίων επιτρέπεται, κατόπιν αποφάσεως του νομάρχου, η διά δολωμάτων δίωξις ως και η προς τον σκοπόν τούτον διάβασις μετά κηνυγετικού όπλου, μετά ή άνευ κυνός, διά μέσου του εθνικού δρυμού και

    θ) Η αλιεία, καθ’ όλην την διάρκειαν του έτους, εντός λιμνών και ορεινών ρεόντων υδάτων.

    3.α) Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, δύναται, δι’ αποφάσεώς του, να λαμβάνη παν μέτρον, αποβλέπον εις την προστασίαν του εθνικού δρυμού, των αισθητικών δασών και των διατηρητέων μνημείων της φύσεως, ως και εις την εκπλήρωσιν των σκοπών ιδρύσεως αυτών.

    β) Αστυνομικαί δασικαί διατάξεις, εκδιδόμεναι υπό της οικείας δασικής υπηρεσίας εις τα πλαίσια του παρόντος και των αποφάσεων του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και δημοσιευόμεναι κατά την ισχύουσαν νομοθεσίαν, δύνανται να ρυθμίζουν θέματα, αφορώντα εις την προστασίαν εν γένει των εθνικών δρυμών, των αισθητικών δασών και διατηρητέων μνημείων της φύσεως.

    4. Διά την προστασίαν, οργάνωσιν και βελτίωσιν των περιφερειακών ζωνών, ήτοι των χώρων περιωρισμένης προστασίας των εθνικών δρυμών, ως και των αισθητικών δασών, δύναται υπό της οικείας δασικής υπηρεσίας να λαμβάνωνται μέτρα και να εκτελούνται τα ενδεδειγμένα έργα, ιδία: α) Η προστασία και αύξησις της αγρίας πανίδος και χλωρίδος ή και μείωσις τούτων, κατ’ είδος και αριθμόν, εντός των ενδεδειγμένων ορίων βιολογικής ισορροπίας μεταξύ των ειδών αφ’ ενός της πανίδος και αφ’ ετέρου της χλωρίδος, ως επίσης της ισορροπίας μεταξύ αλλήλων. β) Η διατήρησις των γεωμορφικών σχηματισμών και η προστασία των φυσικών καλλονών, ως και η διά τεχνητής επεμβάσεως καλυτέρα αυτών εκμετάλλευσις, από αισθητικής και τουριστικής απόψεως.

    γ) Η λήψις προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων, προς προστασίαν του εθνικού δρυμού και των αισθητικών δασών.

    δ) Η ίδρυσις εκτροφείων θηραμάτων και ιχθυοτροφείων, προς αύξησιν της αγρίας πανίδος, ως και η διά καταλλήλων δασοτεχνικών χειρισμών διατήρησις, βελτίωσις και επέκτασις της βλαστήσεως, η ίδρυσις δασικών φυτωρίων και δασικών δενδροκήπων (ARBORETUM), ως και η διά φυσικής και τεχνητής οδού αναγέννησις της χλωρίδος.

    ε) Η κατασκευή του απαραιτήτου οδικού δικτύου και των αναγκαίων δασικών κτιριακών εγκαταστάσεων, ως δασοφυλακείων, πυροφυλακείων και εργαστηρίων επιστημονικών πειραμάτων και ερευνών.

    ς) Η ίδρυσις θερινών και χειμερινών εγκαταστάσεων διά την εξυπηρέτησιν των κατασκηνώσεων, της ορειβασίας, του τουρισμού και του αθλητισμού εν γένει.

    ζ) Η συλλογή ή η εκρίζωσις φυτικών ειδών και η μεταφορά αυτών, ως και η σύλληψις και μεταφορά αγρίων ζώων, δύναται να επιτραπή, κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, δι’ επιστημονικούς σκοπούς».

    <Το άρ. 80 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρ. 6 Ν.Δ. 996/1971>. «5. Διά Π.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας, δύναται να απαγορεύηται καθ’ άπασαν την επκράτειαν η συλλογή αυτοφυών φυτών, βοτανολογικού υλικού, η σύλληψις αγρίων ζώων και η εξαγωγή εκ της χώρας τούτων, ως και η διεξαγωγή ερεύνης επί της αγρίας πανίδος και αυτοφυούς χλωρίδος άνευ αδείας της υπό του Υπουργού Γεωργίας, ειδικώς

    εξουσιοδοτουμένης Δασικής Αρχής.

    6. Διά Π.Δ/των, εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Γεωργίας, καθορίζεται η διαδικασία συντονισμού και ελέγχου των καθ’ άπασαν την χώραν διεξαγομένων βοτανολογικών και ζωολογικών ερευνών επί της αγρίας πανίδος και αυτοφυούς χλωρίδος, ως και οι όροι και προϋποθέσεις διεξαγωγής τούτων.

    7. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας συνιστάται Γνωμοδοτική Επιτροπή αποτελουμένη εξ επτά μελών ως κάτωθι:

    α) Εκ του Γενικού Διευθυντού Δασών ως Προέδρου.

    β) Εκ τριών υπαλλήλων της Γεικής Διευθύνσεως Δασών επί βαθμώ 4ω-2ω. γ) Εκ τριών Καθηγητών ή Υφηγητών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Εν απουσία ή κωλύματι του Προέδρου, προεδρεύει ο νόμιμος αναπληρωτής αυτού.

    ‘Εργον της Επιτροπής είναι η γνωμοδότησις επί των εν παρ. 6 του παρόντος άρθρου θεμάτων οσάκις τίθενται υπ’ όψιν αυτής. Γραμματεύς της Επιτροπής μετά του Αναπληρωτού του, ορίζεται υπάλληλος της Γενικής Διευθύνσεως Δασών. Εις τον Πρόεδρον, τα μέλη και τον Γραμματέα της Επιτροπής, καταβάλλονται μόνον οδοιπορικά έξοδα κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις».

    <Οι παρ. 5, 6 και 7 προστέθηκαν από το άρ. 1 Ν. 177/1975>.

    Αρθρο: 81
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΕΘΝΙΚΟΙ ΔΡΥΜΟΙ
    Τίτλος Αρθρου
    Εκτέλεσις δασικών έργων
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Εθνικοί δρυμοί αισθητικά δάση και διατηρητέα μνημεία της φύσεως
    Κείμενο Αρθρου

    «Η μελέτη και η εκτέλεσις των πάσης φύσεως έργων και εργασιών, περί ων η παρ. 4 του άρρ. 80, εντός των εθνικών δρυμών, των αισθητικών δασών και των διατηρητέων μνημείων της φύσεως, ενεργούνται κατά τας περί μελέτης και εκτελέσεως δασοτεχνικών έργων διατάξεις του δασικού Κώδικος».

    <Το άρ. 81 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρ. 7 Ν.Δ. 996/1971>.

    Αρθρο: 82
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΕΘΝΙΚΟΙ ΔΡΥΜΟΙ
    Τίτλος Αρθρου
    Διοίκησις και διαχείρισις
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Διαχείριση δασών Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
    Κείμενο Αρθρου

    Η διοίκησις και διαχείρισις των κατά τον Νόμ. 6320/1934″περί παραχωρήσεως της χρήσεως δημοσίων δασών εις το Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης διά σκοπούς εκπαιδευτικούς, ερευνών κλπ.»και του εις εκτέλεσιν αυτού Δ/τος της 15/28.12.34 παραχωρηθέντων κατά νομήν δημοσίων δασών των περιφερειών Περτουλίου – Τρικάλων και των Κοινοτήτων Βραστάμων (τέως Βραστών) και Ταξιάρχου Χαλκιδικής, περί των οποίων προβλέπει και το άρθρ. 42, γίνεται κατά τας διατάξεις του ως άνω Νόμου ως και του Νόμ. 1881 της 28/30.7.1951 (περί ιδρύσεως παρά τω Πανεπιστημίω Θεσσαλονίκης Ταμείου Διοικήσεως και Διαχειρίσεως των Πανεπιστημιακών δασών), η δε εκμετάλλευσις αυτών γίνεται, είτε δι’ αυτεπιστασίας, ότε τα προϊόντα διατίθενται διά δημοπρασίας, είτε κατόπιν δημοπρασίας συμφώνως προς ειδικάς διατάξεις, οριζομένας διά Δ/τος, κατά παρέκκλισιν των δασικών ή άλλων Νόμων.

    Αρθρο: 83
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΑΣΩΝ
    Τίτλος Αρθρου
    Δασοπονικαί μελέται
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Διαχείριση δασών Πανεπιστημίου θεσσαλονίκης
    Κείμενο Αρθρου

    Το Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης υποχρεούται όπως διά τα ως άνω δάση καταρτίση μόνιμον δασοπονικόν ή δασικόν διαχειριστικόν σχέδιον, το οποίον υποβάλλεται εις το Υπουργείον Γεωργίας και εφαρμόζεται κατόπιν εγκρίσεως υπό του Υπουργού. Μέχρι της συντάξεως και εγκρίσεως του μόνιμου δασοπονικού σχεδίου, η διαχείρισις αυτών γίνεται υπό του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, επί τη βάσει προσωρινών δασοπονικών σχεδίων εγκρινομένων ως και τα μόνιμα τοιαύτα.

    Αρθρο: 84
    Ημ/νία: 18.04.1969
    Ημ/νία Ισχύος: 18.04.1969
    Περιγραφή όρου θησαυρού: ΥΛΟΤΟΜΙΑ
    Τίτλος Αρθρου
    Προσήμανσις υλοτομητέων δένδρων
    Λήμματα
    Δασικός Κώδικας, Διαχείριση δασών, Ενέργεια υλοτομιών
    Κείμενο Αρθρου

    1. Εις τα σπερμοφυούς διαχειριστικής μορφής δημόσια και μη