Updates from Αύγουστος, 2015 Toggle Comment Threads | Συντομεύσεις πληκτρολογίου

  • lithari 7:10 pm on 29/08/2015 Μόνιμος σύνδεσμος | Απάντηση  

    ΣΤΟΝ ΑΙ. ΓΙΑΝΝΗ BΡΟΥΒΙΑΝΑ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΑΠΟΨΕ…Το μεγάλο όμως πανηγύρι του χωριού μας που κρατά μέχρι σήμερα, είναι το πανηγύρι τ’ Αϊ Γιαννιού, που γίνετε στις 29 Αυγούστου.Το πανηγύρι αυτό είναι πολύ παλιό, ίσως κρατάει πάνω από έναν αιώνα. Όσο και η ομώνυμη εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, που είναι και ο προστάτης του χωριού. 

    14.jpg

    1%20(2).jpg

    Αν αναρωτηθεί κανείς  γιατί ο Αϊ Γιάννης είναι προστάτης, αν και μακριά από  χωριό, η εξήγηση είναι αυτή:
    Παλιότερα οι Βρουβιανίσοι, παραχείμαζαν ως κτηνοτρόφοι οι περισσότεροι, στις όχθες του Αχελώου, κοντά στο γεφύρι, γύρω από τον Αϊ Γιάννη, στον κάμπο γενικότερα, τον οποίο  και καλλιεργούσαν.
    Όταν λοιπόν η περιοχή έγινε οικισμός, ( η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, αναφέρει για πρώτη φορά τα Βρουβιανά ως οικισμό της κοινότητας Σακαρετσίου, στην απογραφή του 1907) τότε κτίστηκε και η σημερινή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Λέγετε ότι στο σημείο υπήρχε ξωκλήσι, χτισμένο από τον καπετάνιο της περιοχής πριν την επανάσταση,  τον Γιάννη Μπουκουβάλα, ο οποίος είχε εκεί το στρατηγείο του.

    Εκείνη την εποχή ξεκίνησε και το πανηγύρι, σαν ημερήσιο γλέντι στην αρχή, ανήμερα της γιορτής τ’ Αϊ Γιαννιού και γρήγορα εξελίχθητε σε μεγάλη «ζώοέμποροπανήγυρη».

    1%20(3).jpg

    Ο χρόνος που γινόταν το πανηγύρι, (τέλος καλοκαιριού), αλλά και ο χώρος, (σημείο σύνδεσης τεσσάρων Νομών), έδωσε μεγάλα πλεονεκτήματα στο πανηγύρι, που πολύ γρήγορα έγινε μεγάλο και ξακουστό. Αγκαλιάστηκε από πολύ κόσμο και για πολλές δεκαετίες κυριαρχούσε, έχοντας τα πρωτεία των πανηγυριών της περιοχής.
    Παλιότερα το πανηγύρι κρατούσε πάνω από μία εβδομάδα. Ξεκινούσε από 23-24 Αυγούστου και τελείωνε 30-31, με αποκορύφωμα  βέβαια την 29η Αυγούστου.

    Έτσι γινόταν τότε το πανηγύρι:
    α) η δημοπρασία:    Ένα με δύο μήνες νωρίτερα, το εκκλησιαστικό συμβούλιο έκανε τη δημόσια δημοπρασία για την ενοικίαση των θέσεων, για τα εμπορικά καταστήματα και μοιραζόταν ο χώρος, ανάλογα με τη ζήτηση και την πλειοδοσία των ενδιαφερομένων.
    β) η προετοιμασίες:  Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει το πανηγύρι, οι έχοντας εξασφαλίσει τη θέση και την ορχήστρα, οργάνωναν το χώρο.
    Έφτιαχναν τα απαιτούμενα ΄΄τσιατούρια΄΄ (κιόσκια), τα οποία ήταν σκέπαστρα με κλαδιά από πουρνάρια ή φιλίκια, με φτέρες, αντίσκηνα ή και τσίγκια μερικές φορές, γιατί έπιανε και καμιά μπόρα συνήθως και τους τα έκανε «θάλασσα».
    Έφτιαχναν και ένα πάγκο που ήταν το σημείο που ξεχώριζε το μαγαζί από τη σάλα και ήταν και ο πάγκος εργασίας τους. Από εκεί θα περνούσε πρώτα ότι ήταν να σερβιριστεί.
    Κατασκεύαζαν και μια εξέδρα με σανίδια, που ήταν το πατάρι (πάλκο) των μουσικών.
    Τα καθίσματα ήταν καρέκλες καφενείου και πάγκοι από σανίδια και καδρόνια. Τα τραπέζια ήταν και αυτά με τον ίδιο τρόπο κατασκευασμένα, αλλά φυσικά σε σχήμα τραπεζιού.
    Οι εστιάτορες έφτιαχναν τα δικά τους μαγαζιά.
    Ένα μικρό χώρο περιφραγμένο με κλάρες, στον οποίο έφτιαχναν ένα πάγκο για τα σερβίτσια, το ψωμί και τις προμήθειες. Μία ή δύο γούρνες, που άναβαν φωτιά και έβαζαν τα καζάνια με τα φαγητά.
    Ανήμερα του Αϊ Γιαννιού έβραζαν συνήθως φασόλια ή φακές, γιατί αυτή η μέρα για τους χωριανούς μας,  ήταν και είναι μεγάλη νηστεία. Τις άλλες μέρες έβραζαν και κάνα κοψίδι.
    Λίγο πιο πέρα είχαν και τις βαρέλες με το νερό, που μέχρι να γίνει η στέρνα το κουβαλούσαν από το ποτάμι.
    Το ίδιο γινόταν και με τις ψησταριές, που συνήθως ήταν η συνέχεια των εστιατορίων και όλα αυτά, στο πίσω μέρος του μαγαζιού και της ορχήστρας.

    Ο φωτισμός ήταν  λυχνάρια στην αρχή, μετά λάμπες πετρελαίου, αργότερα ασετιλίνης (λουξ), γεννήτριες ηλεκτρικού ρεύματος τελευταία, ώσπου έφτασε και στον Αϊ Γιάννη το ηλεκτρικό ρεύμα.

    Χώροι υγιεινής φυσικά δεν χρειαζόταν, καθώς  ο χώρος διέθετε φυσικές εγκαταστάσεις, με τα τόσα πολλά παλιούρια τριγύρω.

    Τα υπόλοιπα εμπορικά καταστήματα, ήταν από μόνα τους έτοιμα.
    Αρκούσε μόνο ο ίσκιος μιας αγραπιδιάς, μια τέντα ή ένα αντίσκηνο, για να απλώσει την πραμάτεια του και να αρχίσει το αλισβερίσι. Δίνανε  και αυτοί ενοίκιο για τον χώρο που θα εκμεταλλευόταν, ποσό  το οποίο καθοριζόταν από το εκκλησιαστικό συμβούλιο.

    Τριγύρω από τη λάκα του κύριος πανηγυριού, ήταν χώρος που στάλιζαν και ξενυχτούσαν τα ζώα που ήταν για πούλημα. Πρόβατα, γίδια, άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, γελάδια.

    γ) η έναρξη:  αφού όλα ήταν έτοιμα άρχιζε το πανηγύρι, με τα παζάρια και τις αγοραπωλησίες των ζώων, στις 23-24 Αυγούστου όπως προαναφέραμε.
    Έμποροι από τις γύρω περιοχές, έκαναν σκληρές διαπραγματεύσεις και παζάρια με τους κτηνοτρόφους της περιοχής, σχεδόν όλες τις μέρες, ώσπου να βρεθεί η μέση λύση και να επιτευχθεί η συμφωνία.
    Επίσης γινόταν και πολλές τράμπες σε ζώα (ανταλλαγές), π .χ.    «μπλάρ φουρτιάρκου με βόιδ καματερό». Κ.τ.λ.  Σε αυτές κυριαρχούσαν οι τσιγγάνοι, αλλά και εμείς είχαμε, τον  μέγα μεσίτη   τραμπαδόρο, το συγχωριανό μας Σπύρο Μουτσώκο  (τον πελεπίδα)!!
    Έτσι  μέχρι την παραμονή το βράδυ, είχε πουληθεί σχεδόν το 90% των ζώων και οι κτηνοτρόφοι, ήταν έτοιμοι και τσεπωμένοι, για να γλεντήσουν και να κάνουν τις αγορές τους από τα εμπορικά καταστήματα.

    Την παραμονή το βράδυ και κάποιες φορές και την προπαραμονή, άρχιζαν τα προεόρτια της μεγάλης γιορτής.
    Ο κόσμος μαζευόταν στα μαγαζιά που είχαν ορχήστρα και το γλέντι και ο χορός ξεκινούσε και διαρκούσε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Μέχρι να βαρέσει ο ήλιος όπως έλεγαν.
    Ο συναγωνισμός ήταν πολλές φορές μεγάλος και καμιά φορά γινόταν και καμιά μικροπαρεξήγηση. Όμως με τη μεσολάβηση των γεροντότερων, δινόταν πάντα η σωστή λύση. Ο σεβασμός προς τους γέροντες ήταν πάντοτε πολύ μεγάλος.
    Τα  μουσικά όργανα στις κομπανίες ήταν, βιολί, κλαρίνο, ντέφι (παραδοσιακό), κιθάρα, πιο σπάνια και σαντούρι. Αργότερα βέβαια έκαναν την εμφάνισή τους και όργανα που ουδεμία σχέση έχουν με την μουσική παράδοση του τόπου μας, όπως:  αρμόνια, ηλεκτρικές κιθάρες και ντραμς.
    Συνήθως τα συγκροτήματα ήταν τοπικά, από τα γύρω χωριά  του Βάλτου, της Ευρυτανίας, Καρδίτσας και Άρτας. Αργότερα  όταν φτιάχτηκε ό δρόμος, ερχόταν συγκροτήματα και από πιο μακριά.  Άραγε αυτά κατάφεραν να μας  διασκεδάσουν με εκείνο το μοναδικό τρόπο, που οι τοπικοί εκείνης της εποχής γνώριζαν καλύτερα απ’ τον καθένα και ας μην ήταν σπουδαίοι δεξιοτέχνες και μουσικοί;!!!
    Παλιότερα, όταν δεν υπήρχε ρεύμα και ηχητική υποστήριξη, η δουλειά των μουσικών ήταν πολύ σκληρή. Έπαιζαν και τραγουδούσαν, ώρες ατελείωτες, ακόμα και 2-3 μέρες καμιά φορά, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να ακουστούν και να διασκεδάσουν τον κόσμο.
    Τα πράγματα αργότερα όταν εμφανίστηκαν οι γεννήτριες  ρεύματος και στη συνέχεια το ηλεκτρικό ρεύμα,  με μικροφωνικές, ενισχυτές, ηχεία και μικρόφωνα, έγιναν πιο εύκολα για εκείνους, αλλά πιο δύσκολα για εμάς, που καμιά φορά το παρακάνουν και μας ξεκουφαίνουν.
    Ας γυρίσουμε όμως πάλι στο πανηγύρι.
    Ανήμερα λοιπόν τ’ Αϊ Γιαννιού ήταν η κορυφαία μέρα του πανηγυριού, αλά και του χωριού.
    Νωρίς το πρωί μαζευόταν 3-4 ή και παραπάνω καμιά φορά παπάδες, για να τελέσουν τη θεία λειτουργία. Η συρροή του κόσμου ήταν μεγάλη. Πολύς κόσμος από τα γύρω χωριά ερχόταν, είτε ως προσκυνητές είτε ως πανηγυριώτες.
    Μετά τη θεία λειτουργία, άρχιζε το ημερήσιο πανηγύρι.
    Η λάκα του Αϊ Γιάννη είχε είδη μετατραπεί σε ένα μεγάλο «εμπορικό κέντρο» και ο κόσμος έμοιαζε σαν μια μεγάλη διαδήλωση.
    Αυτή η μέτρα ήταν αφιερωμένη, εκτός από τον Άγιο και το γλέντι και στο εμπόριο. Τι ήθελε κανείς και δεν θα το έβρισκε; ρουχισμό, είδη προικός, κουζινικά, παιχνίδια, εργαλεία, κουδούνια, κυπριά, τσιουκάνια και ότι άλλο μπορούσε κανείς να χρειαστεί.
    Υπήρχαν και προϊόντα της γης, ντόπιας παραγωγής, όπως τάι, ρίγανή, διάφορα ζαρζαβατικά, ακόμα και φρούτα.
    Παράλληλα με το εμπόριο λειτουργούσε και το καλλιτεχνικό. Λίγο μετά τη θεία λειτουργία, αρχίζανε και τα όργανα να παίζουν, διαδικασία για το χορό η γνωστή, με σειρά χορού που κρατούσαν οι οργανοπαίχτες.
    Το ποτό που κυριαρχούσε ήταν παλιότερα το ούζο και αργότερα η μπύρα. Τις μπύρες της κρατούσαν δροσερές, αρχικά σε γούρνες με νερό και μετέπειτα σε βαρέλια με παγοκολόνες.
    Τα κεράσματα από παρέα σε παρέα δεν έλειπαν. Πολλές φορές όμως προτιμούσαν  να κεράσουν την παρέα ή το χορευτή όταν έμπαινε στο χορό, λέγοντας χαρακτηριστικά «κέρνα το χορό ή βάλε μια γύρα (τα ποτά) στο χορό». Βέβαια τον τελευταίο καιρό που όλα άλλαξαν, ανοίγονται μέχρι και κιβώτια σαμπάνιες. Αυτό είναι βλέπετε το κέρασμα της σημερινής εποχής και ας μην το πίνει κανένας.

    Κατά τη διάρκεια του γλεντιού ήταν η καλύτερη ευκαιρία, για να κλείσουν αρκετά συνοικέσια.
    Οι νέοι του χωριού ή των γειτονικών χωριών, που ήταν σε ηλικία γάμου, ετοιμαζόταν ολόκληρο το χρόνο, για να είναι πανέτοιμοι τη μέρα αυτή.
    Φροντίζανε να έχουνε καινούρια φορεσιά, καλοχτενισμένο μαλλί, κόντρα ξύρισμα και φυσικά στριμμένο τσιγκελωτό μουστάκι, στο οποίο βάζανε και ΄΄μαντέκα΄΄ (τζελ της εποχής) για να στέκετε όρθιο.
    Πήγαιναν συνήθως καβάλα σε άλογο ή μουλάρι, που και αυτό ήταν περιποιημένο, με καινούριο σαμάρι ή σέλα, καπίστρι με χάντρες και διάφορα χαϊμαλιά, ώστε ζώο και αναβάτης να  εντυπωσιάσουν.
    Τα κορίτσια επίσης φορούσαν τα καλύτερα τους ρούχα, συνήθως ανοιχτά χρώματα, γιορτάνια (γυναικείο κεντητό ένδυμα)  και πλουμπίδια (στολίδια), για να εντυπωσιάσουν και αυτές με τη σειρά τους, τους υποψήφιους γαμπρούς.
    Οι χοροί που χόρευαν οι άντρες ήταν κύριος τσάμικο, κλειστό, στα τρία και καμιά φορά βουλγάρικο. Οι γυναίκες χόρευαν πιο στρωτούς χορούς, συρτούς, καγγέλια, στα τρία, και ελαφριά τσάμικα.
    Στη διάρκεια του χορού ο εντυπωσιασμός, εκτός από τις χορευτικές ικανότητες του καθενός, ολοκληρωνόταν με την επίδειξη οικονομικής δύναμης, ανάλογα με τα χρήματα που χαλούσαν σε κεράσματα και έριχναν στους οργανοπαίχτες.
    Από εδώ και πέρα αναλάμβαναν  πλέον οι προξενητάδες, να έχει αίσιο τέλος η δουλειά, να κλείσει δηλαδή το προξενιό, αφού είδανε ότι ήταν να δούνε και η προσπάθεια εντυπωσιασμού είχε ολοκληρωθεί.
    Αργά το απόγευμα, όλοι είχαν γλεντήσει και ο κόσμος άρχιζε να αραιώνει.  Λίγο πριν το σούρουπο οι μαγαζάτορες άρχιζαν να μαζεύουν την πραμάτεια τους. Το πανηγύρι όμως δεν τελείωνε ακόμα, γιατί παρέμεναν αρκετοί μερακλήδες, που συνέχιζαν το γλέντι όλη τη νύχτα και πολλές φορές ως το απόγευμα της επόμενης μέρας.

    Αυτά όμως γινόταν παλιά. Τα τελευταία χρόνια το πανηγύρι άλλαξε μορφή. Κρατάει μόνο 1-2 μέρες και έχει πλέον τη μορφή μιας πολιτιστικής εκδήλωσης.
    Αυτό είναι αποτέλεσμα της λεγόμενης εξέλιξης. 15.jpg

    Σήμερα βέβαια εξελίχτηκε και ο χώρος. Πλέον έχει μόνιμο σκέπαστρο, στρωμένο δάπεδο, εγκαταστάσεις υγιεινής, πρόσβαση σε νερό και ηλεκτρικό.
    Όλα αυτά μετά από μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλε ο τοπικός σύλλογος, το εκκλησιαστικό συμβούλιο και  πολλοί άλλοι συγχωριανοί μας.
    Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια γίνετε μια πολύ καλή προσπάθεια από αρκετούς συγχωριανούς μας, με μπροστάρηδες το σύλλογο και την εκκλησία, να ξαναζωντανέψουν το πανηγύρι που τα τελευταία χρόνια άρχισε να «σβήνει» χρόνο με το χρόνο.

    Όπως κάθε εποχή και κάθε τόπος έχει τα δικά του δρώμενα, έτσι και το χωριό μας έχει το δικό του γεγονός.

    Το πανηγύρι τ’ Αϊ Γιαννιού,  αποτελεί στοιχείο πολιτισμού και για  τους μεγαλύτερους, αποτελεί πλέον μια γλυκιά ανάμνηση και νοσταλγία, έτσι όπως αυτό γινόταν παλιότερα.

    Advertisements
     
  • lithari 10:30 am on 27/08/2015 Μόνιμος σύνδεσμος | Απάντηση  

    Κοιτάξτε ποιοι μας έρχονται!!! Μας προστατεύουν ή μας παραφυλάνε; Γιατί η ΝΑSA μας το αποκρύπτει; (ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΒΙΝΤΕΟ),,, 

    astroploia

    Ξένα αστρόπλοια ασύλληπτου βάρους και κατασκευής, τροχιοδρομούν γύρω από την Γη με εκατομμύρια μίλια την ώρα…. αλλάζουν μορφές,

    μεταμορφώνονται…

    Είναι μέλη κάποιας διαστρικής κοινότητας; Τι καραδοκούν; Μας αγνοούν ή μας γνωρίζουν; Μας προστατεύουν ή μας παραφυλάνε;

    Ο John Lenard Walson είναι ένας ερασιτέχνης αστρονόμος και αστροφωτογράφος. Έχει εφεύρει μία συσκευή μέσω της οποίας και του τηλεσκοπίου του είναι σε θέση να ανιχνεύει, να εντοπίζει και να «συλλαμβάνει» αστρόπλοια εξωγήινων νοήμονων πολιτισμών που κάνουν διαπλανητικά και διαστρκά ταξίδια, περνώντας από την «γειτονιά» μας.

    ===============================================

    Φίλοι αναγνώστες,
    ΤΟ ΝΑ ΑΡΜΕΓΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΣΑΛΑΓΙΑΖΗΣ ΠΡΟΒΑΤΑ ΕΙΝΑΙ
    ΣΧΕΤΙΚΑ ΕΥΚΟΛΟ. ΕΜΑΣ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
    ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΒΟΣΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΝΕΜΕΤΕ !!!
    =BY=f.b=BOSKO΄=VOSKOS
    Φίλοι αναγνώστες.
    Βρίσκεστε σ΄αυτό το ιστολόγιο με δική σας ευθύνη .
    Ενδεχομένως κάτι που θα διαβάσετε εδώ μπορεί να το
    θεωρήσετε ύβρη ή να σας θίξει ή να σας προσβάλλει.
    Θα πρέπει να γνωρίσετε πως δεν έχουμε καμία τέτοια πρόθεση .
    Έχοντας λοιπόν αυτό υπ΄όψιν οι επιλογές σας είναι δύο :
    α) ή να φύγετε απ΄το ιστολόγιο αυτό , διακόπτοντας την
    ανάγνωσή του ,ώστε να αποφύγετε πιθανή προσβολή των
    ηθικών , θρησκευτικών ή άλλων αξιών σας , ή β) να παραμείνετε,
    αποδεχόμενοι πως ότι και να διαβάσετε δεν θα σας προσβάλλει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο .
    Εμείς απ΄την μεριά μας θα προσπαθήσουμε να διαφυλάξουμε και να προβάλουμε τις πραγματικές ανθρώπινες αξίες , έχοντας πάντα ως γνώμονα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αλήθεια .
    ΕΠΙΣΗΣ:
    1.Τα δημοτικά αθάνατα δημοτικά μπορεί η δεν συμφωνούν πλήρως με τις απόψειςτου άρθρου.
    2.Επισημαίνουν ώμος στου φίλους του μπλοκ τα παρακάτω.
    3.Η ενημέρωσης-μάθηση, είναι ιερή υποχρέωση καθενός από εμάς.
    4.Η οποίες Αποψις του άρθρου εκφράζουν το συντάκτη του, ο όποιος και αναφέρετε .
    5.Την ευθύνη στα κείμενα που αναρτούνται στο
    https://boskotsopanhs.wordpress.com/ φέρει ο υπογράφων ,ή η πηγή, και δεν αποτελούν απαραίτητα θέση και άποψη του παρόντος ιστολογίου.
    6.Σκέψης, κρίση, απόψεις, επιδίωξη κάθε μορφής μήδε αυτής καθεαυτής της ατομικής προβολή, η με σκοπό αλλότριο η αλά αίτια η άλλης αίτιας, μήδε και του οικονομικού στόχου η του αυτό κάθε αυτό ως στόχο προσωπικό οικονομικό κέρδους η εκ Άλου σκοπού οικονομικού η μέσο η συκοφαντικής δυσφημίσεως η επιχειρηματικής δυσφημίσεως η προσπάθεια αλλοίωσης η ολικής αλλοίωσης πραγματικών περιστατικών η γεγονότων επί σκοπού παραπλάνησης με στόχος το προσωπικό όφελος , η το οποιοδήποτε απορρέων όφελος η κέρδος, μήδε του οικονομικού από οιαδήποτε αφορμή η σκοπό μέσο η αιτιατό η αλλοτρίωση  απαξίωση αξιών η θεσμών,  μήδε και Tου προσωπικού η ατομικού συμφέροντος επί τοu συγκεκριμένου άρθρου ουδεμία σχέση έχουν τα δημοτικά αθάνατα δημοτικά οπουδήποτε και προέρχεται και απορρέουν .-
    7.Η δημοσιοποίηση άρθρων έχει ως σκοπό μονό και μονό την ενημέρωση-μάθηση και τίποτα λιγότερο η περισσότερο.-
    8.ΝΑ ΔΗΛΩΣΟΥΜΕ-ΔΗΛΩΣΗ ΟΤΙ¨
    ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΚΑΝΕΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ Η ΑΛΛΟ ΟΦΕΛΟΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ, ΔΕΝ
    ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΘΑ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ
    ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΕΛΙΔΑ.
    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΕΧΟΜΑΣΤΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Η ΑΛΛΗ ΕΚΛΥΣΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΓΙΑ ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΛΟΓΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΑΓΡΑΦΕΤΕ ΣΤΗ ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΠΙΣΗΜΑΝΕ ΚΑΙ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΕΣ ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.-
    […(( Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (άρθρο 19 παρ. 1, 2) Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να έχει την άποψη του χωρίς καμία παρέμβαση. πρέπει να έχει το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης. Aυτό περιλαμβάνει και το δικαίωμα του καθενός να αναζητά, να γράφει και να μεταδίδει οποιεσδήποτε πληροφορία και ιδέες ανεξαρτήτως, ελεύθερη έκφραση της σκέψης ανεξάρτητα από τη λογοκρισία η άδεια, δόγματα. διαφορετικών πεποιθήσεων θρησκειών, κτλ Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει καμία ανάγκη για δυσφήμηση, επικρίσεις βωμολοχίες, είναι έγκλημα εναντίον της τιμής του καθενός…))…]
    “Οι απόψεις του ιστολόγου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου”

    ΦΟΒΑΣΑΙ ΤΗΝ ΓΡΙΝΙΑ. ΤΑ ΝΕΥΡΑ. ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΠΛΗΓΩΝΟΥΝ . ΜΑΛΩΝΕΙ ΟΠΟΙΟΣ ΠΑΛΕΥΕΙ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΚΑΤΙ!!! ΤΗΝ ΣΙΩΠΗ ΝΑ ΦΑΒΑΣΑΙ... ΑΥΤΗ ΟΡΙΖΕΙ ΤΟ ΦΙΝΑΛΕ!!!

    ===========================================

    Το βίντεο που ακολουθεί είναι κάτι παραπάνω από εκπληκτικό και το αναλύει ο John Maynard της Υπηρεσίας Άμυνας και Πληροφοριών (DIA) . Και σκεφτείτε το εξής: Αν ο κύριος John Lenard χωρίς καμία χρηματοδότηση, με μία απλή ευρεσιτεχνία καταφέρνει και «πιάνει» αστρόπλοια στο διάστημα… φανταστείτε τι «βλέπει» η NASA και τα αποκρύπτει μια χαρά ! ! !

    Το ερώτημα είναι το εξής: Αυτά τα αστρόπλοια είναι απλά περαστικά; Μήπως κάπου εδώ-τριγύρω-εκεί-εξώ υπάρχει κάποιο σημείο συνάντησης; Είναι κόμβος; Μήπως είναι παρατηρητήριο; Συνωμοτούν εναντίον μας; Κι αν ναι τι σκοπεύουν;

    Μήπως είναι «δικάς μας»; Μήπως μας προστατεύουν; Κι αν ναι… από τι, από ποιούς;

    Γιατί οι γήινοι τεχνητοί δορυφόροι μας είναι στραμμένοι προς τα έξω;…

    Ερωτήματα πολλά…

    Κανείς δεν γνωρίζει να μας πει… ή απλά αποκρύπτεται…

    Και όσοι ξέρουν, σιωπούν….

    Απολαύστε το video:

    diadrastika.com

     
  • lithari 7:55 am on 27/08/2015 Μόνιμος σύνδεσμος | Απάντηση  

    Βίος Αγίου Φανουρίου του Μεγαλομάρτυρα 

     Βίος Αγίου Φανουρίου του Μεγαλομάρτυρα
    Ο Άγιος Φανούριος ο Μεγαλομάρτυς και Νεοφανής τιμάται από την Εκκλησία μας στις 27 Αυγούστου

    Zoom in (real dimensions: 528 x 742)Εικόνα

    Η Ανεύρεση της Εικόνας
    Τον καιρό πού οι Αγαρηνοί κατέλαβαν την νήσο Ρόδο θέλησαν να οχυρώσουν και πάλι το όμορφο νησί και να ξαναφτιάξουν τα τείχη της πόλης, τα όποια είχαν καταστραφεί σε
    πολλά σημεία από τις αλλεπάλληλες πολεμικές συγκρούσεις.
    Προς το νότιο μέρος του φρουρίου της πόλης πού ήτο και κατεστραμμένο υπήρχαν πολλά μισογκρεμισμένα σπίτια και προς τα εκεί εστράφησαν οι κατακτηταί να πάρουν πέτρες
    για τις ανάγκες του φρουρίου. Πήραν λοιπόν μαζί τους και πολλούς χριστιανούς, σαν εργάτες και άρχισαν να σκάβουν τα ερείπια. Εκεί μέσα ανακάλυψαν καταπλακωμένη μια
    ωραιοτάτη εκκλησία και πλήθος εικόνων, πού ήσαν όμως πολύ κατεστραμμένες και δεν μπορούσε κάνεις να διακρίνει λεπτομέρειες, παραστάσεις ή γράμματα.
    Ξαφνικά όμως καθώς σκάλιζαν οι εργάτες μέσα στο ναό βρήκαν μια θαυμάσια, ολοκάθαρη και άφθαρτη εικόνα, πού έμοιαζε σαν να είχε αγιογραφηθεί την ίδια ημέρα. Και αυτό
    είναι μια πρόσθετη απόδειξη ότι η ανεύρεση δεν ήταν τυχαία αλλά δωρεά του Θεού. Η Εικόνα έγραφε επάνω «Άγιος Φανούριος»

    Zoom in (real dimensions: 697 x 768)Εικόνα
    Zoom in (real dimensions: 200 x 241)Εικόνα
    Zoom in (real dimensions: 200 x 233)Εικόνα

    Στρατιωτικός και ομολογητής Χριστού
    Ας εκθέσουμε λοιπόν το Συναξάρι του αγίου Φανουρίου, όπως συνάγεται από τις παραστάσεις της εικόνας του:
    Στα πλαίσια, φαίνεται, ενός από τους πολλούς διωγμούς των Ρωμαίων αυτοκρατόρων κατά των χριστιανών, συνελήφθη και ο στρατιωτικός Φανούριος με την κατηγορία ότι δεν
    σέβεται και δεν θυσιάζει στους θεούς πού επέβαλε το τότε καθεστώς. Οδηγήθηκε για το λόγο αυτό ενώπιον του αρμόδιου δικαστή, ο οποίος τον υπέβαλε σε σχετική ανάκριση.
    Ο Φανούριος ομολόγησε τη χριστιανική του πίστη. Αρνήθηκε να προσφέρει θυσία στους ειδωλολατρικούς θεούς και διακήρυξε αφοσίωση στον μόνο αληθινό Θεό.
    Αφού ο δικαστής ανακριτής είδε την εμμονή του αγίου στην πίστη του, κατά την τακτική πού ακολουθούσαν την εποχή των διωγμών, παρέδωσε το χριστιανό ομολογητή σε δήμιους
    για να τον «συνετίσουν». Πρώτο μαρτύριο ήταν κατά την εικονογραφική παράσταση το χτύπημα της κεφαλής του αγίου Φανουρίου με πέτρες εκ μέρους των δημίων. Το υπέμεινε
    χωρίς διαμαρτυρίες και γογγυσμούς, για τη δόξα του ονόματος του Κυρίου.

    Η οδός των μαρτυρίων
    Διαπιστώνοντας ο δικαστής ότι όχι μόνο δεν κάμπτεται ο γενναίος αθλητής του Χριστού στην πρώτη αυτή δοκιμασία, αλλά με παρρησία υπομένει, δοξολογώντας τον Κύριο και
    Θεό του, δίνει εντολή να συνεχιστούν τα μαρτύρια με πιο άγριο τρόπο. Και σ’ αυτό ήταν εξασκημένοι και έμπειροι οι βασανιστές των αγίων της Πίστεως. Σύμφωνα λοιπόν με τις
    υπόλοιπες παραστάσεις της εικόνας πού βρέθηκε, ακολούθησαν τα έξης, στη μακρά οδό του μαρτυρίου του αγίου Φανουρίου:

    Zoom in (real dimensions: 187 x 223)Εικόνα

    Τον ρίχνουν καταγής και τον χτυπούν με ξύλα, μαστίγια και ρόπαλα, ενώ ο μεγαλομάρτυς τα αντιμετωπίζει ημίγυμνος με καρτερία, χωρίς φωνές και ικεσίες να τον λυπηθούν.
    Η γαλήνη είναι αποτυπωμένη στο πρόσωπο του. Και η ψυχή του ασφαλώς θα βρίσκεται κοντά στον αρχηγό της πίστεως και τελειωτή Ιησού.

    Zoom in (real dimensions: 200 x 209)Εικόνα

    Στην επόμενη παράσταση εμφανίζεται να τον έχουν κλεισμένο στη φυλακή. Όχι όμως σε ησυχία. Διότι δύο από τους φρουρούς της τον έχουν ξαπλώσει και ξεσχίζουν το σώμα του
    με ειδικά σιδερένια νύχια. Αυτό ήταν ένα αυτό τα συνηθισμένα μαρτύρια στα οποία υπέβαλαν κατά την περίοδο των διωγμών τους χριστιανούς. Και αφού τους ξέσχιζαν τις σάρκες,
    έριχναν στις πληγές καυτό λάδι ή αλάτι, ή τις έκαιγαν με αναμμένες λαμπάδες, προκαλώντας αφόρητους πόνους και προσπαθώντας να κάμψουν την πίστη των χριστιανών.
    Μετά από το μαρτύριο τούτο αφέθηκε για λίγο ο άγιος στη φυλακή, προφανώς για να ξανασκεφθεί όχι μόνο τις απειλές του δικαστή αλλά και τις υποσχέσεις του.

    Zoom in (real dimensions: 200 x 243)Εικόνα

    Στην πέμπτη λοιπόν παράσταση ο φυλακισμένος άγιος Φανούριος, οντάς αποφασισμένος για το τελικό μαρτύριο, δεν σκέπτεται τιμές και αξιώματα. Προσεύχεται, ζητώντας τη
    χάρη και την ενίσχυση του Θεού, ώστε να «μείνει πιστός άχρι θανάτου».

    Zoom in (real dimensions: 200 x 245)Εικόνα

    Ακολουθεί νέα προσαγωγή του ενώπιον του δικαστή, με την παρουσία φρουρών. Ανακρίνεται και πάλι. Ομολογεί με θάρρος την πίστη του. Δεν πείθεται στα επιχειρήματα της
    εξουσίας. Αντίθετα, μιλάει με πειθώ και παρρησία για τον Ιησού Χριστό και τη σωτηρία πού έφερε στους ανθρώπους οι οποίοι πιστεύουν σ’ αυτόν. Η όλη στάση του φανερώνει
    ότι με θάρρος αντιμετωπίζει και τα απειλούμενα νέα βασανιστήρια, αλλά και το τελικό μαρτύριο.

    Zoom in (real dimensions: 187 x 255)Εικόνα

    Η συνέχεια παρουσιάζεται στην επόμενη απεικόνιση. Μέσα στη φυλακή ή το προαύλιο της ο άγιος Φανούριος εμφανίζεται δεμένος στα χέρια και τα πόδια σε κατακόρυφο ξύλο,
    ενώ δύο από τους φρουρούς δεσμώτες κατακαίνε τα πλευρά του, προκαλώντας πόνους, παρόλο πού ο μάρτυς τους υπομένει με καρτερία και από την όλη στάση του δεν δείχνει
    να τους υπολογίζει. Το πρόσωπο του είναι ιλαρό και ασφαλώς η σκέψη και η καρδιά του βρίσκονται κοντά στον Κύριο.

    Zoom in (real dimensions: 200 x 232)Εικόνα

    Η υπομονή του αγίου στα μαρτύρια εξαγρίωνε όλο και περισσότερο το δικαστή, αλλά και τους δήμιους του. Και από τα ελαφρότερα τον υπέβαλαν σε πλέον επώδυνα βασανιστήρια,
    ελπίζοντας ότι στο τέλος θα δειλιάσει, θα σκεφτεί τη νεότητά του, θα καμφθεί το φρόνημά του και θα απαρνηθεί τη χριστιανική του ιδιότητα, για να κερδίσει τη ζωή του. Έτσι τον
    υπέβαλαν στο μαρτύριο του τροχού. Τον έδεσαν δηλαδή ημίγυμνο σ’ ένα μάγκανο (τροχό) με καρφιά, ενώ και στο έδαφος είχαν τοποθετήσει αιχμηρά σίδερα πού εξείχαν προς τα
    πάνω. Καθώς λοιπόν γύριζαν το μάγκανο αυτό, ξεσχίζονταν οι σάρκες του μάρτυρα, τόσο από κάτω όσο και από τα καρφιά του τροχού. Αλλά ούτε και το φρικτό αυτό μαρτύριο τον
    λύγισε.

    Zoom in (real dimensions: 186 x 241)Εικόνα

    Έτσι προχώρησαν στο επόμενο, όπως απεικονίζεται στην ένατη κατά σειράν παράσταση: Τον έριξαν σε βαθύ λάκκο, μες στον οποίο υπήρχαν αγριεμένα και νηστικά θηρία, με
    σκοπό να τον κατασπαράξουν. Αλλ’ ώ του θαύματος! Η προστασία και χάρη του Θεού δεν επέτρεψε στα θηρία να επιτεθούν στον μάρτυρα του Κυρίου. Τού φέρθηκαν σα να ήταν
    εξημερωμένα, προκαλώντας το θαυμασμό και την απορία των δημίων και του ίδιου του δικαστή.
    Ο φανατισμός τους όμως ήταν τόσο ανεξέλεγκτος, πού αντί να προβληματιστούν και να ενδιαφερθούν για την όντως αλήθεια της χριστιανικής πίστεως, συνέχισαν το βασανισμό
    του αγίου Φανουρίου. Με νέο μαρτύριο: Τον ξάπλωσαν στη γη και έβαλαν πάνω στο εξασθενημένο από τα σκληρά βασανιστήρια σώμα του βαριά πέτρα, πιστεύοντας πώς αυτό
    θα έθετε τέρμα στη ζωή του. Και πάλι απατήθηκαν, αφού ο Ιησούς Χριστός, στον οποίο δεν έπαψε ο μάρτυς να προσεύχεται, τον προστάτεψε, δίνοντάς του αντοχή και δύναμη για
    να σηκώσει τη βαριά πέτρα.

    Zoom in (real dimensions: 200 x 253)Εικόνα

    Τότε ο δικαστής κάνει μία τελευταία, απεγνωσμένη προσπάθεια, πού παριστάνεται στην ενδέκατη ένθετη εικόνα: Δίνει εντολή και οδηγείται ο άγιος Φανούριος δεμένος μπροστά
    σε ειδωλολατρικό βωμό, παρακινείται δε για ύστατη φορά να θυσιάσει. Πλην μάταιος ο κόπος. Έπειτα από τόσα μαρτύρια και πίεση, στην οποία ανταπεξήλθε με καρτερία και
    ηρωισμό, πού μόνο στους γενναίους αθλητές της πίστεως συναντά κανείς, ήταν αδύνατο πλέον να προδώσει τον Κύριο και Θεό του για χάρη ειδώλων που ήταν «έργα χειρών
    ανθρώπων». Με κατηγορηματικό τρόπο αρνήθηκε να θυσιάσει. Στην παράσταση εμφανίζεται να κρατά αναμμένα κάρβουνα. Θα του ήταν αρκετό να τα βάλει με θυμίαμα στο
    βωμό και να θεωρηθεί έτσι ότι προσφέρει θυσία. Όμως προτίμησε να καίγονται οι παλάμες του!

    Zoom in (real dimensions: 190 x 233)Εικόνα

    Η τελείωση του
    Ήταν πλέον φανερό ότι ο άγιος Φανούριος δεν επρόκειτο να ενδώσει σε κανένα από τα βασανιστήρια πού είχε επινοήσει η κρατική εξουσία και εκτελούσαν με ιδιαίτερη
    βαναυσότητα οι δήμιοι. Το είχε ο άγιος αποδείξει με το θάρρος της ομολογίας, με την καρτερία, με την προσευχή, με την αποφασιστικότητά του να υπομείνει ως το τέλος για τη
    δόξα του Χριστού.
    Απογοητευμένος και συνάμα οργισμένος ο δικαστής από την αποτυχία του να μεταστρέψει τον άγιο Φανούριο και να τον φέρει ατούς κόλπους των ειδωλολατρών, έβγαλε την
    τελεσίδικη απόφασή του: Να θανατωθεί ο χριστιανός νέος διά της πυράς! Και την τελική αυτή σκηνή αναπαριστά η δωδέκατη κατά σειράν ένθετη εικόνα: Ανάβουν οι δήμιοι δυνατή
    φωτιά σ’ ένα καμίνι και ρίχνουν μέσα του τον μάρτυρα του Χριστού. Κι ενώ οι φλόγες κατατρώγουν τις σάρκες του, εκείνος γαλήνιος, με τα χέρια υψωμένα σε στάση προσευχής,
    ευχαριστεί τον Κύριο γιατί τον αξίωσε να μαρτυρήσει για το όνομά Του και παραδίδει την αγιασμένη ψυχή του σ’ Αυτόν, για να την κατατάξει στο ουράνιο τάγμα του «νέφους των
    μαρτύρων».

    Η αναστήλωση του ναού του
    Αφού βρέθηκε η εικόνα, ο καλός εκείνος ποιμένας και αρχιερέας του Θεού, ο Νείλος, πήγε στον ηγεμόνα της Ρόδου και ζήτησε την άδεια να ξαναχτίσει τον ερειπωμένο ναό, στον
    οποίο κατά την ανασκαφή είχε βρεθεί η εικόνα του αγίου. Ο ηγεμόνας αρχικά δεν έκανε δεκτό το αίτημα. Μπροστά όμως στην επιμονή του Νείλου υποχώρησε και έδωσε την
    συγκατάθεσή του. Τότε ο αρχιερέας ανήγειρε και πάλι τον ιερό εκείνο ναό.
    Ο σωζόμενος σήμερα ναΐσκος είναι βυζαντινός, πού επί τουρκοκρατίας είχε μετατραπεί σε τζαμί, γνωστό με το όνομα Πιαλεντίν, προς τιμήν ομώνυμου πασά.
    Σύμφωνα, τέλος, με Κώδικα (άριθμ. 1190) της Βιβλιοθήκης του Βατικανού, φερμένο από τους Ιππότες, στη Ρόδο υπήρχε την εποχή τους και Μοναστήρι αφιερωμένο στη μνήμη
    του μεγάλο μάρτυρος αγίου Φανουρίου.

    Τό Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Ἦχος δ΄.
    Οὐράνιον ἐφύμνιον ἐν γῆ τελεῖται λαμπρῶς, ἐπίγειον πανήγυριν νῦν ἑορτάζει φαιδρῶς, Ἀγγέλων πολίτευμα, ἄνωθεν ὑμνωδίαις, εὐφημούσι τούς ἄθλους,
    κατωθεν Ἐκκλησία, οὐράνιον δόξαν ἤν εὖρες πόνοις καί ἄθλοις τοῖς σοῖς, Φανούριε ἔνδοξε.

    Κοντάκιον Ἦχος γ΄.
    Ἱερεῖς διέσωσας αἰχμαλωσίας ἄθεου, καί δεσμά συνέθλασας, δυνάμει θεία Θεοφρον, ἤσχυνας τυράννων θράση γεναιοφρόνως, ηὔφρανας Ἀγγέλων τάξεις
    Μεγαλομάρτυς, διά τοῦτο σέ τιμῶμεν, θεῖε ὁπλίτα, Φανούριε ἔνδοξε.

    Μεγαλυνάριον
    Τούς ἀσπαζομένους τήν σήν σεπτήν, εἰκόνα ἐν πίστει, καί αἰτοῦντας σήν ἀρωγήν, Μάρτυς κληρονόμους, τῆς θείας Βασιλείας Φανούριε, λιταίς σου, πάντας ἀναδεῖξον.

    Ακούστε το Απολυτίκιον του Αγίου Φανουρίου του Μεγαλομάρτυρα και Νεοφανή

     
  • lithari 3:10 pm on 23/08/2015 Μόνιμος σύνδεσμος | Απάντηση  

    Κάθε παιδί που γεννιέται, ούτως ή άλλως υποχρεούται ο γονέας του να εγγράφεται στο ληξιαρχείο αυθημερόν ή το πολύ την επόμενη μέρα. Μόνο που από 1/1-2016 ΘΑ ΤΟΥ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ΚΑΙ Ο ΑΦΜ του! β)Από 1/1/2016 και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα θα τελεί σε πλήρη εφαρμογή το περιουσιολόγιο, στο οποίο όμως ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΗΛΩΘΟΥΝ ΤΑ Π Α Ν Τ Α και όταν λέμε τα πάντα το εννοούμε, ακόμα και η βέρα που φοράς και επειδή θα πρέπει να αναγράφεται η αξία θα πρέπει πριν δηλώσεις κοσμήματα, πολυτιμούς λίθους, πινακές ζωργαφικής κλπ να έχει λάβει εκτίμηση από εκτιμητή… Όλα τα οικονομικά φόρουμ τρέμουν το ξημέρωμα της Δευτέρας – Στην Ελλάδα μόκο…Από την άλλη μεριά όμως ήδη από χθες βράδυ στην απέναντι ακτή της Κίνας, δλδ την Αμερική, ΟΛΑ τα FUNDS – ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΙ άρχισαν να μιλούν για «διορθώσεις» της οικονομίας, τόσο στις Ασιατικές χώρες (που συνολικά έχουν χάσει 1,8 τρις μέσα σε λίγες εβδομάδες) και ήδη υπάρχει μια νευρικότητα, γιατί βλέπουν και κάτι άλλους γυάλινους πύργους (Λατινική Αμερική) να καταρρέουν σιγά σιγά (μικρές αλλά συνεχιζόμενες πτώσεις)…. 

    Με γενικό νόμο που ψηφίσθηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση και εφαρμοστικό νόμο της παρούσας κυβέρνησης, στα πλαίσια των υποχρεώσεων της χώρας έναντι των δανειστών, από 1/1/2016 ισχύουν τα παρακάτω :

    α)Κάθε παιδί που γεννιέται, ούτως ή άλλως υποχρεούται ο γονέας του να εγγράφεται στο ληξιαρχείο αυθημερόν ή το πολύ την επόμενη μέρα. Μόνο που από 1/1-2016 ΘΑ ΤΟΥ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ ΚΑΙ Ο ΑΦΜ του!

    β)Από 1/1/2016 και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα θα τελεί σε πλήρη εφαρμογή το περιουσιολόγιο, στο οποίο όμως ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΗΛΩΘΟΥΝ ΤΑ  Π Α Ν Τ Α και όταν λέμε τα πάντα το εννοούμε, ακόμα και η βέρα που φοράς και επειδή θα πρέπει να αναγράφεται η αξία θα πρέπει πριν δηλώσεις κοσμήματα, πολυτιμούς λίθους, πινακές ζωργαφικής κλπ να έχει λάβει εκτίμηση από εκτιμητή…

    ===============================================

    Φίλοι αναγνώστες,
    ΤΟ ΝΑ ΑΡΜΕΓΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΣΑΛΑΓΙΑΖΗΣ ΠΡΟΒΑΤΑ ΕΙΝΑΙ
    ΣΧΕΤΙΚΑ ΕΥΚΟΛΟ. ΕΜΑΣ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
    ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΒΟΣΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΝΕΜΕΤΕ !!!
    =BY=f.b=BOSKO΄=VOSKOS
    Φίλοι αναγνώστες.
    Βρίσκεστε σ΄αυτό το ιστολόγιο με δική σας ευθύνη .
    Ενδεχομένως κάτι που θα διαβάσετε εδώ μπορεί να το
    θεωρήσετε ύβρη ή να σας θίξει ή να σας προσβάλλει.
    Θα πρέπει να γνωρίσετε πως δεν έχουμε καμία τέτοια πρόθεση .
    Έχοντας λοιπόν αυτό υπ΄όψιν οι επιλογές σας είναι δύο :
    α) ή να φύγετε απ΄το ιστολόγιο αυτό , διακόπτοντας την
    ανάγνωσή του ,ώστε να αποφύγετε πιθανή προσβολή των
    ηθικών , θρησκευτικών ή άλλων αξιών σας , ή β) να παραμείνετε,
    αποδεχόμενοι πως ότι και να διαβάσετε δεν θα σας προσβάλλει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο .
    Εμείς απ΄την μεριά μας θα προσπαθήσουμε να διαφυλάξουμε και να προβάλουμε τις πραγματικές ανθρώπινες αξίες , έχοντας πάντα ως γνώμονα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αλήθεια .
    ΕΠΙΣΗΣ:
    1.Τα δημοτικά αθάνατα δημοτικά μπορεί η δεν συμφωνούν πλήρως με τις απόψειςτου άρθρου.
    2.Επισημαίνουν ώμος στου φίλους του μπλοκ τα παρακάτω.
    3.Η ενημέρωσης-μάθηση, είναι ιερή υποχρέωση καθενός από εμάς.
    4.Η οποίες Αποψις του άρθρου εκφράζουν το συντάκτη του, ο όποιος και αναφέρετε .
    5.Την ευθύνη στα κείμενα που αναρτούνται στο
    https://boskotsopanhs.wordpress.com/ φέρει ο υπογράφων ,ή η πηγή, και δεν αποτελούν απαραίτητα θέση και άποψη του παρόντος ιστολογίου.
    6.Σκέψης, κρίση, απόψεις, επιδίωξη κάθε μορφής μήδε αυτής καθεαυτής της ατομικής προβολή, η με σκοπό αλλότριο η αλά αίτια η άλλης αίτιας, μήδε και του οικονομικού στόχου η του αυτό κάθε αυτό ως στόχο προσωπικό οικονομικό κέρδους η εκ Άλου σκοπού οικονομικού η μέσο η συκοφαντικής δυσφημίσεως η επιχειρηματικής δυσφημίσεως η προσπάθεια αλλοίωσης η ολικής αλλοίωσης πραγματικών περιστατικών η γεγονότων επί σκοπού παραπλάνησης με στόχος το προσωπικό όφελος , η το οποιοδήποτε απορρέων όφελος η κέρδος, μήδε του οικονομικού από οιαδήποτε αφορμή η σκοπό μέσο η αιτιατό η αλλοτρίωση  απαξίωση αξιών η θεσμών,  μήδε και Tου προσωπικού η ατομικού συμφέροντος επί τοu συγκεκριμένου άρθρου ουδεμία σχέση έχουν τα δημοτικά αθάνατα δημοτικά οπουδήποτε και προέρχεται και απορρέουν .-
    7.Η δημοσιοποίηση άρθρων έχει ως σκοπό μονό και μονό την ενημέρωση-μάθηση και τίποτα λιγότερο η περισσότερο.-
    8.ΝΑ ΔΗΛΩΣΟΥΜΕ-ΔΗΛΩΣΗ ΟΤΙ¨
    ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΚΑΝΕΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ Η ΑΛΛΟ ΟΦΕΛΟΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ, ΔΕΝ
    ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΘΑ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ
    ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΕΛΙΔΑ.
    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΕΧΟΜΑΣΤΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Η ΑΛΛΗ ΕΚΛΥΣΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΓΙΑ ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΛΟΓΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΑΓΡΑΦΕΤΕ ΣΤΗ ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΠΙΣΗΜΑΝΕ ΚΑΙ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΕΣ ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.-
    […(( Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (άρθρο 19 παρ. 1, 2) Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να έχει την άποψη του χωρίς καμία παρέμβαση. πρέπει να έχει το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης. Aυτό περιλαμβάνει και το δικαίωμα του καθενός να αναζητά, να γράφει και να μεταδίδει οποιεσδήποτε πληροφορία και ιδέες ανεξαρτήτως, ελεύθερη έκφραση της σκέψης ανεξάρτητα από τη λογοκρισία η άδεια, δόγματα. διαφορετικών πεποιθήσεων θρησκειών, κτλ Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει καμία ανάγκη για δυσφήμηση, επικρίσεις βωμολοχίες, είναι έγκλημα εναντίον της τιμής του καθενός…))…]
    “Οι απόψεις του ιστολόγου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου”

    ΦΟΒΑΣΑΙ ΤΗΝ ΓΡΙΝΙΑ. ΤΑ ΝΕΥΡΑ. ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΠΛΗΓΩΝΟΥΝ . ΜΑΛΩΝΕΙ ΟΠΟΙΟΣ ΠΑΛΕΥΕΙ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΚΑΤΙ!!! ΤΗΝ ΣΙΩΠΗ ΝΑ ΦΑΒΑΣΑΙ... ΑΥΤΗ ΟΡΙΖΕΙ ΤΟ ΦΙΝΑΛΕ!!!

    ============================================Όλα τα οικονομικά φόρουμ τρέμουν το ξημέρωμα της Δευτέρας – Στην Ελλάδα μόκο… Έχουμε σημειώσει πολλές φορές εδώ στα Κατοχικά Νέα τις σχέσεις των κινήσεων της Κινεζικής Κυβέρνησης με την απόφαση της να σταματήσει πλέον να «διορθώνει» το χρηματιστήριο της, την υποτίμηση του Γιουάν έναντι του δολαρίου και οι καθημερινές πλέον ανατινάξεις αποθηκών, στρατηγικών αποθεμάτων και λοιπών κρίσιμων εγκαταστάσεων.

    Κάποιος θέλει να δώσει στο δράκο της Ανατολής ένα μάθημα. Τα πράγματα είναι πολύ απλά.

    Φυσικά οι οικονομικοί αναλυτές θα σας μιλήσουν για την γενικευμένη κρίση των ασιατικών αγορών, για τη μείωση των φθηνών εξαγώγιμων προϊόντων τους, την αναιμική ζήτηση….

    Εμείς στα Κατοχικά Νέα, μπορεί να μην είμαστε οικονομολόγοι, είμαστε όμως συνωμοσιολόγοι και  6 χρόνια τώρα βλέπουμε ΚΑΘΕ ΩΡΑ τα χρηματιστήρια και όπως ήδη έχουμε σημειώσει από πέρυσι είναι πλέον πεποίθηση μας ότι, τα χρηματιστήρια «ξέρουν» και οι «προβλέψεις» τους είναι αυτές που μπορούν να μας οδηγήσουν να κατανοήσουμε κάποια πράγματα.

    Έτσι λοιπόν έχοντας συμμετάσχει σε μερικές δεκάδες φόρουμ, μπορούμε και εμείς να πάρουμε «κλίμα» και να μετρήσουμε πόσο λεφτά έκαναν κύκλο τις τελευταίες τρεις μέρες (Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή) που όλοι στην Ελλάδα ασχολούνταν με τις εκλογές, που ακόμα δεν έχουν ορισθεί και αν ποτέ ορισθούν να δούμε ΑΝ θα προλάβουν και να γίνουν.

    Το κλίμα λοιπόν έχει ως εξής : Οι Κινέζοι επιχειρηματίες αναγκάσθηκαν να ρίξουν στην χρηματιστηριακή αγορά τους ένα ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΠΟΣΟ, που πλησιάζει το 1 τρις δολάρια, μέσα σε αυτές τις 3 μέρες. Αυτοί βέβαια ξέρουν ότι το χρήμα αυτό βγήκε από την τσέπη τους και μπήκε σε άλλες τσέπες και κυρίως σε Αμερικάνικες τσέπες, κάτι τύπων όπως ο Σόρος.

     

    Κάπως έτσι λοιπόν αυτοί οι κυριούληδες ετοιμάζουν την αντεπίθεση τους, που μένει να την δούμε από Δευτέρα…

    Από την άλλη μεριά όμως ήδη από χθες βράδυ στην απέναντι ακτή της Κίνας, δλδ την Αμερική, ΟΛΑ τα FUNDS – ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΙ άρχισαν να μιλούν για «διορθώσεις» της οικονομίας, τόσο στις Ασιατικές χώρες (που συνολικά έχουν χάσει 1,8 τρις μέσα σε λίγες εβδομάδες) και ήδη υπάρχει μια νευρικότητα, γιατί βλέπουν και κάτι άλλους γυάλινους πύργους (Λατινική Αμερική) να καταρρέουν σιγά σιγά (μικρές αλλά συνεχιζόμενες πτώσεις).

    Το κακό για τα Αμερικανάκια είναι ότι η πιο καλή του φίλη η Ιαπωνία έχει πάθει οικονομικό κοκομπλόκο και παρότι βγήκε δυναμικά με εκτύπωση νέους χρήματος και πτώση επιτοκίων, εν τούτοις συμπαρασύρετε από τη γειτονική Κίνα… Η πλάκα είναι ότι θέλει να κάνει και πόλεμο με Κίνα και Βόρεια Κορέα… Που πας ρε καραμήτρο… όταν έχει φθάσει να χάνεις 1,6% του ετήσιου ΑΕΠ σου;

    Το δεύτερο «καλό» «κακό» είναι η πτώση της τιμής του πετρελαίου, που μπορεί να έχει χάσει 57% (φυσικά στην Ελλάδα αυτό μεταφράζετε με έναν περίεργο τρόπο σε αύξηση… αλλά σε αυτό φταίει που οι εισαγγελείς κοιμούνται ακόμα…) και αυτό να σημαίνει ότι χάνουν από τις πωλήσεις, από την άλλη πλευρά όμως έχουν φουλάρει σε ποσοστό 120% τα στρατηγικά αποθέματα, και αυτό σχεδόν τσάμπα. Βέβαια όταν υπερβαίνεις κατά 20% τα στρατηγικά αποθέματα, αυτό είναι λιγάκι ύποπτο…

    Εν αναμονή λοιπόν εξελίξεων και ειδικά των «διορθώσεων» που θα τις δούμε απ΄ότι φαίνεται σε περίπου 24 ώρες ώρες από τώρα (ώρα 07.00) που θα κοντεύουν να κλείσουν οι ασιατικές αγορές.

     
  • lithari 3:13 pm on 22/08/2015 Μόνιμος σύνδεσμος | Απάντηση  

    Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη Μουσικοσυνθέτης Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος «Τον… 

    Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη, Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος
    «Τον βλέπετε όλοι εκεί τον ήλιο που ανατέλλει ;
    υπάρχει ένα οικόπεδο σαν ξέφραγο αμπέλι
    το κατοικούνε γάιδαροι καθώς και άλλα ζώα…

    που ενώ το καταστρέφουνε…πάντοτε είν αθώα»

    Νικηφόρος Βυζαντινός *Σε ύφος Γεωργίου Σουρή.

    Πολιτισμός. Ο καθρέπτης και ο ακρογωνιαίος λίθος, μιάς ολάκερης
    κοινωνίας και μιάς χώρας.
    Ο πολιτισμός στην σημερινή νεοελληνική πραγματικότητα η οποία έχει
    διέλθει σαράντα ένα χρόνια μεταπολιτευτικής ασυδοκρατίας, δεν σημαίνει
    σχεδόν τίποτα πέρα απο τις επιδοτήσεις προς ημετέρους, την τακτοποίηση
    των σε θέσεις του δημοσίου επί πληρωμή και γενικώς πολιτισμός σήμερα
    σημαίνει διασπάθιση του δημοσίου χρήματος συνήθως υπέρ όπως προανέφερα
    ημετέρων με ουδεμία ουσιαστική προσφορά, αποδίδοντας στο κοινό έργα
    άνευ ουσίας, άνευ λόγου και καλλιτεχνικής αξίας.

    Στην χώρα του «οτι δηλώσεις είσαι», πολλοί επιλέγουν την ζωή του
    ανίκανου κηφήνα – καλλιτέχνη διαφθείροντας την νεολαία, καταστρέφοντας
    το δίπολο θεατή, αναγνώστη, ακροατή – καλλιτέχνη. Σε μια τέτοια
    κατάσταση πλήρως αρρωστημένη, οφείλουμε εμείς οι λιγοστοί, οι
    υποτίθεται κάπως αφυπνισμένοι, να εξοπλίσουμε τον λαό με παραστάσεις
    και εμπειρίες πραγματικής τέχνης, ώστε εκείνος να αποφεύγει όλες
    εκείνες τις «πολιτισμικές κακοτοπιές» που του στήνουν οι διάφοροι
    γνωρίζοντας πως απευθύνονται σε αδαείς. Ακριβώς όπως οι πολιτικοί
    εξαπατούν για άλλους λόγους έναν λαό που δεν έχει μάθει και το
    χειρότερο δεν νιώθει καμιάν διάθεση να μάθει, οφείλουμε παρά ταύτα να
    διδάσκουμε το πραγματικόν έναντι του σαπισμένου, ανήθικού, κακού
    πολιτιστικού προιόντος σε μια προσπάθεια ανάτασης της καλλαισθησίας
    για το σύνολο.

    Υπό αυτό το σκεπτικό σκοπεύω Θεού θέλοντος να αναφερθώ σε μια σειρά
    απο πνευματικές φιγούρες του παρελθόντος. Την ώρα που η πολιτική και ο
    δημόσιος διάλογος δεν εμπλέκει πουθενά τον πολιτισμό στην χώρα μάλιστα
    που γέννησε τον τελευταίο, την ώρα που διαγωνίζονται οι πολιτικάντιδες
    στο ποιός θα ζητιανέψει καλύτερα και μάλιστα σε λίγο θα ξαναπαρελάσουν
    εμπρός σου αγαπητέ αναγνώστη ως εθνοσωτήρες ενώ την ίδια στιγμή δεν
    τους έβλεπες πουθενά για μήνες ή για χρόνια ένεκα προσεχών εκλογών, η
    εσώτερη τούτη διαπίστωση, ανάγκη και νοιάξιμο γίνεται επιταγή, επιταγή
    χωρίς ευρώ μεν, μα επιταγή πνευματική,  με διάθεσιν αφυπνιστικήν.

    Ο λόγος λοιπόν στην σημερινή μου αναφορά περί του Γεώργιου Σουρή. Ίσως
    κάποιοι τον γνωρίζετε διότι απο καιρού είς καιρόν πολλοί φέρνουν απο
    το σκοτάδι της λήθης όπου επί της ουσίας τον έχουν παραχώσει οι
    σημερινοί νεοέλληνες και περισσότερο οι δήθεν πνευματικοί άνθρωποι της
    αριστερής σάπιας θολοκουλτούρας που λυμαίνεται και κατατρώγει τις
    σάρκες αυτού του λαού και του τόπου, στίχους του οι οποίοι είναι το
    λιγότερο διαχρονικοί.

    Ο Σουρής, τεράστιο ποιητικό ταλέντο του 19ου αιώνα, αναλώνεται
    πραγματικά στον σχολιασμό της τότε νεοελληνικής κοινωνίας, την οποία
    αν ψάξει κανείς ενδελεχώς , θα παρατηρήσει πως δεν έχει αλλάξει και
    πολύ τα τελευταία αυτά 150 χρόνια που μας χωρίζουν μεταξύ ημών και
    εκείνου.

    Γεννιέται στις 2 Φεβρουαρίου του 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου απο
    εύπορη οικογένεια με την πρόθεση του πατρός του να ακολουθήσει το
    ιερατικόν στάδιο. Αργότερα ο πατέρας του χρεοκοπεί, τα σχέδια αλλάζουν
    άρδην και ο Σουρής μετά απο κάποιες περιπέτειες γράφεται στην
    φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών χωρίς ποτέ όμως να
    κατορθώσει να λάβει πτυχίο. Η μοίρα είχε άλλα σχέδια για εκείνον
    αρχίζει να απασχολείται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες της εποχής («Μη
    Χάνεσαι», «ο Ραμπαγάς», περιοδικόν «Ασμόδαιος» κ.α.) όσπου στις 2
    Απριλίου του 1883, ο Γεώργιος Σουρής εκδίδει το πρώτο φύλλο της
    εφημερίδας του «ο Ρωμηός».

    Ο «Ρωμηός» υπήρξε η άκρως επιτυχημένη του προσφορά επί της ουσίας στα
    Ελληνικά γράμματα, ήταν μια εβδομαδιαία σατυρική επιθεώρηση γραμμένη
    έμμετρα και ποιητικά την οποία έγραφε μόνος, και έμμελε να καταστεί η
    πλέον σημαντική εκδοτική προσπάθεια του, αλλά και η αιχμή του δόρατος
    μιάς πνευματώδους προσωπικότητας η οποία καυτηρίαζε τα πάντα με ύφος
    λογοτεχνικόν και κατάφερε να αφήσει εποχή, όντας αγαπητή απο φίλους
    και εχθρούς. Τύπωσε 1444 τεύχη και εδημοσιεύετο επί 36 συναπτά έτη ως
    και λίγο πριν απο τον θάνατο του ποιητή στα 1919. Επίσης ο Σουρής, ο
    οποίος απο σχετικά νωρίς χαρακτηρίστηκε ως ο «νέος Αριστοφάνης» ,
    έγραψε και αρκετές έμμετρες κωμωδίες, αρκετές εκ των οποίων
    παραστάθηκαν και απο σκηνής όπως «οι Νεφέλες» του κανονικού Αριστοφάνη
    σε έμμετρη απόδοση του, η οποία παραστάθηκε απο το δημοτικό θέατρο των
    Αθηνών.

    Αναφορικά με τους στίχους του Σουρή και λόγω του χώρου, θα αναφερθώ σε
    ένα χαρακτηριστικό ποίημα του το οποίο και αναδημοσιεύω πλήρως διότι
    απηχεί και τούτο πλήρως την κακοδαιμονία μας ως λαός, μιάν
    κακοδαιμόνια με τα αδιέξοδα της,  σχεδόν ίδιον της ενδόξου ιστορίας
    και της φυλής μας. Ο Σουρής δεν είναι Παλαμάς. Παρά το οτι ήταν πολύ
    μορφωμένος κατήλθε και άπλωσε το χέρι στον λαό, του μίλησε για τα
    άσχημα του με αγάπη στην γλώσςα που καταλάβαινε και οχι με τιμωρητική
    διάθεση, αγαπήθηκε στην εποχή του διότι υπήρξε αληθινός, όπως αληθινή
    και πραγματική υπήρξε η τέχνη του. Για αυτό και αξίζει την προσοχή μας
    και σήμερα, διότι τα κλειδιά του προβλήματος μας, βρίσκονται εκεί,
    στις στροφές και τις ρίμες ενός Σουρή. Κάθε εποχή χρειάζεται τον Σουρή
    της, τούτο είναι το μόνον σίγουρο.

    Αναδημοσιεύω πλήρως το ποίημα του λοιπόν με τον τίτλο «Ο Ρωμηός»

    Ὁ Ῥωμηός
    Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος,
    τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ,
    καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος,
    κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.
    Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,
    τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ
    ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο
    τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.
    Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !
    ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,
    κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,
    καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.
    Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,
    καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ,
    καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω
    τὸν ἴδιον ἑαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.
    Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο,
    κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ,
    τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω,
    κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.
    Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω,
    ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ…
    Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω,
    κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.
    Στὸν καφετζῆ ξεσπάω… φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.
    Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ,
    τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει,
    καὶ τέλος… δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ.

    Η αλλού πάλι σημειώνει το γνωστόν
    «Ω Ελλάς, ηρώων χώρα
    Τι γαιδάρους βγάζεις τώρα»

    Και αλλού εξίσου διαχρονικά και επίκαιρον ποίημα του «Οι Αρχηγοί» απο
    το οποίο δημοσιεύω την πρώτη στροφή.

    «Τοῦ Διογένη πιάσετε ἀμέσως τὸ φανάρι,
    κι᾿ ἐλᾶτε νὰ γυρέψουμε κανέναν ἀρχηγό·
    ἀλλὰ καθένας μας, θαρρῶ, εἶν᾿ ἄξιος νὰ πάρῃ
    τὴν ἀρχηγίαν κόμματος, ἀκόμη δὰ κι᾿ ἐγώ.
    Γιὰ τὰ πρωτεῖα ξεψυχᾷ κάθε Ρῳμιὸς λεβέντης,
    μόνον αὐτὸς πρωθυπουργός, μόνον αὐτὸς ἀφέντης.»

     
  • lithari 12:10 pm on 19/08/2015 Μόνιμος σύνδεσμος | Απάντηση  

    ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ (1,2,3,4,) ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ Β.ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ αναδημοσίευση άρθρου 

    dasos_dikaio_2


    «Όστις κλέπτει, σφετερίζεται ή βλάπτει εις τα δάση ξυλικήν, τιμωρείται…»

    Νομοθετικό διάταγμα «Περί των εις τα δάση ανομημάτων», 10 Ιουλίου 1836
    (το πρώτο νομοθέτημα για τα δάση)

    Έχει την αξία της η παρούσα αναδρομή σε διατάξεις της δασικής νομοθεσίας που αποτελούν μέρος της δασικής μας ιστορίας, αφού διαμορφώνουν το πλαίσιο ενεργειών της διοίκησης σε σχέση με τα δάση και το φυσικό περιβάλλον της χώρας, και είναι αντιπροσωπευτικές του τρόπου με τον οποίο η πολιτεία, εκφραζόμενη διά της πολιτικής των κυβερνώντων, αντιμετωπίζει αυτά. Ταυτόχρονα, μας δίνεται η δυνατότητα μιας σύγκρισης των εφαρμοζόμενων πρακτικών/πολιτικών παλιά και σήμερα. Σταχυολογούμε κάποιες διατάξεις, που δείχνουν την αντιμετώπιση διαχρονικά των δασικών και γενικότερα των περιβαλλοντικών ζητημάτων από τη δασική νομοθεσία, αναδεικνύοντας τις τάσεις και τις πολιτικές που διαμορφώνονταν στο εν λόγω αντικείμενο. Πολλές από τις καθοριζόμενες διά των διατάξεων πολιτικές αντιμετωπίζουν τα ζητήματα με πνεύμα πρακτικό κι ευκαιριακό, άλλες φορές τακτοποίησης καταστάσεων, και οπωσδήποτε δεν εκφράζουν μιαν επίσημη κεντρική δασική πολιτική, η οποία −απ’ ότι φαίνεται− ποτέ δε χαράχθηκε. Όμως, δε μπορούμε ν’ αγνοήσουμε και κάποιες διατάξεις π’ αποδίδουν μια προωθημένη, και εν πάσει περιπτώσει ορθή αντίληψη για το φυσικό περιβάλλον, διατάξεις που οπωσδήποτε προάγουν τη φύση και τις αξίες της, οι οποίες μολαταύτα δε στέκουν από μόνες τους ικανές να εκφράσουν ένα νέο πνεύμα για το περιβάλλον, καινοτόμο και πρωτοποριακό, ένα πνεύμα ουσιαστικής κι ειλικρινούς προστασίας κι ανάδειξής του.

    Δεν αναφέρονται εν προκειμένω διατάξεις που αφορούν στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων περιπτώσεων, που είναι πολλές, ούτε στην αντιμετώπιση κατηγοριών περιπτώσεων, αφού επιθυμούμε διά του παρόντος ν’ αποδώσουμε το πλαίσιο κατά δασικό αντικείμενο των εφαρμοζόμενων κάθε φορά πολιτικών, κι όχι ν’ αναδείξουμε τις επιμέρους ρυθμίσεις, οι οποίες εκφράζουν αποσπασματική νομοθέτηση, προκειμένου να διευθετηθούν κατά περίπτωση καταστάσεις (αν το πράτταμε αυτό θα θέλαμε έναν τουλάχιστον τόμο για να καλυφθούμε!) –βέβαια, δεν αποφεύγουμε αναφορά μας σε περιπτώσεις που κρίνουμε ότι για ιστορικούς λόγους πρέπει να καταγραφούν, διότι αποδίδουν το κλίμα της εποχής που αναφέρονται, καθώς και τον τρόπο αντιμετώπισης του δάσους κατ’ αυτήν (την εποχή). Πρέπει δε ν’ αναφέρουμε, σ’ ότι αφορά στις «τακτοποιήσεις» που πραγματοποιούνται με σκοπό τη νομιμοποίηση έκνομων καταστάσεων, και ιδία με το αιτιολογικό της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος, ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία (ΣΤΕ 636/1998, 3356/2005, 738/2007, ΠΕ 303/2002, 267/1997 κ.ά.), «…δεν είναι συνταγματικώς ανεκτές, και, ως εκ τούτου, οι επίμαχες διατάξεις αντίκεινται στο Σύνταγμα και δε δύνανται να τύχουν εφαρμογής» −μολοντούτο, η πρακτική της νομιμοποίησης είναι συνήθης στο εθνικό μας δίκαιο!..

    Η πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των δασικών νόμων (δασική νομοθεσία) το 1915 από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας.

    Η προστασία του δάσους – 
    Το τεκμήριο του δημοσίου

    «Όστις κλέπτει, σφετερίζεται ή βλάπτει εις τα δάση ξυλικήν, τιμωρείται…», καθόριζε απλά και ρητά το πρώτο νομοθέτημα που συντάχθηκε για τα δάση μετά τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, επί βασιλείας Όθωνος, το νομοθετικό διάταγμα «Περί των εις τα δάση ανομημάτων», με ημερομηνία 10 Ιουλίου 1836 (ΦΕΚ 33/1936). Θεωρήθηκε δηλαδή από τους Βαυαρούς που κυβερνούσαν την Ελλάδα ως επιτακτικό να καθορισθούν κατά πρώτον κανόνες και ποινές προστασίας των δασών, αφού αυτά, μετά την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού ήταν έκθετα, χρησιμοποιούμενα κατά βούληση, αφού η προηγούμενη διακυβέρνηση του Καποδίστρια δεν έθεσε πλαίσιο προστασίας τους. Τούτη η ενέργεια των Βαυαρών απέρρεε από τη νοοτροπία των Βορείων, που ζώντας σε δασογενή περιβάλλοντα είχαν στενή σχέση με το πράσινο και επιθυμούσαν την προστασία του. Έφτιαξαν το λοιπόν πρώτα διατάξεις προστασίας του, για να το διαφυλάξουν.

    Το επόμενο άμεσο ζήτημα που κρίθηκε από τους Βαυαρούς ως σημαντικό ν’ αντιμετωπισθεί σε σχέση με τα δάση, ήταν η ρύθμιση της βοσκής σε αυτά, καθόσον ήταν ανεξέλεγκτη και καταστροφική. Το ζήτημα αντιμετωπίσθηκε με το επόμενο νομοθετικό διάταγμα που συνέταξαν «Περί του κανονισμού της βοσκής των δασών» της 4ης (16ης) Σεπτεμβρίου 1836 (ΦΕΚ 45/1836). Με αυτό καθόρισαν φόρο βοσκής ζώου στα δάση που βόσκονταν (άρθρο 1), την απαγόρευση της βοσκής «στους δασότοπους που ευρίσκονται εις κατάστασιν νέας φυσικής ή καλλιεργούμενης βλαστήσεως» (άρθρο 2) –κάτι εξαιρετικά σημαντικό για την αναδημιουργία των δασών–, την κατανομή της βοσκής «εις τους ανήκοντας βοσκολόγους», με επιτόπια υπόδειξη του Δασάρχη και τοποθέτηση των ορίων από αυτόν με «αχυροσημάδια», ενώ θα δημοσιεύεται και ποιοι τόποι στην περιοχή «ως όντες υπό καλλιέργειαν, δεν είναι συγχωρεμένον να πατηθώσιν από τα ζώα», με τους παραβάτες της απαγόρευσης αυτής να «παιδεύονται» με ποινές (άρθρα 3, 4, 5) –βλέπουμε δηλαδή τη μεγάλη σημασία που αποδίδονταν από τους Βαυαρούς στην προστασία από τη βοσκή των αναγεννώμενων δασών.

    12

    Είναι χαρακτηριστικά τα επί τούτου οριζόμενα στο άρθρο 6 του νομοθετικού αυτού διατάγματος: «Ώστε, οι κύριοι των ποιμνίων πρέπει ή να βάνουν άξιους ποιμένας, ή να περιφράττουν τας αναβλαστήσεις και βλαστήσεις με τα ίδιά των έξοδα, έως ότου να μεγαλώσουν τόσον, ώστε να μην φοβούνται πλέον το στόμα του ζώου». Η δε μία μόνη επιτρεπόμενη μάνδρα είτε το στανοτόπι «είνε συγχωρεμένη εις έκαστον ποιμένα επί μίας και της αυτής περιοχής του δάσους», ενώ «η κατ’ αρέσκειαν αυτού τοποθέτησις, ομοίως και η περίσσευσις αυτών, απαγορεύεται επί ποινή». Επίσης, απαγορεύεται στους ποιμένες ν’ ανάβουν φωτιά στις καλύβες ή στις μάντρες τους, με τον παραβάτη «θέλει παραδίδεσθαι εις το ανήκον δικαστήριον προς παιδείαν» (άρθρο 9). Τέλος, απαγορεύεται στους ποιμένες «να κόπτουν, ή να στραβώνουν τους νέους κορμούς των δένδρων, να κόπτουν τους κλάδους ή τας κορυφάς των δένδρων, και να μαδούν αυτά διά να φάγουν των ζώα των» (άρθρο 10) –επιμένουμε σε τούτα τ’ αρχικά δασικά νομοθετήματα να παραθέτουμε αποσπάσματα των διατάξεων, κι όχι περιγραφικά ν’ αναφερόμαστε σε αυτές, για να δείξουμε τον τρόπο νομοθέτησης των Βορείων, που χαρακτηριστικό τους ήταν η λιτή, ρητή και σαφής νομοθέτηση, καθώς και η χρήση απλής, μη δικονομικής κι όχι επιτηδευμένης γλώσσας, για να γίνονται κατανοητά τα οριζόμενα και από τους λιγότερο γραμματιζούμενους (δεδομένης και της έλλειψης δικηγόρων, καθώς και δικολάβων, για να τα εξηγούν).

    Το τρίτο κατά σειρά ζήτημα που κρίθηκε ως άμεσο ν’ αντιμετωπιστεί σε σχέση με τα δάση, ήταν αυτό της ιδιοκτησίας τους, δεδομένου ότι ανά τη χώρα εμφανίζονταν πλείστοι κύριοι δασών, με τίτλους που ελέγχονταν ως προς την ισχύ τους, καθώς και ως προς τα όρια των εκτάσεών τους. Το παρόν ζήτημα αντιμετωπίστηκε με το νομοθετικό διάταγμα «Περί ιδιωτικών δασών» της 17ης Νοεμβρίου 1936 (ΦΕΚ 69/1836). Στο άρθρο 1 αυτού ορίζεται η έννοια του ιδιωτικού δάσους, ως εκείνο που με έγγραφα που έχουν εκδοθεί κατά τους νόμιμους τύπους από τις αρμόδιες τουρκικές αρχές, αποδεικνύεται ότι υπήρχε και «πριν της αρχής του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος», ως ιδιοκτησία πλήρη υπέρ ιδιώτη. Ιδιωτικά θεωρούνται και τα δάση τα κείμενα σε ιδιωτικά χωριά («τζεφλίκια»). Η εξέταση των τίτλων, που προσκομίζονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου, πραγματοποιείται από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, η οποία δίδει την κατοχή στον ιδιοκτήτη ή την απορρίπτει· οπότε στην τελευταία ταύτη περίπτωση μπορεί να διεκδικηθεί η έκταση ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων (άρθρο 3). Μέχρι δε της τελειωτικής δικαστικής απόφασης, η κατοχή του δάσους θεωρείται «αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται».

    Ασκούμενη ληστρικώς κλαδονομή σε δρυοδάσος (πηγή: Γρίσπος Π., «Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος», έκδοση Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας-Τομεύς Γεωργίας, Αθήναι 1973).

    Με τη διαδικασία αυτή, όπως και με το γεγονός της μη εξέτασης όλων των προσκομισθέντων τίτλων από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, λόγω λήξης της θητείας της, προέκυψαν τα διακατεχόμενα δάση –μια ελληνική δασική κατάσταση, που έχει δημιουργήσει πολλαπλά προβλήματα στη διοίκηση και διαχείριση αυτών των δασών. Ιδιαίτερη επίσης σημασία πρέπει ν’ αποδοθεί στην τελευταία παράγραφο του παραπάνω άρθρου, που ορίζει ότι μετά την προθεσμία που τίθεται για την εξέταση των τίτλων, θεωρούνται όλα τα δάση ως «αδιαφιλονίκητα εθνικά». Με τον τρόπο αυτό καθιερώθηκε το μαχητό τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου για τα ελληνικά δάση, με το οποίο κατοχυρώνονται τα δικαιώματα του Δημοσίου στην ιδιωτική του περιουσία και προστατεύεται ως δημόσιο το φυσικό αγαθό του δάσους. Εισάγεται δηλαδή διαδικαστικό προνόμιο υπέρ του Δημοσίου συνιστάμενο στην απαλλαγή του από το βάρος της απόδειξης της ίδιας αυτού κυριότητας.

    Κείνο όμως που οφείλουμε εν προκειμένω να επισημάνουμε είναι ότι, με την παραπάνω διαδικασία της αναγνώρισης των τίτλων, που είναι γεγονός ότι αντιμετώπιζε ενδογενή προβλήματα, λόγω της συσσώρευσης μεγάλου αριθμού υποθέσεων προς εξέταση, της υποβολής ανορθόδοξων και απροσδιόριστων τίτλων, και της μη δυνατότητας ορθής εξέτασής τους λόγω της ολιγομελούς σύνθεσης της Επιτροπής και της περιορισμένης θητείας της, συνέβη μιαν αιφνίδια, άμεση και ετεροβαρής (ως προς τους Έλληνες πολίτες) κατοχύρωση ιδιοκτησίας στην Ελλάδα επί φυσικών αγαθών, που στη συνέχεια αποτέλεσε κι έναν από τους λόγους απώλειας δασών μας. Διότι, ιστορικά αν δούμε το ζήτημα, διαπιστώνουμε ότι η οικοπεδοποίηση και δόμηση δασών, όπως και η μετατροπή τους σε αγροτικές καλλιέργειες, πραγματοποιήθηκε κατά πρώτον σε ιδιωτικά δάση, αναγνωρισμένα με την παραπάνω διαδικασία (τρανό τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Αττική). Τα δάση αυτά αγοράσθηκαν από μεγαλοκεφαλαιούχους (βλέπε: Ανδρέας Συγγρός), τσιφλικάδες και αριστοκράτες, πρώην κοτσαμπάσηδες, στρατιωτικούς και πολιτικούς, ανθρώπους που είχαν την οικονομική δυνατότητα της εξαγοράς (Έλληνες και ξένους), κατόπιν πώλησής τους από τους αποχωρήσαντες Οθωμανούς, μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους.

    Από την παραπάνω διαδικασία απείχε ο απλός λαός, ο οποίος δεν είχε την ιδέα και κυρίως την οικονομική δυνατότητα για να συμμετάσχει. Δέστε τι χαρακτηριστικά ανέφεραν οι Ευβοιώτες Ι. Μίσσιος και Κ. Μάνος, σε επιστολή που έστειλαν στις 29-11-1832 στην ελληνική κυβέρνηση για την αγορά του δάσους Αχμέταγα στην Εύβοια από τους Μίλλερ και Νόελ: «Αι ελληνικαί γαίαι θέλουν καταντήσει όλαι εις χείρας αλλοεθνών, χωρίς να δυνηθώσιν οι κάτοικοι ν’ αγοράσωσι το παραμικρώτερον και θέλει μείνωσιν ούτω ξένοι εις πατρώαν γην». Και πρότειναν, μεταξύ των άλλων, να δωθούν χρηματικά δάνεια στους αγρότες, για ν’ αγοράσουν οι ίδιοι τη γη τους (πηγή: Γενικά Αρχεία του Ελληνικού Κράτους).

    Το χωριό Αχμέταγα, με το γύρωθέν του δάσος το 1925 (πηγή: Barco Noel-Baker, «Μια νήσος στην Ελλάδα. Οι Noel-Baker στην Εύβοια», Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2003). Το δάσος του Αχμέταγα στην Εύβοια αγοράστηκε από τον Ελβετό τραπεζίτη Κάρολο Μίλλερ και τον Άγγλο κεφαλαιούχο Εδουάρδο Νόελ το 1832 (κατέληξε στην οικογένεια του δεύτερου). Περιελάμβανε 80.000 στρέμματα γης, καλυπτόμενης κατά το μέγιστο με δάσος, καθώς επίσης και από καλλιέργειες. Η οικογένεια Νόελ έκτισε χωριό για τους εργάτες της γης και τις οικογένειές τους, που είναι το σημερινό Προκόπι της Εύβοιας.

    Πολλοί δε από τους αναγνωρισθέντες τίτλους αντιμετώπιζαν προβλήματα ως προς την απόδειξη της ιδιοκτησίας, αφού ο Οθωμανός που πωλούσε δεν είχε τα κατάλληλα νομοποιητικά στοιχεία για την κυριότητα της έκτασης (π.χ. κατείχε τη δασική γη με χοτζέτι αντί με ταπί), ενώ, κατά τη συνήθεια της εποχής, τα όρια των μεταβιβαζόμενων εκτάσεων ήσαν ασαφή κι αόριστα, για να μπορούν στη συνέχεια να μετατεθούν! Έτσι πραγματοποιήθηκε το μεγάλο «φαγοπότι» της δασικής γης τότε… (βλέπε τη χαρακτηριστική περίπτωση του υπουργού Κωνσταντίνου Καραπάνου, στον οποίο περιήλθαν, μετά από εξαγορά που προήλθε από Οθωμανούς, 1.000 στρέμματα δασικής γης στους Τράχωνες Αττικής, τα οποία, με τ’ ασαφή όριά τους και τη μετάθεσή τους, έφτασαν στα 36.000 στρέμματα!, που σήμερα είναι όλη η περιοχή από τη Γλυφάδα μέχρι την Αργυρούπολη, φτάνοντας στους πρόποδες του Υμηττού).

    Τα δασικά κτήματα του βασιλιά

    Η προτεραιότητα του επόμενου βασιλιά της Ελλάδας, του Γεωργίου του Α΄, σε σχέση με τα δάση, ήταν να παραχωρήσει στον εαυτό του το δάσος «Μπάφι» στην Αττική, και να το κάμει βασιλικό κτήμα! Ο πρώτος δασικός νόμος που συνετάχθη επί βασιλείας του ήταν ο ΦΘ/1877 (ΦΕΚ 10/1877) κι αφορούσε στην παραπάνω παραχώρηση. Με το νόμο αυτόν, σ’ ένα μόνο άρθρο, «παραχωρείται προς την Α. Μ. τον Βασιλέα ως πλήρης και τελεία αυτού ιδιοκτησία» το ευρισκόμενο στο Δήμο Αχαρνών εθνικό δάσος με την ονομασία «Μπάφι» εμβαδού περίπου 15.000 στρεμμάτων.

    Φρόντισε το λοιπόν κατά πρώτον ο νέος βασιλιάς της χώρας μας να του παραχωρηθεί γη, και δη δασική. Αποκτώντας δασική γη, μπορούσε εκεί να ψυχαγωγηθεί και ν’ ασκήσει ανενόχλητος τις κυνηγητικές κι αναψυχικές του δραστηριότητες. Μπορούσε δε να δικαιολογήσει την εξουσία του, επειδή ο βασιλιάς δεν έπρεπε να είναι «γυμνός»! Ήταν, θεωρούσε, αυτά αξιωματικά του δικαιώματα, βασιλικά προνόμια, που απέρρεαν από την εξουσία του, προνόμια που όμως δεν τα επεδίωξε ο ταπεινότερος προκάτοχός του, ο Όθωνας, ο οποίος, το εξοχικό κτήμα στο Ίλιον που δημιούργησε η Αμαλία, το διαμόρφωσε με έξοδά του, σε έκταση που αγοράστηκε από τον προσωπικό του λογαριασμό!

    Ο δε γιός του Γεώργιου Α΄, ο διάδοχος Κωνσταντίνος Α΄, αποκτά κι αυτός με δωρεά δάση και τα εγγράφει στη βασιλική περιουσία –διαπιστώνουμε, με τούτα κι επόμενα, την «αδυναμία» των βασιλέων στα δάση, ως Βόρειοι γαρ! Μια πρώτη δωρεά έγινε του Κωνσταντίνου το 1887 με το νόμο «ΑΥΛΗ» (ΦΕΚ 128/1887), όταν ακόμη ήταν ανήλικος και διάδοχος του βασιλικού θρόνου. Ήταν το «Κτήμα Μανωλάδας» στα όρια Ηλείας και Αχαΐας, που χαρακτηριζόταν ως δασόκτημα. Ήταν κατά το πλείστον δασικό κι αποτελούσε τον «παράδεισο» της περιοχής, λόγω της χαρακτηριστικής μεσογειακής φύσης του –για το λόγο αυτό εξάλλου δωρήθηκε!  Με την επανάσταση όμως του 1923 περιήλθε και πάλι ως εθνικό και διαμοιράστηκε για την αποκατάσταση καλλιεργητών, χάνοντας τον κατά βάσιν δασικό του χαρακτήρα· αποκτώντας αγροτική μορφή –σήμερα εκεί παράγονται οι περίφημες φράουλες Μανωλάδας!

    Το Βασιλικό Κτήμα Τατοΐου σε καρτ ποστάλ των αρχών του 20ου αιώνα.

    Ένα δεύτερο δάσος που δωρήθηκε στον Κωνσταντίνο Α΄ είναι το δάσος Γολέμα-Ρέκα (Μεγάλο-Ρέμα) περιφέρειας (τότε) Βοδενών (είναι η κατάφυτη ανατολική πλευρά του Βερμίου), υπαγόμενης (τότε) στο νομό Θεσσαλονίκης. Αυτό δωρήθηκε με το νόμο 434/1914. Δικαιολογείτο δε η δωρεά, σύμφωνα με το εθιμικό της εποχής, ως προσφορά στο βασιλέα, «προελθείσα εκ της εθνικής ευαρεστήσεως των ελληνικών περιοχών που απελευθερώθησαν από τους Βουλγάρους κατά το έτος 1912, με τους πρώτους βαλκανικούς πολέμους, και ταυτοχρόνως ως δέσμευση, με τη μορφή του βασιλικού προνομίου, εκτάσεων που διεκδικούνταν από αλλότριους» (εφημερίδα «Ακρόπολις», φύλλο 30-11-1914). Ήταν ένας εύσχημος τρόπος για να δικαιολογηθεί η περιέλευση εθνικής περιουσίας στην Αυλή και να καταγραφεί ως βασιλική στη συνέχεια!

    Αργότερα, με την κατάργηση της Μοναρχίας, με το δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου 1924, που επικύρωσε την απόφαση της Δ΄ Συντακτικής Συνέλευσης, τα βασιλικά (δασικά) κτήματα γίνηκαν εθνικά. Νωρίτερα, η επαναστατική κυβέρνηση του 1922 εξέδωσε την με αριθ. 122/33/3-3-1923 απόφαση, με την οποία επανήλθαν στην πλήρη κυριότητα του Δημοσίου κτήματα τα οποία είχαν δωρηθεί στον βασιλιά. Ως δημόσια γη πλέον, παραχωρούνται το 1925 5.447 στρέμματα του δάσους Μπάφι σε πρόσφυγες και δημιουργείται εκεί ο οικισμός του Κρυονερίου. Ενώ το 1931 αφαιρούνται 1.621 στρέμματα από το Μπάφι, με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων. Με την επαναφορά, μολαταύτα, της βασιλείας το 1935, ο βασιλιάς απαιτεί και παίρνει οικονομική αποζημίωση για την αποκατάσταση των προσφύγων στο Μπάφι! Στην περιοχή δε του δάσους Γολέμα-Ρέκα στο Βέρμιο εγκαθίστανται το 1923 πρόσφυγες από τον Πόντο, προς αποκατάσταση των οποίων, επί δικτατορίας Θεόδωρου Πάγκαλου το 1925, εκδίδεται νομοθετικό διάταγμα παραχώρησης των εκτάσεων.

    Το Κτήμα Τατοΐου (άποψη της επαύλεως) στις αρχές του 20ου αιώνα (από το αρχείο του συγγραφέα).

    Επιπροσθέτως, ο βασιλιάς αγοράζει δασική γη! Αγοράζει το 1872 από τον αυλάρχη του Σκαρλάτο Σούτσο το Τατόι (αρχαία Δεκέλεια), με τις περίεργες αγοραπωλησίες κείνου του καιρού, που τ’ ασαφή όρια των μεταβιβαζόμενων εκτάσεων και η μετάθεσή τους μεγέθυνε τις ιδιοκτησίες! Το Τατόι περιήλθε στον Σούτσο από τον πεθερό του Αλέξανδρο Καντακουζηνό, ο οποίος το αγόρασε από αποχωρήσαντες από την Ελλάδα Οθωμανούς, που το κατείχαν με χοτζέτι (δηλαδή με τίτλο επί αγρού, κι όχι επί δασικής έκτασης! –τίτλος επί δασικής γης δικαιολογείται με ταπί). Ο Γεώργιος Α΄ βρέθηκε να κατέχει περίπου 48.000 στρέμματα στην περιοχή, στην αρχή του 20ου αιώνα, δημιουργώντας το «Κτήμα Δεκέλεια». Τούτο το επέτυχε αγοράζοντας από τον Σούτσο 8 ζευγάρια γης (το ένα ζευγάρι αντιστοιχεί σε 80 στρέμματα ανώμαλης επιφάνειας και σε 100 ομαλής), που τα συμπλήρωσε και με άλλα −που όμως δε δικαιολογούσαν το συνολικό αριθμό στρεμμάτων! Αυτή η έκταση, όπως κι όλη η βασιλική περιουσία, δεσμεύτηκε ως εθνική μετά την πτώση της βασιλείας και την ανακήρυξη της δημοκρατίας το 1923.

    Αργότερα, με την αποκατάσταση της βασιλείας το 1935 από την κυβέρνηση Κονδύλη, σπεύδει η διάδοχος κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Δεμερτζή (τοποθετημένη από τον βασιλιά ως «άρχουν κυβέρνηση») ν’ αποδώσει στον «κάτοχό της», το βασιλιά, το Κτήμα Τατοΐου. Αυτό το κάμει με τον αναγκαστικό νόμο 64/1936, ενώ με τους αναγκαστικούς νόμους της 22ας-1-1936 και 332/1936 παρέχει φορολογική απαλλαγή στο βασιλιά και στα μέλη της βασιλικής οικογένειας αντίστοιχα, για τη βασιλική περιουσία που κατέχουν. Στο Κτήμα Τατοΐου απασχολείται κλιμάκιο της δασικής υπηρεσίας, ως υπεύθυνο για την προστασία και τη διαχείρισή του, ενώ Διευθυντής του Κτήματος τοποθετείται κατόπιν έγκρισης της Αυλής δασολόγος της δασικής υπηρεσίας. Ο βασιλιάς έτσι απασχολούσε δασικό προσωπικό κάτω από ένα ιδιότυπο καθεστώς, ξέχωρο από αυτό της δασικής διοίκησης, με αποκλειστικά καθήκοντα, το οποίο διέπετο από ιδιαίτερο κύρος –ήταν (υπηρεσιακό) προσόν τότε να έχεις υπηρετήσει ως δασικός υπάλληλος στο Κτήμα Τατοΐου!

    Ο δασολόγος Ιωάννης Κοκκίνης ήταν διευθυντής των βασιλικών κτημάτων το χρονικό διάστημα 1908-1918.

    Οι βασιλείς αγόρασαν επίσης το 1906 από τον Χασάν εφέντη Λεονταρίτ το δάσος του Πολυδενδρίου Λάρισας, ονομάζοντάς το «Κτήμα Πολυδενδρίου». Το Κτήμα Πολυδενδρίου αρχικά ήταν τσιφλίκι του αρχιθυρωρού της Υψηλής Πύλης Μεχμέτ Τεβίκ. Αυτός το 1841 το πούλησε στους Μ. Αλεξανδρή και Δ. Θεοχάρη. Ο πρώτος πώλησε το μερίδιο του στον Γιουσούφ Αγά Λεονταρίτ. Αργότερα ο γυιός τού Γιουσούφ, ο Χασάν Λεονταρίτ, αγόρασε από τον Δ. Θεοχάρη και το άλλο μισό του τσιφλικιού. Στα 1881, όταν η Θεσσαλία ενώθηκε με την Ελλάδα, το ελληνικό κράτος αναγνώρισε την κυριότητα του τσιφλικιού στον Χασάν Λεονταρίτ, με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος του Δημοσίου. Ο Κωνσταντίνος Α΄ αγόρασε από τον Χασάν Λεονταρίτ το τσιφλίκι του πληρώνοντας 25.000 τουρκικές λίρες. Εν συνεχεία οι κληρονόμοι του Βασιλέως Κωνσταντίνου, πλην την πριγκίπισσας Αικατερίνης, πώλησαν τα 7/8 εξ αδιαιρέτου τούτου κατά το έτος 1924 στον Αθανάσιο Γαλέο, ο οποίος και συνεισέφερε εν έτει 1925 το κτήμα κατά το ως άνω ποσοστό εις τη συσταθείσα εν Πειραιεί Ανώνυμον Δασικήν Εταιρείαν. Τέλος, το 1939 η εν εκκαθαρίσει πλέον τελούσα παραπάνω εταιρεία πώλησε τα 7/8 του κτήματος εις τον τότε διάδοχο και κατόπιν Βασιλέα Παύλο. Λέγεται ότι αυτή η αγορά έγινε με χρήματα από την προίκα της διαβόητης βασίλισσας Φρειδερίκης (αν έγινε πράγματι, γιατί, ας μην ξεχνούμε, το 1939 είχαμε την δικτατορία Μεταξά…) Το Κτήμα Πολυδενδρίου αποτελείται από 31.222 στρέμματα δάσους και 2.272 παραλιακά στρέμματα, με μερικές καταπληκτικές παραλίες να περιλαμβάνονται σε αυτό.

    Το ζήτημα είναι ότι οι παραπάνω εκτάσεις, τα δάση που με περίεργο, μη διαφανή ή χαριστικό τρόπο αποκτήθηκαν από τους βασιλείς, ο ελληνικός λαός τα πλήρωσε για να περιέλθουν στην κυριότητά του, μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το 2002, που δικαίωσε τον Γλύξμπουργκ. Αυτός προσέφυγε εκεί για ν’ αποζημιωθεί για τη «δέσμευση της περιουσίας του από το ελληνικό κράτος», το οποίο τη δέσμευσε ως δημόσια, και δικαιώθηκε αποζημιωνόμενος με το σημαντικό ποσό των 4,6 δισ. δρχ (ο Γλύξμπουργκ βέβαια ζητούσε 168 δισ. δρχ!) Ήταν και τούτο μια (ακόμη) θλιβερή συνέπεια της βασιλείας: να πληρώνεις για τα δάση σου, για τον εθνικό, το φυσικό σου πλούτο!..

    Τα στελέχη του Βασιλικού Κτήματος Τατοΐου το 1929 μπροστά από το Διευθυντήριο του Κτήματος. Στην πρώτη σειρά, δεύτερος από αριστερά, ο δασολόγος Βασίλειος Δρούβας, διευθυντής του Κτήματος (πηγή: Σταματόπουλος Κώστας, «Το χρονικό του Τατοΐου», εκδόσεις Καπόν, Αθήνα 2004).

    Και… εγεννήθη η δασική υπηρεσία

    Με το δασικό νόμο ΧΙΓ του 1877 (ΦΕΚ 37/1877) «Περί τροποποιήσεως των περί διοικήσεως των δασών διατάξεων», οργανώνεται η δασική διοίκηση. Αυτή ασκείται από τη χωροφυλακή, ενώ συγκρότηση αυτόνομης δασικής υπηρεσίας δεν προβλέπεται. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου, κάθε νομός αποτελεί δασαρχείο και 42 από τις (κατονομαζόμενες στο άρθρο 2) επαρχίες της χώρας αποτελούν δασονομεία. Επικεφαλής του δασαρχείου ορίζεται ο μοίραρχος του νομού, ενώ του δασονομείου ο οικείος υπομοίραρχος. Τα καθήκοντα της δασοφυλακής ασκούνται από την οικεία χωροφυλακή. Η δε έκδοση αδειών υλοτομίας ανατίθεται στους κατά τα δασονομεία οικείους οικονομικούς εφόρους. Με τη διάταξη του άρθρου 10 του νόμου ορίζεται ο αριθμός των χωροφυλάκων με δασονομικά καθήκοντα σε 190 άνδρες, που αυξάνονται σε 300 κατά τη θερινή περίοδο και (σύμφωνα με το άρθρο 11), πειθαρχικά υπαγομένων στον υπουργό των Στρατιωτικών. Επίσης, με το άρθρο 13  του νόμου καθορίζεται η τοποθέτηση δύο Επιθεωρητών με ανακριτική εξουσία, καθώς και ενός ετέρου στο Υπουργείο Οικονομικών για τον οικονομικό έλεγχο των δασονομικών υπηρεσιών. Εκ του νόμου τούτου διαπιστώνεται ότι η οργάνωση της δασικής διοίκησης συγκροτείται από τη συλλειτουργία έτερων υπηρεσιών, αστυνομικών και οικονομικών, χωρίς αποκλειστικό ρόλο και χωρίς την κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού, με αρμοδιότητες όχι ξεκάθαρες και αλληλεπικαλυπτόμενες. Υπάλληλοι μη σχετικοί με το δάσος κλήθηκαν να το προστατεύσουν!

    Με επόμενο νόμο, τον ΒΡΞΒ του 1893 (Κεφάλαιο Β΄), συγκροτείται Υπηρεσία Δασών, αποτελούσα Τμήμα στο Υπουργείο Οικονομικών. Για πρώτη φορά ετεροπροσδιορίζεται η δασική υπηρεσία, έχοντας αυτόνομο ρόλο· αν και υποβαθμισμένη ακόμη (ως Τμήμα) και θεωρούμενη οικονομική υπηρεσία κι όχι γεωτεχνική, ως υπηρεσία δηλαδή φύλαξης της δημόσιας περιουσίας κι εσόδων, και όχι άυλων προσφορών. Επιπλέον, με την εν λόγω συγκρότηση, παρά το γεγονός ότι συστήνεται δασική υπηρεσία με δική της διοικητική δομή, εντούτοις η εξωτερική υπηρεσία εξακολουθεί ν’ ασκείται από άλλες υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, στην Υπηρεσία Δασών προΐσταται τμηματάρχης και αποτελείται από τον δασονομικό γραμματέα, 2 δασονομικούς γραφείς, τον δασονομικό γεωμέτρη, τον δασονομικό σχεδιαστή, 4 επιθεωρητές δασών, 20 δασάρχες Α΄, Β΄ και Γ΄ τάξεως (που με το άρθρο 1 του νόμου ΒΥΞΒ/1897 έγιναν 30), καθώς και 52 αρχιφύλακες και 298 δασοφύλακες. Δασάρχης Γ΄ τοποθετείται ο πτυχιούχος ημεδαπής δασολογικής σχολής (τούτο παρά το γεγονός ότι δασολογική σχολή δεν υφίστατο ακόμη στην Ελλάδα!) ή αλλοδαπής δασολογικής σχολής (όπως είναι φυσικό, λόγω της μη ύπαρξης δασολογικής σχολής στην Ελλάδα, οι δασάρχες προήρχοντο από δασολογικές σχολές της αλλοδαπής, και λόγω του μη ενδιαφέροντος για σπουδή της δασολογίας από Έλληνες στο εξωτερικό, οι θέσεις δεν καλύφθηκαν).

    Ο Κορσικιανής καταγωγής δασολόγος Ευγένιος Οριγώνης, σπούδασε δασολογία στη Γερμανία και εισήλθε στη δασική διοίκηση το 1847, όταν ακόμη αυτή δεν ήταν συγκροτημένη ως δασική υπηρεσία, ασκών καθήκοντα Επιθεωρητού Δασών (στη φωτογραφία με τη στρατιωτική στολή του Δασικού Επιθεωρητού).

    Κείνο που εκπλήσσει στις παραπάνω διατάξεις είναι η αυστηρότητα που αντιμετωπιζόταν ο δασάρχης, αφού μετά εξάμηνο θητεία έπρεπε να περάσει από πρακτικές εξετάσεις για να συνεχίσει ν’ ασκεί τα καθήκοντά του, ενώπιον επιτροπής αποτελούμενης από πανεπιστημιακούς (συμμετέχοντος μάλιστα του Διευθυντού του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου) και από ανώτερους υπαλλήλους της διοίκησης, με πρόεδρο αυτής τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών. Σε σχετικά δημοσιεύματα της εποχής, που αναφερόταν στη συζήτηση στη Βουλή για τις διατάξεις του νόμου, δικαιολογείτο τοιούτη η αυστηρότητα με το σκεπτικό ότι πρέπει να ελέγχεται η ικανότητα, η γνώση και το ήθος του δασάρχη στην άσκηση των καθηκόντων του, καθότι καλείτο να προστατεύσει φυσικό αγαθό και δημόσια περιουσία, και τούτο αποτελούσε ύψιστο καθήκον.

    Ακολούθως, μετά από τριετή θητεία σε κάθε βαθμό, ο δασάρχης προάγονταν διαδοχικά σε Δασάρχη Β΄ και Γ΄ τάξεως, και εν συνεχεία σε Επιθεωρητή Β΄ τάξεως, ενώ μετά από διετή θητεία σε αυτό το βαθμό προάγονταν σε Επιθεωρητή Α΄ τάξεως. Τμηματάρχης διορίζονταν ο Επιθεωρητής Α΄ τάξεως με διετή θητεία σε αυτό το βαθμό και έχων συμπληρωμένη 30ετή δασονομική υπηρεσία. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 6 του νόμου, ως δασονομικός γεωμέτρης και σχεδιαστής διορίζονταν ο κατέχων πτυχίο γεωμέτρη ή εργοδηγού, ή πτυχίο αρχιτέκτονα, ή (όπως συνεπληρώθη η παρούσα διάταξη με το άρθρο 3 του νόμου ΒΣΒ/1893) και πτυχίο πολιτικού μηχανικού. Η πρόσληψη αυτών γινόταν αφού επιτύγχαναν σε σχετικό διαγωνισμό που διεξαγόταν στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Επίσης, η πρόσληψη του δασονομικού γραμματέα, καθώς και των δασονομικών γραφέων γινόταν κατόπιν διαγωνισμού, εχόντων αυτοί τα σχετικά πτυχία. Διαπιστώνουμε εκ τούτων το υψηλό επιστημονικό επίπεδο, επάρκεια και κατάρτιση, που απαιτούνταν να έχουν τα στελέχη στη νεοσύστατη Υπηρεσία Δασών, κάτι που δείχνει τη βούληση του νομοθέτη για τη συγκρότηση μιας υπηρεσίας με υψηλά standards –άλλο αν στην πράξη ο ρόλος της δασικής υπηρεσίας δεν αξιολογήθηκε στο βαθμό που, τουλάχιστον με τη συγκρότησή της τής αποδόθηκε, και στελεχιακά, καθώς και υπηρεσιακά, υποβαθμίστηκε!

    Σ’ ότι τέλος αφορά στο ζήτημα της αστυνόμευσης και της φύλαξης του δασικού χώρου, αυτό παρέμεινε κατ’ ουσίαν στην αρμοδιότητα της χωροφυλακής, αφού οι υπαγόμενοι στην Υπηρεσία Δασών αρχιφύλακες ήταν υπαξιωματικοί της χωροφυλακής («προτιμωμένων των ενωμοταρχών») –αυτοί ονομάζονταν «αξιωματικοί δασάρχες»–, ενώ δασοφύλακες ήταν οι χωροφύλακες μέχρι 35 ετών «γιγνώσκοντες ελευθέραν ανάγνωσιν και γραφήν και τας τέσσερας πράξεις της αριθμητικής…» (άρθρο 7 του νόμου). Προτιμούνταν δε οι οικειοθελώς προσφερόμενοι. Η τοποθέτησή τους γινόταν με απόφαση του υπουργού των Οικονομικών, στον οποίο υπήγετο η νεοσύστατη Υπηρεσία Δασών (κι όχι των Στρατιωτικών). Αυτοί ασκούσαν καθήκοντα στη δασική υπηρεσία τοποθετούμενοι στην πλησιέστερη Μοιραρχία, υπαγόμενοι όμως στους στρατιωτικούς νόμους και κανονισμούς, ενώ η απόσπασή τους στη δασική υπηρεσία δεν αλλοίωνε «την εν στρατώ θέσιν αυτών». Μετά την παραπάνω διευθέτηση, απαλλάσσονταν οι λοιποί οπλίτες της χωροφυλακής της δασονομικής υπηρεσίας, ασκούντες αυτήν μόνον οι «διορισθέντες» (κατά το ορθότερον, οι αποσπασθέντες) στην Υπηρεσία Δασών.

    7

    Σύμφωνα με τον Πάνο Γρίσπο στη «Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος» (έκδοση Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας-Τομεύς Γεωργίας, Αθήναι 1973), «η πραγματικότης είναι ότι δεν υπήρχε δασική υπηρεσία. Διότι το εν Υπουργείω Οικονομικών λεγόμενον Τμήμα Δασών ήτο ανύπαρκτον. Απλώς εις το Υπουργείον ήδρευεν ο Παναγής Βαλσαμάκης, φέρων τον βαθμόν του Τμηματάρχου και εκτελών χρέη εισηγητού του Υπουργείου. Οργανική θέσις δεν υπήρχε, μόλις δε το 1893 διά του ν. ΒΡΞΒ συνεστήθη Τμήμα Δασών και απέκτησεν η Δασικήν Υπηρεσίαν κεντρικήν υπηρεσίαν» (σελ. 224 της πηγής).

    Αργότερα, με τη  σύσταση του Υπουργείου Γεωργίας, διά του από 14 Ιουνίου 1917 Νομοθετικού Διατάγματος της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου, το οποίο κυρώθηκε με το νόμο 853/1917 (ΦΕΚ 193/1917), δημιουργείται στο υπουργείο αυτό η Διεύθυνση Δασών, με τρία Τμήματα, το Α΄ Δασικόν, το Β΄ Δασικόν και το Τεχνικόν,  κι έτσι η δασική υπηρεσία αποκτά άλλη υπόσταση και δομή, σε σχέση με την προηγούμενη συγκρότησή της, ως πολιτική υπηρεσία πλέον, προστασίας και διαχείρισης του ελληνικού δασικού και υπαιθρίου χώρου. Με τις διατάξεις δε του νόμου 4173/1929, διοργανώθηκε αυτή με τη σημερινή περίπου μορφή της, δηλαδή με σύσταση Δασαρχείων, Δασονομείων και Επιθεωρήσεων Δασών.

    33

    Η έλλειψη δασολόγων – 
    Η δασική εκπαίδευση

    Μόλις τέσσερα χρόνια μετά το νόμο ΒΡΞΒ/1893, με τον οποίο συγκροτήθηκε η Υπηρεσία Δασών, αναγνωρίζοντας η πολιτεία την αδυναμία στελέχωσής της με επιστήμονες δασολόγους, λόγω μη ύπαρξης τέτοιων γηγενών, αναγκάζεται να στείλει έξι υποτρόφους στην Ευρώπη «προς σπουδήν της δασολογίας». Αυτό το θεσμοθετεί με το άρθρο 2 του νόμου ΒΥΞΒ/1897 (ΦΕΚ 7/1897), όπου προβλέπεται ότι οι υπότροφοι θα επιλεγούν κατόπιν διαγωνισμού και θα είναι απόφοιτοι της σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, με γνώση της ξένης γλώσσας της χώρας όπου θα σπουδάσουν, ή (να είναι) διδάκτορες των φυσικομαθηματικών επιστημών. Λόγω δε της έλλειψης δασολόγων για την πλήρωση των θέσεων Δασαρχών Α΄, Β΄, και Γ΄ τάξεως, και μέχρι να διορισθούν αυτοί, τα καθήκοντά τους ασκούν οι αξιωματικοί δασάρχες της χωροφυλακής, κι αντίστοιχα τα καθήκοντα των Επιθεωρητών οι Δασάρχες οποιασδήποτε τάξεως, που ιεραρχικά είναι διαθέσιμοι, και ελλείψει τέτοιων, τα σχετικά καθήκοντα ασκούν οι χωροφύλακες δασάρχες (άρθρα 3 και 4 του παραπάνω νόμου). Ενώ, με το άρθρο 75 του νόμου ΓΡΞΕ του 1906, ελλείψει δασαρχών οποιονδήποτε βαθμίδων, τα καθήκοντά τους ασκούν οι αστυνομικοί διευθυντές ή υποδιευθυντές. Διαπιστώνουμε δηλαδή ότι, ήδη τέσσερα χρόνια μετά τη συγκρότηση της Υπηρεσίας Δασών –πολύ δε περισσότερο λίγο αργότερα–, αυτή απομειώνεται ως προς την άσκηση των καθηκόντων της, και γενικότερα ως προς το ρόλο της, λόγω της έλλειψης των, με κατάλληλα προσόντα, στελεχών επιστημονικού επιπέδου!

    Αργότερα, με το νόμο ΓΚΖ/1911, μπορούσε η ελληνική πολιτεία να μετακαλεί αλλοδαπούς δασολόγους για την επιμόρφωση των στελεχών της ελληνικής δασικής διοίκησης και για την οργάνωσή της, ενώ με το νόμο ΔΡς/1912 στέλνονται εκ νέου ανά τριετία και για ένα έτος υπότροφοι δασολόγοι στην Εσπερία, συγκροτώντας δασική αποστολή με επικεφαλής Υπουργικό Γραμματέα, γνώστη της γαλλικής και γερμανικής γλώσσας και κατέχων πτυχίο Νομικής, για υποχρεωτική δασική επιμόρφωση (άρθρα 3 και 4 του νόμου). Οι αρνούμενοι ή αδυνατούντες να το πράξουν αυτό απολύονται! (άρθρο 3 του νόμου). Επιπλέον, και σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου 683/1915 και του Βασιλικού Διατάγματος της 12ης Αυγούστου 1913, στέλνονται ως υπότροφοι της δασολογίας στις Αυστριακές Ανώτερες Σχολές Δασολογίας απόφοιτοι των Ελληνικών Γυμνασίων ή του εν Αθήναις Πρακτικού Λυκείου.

    Σχετικές διατάξεις περί αποστολής υποτρόφων δασολόγων στην Εσπερία και μετάκλησης αλλοδαπών δασολόγων στη χώρα μας περιέλαβε και ο νόμος 213/1914, που ήταν οι τελευταίες τέτοιες, αφού κατόπιν η ελληνική πολιτεία θέλησε να βάλει τέλος σε αυτή την πρακτική ιδρύοντας δασολογική σχολή. Και τούτο διότι συνειδητοποίησε την αδυναμία συνέχισης της όλης κατάστασης, και το αδιανόητο αυτής, ν’ αναγκάζεται να στέλνει υπότροφους δασολόγους στην Ευρώπη ή να μετακαλεί αλλοδαπούς, ενώ μπορεί η ίδια να εκπαιδεύσει δασολόγους. Ιδρύει έτσι –επιτέλους!– στην Αθήνα την Ανωτέρα Σχολή Δασολογίας, με το Βασιλικό Διάταγμα της 12ης Αυγούστου 1913 (Κεφάλαιο Β΄). Έτσι, σιγά-σιγά, πήρε τέλος η ασύμφορη οικονομικά και διοικητικά κατάσταση με τους υποτρόφους δασολόγους του εξωτερικού και μπόρεσε η δασική υπηρεσία να δημιουργήσει το δικό της status στη διοίκηση των ελληνικών δασών, έχοντας επιστημονική κατάρτιση, επάρκεια και πληρότητα.

    Σπουδαστές της Δασικής Ακαδημίας του Tharandt στη Σαξωνία το 1904. Εκεί κατευθύνθηκαν πολλοί Έλληνες υπότροφοι της δασολογίας.

    Πρέπει εν προκειμένω να σταθούμε στο γεγονός ότι οι απόφοιτοι των ευρωπαϊκών δασικών σχολών, δε γινόταν de facto δεκτοί στην ελληνική δημόσια διοίκηση, αλλά υποβάλλονταν σε εξετάσεις μέσω διαγωνισμού προκειμένου να διορισθούν. Με τον τρόπο αυτό κρινόταν ως προς την επάρκεια των γνώσεών τους και ως προς την ικανότητά τους να εισαχθούν στη δασική διοίκηση, μέσα από ένα –φαινομενικά τουλάχιστον– αντικειμενικό σύστημα επιλογής. Βλέπουμε δηλαδή πως, για την ελληνική πολιτεία το αποκτημένο στην Εσπερία πτυχίο δεν ήταν ικανό από μόνο του να κατοχυρώσει γνώση και ικανότητα στον κάτοχό του, στο προοριζόμενο από το πτυχίο έργο, αλλά έπρεπε ν’ αποδειχθεί η επάρκεια και η ικανότητα του υποψηφίου με την εξέτασή του.

    Οι εξετάσεις αυτές ήταν απαιτητικές κι επίπονες, όπως διηγείται σχετικά κι ένας εκ των διαγωνιζομένων, ο εμβληματικός δασολόγος Αναστάσιος Στεφάνου («έπρεπε να έχεις πολύ καλό επίπεδο γνώσης, για ν’ ανταπεξέλθεις», έλεγε), και αρκετοί εκ των συμμετεχόντων απορρίπτονταν. Την επιτροπή κρίσης του διαγωνισμού, που τη συγκρότησή της αποφάσιζε ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, αποτελούσαν τρεις ανώτεροι υπάλληλοι του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και δύο Επιθεωρητές Δασών. Οι εξετάσεις ήταν γραπτές και προφορικές. Οι γραπτές, κοινές για όλους τους υποψήφιους, αφορούσαν στ’ αντικείμενα της δασοκομίας, της υλοχρηστικής, της υλωρικής, της δασικής κλιματολογίας και της δασικής εδαφολογίας. Ενώ οι προφορικές εξετάσεις αφορούσαν σε όλα τ’ αντικείμενα της δασολογίας, και κάθε υποψήφιος εξετάζονταν κατά μόνας επί 20 λεπτά της ώρας με μέλος της επιτροπής, το οποίο είχε αναλάβει εκ των προτέρων συγκεκριμένα αντικείμενα εξέτασης, μετά από συμφωνία με τ’ άλλα μέλη. Όλα τα παραπάνω προβλεπόταν στο Βασιλικό Διάταγμα της 31ης Ιανουαρίου 1915 «Περί των υπό του νόμου 559 της 31ης Δεκεμβρίου 1914 προβλεπομένων εξετάσεων διά τον διορισμόν εις την δασικήν υπηρεσίαν τελειοφοίτων ανωτέρων ευρωπαϊκών δασικών σχολών».

    Χρειάσθηκε δε να φτάσουμε στο έτος 1911, όπου με  το νόμο ΓΩΙΘ «Περί του κατωτέρου προσωπικού της υπηρεσίας δασών» ν’ απαγκιστρωθεί η Υπηρεσία Δασών από τη χωροφυλακή, με τη δημιουργία Πρότυπων Δασαρχείων και του Δασοκομικού Τμήματος του Γεωργικού Σταθμού Βυτίνης, όπου εκεί εκπαιδεύεται το κατώτερο προσωπικό της δασικής υπηρεσίας (αρχιφύλακες και δασοφύλακες), το οποίο τη στελεχώνει στις περιφέρειες της χώρας, έχοντας καθήκοντα αστυνόμευσης και φύλαξης του δασικού χώρου. Σε αυτούς, σύμφωνα με το νόμο ΓΠΟΕ/1911 (άρθρον μόνον) χορηγείται οπλισμός και μηνιαίο επίδομα για ιματισμό.

    Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

    ________________________________________________________________________________________________________

    Το Δάσος στο δίκαιό του (2°) 

    Μια επιλογή δασικών διατάξεων, ένα απάνθισμα πολιτικών (2ο από το 4ο)

    Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου »»
    ________________________________________________________________________________________________________

    Το Δάσος στο δίκαιό του (3°)

    Μια επιλογή δασικών διατάξεων, ένα απάνθισμα πολιτικών (3ο από το 4ο)

    Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου »»

    ________________________________________________________________________________________________________

    Το Δάσος στο δίκαιό του (4°)

    Μια επιλογή δασικών διατάξεων, ένα απάνθισμα πολιτικών (4ο από το 4ο)

    Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου »»

    dasika xronika copy

     
  • lithari 10:18 am on 19/08/2015 Μόνιμος σύνδεσμος | Απάντηση  

    Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ (Α΄)… Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ (Β΄)…ΕΝΑ ΣΤΑ ΤΡΙΑ ΔΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΑ??? ΔΑΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ …Ν Ο Μ Ο Σ 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και των …] Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ∆ΑΣΩΝ…ν. 3208/2003 – Περιβαλλοντική Πολιτική…»Προστασία των δασικών οικοσυστημάτων … 

    Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ (Α΄)

    idioktisia


    «-Τι χρειαζόμαστε το μάθημα αυτό;
    -Για να μετρούμε τη γη.
    -Μα την κάθε γη;
    -Βεβαιότατα.
    -Ε, τότε θαυμάσια, αξίζει να μάθει κανείς γεωμετρία,
    αφού όλος ο κόσμος χρειάζεται μοιρασιά».

    («Νεφέλες», Αριστοφάνης)

    Η γαιοκτησία στη χώρα μας υπήρξε μια άβυσσος κλονισμού και συμβατικότητας· εν επακολούθημα της διαμορφωθείσης γεωμέτρησης και ιδιόκτησης του ελληνικού χώρου, μα και το αποδέλοιπο λίθινων καιρών. Η ελληνική γη μοιράστηκε πριν καν θεωρηθεί, και το ελληνικό κράτος έστρεξε κι επαύξησε ωσά κεραστής της γης του. Οι προθέσεις γίνηκαν συναινέσεις κι εχάθη γη πολύτιμη, εθνική, η οποία αποδόθη αντίς να κρατηθεί, διότι τούτο απαιτούσαν οι Συνθήκες κι όχι οι συνθήκες της ζωής, και το διαμόρφωσαν οι εν συνεχεία στη χώρα μας καταστάσεις. Γαιοκτήμονες αίφνης ανεφάνησαν, σε μια χώρα με άγνωστο τέτοιο παρελθόν, και δάση αποτέλεσαν αντικείμενο συναλλαγής, ώσπου στο τέλος, πολλά από αυτά, αναθεωρήθηκαν και διαγράφηκαν από τέτοια, αφού προορίστηκαν για έτερους σκοπούς, ασύμβατους με το δασοπονικό. Έχει βάθος η ιστορία της γαιοκτησίας στη χώρα μας, άραχλη θα τη λέγαμε και με πολύ θρασίμι στην πορεία της, που άγνωρη αφέθηκε για να μην εγνωστεί και αναθεωρηθεί από τον ανυποψίαστο λαό, έτσι που σήμερα, συντελεσμένη πια, να τη θεωρούμε στη διαμόρφωσή της. Η ιδιοκτησία στα δάση, αν και ξέχωρη της λοιπής γαιοκτησίας λόγω της ιδιαιτερότητάς της, ακολούθησε εντούτοις −στο βαθμό που προσπαθήθηκε− την πορεία της κι ερίχθη στο ίδιο χαντάκι της κοινής ροής στην ιδιωτικοποίηση, έχοντας ξαστοχαστεί από το δημόσιο σκοπό της ως κοινόχρηστο πράγμα −«όμορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος», όπως έλεγε με βαθύ σαρκασμό ο Διονύσιος Σολωμός («Εις Φραγκίσκα Φράϊζερ»), στο με νόημα και διαχρονικό του στίχο. Ας τα δούμε αυτά, κάμοντας την αποτίμησή τους.

    1

    Μεγάλη ή μικρή η γαιοκτησία στην Ελλάδα;

    Στην Ελλάδα, κατά κανόνα δεν είχαμε μεγάλη ιδιοκτησία γης, γενικώς υπήρξαν μικροί κλήροι –εξαίρεση αποτέλεσαν οι μεγάλες γαιοκτησίες που διαμορφώθηκαν στην Παλαιά Ελλάδα, με τον τον τρόπο που θα δούμε παρακάτω, καθώς και τα τσιφλίκια της Θεσσαλίας, όπου 250 τσιφλικούχοι διαφέντευαν τη γη, όπως και της Μακεδονίας και της Ηπείρου, που κι αυτά αφομοιώθηκαν σε μικρότερους κλήρους με τις απαλλοτριώσεις που συντελέστηκαν υπέρ κληρούχων, κυρίως με την αγροτική μεταρρύθμιση του Ελευθέριου Βενιζέλου την περίοδο 1910-1920. Τούτο το γεγονός, η ύπαρξη δηλαδή μικρού κλήρου, θεωρήθηκε κατά τους ιστορικούς αναλυτές ως ένας από τους λόγους της οικονομικής υστέρησης της χώρας μας και της μη ανάπτυξής της, εξαιτίας της μη συγκέντρωσης κεφαλαίων από την εκμετάλλευση της γης, ώστε αυτά να επενδυθούν σε άλλους κρίσιμους οικονομικούς τομείς, που αποφέρουν μεγάλα έσοδα, όπως στη βιομηχανία (μάλιστα, τούτο υποστηρίζεται −και διδάσκεται στα ελληνόπουλα!− και στο σχολικό βιβλίο της «Πολιτικής Παιδείας», της Α΄ Λυκείου, του σχολικού έτους 2014-2015, σελ. 26). Προχωρώντας πιο βαθιά, μια τέτοια θέση εδράζεται στη λογική της εκμετάλλευσης του μικροαγρότη από το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο τον θέλει εγκλωβισμένο στην αυτάρκειά του, ούτως ώστε να εκμεταλλεύεται την εργασία του και την παραγωγή του. Με τον τρόπο αυτό ο μικροαγρότης, ο κάτοχος της μικρής οικογενειακής μονάδας γης, δεν εξελίσσεται και δε συνεισφέρει στην οικονομία διότι βρίσκεται δεσμευμένος στην ανάγκη της επιβίωσής του, ενώ αντίθετα ο καπιταλιστής πλουταίνει −έχοντας πριν, διατηρουμένης αυτής της κατάστασης, εξαφανίσει τον «αντίπαλό του» μεγαλοϊδιοκτήτη γης−, εκμεταλλευόμενος τις συμπιεσμένες τιμές των αγροτικών προϊόντων και πουλώντας την υποδομή της αγροτικής παραγωγής, αποθησαυρίζοντας έτσι, παρά επενδύοντας −και συνεπώς, μη συνεισφέροντας στην εθνική οικονομία.

    Η θέση αυτή μάς βρίσκει αντίθετους, κατά πρώτον ως προς την οικονομική θεώρησή της, αφού η ανάπτυξη τομέων της οικονομίας απορρέει από μια κεντρική πολιτική, η οποία οφείλει να καθορίσει τις επιμέρους πολιτικές στα πλαίσια της συνύπαρξης και του συγκερασμού των οικονομικών δραστηριοτήτων, κι όχι της απόρριψης των μεν υπέρ των δε, προστατεύοντας μάλιστα, με τις κατάλληλες πολιτικές, τον μικροϊδιοκτήτη γης από το σύστημα της αγοράς, που εκμεταλλεύεται αυτόν. Κατά δεύτερον, κατά την πολιτική θεώρηση του ζητήματος, μια τέτοια θέση οδηγεί σε συγκέντρωση κεφαλαίων και σε πλουτισμό ολίγων μεγαλοϊδιοκτητών γης, οι οποίοι μετατρέπονται σε οικονομικούς επενδυτές, ενώ αποστερεί από τους καλλιεργητές την ελευθερία στην εργασία και το δικαίωμα να εκτεθούν και ν’ αυτοδιατεθούν, που θα είχαν με την ελεύθερη και μη δουλική χρήση της γης τους, καθότι αυτοί, υπηρετώντας την εργοδοτική εργασία και όχι τη δική τους, μετατρέπονται σε εργάτες στη μεγαλοϊδιοκτησία ή γίνονται βιομηχανικοί εργάτες ή υπάλληλοι. Το ζήτημα είναι ν’ απεγκλωβιστούν από τη λογική της αυτάρκειας, που τους οδηγεί στην εκμετάλλευσή τους από την αγορά, επεκτεινόμενοι σε επιχειρηματικές λογικές σ’ ότι αφορά στην εμπορία και διακίνηση των προϊόντων τους.

    Η μεγαλοϊδιοκτησία γης λοιπόν, δεν ενθαρρύνθηκε στην Ελλάδα και δεν προωθήθηκε πολιτικά, κάτι που στην υπόλοιπη Ευρώπη αποτελούσε θεσμική κατάσταση, με τους φεουδάρχες να ορίζουν τη γη −ο φεουδαλισμός ως σύστημα καθιερώθηκε το 490 με γραπτούς νόμους στη Γαλλία, με την επικράτηση των Φράγκων, μετά την κατάλυση του προηγούμενου λαϊκού κοινοκτητικού συστήματος γαιών. Η μεταφορά του φεουδαλικού συστήματος στην Ελλάδα έγινε μετά το 1204, όταν οι ευρωπαίοι σταυροφόροι φεουδάρχες κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη και κατέλυσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Διατηρήθηκε μέχρι το 1453 που έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, οι οποίοι διέλυσαν τα φέουδα, αλλά τα αντικατέστησαν από τα τιμάρια και δημιούργησαν τα πασαλίκια.

    Οι βάσεις για τη μη ενθάρρυνση της μεγάλης γαιοκτησίας στην Ελλάδα τέθηκαν με την εισαγωγή στο νέο ελληνικό κράτος του ρωσο-γερμανικού νομικού πλαισίου στις σχέσεις της γης, αρχικώς επί Καποδίστρια και εν συνεχεία από τους Βαυαρούς, όπου το κράτος γίνεται κύριος της γης που δε διεκδικείται. Ο Καποδίστριας, που πρώτος κυβέρνησε την Ελλάδα, δεν πρόλαβε να διαμορφώσει πολιτική γύρω από το εν λόγω ζήτημα με αντίστοιχη νομοθέτηση (σε αντίθεση με τους Βαυαρούς που νομοθέτησαν), λόγω της δολοφονίας του. Όμως αυτός, στο πρώιμο εκείνο στάδιο, κάλεσε Έλληνες μεγαλοκεφαλαιούχους του εξωτερικού ν’ αγοράσουν τη γη των αποχωρησάντων Οθωμανών, αφού δε μπορούσε να την αγοράσει το κράτος και να την κάμει εθνική, ενώ διαμοίρασε και εθνική γη προνομιακά σε κάποιους οπλαρχηγούς (τιμής ένεκεν!), κατηγορούμενος για τούτο, ότι δηλαδή έδειξε εύνοια στους οπλαρχηγούς έναντι των απλών κι άδολων αγωνιστών! Ο Καποδίστριας, παρά την προσπάθειά του ώστε οι εκτάσεις των αποχωρησάντων Οθωμανών να μην περιέλθουν σε ξένα χέρια −προσπάθησε μάλιστα να λάβει η ελληνική κυβέρνηση δάνειο από το εξωτερικό ύψους 300.000 σκούδων, για την αγορά των τουρκικών κτημάτων στην Αττική, απευθυνόμενος στις Μεγάλες Δυνάμεις, κάτι που δεν επιτεύχθηκε−, εντούτοις ανέχθηκε τις μεταβιβάσεις σημαντικών εκτάσεων στην Αττική σε ξένους κεφαλαιούχους, όπως στον Άγγλο ιστορικό Τζωρτζ Φίνλεϋ ή στη Δούκισσα της Πλακεντίας, όπως και στην Εύβοια στον Έντουαρντ Νόελ Μπέκερ, συγγενή του Λόρδου Βύρωνα.

    Ο Κυβερνήτης συνέστησε τριμελή Επιτροπή επί των εκποιήσεων, με έργο να ελέγχουν αυτές και να εισηγούνται την επικύρωση των πωλητηρίων. Ο υπεύθυνος όμως της ελληνικής πλευράς για τις επικυρώσεις γερουσιαστής από το Άργος Δημήτριος Περρούκας παραιτήθηκε της αποστολής του (αν και επίσημα δεν τέθηκε ως παραίτηση, αλλά ως αποχώρηση), θέτοντας αρχικώς ζήτημα πλήρους ανυπαρξίας δικαιωμάτων των Τούρκων στην Αττική, αφού την είχαν εγκαταλείψει ήδη από το 1822 και συνεπώς το 1830, που ορίζονταν από το Πρωτόκολλο της 3ης/15ης Φεβρουαρίου 1830 ως χρόνος κατοχής της γης, δεν υπήρχε ιδιοκτησία, και ακολούθως θέτοντας ζήτημα κυριότητας στα δάση, στις χορτολιβαδικές και ελώδεις εκτάσεις, αφού τέτοιο δικαίωμα δεν απέρρεε από το οθωμανικό δίκαιο −ο ρόλος του Περρούκα ήταν να επικυρώνει τα πωλητήρια που εξέδιδε ο Χατζή Ισμαήλ μπέης (ο εκπρόσωπος από την τουρκική πλευρά), μετά από εισήγηση της Ειδικής Επιτροπής που συνεστήθη από τον Καποδίστρια για το σκοπό αυτό. Εάν εφαρμοζόταν αυτό που υποστήριζε ο Περρούκας, σε σχέση με την πλήρη ανυπαρξία δικαιωμάτων των Οθωμανών στην Αττική, θα σταματούσαν οι αγοραπωλησίες και τότε δε θα περιέρχονταν η Αττική στο ελληνικό κράτος, λόγω της μη συντέλεσης του επιβαλλόμενου όρου από τη Συνθήκη, της ολοκλήρωσης δηλαδή των αγοραπωλησιών. Για το λόγο τούτο ο Καποδίστριας επέπληξε τον Περρούκα κι αυτός αναγκάστηκε να υπακούσει στις υποδείξεις, εξαιρώντας όμως από τα πωλητήρια τα δάση, τα βουνά και τις μεγάλες ακαλλιέργητες εκτάσεις.

    Οι πραγματοποιηθείσες μέχρι την 25η Νοεμβρίου 1830 αγοραπωλησίες στην Αττική,  έφθαναν τις 365 και γι’ αυτές, κατ’ απαίτηση των Οθωμανών πωλητών, είχε καταβληθεί ήδη ολόκληρο το τίμημα από ισχυρούς κεφαλαιούχους, οι οποίοι πίεζαν για την επικύρωσή τους. Όμως, σε καμιά από τις αγοραπωλησίες που πραγματοποιήθηκαν δεν προσεκομίσθησαν πιστοποιητικά ιδιοκτησίας από Οθωμανούς, αφού κατά δήλωσή τους αυτά καταστράφηκαν στην κατάληψη της Ακρόπολης από τους Έλληνες το 1822 (είναι γνωστό ότι οι Τούρκοι κατοικούσαν στο βράχο της Ακρόπολης, όπου είχαν εγκαταστήσει τουρκικό χωριό). Επίσης, δεν προσεκόμισαν ποτέ το τουρκικό κτηματολόγιο, το οποίο επικαλούνταν ως αποδεικτικό στοιχείο της ιδιοκτησίας τους. Για την απόδειξη της ιδιοκτησίας τους χρησιμοποιούσαν μόνο Οθωμανούς μάρτυρες. Σύμφωνα με τον έμπιστο του Καποδίστρια Ελβετό τραπεζίτη Εϋνάρδο, οι Τούρκοι δε θα αποχωρούσαν από την Αττική εάν δεν πωλούσαν πρώτα τις ιδιοκτησίες τους, οι οποίες εμφανίζονταν να είναι τεράστιες, καταλαμβάνοντας σχεδόν όλη την Αττική, για την οποία δεν απέμενε −κατ’ αυτόν− δημόσια γη! Τούτο, κατά τον Σούτσο ήταν υπερβολή, αφού όπως αποδείχτηκε σ’ ένα ποσοστό της αττικής γης αναγνωρίσθηκε ιδιοκτησία (Σούτσος Ι., «Πλουτολογία», Αθήναι 1868, σελ. 35).

    Με δεδομένο ότι οι αγοραπωλησίες έπρεπε να ολοκληρωθούν με την επικύρωσή τους, για να γίνει η μετάβαση της Αττικής στο ελληνικό κράτος, επιταχύνθηκε μ’ εντολή του ίδιου του Καποδίστρια το έργο της Επιτροπής, κι αφού αποχώρησε στις 18 Φεβρουαρίου 1831 ο Περρούκας, που φαίνεται ν’ αποτελούσε εμπόδιο στη διαδικασία, αυτές ολοκληρώθηκαν με σχεδόν συνοπτικές διαδικασίες, Έτσι περιήλθε η Αττική κατά το μεγαλύτερο μέρος της στην κυριότητα μεγαλοϊδιοκτητών, εμφανιζόμενοι αυτοί να κατέχουν τίτλους για αγροτικές αλλά και δασικές γαίες −παρά την αρχική ένσταση του Περρούκα−, οι οποίοι αποτέλεσαν τους γαιοκτήμονες της Αττικής γης (ανάλογη κατάσταση διαμορφώθηκε και στην Εύβοια). Η αντικατάσταση του Περρούκα από Επιτροπή γερουσιαστών (Αινιάν, Δημητρακόπουλος, Χαραλάμπης) ήταν το κλειδί που όπως φαίνεται «ξεκλείδωσε» τις αγοραπωλησίες, αφού η επικύρωσή τους πλέον απελευθερώθηκε, με τη συμπερίληψη σε αυτές κάθε δηλωμένης γης, καλλιεργήσιμης και μη! Η δικαιολογία ως προς τη συγκεκριμένη μεθόδευση από μέρους του Κυβερνήτη ήταν ότι έπρεπε να περιέλθουν οι περιοχές αυτές στο ελληνικό κράτος το συντομότερο, καθώς χρόνος ως προς τούτο δεν υπήρχε, αφού προϋπόθεση για τη μετάβασή τους στην ελληνική επικράτεια ήταν να ολοκληρωθούν οι αγοραπωλησίες. Με τον τρόπο αυτό, αν και δεν επιθυμούσε ο Καποδίστριας να δημιουργηθεί μεγάλη γαιοκτησία στην Ελλάδα, και προσπάθησε να το αποτρέψει, εντούτοις ενέδωσε στο καθεστώς που διαμορφώθηκε (που, κατ’ ουσίαν, επιβλήθηκε) και δημιουργήθηκε μεγάλη γαιοκτησία, προκειμένου να περιέλθουν οι περιοχές της χώρας που δεν καταλήφθηκαν δικαιώματι πολέμου από τους Έλληνες στο νέο ελληνικό κράτος. Είναι χαρακτηριστικά ως προς τούτο τα λόγια του Καποδίστρια: «Τα γεγονότα εκείνων των ημερών αρκούσαν για ένα αιώνα»!

    Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατούσε σε σχέση με τις μεταβιβάσεις της ελληνικής γης μέσω των αγοραπωλησιών, η οποία γη μετέπτειπτε (ή υπήρχε ο φόβος να μεταπέσει) σε χέρια ξένα, είναι η θέση που πήραν οι εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης στην Επιτροπή επικύρωσης των αγοραπωλησιών για την Αττική και την Εύβοια Ι. Μίσσιος και Κ. Μάνος, στην έκθεση της 29ης Νοεμβρίου 1832, ότι, «αι ελληνικαί γαίαι θέλουν καταντήσει όλαι εις χείρας αλλοεθνών, χωρίς να δυνηθώσιν οι κάτοικοι ν’ αγοράσωσι το παραμικρώτερον και θέλει μείνωσιν ούτω ξένοι εις πατρώαν γην». Ζητούσαν δε, μεταξύ των άλλων, να δοθούν χρηματικά δάνεια στους αγρότες, για ν’ αγοράσουν οι ίδιοι τη γη τους κι έτσι αυτή να μείνει σ’ ελληνικά χέρια. Παρά τη θέση τους αυτή οι παραπάνω κατηγορήθηκαν ότι ενεργούσαν υπέρ της μεγάλης ιδιοκτησίας των Ελλήνων κεφαλαιούχων κι αφήνονται υπόνοιες ότι τούτο γινόταν με τη συναίνεση ή την προτροπή του Κυβερνήτη, για να μην περιέλθει η ελληνική γη σε ξένους.

    Αναφέρει σχετικά για τη στάση του Καποδίστρια στο ζήτημα της εθνικής περιουσίας ο ιστορικός Αναστάσιος Τσάλτας: «…τον Απρίλιο του 1828 διάταξε να γίνει απογραφή όλων των κατοίκων της χώρας κατά επάγγελμα, δηλαδή των κτηματιών, των γεωργών, των ποιμένων, των εργατών, των ναυτών, των εμπόρων και παράγγειλε στους κατά τόπους Επιτρόπους της επικρατείας να ερευνήσουν και να εξακριβώσουν τα χτήματα που ανήκουν στο έθνος, τη φύση, την έκταση, την τιμή και τον τρόπο που διατέθηκαν έως τότε από την προηγούμενη κυβέρνηση (κατά κανόνα σε κοτζαμπάσηδες και σε κεφαλαιούχους του εξωτερικού), όσα είχαν διατεθεί, γιατί κανένα σφετερισμό δε θα ανεχόταν η κυβέρνηση από τον αναζωογοννητικό αυτό κλάδο του δημοσίου πλούτου. Η παραγγελία αυτή, που ήταν το πρώτο βήμα του Καποδίστρια για να βρει τρόπο ν’ αποκαταστήσει τους ακτήμονες, προσέκρουσε σε διάφορα συμφέροντα και δεν επιτευχθηκε η εκτέλεσή της» (Τσάλτας Αν., «Το ελληνικό αγροτικό πρόβλημα από την αρχαιότητα έως σήμερα», ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1977, σελ. 55).

    Διαπιστώνουμε εκ τούτων ότι, αφενός οι αρχόντοι επί Τουρκοκρατίας, δηλαδή οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες, που αποτέλεσαν μαζί με τους κεφαλαιούχους του εξωτερικού τους πλουτοκράτες τότε στη χώρα μας, είχαν ήδη «βάλει χέρι» στην εθνική γη, ενώ διακρίνουμε και την αγωνία του Κυβερνήτη για τους ακτήμονες Έλληνες, ψάχνοντας τρόπο να τους αποκαταστήσει χωρίς να θιγεί σημαντικά η δημόσια ακίνητη περιουσία. Δεν ήταν ανάλγητος δηλαδή ως προς το λαό, όπως λέγεται, όμως δεν ήθελε να διασκορπίσει την εθνική γη, που αποτελούσε το (μοναδικό) πλούτο της χώρας. Βλέπουμε έτσι να λαμβάνει στοχευμένα μέτρα υπέρ των ακτημόνων, αρχικά αναγνωρίζοντας την ιδιοκτησία των κολλήγων στις οικίες και στις καλύβες όπου κατοικούσαν, καθώς και στο γήπεδο όπου υφίσταντο αυτές οι κατασκευές, ενώ παραχωρήθηκε και σε κάθε ελληνική οικογένεια γη 4.000 φοινίκων, πληρωτέων προς τόκο 4% σε διάστημα 33 ετών, που δε θεωρήθηκε επαρκής και εξακολούθησαν οι γκρίνιες −χωρίς όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο σχετικός εφαρμοστικός νόμος να προωθηθεί λόγω της δολοφονίας του Καποδίστρια.

    Εθνική ή ιδιωτική η γαιοκτησία στην Ελλάδα;

    Το γεγονός ότι το 74,1% της δασικής ιδιοκτησίας στην Ελλάδα είναι σήμερα δημόσια («Πρώτη Εθνική Απογραφή Δασών», ΓΓΔ&ΦΠ, Υπουργείο Γεωργίας 1992), ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, όπως και το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν καλλιεργήθηκε η ιδέα του γαιοκτημονισμού και δεν υπήρξαν μεγαλοϊδιοκτήτες γης που να κατέχουν δάση και καλλιεργήσιμη γη χιλιάδων στρεμμάτων, όπως συνέβαινε (και συμβαίνει) στη Δυτική Ευρώπη, το οφείλουμε στην εθνικοποίηση της ελληνικής γης που πραγματοποιήθηκε με τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους εν πρώτοις και με την απαλλοτρίωση των δημιουργηθέντων μεγαλοϊδιοκτησιών στη συνέχεια.

    Το κράτος δεν εκπλειστηρίασε, ούτε διένειμε εθνική γη και την κράτησε ως εθνικό κεφάλαιο, τα λεγόμενα «εθνικά κτήματα»· και τούτο αποτέλεσε το βασικό παράπονο των αγωνιστών, οι οποίοι ζητούσαν γη για καλλιέργεια, αλλά προκάλεσε και τη μήνη των κεφαλαιούχων, που απέβλεπαν στην εξαγορά της γης για ίδιον όφελος. Τα εθνικά κτήματα υπολογίζονταν σε 6 εκατ. στρέμματα (Σούτσος Ιωάν., «Πλουτολογία», Αθήναι 1868, σελ. 56), και απαιτήθηκε από τους αγωνιστές αυτά να διανεμηθούν καθώς κατά τη στρατολόγησή τους το Μάιο του 1822 τούς είχαν υποσχεθεί ένα στρέμμα γης για κάθε μήνα υπηρεσίας στον ελληνικό στρατό. Είναι χαρακτηριστικό το επεισόδιο μεταξύ Πλαπούτα και Μακρυγιάννη, που το εξιστορεί ο τελευταίος στα «Απομνημονεύματά του», όταν του πήγαν να υπογράψει παραχωρητήριο γης στην Αττική υπέρ του πρώτου, για την προσφορά του στον Αγώνα, και αρνήθηκε να το υπογράψει λέγοντας με τη γνωστή αθυροστομία του: «Πήγαινε ωρέ στη χέστρα, πασάλιψέ το καλά και γύρισέ το πίσω, και πες του ότι εμείς θέλουμε να διώξουμε τον Τούρκο, και όχι να βάλουμε νέους Τούρκους στο κεφάλι μας». Βέβαια, παρά τα όσα έλεγε ο Μακρυγιάννης, που δείχνουν εναρμόνιση με την πολιτική του Καποδίστρια στο ζήτημα των γαιών, να παραμείνει δηλαδή η ελληνική γη ως εθνική, και παρά το συνεχές παράπονό του ότι αδικούνταν σε σχέση με τι πρόσφερε στην Αγώνα και τι πήρε, ο ίδιος θεωρούνταν από τους ευνοημένους των διανομών, αφού πήρε γη όταν άλλοι αποκλείστηκαν.

    Παρενέβησαν τότε, ως προς την απαίτηση των αγωνιστών για διανομή της γης, οι ολιγαρχικοί, οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες, οι οποίοι απαίτησαν τη διάθεση των εθνικών κτημάτων με δημοσπρασία, καθότι με τον τρόπο αυτόν η γη θα περιέρχονταν σε αυτούς, που είχαν τα χρήματα για να την αγοράσουν. Η ομάδα των «δημοτικών» όμως, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη αντέδρασε στην εκποίηση της εθνικής γης, γιατί με τον τρόπο αυτό οι απλοί αγωνιστές δε θα έπαιρναν στρέμμα γης, κι έτσι η γη παρέμεινε εθνική δυνάμενη μόνο να μισθωθεί για καλλιέργεια, ούτως ώστε να μπουν στο κρατικό ταμείο χρήματα. Οι μισθώσεις έγιναν από τους προκρίτους και τους κοτζαμπάσηδες, που είχαν την οικονομική δυνατότητα γι’ αυτό, με γαιόμορο 30% και 25% της σοδειάς, και −φυσικά!− περιήλθαν στη συνέχεια στην κυριότητά τους −υπολογίζεται ότι με τον τρόπο αυτό περίπου 10 εκατ. στρ. πέρασαν στα χέρια γαιοκτημόνων, πολύ δηλαδή περισσότερα από τις εθνικές γαίες, που ήταν οι δυνάμενες να καλλιεργηθούν εκτάσεις, κάτι που περίτρανα αποδεικνύει, διατηρούμενου και του σημαντικότερου μέρους των εθνικών γαιών, ότι σε αυτά τα στρέμματα συμπεριελήφθησαν και δασικά εδάφη, τα οποία καταπατήθηκαν και έγιναν μέρος της ακίνητης περιουσίας των κοτζαμπάσηδων-γαιοκτημόνων! Η διατήρηση της γης ως εθνικής «οφέλησε» για το λόγο ότι χρησιμοποιήθηκε ως υποθήκη για τη σύναψη των δύο πρώτων (θαλασσο)δανείων της χώρας. Στην υποθηκευμένη γη των εθνικών κτημάτων περιλαμβανόταν και δάση. Αυτά συνέβησαν πριν την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια, ο οποίος βρήκε υποθηκευμένη εθνική γη για να διαχειριστεί! Έπρεπε και για το λόγο αυτό λοιπόν να κρατήσει τη γη ως εθνική, διότι ήταν δεσμευμένη βάσει των δανείων!

    Οι Βαυαροί, χάρη στον εμβριθή νομομαθή Γκέοργκ Μάουρερ (μέλους της Αντιβασιλείας), όχι απλά σεβάστηκαν το καθεστώς της εθνικοποίησης της γης που τους παραδόθηκε, αλλά το εδραίωσαν με ανάλογη νομοθέτηση. Και τούτο, παρά τα κρατούντα στη χώρα τους, τη Βαυαρία, όπου η μεγάλη γαιοκτησία ανήκε σε ευγενείς. Δικαιολογείτο αυτό από το γεγονός ότι στο νέο ελληνικό κράτος (στην Παλαιά Ελλάδα αρχικά, ακολούθησε το ίδιο καθεστώς και επόμενα, για περιοχές που προσαρτούνταν στο ελληνικό κράτος) η γη περιήλθε ως δημόσια, ως αποτέλεσμα της διαδοχής από τον Τούρκο κατακτητή, και δεν αποτελούσε ιδιοκτησία προσώπων, ώστε δικαιωματικά να τους ανήκει –δεν υπήρχε τέτοιο παρελθόν, για να γίνει σεβαστό, λόγω του επί αιώνες Τούρκου κατακτητή, που διαμόρφωσε γαιοκτητικές σχέσεις στον ελληνικό χώρο με βάση το οθωμανικό δίκαιο. Βέβαια, όταν η γη αυτή ανήκε κάπου, δύναντο βάσει των Συνθηκών και του νομικού πλαισίου που ρύθμιζε τις σχέσεις κράτους και πολιτών στα θέματα γης, να τύχει αγοραπωλησιών και γινόταν σεβαστή η ιδιοκτησία (θα δούμε τη διαδικασία παρακάτω). Δεν άφησαν επίσης οι Βαυαροί (όπως εξάλλου και ο Καποδίστριας) το κράτος να διαμορφώσει κάστα ευγενών στην Ελλάδα, μέσω της δημόσιας γαιοκτησίας –δε πώλησαν δηλαδή δημόσια γη σε κεφαλαιούχους, για ν’ αποκομισθούν κρατικά έσοδα–, αλλά κράτησαν τη γη ως βασικό και (όπως δια των χρόνων αποδείχθηκε) ανεκτίμητο περιουσιακό στοιχείο του κράτους –βέβαια, ούτε διαμοίρασαν γη στους αγωνιστές, και τούτο τους έκαμε να στραφούν εναντίον τους (για όλα αυτά βλέπε στο μνημειώδες έργο του Μάουρερ για την Ελλάδα και τους Έλληνες: «Ο ελληνικός λαός», εκδόσεις αφοί Τολίδη, Αθήνα 1976). Όμως, μολαταύτα, γαιοκτήμονες δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα με τις αγοραπωλησίες που συντελέστηκαν και επικυρώθηκαν από το ελληνικό κράτος! Αργότερα, στα 1871, διαμοιράστηκε για πρώτη φορά εθνική μη δασική γη σε καλλιεργητές, ικανοποιώντας το πάγιο αίτημα των άκληρων Ελλήνων ν’ αποκτήσουν γη για βιοπορισμό. Ως δημόσια παρέμειναν και τα δάση της χώρας μέχρι να διαρρυθμιστούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας επί αυτών, που επακολούθησε με σχετική νομοθέτηση.

    Λέγει πάνου σε τούτα ο καθηγητής-πανεπιστημιακός Κώστας Βεργόπουλος: «Γενικώς, το ελληνικό κράτος, εθνικοποιώντας τη γη στα 1828, εμφανίζεται ως πρωτοποριακό μεταξύ των σύγχρονων καπιταλιστικών κρατών, επί του θέματος της γαιοκτησίας. Ομοίως, η εν συνεχεία διανομή της εθνικοποιημένης γης στα 1871 (επί Αλέξανδρου Κουμουνδούρου) δεν ήταν παρά μια λογική συνέπεια του ίδιου θεμελιώδους κρατικού προσανατολισμού: η διανομή της γης, κατακερματισμένης σε μικρούς οικογενειακούς κλήρους, δεν ήταν αντίθετη με την προηγηθείσα εθνικοποίηση, αλλά μάλλον μια ρεαλιστική εφαρμογή της ίδιας αρχής. Ο κοινός στόχος και στις δυο περιπτώσεις ήταν να περιοριστεί η μεγάλη γαιοκτησία. Η πρόοδος της μικρής οικογενειακής επιχείρησης, ισοδυναμώντας με μια de facto εθνικοποίηση της γης, είχε ακόμη ως συνέπεια την ευρύτερη εθνικοποίηση της αγροτικής οικονομίας, στο σύνολό της, θεωρούμενης ως όλου. (…) Το ελληνικό κράτος, είτε εθνικοποιώντας τη γη στα 1828, είτε διανέμοντάς την στα 1871, ετήρησε πάντα μια καθαρώς δύσπιστη και εχθρική στάση απέναντι της μεγάλης γαιοκτησίας και του αγροτικού καπιταλισμού εν γένει. Εκ παραλλήλου, το κράτος ευνόησε πάντα την κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, δια μέσου του προνομιούχου χώρου της αγοράς, επί τη βάσει της μικρής οικογενειακής επιχείρησης και ιδιοκτησίας» (Βεργόπουλος Κ., «Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας», εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1975, σελ. 115).

    Οι προκύψαντες στη συνέχεια τσιφλικούχοι και μεγαλοϊδιοκτήτες γης (θα δούμε τον τρόπο δημιουργίας τους παρακάτω), έχασαν τα προνόμια στη γη που κατείχαν, όταν το κράτος προχώρησε σε αναγκαστικές απαλλοτριώσεις γι’ αποκαταστάσεις ακτημόνων, κτηνοτρόφων και πολιτών στερουμένων οικίας. Με τον τρόπο αυτό έχασαν μέρος από την οικονομική και την συνακόλουθη πολιτική δύναμή τους, που τους πρόσφερε η μεγάλη ιδιοκτησία που κατείχαν, και αποδυναμώθηκαν −συνεπώς, δεν είχαν μόνο κοινωνικό βάρος οι πολιτικές αυτές, αλλά και οικονομικο-πολιτικό, αφού έτσι «ανακατεύονταν η τράπουλα» των διαχειριστών της εξουσίας στη χώρα και επανακαθορίζονταν οι σχέσεις ως προς αυτήν −μιας εξουσίας που είχε άμεση σχέση με τη γη, αφού η κατοχή της προσέδιδε οικονομική και πολιτική δύναμη στον κύριό της. Πάντως πρέπει να επισημάνουμε ότι οι αποκαταστάσεις δε συντελέστηκαν «αναίμακτα» για τα δάση, αφού μόνο κατά τη γενόμενη αποκατάσταση το 1926 άλλαξαν χρήση περίπου 2 εκατ. στρ. δασών!

    Ειδικά για την Αττική όμως, πρέπει να πούμε ότι οι μεγαλοϊδιοκτήτες γης βγήκαν ισχυρά ωφελημένοι από τη διαμορφωθείσα κατάσταση, αφού η μεγάλη γαιοκτησία δε θίχτηκε τόσο από τις απαλλοτριώσεις, λόγω του μη προσανατολισμού της αττικής γης στην αγροτική οικονομία, αλλά και της μεγάλης κάλυψης της Αττικής από δάση (υπολογίζονταν στα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους σε ποσοστό 60% του συνόλου της Αττικής, σύμφωνα με στοιχεία του καθηγητή Πέτρου Κοντού στο σύγγραμμά του «Δασική Πολιτική ιδία εν Ελλάδι μετά στοιχείων Αγροτικής Πολιτικής», που στη συνέχεια, κατά τον δασολόγο Αναστάσιο Στεφάνου, κατήλθαν σε ποσοστό 31% στις αρχές του 20ου αιώνα!). Τα δάση, αν και δε δύναντο ν’ αποτελέσουν αντικείμενο συναλλαγής, μολαταύτα συμπεριελήφθησαν στις μεγάλες γαιοκτησίες. Επόμενα δε, και με δεδομένο ότι τα δάση εξαιρούνταν των απαλλοτριώσεων, απέμειναν ως ιδιοκτησία των μεγαλοϊδιοκτητών.

    Λέγει πάνου σε αυτά ο ιστορικός μελετητής του γαιοκτησιακού ζητήματος της Αττικής Θωμάς Δρίκος: «Κατά ένα περίεργο μάλιστα παιχνίδι της ιστορίας, μετά το 1950, τότε που στην Αττική άρχισαν να συγκεντρώνονται τεράστιες μάζες ελληνικού πληθυσμού, η μεγάλη γαιοκτησία του 1830, που είχε σχηματιστεί στα πλαίσια μιας αγροτικής κοινωνίας με βασικό στόχο τη γαιοπρόσοδο από την αγροτική παραγωγή και την κτηνοτροφία, κατόρθωσε και καρπώθηκε μια εκπληκτικά υψηλή γαιοπρόσοδο σαν οικοπεδική αξία πλέον. Για τούτο δεν είναι άμοιρη ευθυνών η άτολμη και δειλή πολιτική του ελληνικού κράτους στο ζήτημα των απαλλοτριώσεων από το 1917 και μετά, αλλά και η σωρηδόν ένταξη περιοχών στο σχέδιο πόλεως μετά το 1950, χωρίς την πρόβλεψη στοιχειώδους αντιπαροχής από μέρους της μεγάλης γαιοκτησίας σε ελεύθερη γη για κοινόχρηστους χώρους. Αλλά αυτά βέβαια είναι για μια άλλα φορά και για μια άλλη ιστορία. Ακόμη και σήμερα, και μάλιστα σήμερα, τα βουνά και τα δάση της Αττικής, η οικοπεδοποίησή τους και οι συχνές καταστροφικές πυρκαγιές, δεν είναι καθόλου άσχετες με τα ιδιωτικά συμφέροντα και δίκαια που προβάλλονται πάνω σε αυτά με την επίκληση των τότε χοτζετιών των Τούρκων αγάδων…» (Δρίκος Θ., «Οι πωλήσεις οθωμανικών ιδιοκτησιών της Αττικής 1830-1831», εκδόσεις Τροχαλία και Δήμος Γλυφάδας, Αθήνα 1994, σελ. 80-81).

    Πώς δημιουργήθηκαν γαιοκτήμονες στην Ελλάδα;

    Κατ’ εφαρμογήν των Συνθηκών που ρύθμιζαν τις σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου με τους Οθωμανούς που κατοικούσαν στην ελληνική επικράτεια, πραγματοποιήθηκαν αγοραπωλησίες από τους αποχωρήσαντες Οθωμανούς και τους (Έλληνες κεφαλαιούχους κατά βάσιν) αγοραστές της φερόμενης ως ιδιόκτητης γης τους. Δεν εφαρμόστηκε εν προκειμένω το δίκαιο της κατάκτησης, αλλά της ειδικής συνθήκης (της με ημερομηνία 9 Ιουλίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης), βάσει του οποίου οι Οθωμανοί των μη περιερχομένων δικαιωμάτι πολέμου στο ελληνικό κράτος περιοχών θεωρήθηκαν ως μετανάστες εν καιρώ πολέμου, και το ελληνικό κράτος δεσμευόταν έναντι του τουρκικού ως προς την αναγνώριση των κεκτημένων δικαιωμάτων των Οθωμανών. Κατά τα οριζόμενα στη Συνθήκη, ισχύουν τα συμφωνηθέντα για το μέλλον και όχι για το παρελθόν, δηλαδή η γαιοκτησία αφορά στις δεσποζόμενες ιδιοκτησίες (δεσποζόμενος: ο που ανήκει στην κυριότητα κάποιου) και όχι τις δημευθείσες κατά τη διάρκεια του πολέμου. Έγινε τότε δεκτό, σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, ότι οι Οθωμανοί μπορούσαν εάν το επιθυμούσαν να παραμείνουν στην Ελλάδα διατηρώντας τις ιδιοκτησίες τους ή και να πωλήσουν αυτές παραμένοντας στη χώρα μας, καθώς και να μεταβιβάσουν αυτές και ν’ αναχωρήσουν για την Τουρκία ασκώντας το δικαίωμα της μεταναστεύσεως. Είναι αυτονόητο ότι από αυτούς επιλέχθηκε η αναχώρησή τους πωλώντας τις ιδιοκτησίες τους, λόγω του δυσμενούς περιβάλλοντος που υπήρχε προς το πρόσωπό τους, αφού ήταν αντίπαλοι (εχθροί) των Ελλήνων στην επανάσταση που προηγήθηκε, καθώς και λόγω του συμφέροντος που είχαν να φύγουν μ’ ένα «καλό κομπόδεμα», αφού θα πωλούσαν ανέλεγκτες ιδιοκτησίες.

    Ο σεβασμός των δικαιωμάτων των Οθωμανών στα δικαιώματα της φερόμενης γης τους, τόσον στη Παλαιά Ελλάδα όσον και αργότερα στις προσαρτημένες περιοχές, ήταν βρετανική απαίτηση, προκειμένου η Βρετανία να συναινέσει ως εγγυήτρια δύναμη στη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους σε πρώτη φάση, και στην επέκταση των ορίων του κατόπιν. Και σε αυτό το στάδιο παίχτηκε εν πρώτοις το παιχνίδι της συναλλαγής της γης και της αιφνίδιας ιδιωτικοποίησής της, αφού οι εκτάσεις που μεταβιβάζονταν κατά δήλωση των μετοικησάντων Οθωμανών, επί των οποίων συντάσσονταν οι τίτλοι, ήταν αφενός ανέλεγκτες ως προς το πραγματικό εμβαδόν τους, που κατά τις μεταβιβάσεις και με τον καθ’ όρια προσδιορισμό τους εμφαίνονταν με πολλαπλάσια έκταση της πραγματικής, αφετέρου περιλαμβανόταν σε αυτές δασική γη, η οποία, σύμφωνα με τον Οθωμανικό Νόμο ανήκε στον Σουλτάνο και περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο αυτού. Με τον τρόπο αυτό δασικού χαρακτήρα εκτάσεις περιήλθαν, μαζί με αγροτική και χορτολιβαδική γη, στους αγοραστές της, οι οποίοι αίφνης έγιναν κύριοι −πέραν των αγρών− δασών και λιβαδίων, και μεγαλοϊδιοκτήτες γης. Και τούτα έγιναν αποδεκτά παρά το γεγονός ότι στην Αττική, μετά από τους επιδέξιους χειρισμούς του Έλληνα εκπροσώπου γερουσιαστή Δημητρίου Περρούκα, ο οποίος έπεισε τον Τούρκο εκπρόσωπο Χατζή μπέη να δώσει πίνακα των τουρκικών κτημάτων προκειμένου να πειστεί ο Καποδίστριας για την εξαγορά τους από το ελληνικό κράτος, υπήρξε μιαν καταγραφή των κτημάτων των Οθωμανών, που ήταν μικροεκτάσεις των 1-2 στρ.!

    Έτσι στην Ελλάδα δημιουργήθηκαν αίφνης γαιοκτήμονες, κάτοχοι χιλιάδων στρεμμάτων γης, προερχόμενη από αγορά της από τους αποχωρήσαντες Οθωμανούς, και το αποφασιστικό βήμα ως προς αυτό δόθηκε με τη μετατροπή του δικαιώματος εξουσίασης (τεσσαρούφ) σε δικαίωμα απόλυτης κυριότητας, εφαρμόζοντας το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Ενώ δηλαδή, έως εκείνη τη στιγμή κρατήθηκε μια διαχρονικά συνεπής στάση ως προς την γαιοκτησία στον ελληνικό χώρο, ξεκινώντας από τη βυζαντινή εποχή και φτάνοντας στην Τουρκοκρατία, μην επιτρέποντας την απεριόριστη και καταχριστική επικράτηση του καπιταλισμού στις έγγειες σχέσεις, διαμορφώθηκε όμως κατόπιν, με τον τρόπο που είπαμε παραπάνω, μια κατάσταση πλήρους κι απεριόριστης ιδοκτησίας του εδάφους, προκύπτουσα από την ερμηνεία των κεκτημένων δικαιωμάτων επί της γης. Ακολουθήθηκε ως προς αυτό το καπιταλιστικό πρότυπο της γαιοκτησίας, που προήλθε από την πολιτική απελευθέρωσης της γης, σύμφωνα με τα κελεύσματα του βρετανικού καπιταλισμού και της γαλλικής επανάστασης.  Πλην όμως η απελευθέρωση της γης στην Ελλάδα οφέλησε αποκλειστικά τους κεφαλαιούχους, που είχαν τα κεφάλαια κι επιδίωκαν να επενδύσουν στη γη, βλέποντας αυτή ως πηγή οικονομικού οφέλους. Ενδεικτικά ν’ αναφέρουμε ότι η αγορά γης στην Αττική και την Εύβοια θεωρήθηκε τότε εξαιρετικά επικερδής επένδυση, τέτοια που ο φιλέλληνας Ελβετός τραπεζίτης, φίλος του Καποδίστρια, Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος, αναφερόταν σ’ επιστολές του στη δυνατότητα άμεσου τετραπλασιασμού των χρημάτων που θα τοποθετούνταν σε αυτή την αγορά, εκτιμώντας τη συνολική πραγματική αξία των εν λόγω κτημάτων σε 18 εκατ. γαλλικά φράγκα, ενώ ήταν δυνατή η εξαγορά τους με τις τρέχουσες συνθήκες στα 6 εκατ. γαλλικά φράγκα! (πηγή: Θεοτόκης Σπ., «Αλληλογραφία Εϋνάρδου», Αθήναι 1919).

    Συνεπώς, κι ενώ το νεοσύστατο ελληνικό κράτος ακολούθησε πολιτική εθνικοποίησης της γης, παράλληλα, και σ’ αντίθετη ρότα ανέχτηκε και επικύρωσε την ιδιωτικοποίηση μεγάλου μέρους των οθωμανικών γαιών, στις οποίες περιλαμβανόταν και δάση, αφήνοντας ανοικτό το πεδίο δημιουργίας γαιοκτημόνων σε μια χώρα στην οποία δεν είχε τέτοιο παρελθόν −ακόμη και ο αποκαλούμενος «βυζαντινός φεουδαρχισμός» δεν είχε τα χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού και δεν ήτο κατ’ ουσίαν φεουδαρχισμός, αφού οι βυζαντινοί αξιωματούχοι δεν κατείχαν γη αλλά διαχειρίζονταν κρατική γη, παραμένοντας ανακλητοί ανά πάσα στιγμή, με το δικαίωμά τους να περιορίζεται επί του φόρου, δηλαδή επί του υπερπροϊόντος (άλλο βέβαια αν κάποιοι από αυτούς απέκτησαν τέτοια δύναμη, κατά τα ύστερα χρόνια του Βυζαντίου, κι αμφισβήτησαν την κεντρική εξουσία, αυτοανακηρυσσόμενοι ηγεμόνες).

    Αναφέρει σχετικά ο Θωμάς Δρίκος, περιγράφοντας γλαφυρά την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Αττική: «Όλες οι τουρκικές ιδιοκτησίες των Αθηνών και κυρίως τα μεγάλα κτήματα της Αττικής πωλήθηκαν πράγματι αντί πινακίου φακής στους Έλληνες και ξένους αγοραστές εκείνης της εποχής, σε χρονικό διάστημα μικρότερο των πέντε μηνών. Η συντομία του χρόνου στον οποίο έγιναν οι πωλήσεις, η απουσία συγκροτημένης διοικήσεως στην Αθήνα για να ελέγξει τις όποιες παρανομίες, η αρπακτικότητα της τουρκικής εξουσίας όπως εκφράστηκε με το ποσοστό του 30% επί των ποσών που καταβλήθηκαν για τα μεγάλα κτήματα που εισέπραττε ο Ισμαήλ μπέης (σημείωση: ο εκπρόσωπος του τουρκικού κράτους στον έλεγχο και την επικύρωση των αγοραπωλησιών), το όργιο πωλήσεως δημοσίων εκτάσεων ως ιδιωτικών, τις οποίες με ασφάλεια πωλούσαν οι Τούρκοι, μια και ποιος θα τους ζητούσε ευθύνες καθώς αναχωρούσαν δια παντός από την Αθήνα και την Ελλάδα, η απληστία των αγοραστών για να γίνουν γρήγορα πλούσιοι με την αγορά φτηνών και μεγάλων κτημάτων, η ερήμωση της Αττικής από κατοίκους που θα αποτελούσαν ένα φράγμα στις παρανομίες που έγιναν τότε, οδήγησαν σε μια κατάσταση όπου η δημόσια γη στην Αττική δεν υπήρχε πουθενά. Τα βουνά πουλημένα και καταπατημένα, τα δάση το ίδιο, η ίδια η πόλη της Αθήνας με ανύπαρκτες δημόσιες εκτάσεις γης. Η Ελληνική Επανάσταση, ως προς το ζήτημα της μορφής της γαιοκτησίας στην Αττική και εφόσον δώσουμε στη λέξη επανάσταση το νόημα της ανατροπής, απέτυχε. Οι Έλληνες μεγαλογαιοκτήμονες διαδέχτηκαν τους Τούρκους. Στην ουσία μάλλον περί διαδοχής επρόκειτο» (Δρίκος Θ., «Οι πωλήσεις οθωμανικών ιδιοκτησιών της Αττικής 1830-1831», εκδόσεις Τροχαλία και Δήμος Γλυφάδας, Αθήνα 1994, σελ. 79).

    Σ’ ένα δεύτερο στάδιο, επειδή η δασική γη ήταν «άχρηστη» στους νέους γαιοκτήμονες, μεθοδεύτηκε η μετατροπή της σε αγροτική ή σε οικοπεδική, για να την εκμεταλλευτούν. Τούτο επιτεύχθηκε είτε νομίμως, με διατάξεις νόμων που ψηφίζονταν για το σκοπό αυτό, είτε νομοτύπως, με άδειες εκχερσώσεως που δινόταν «για ένα στρέμμα και με αυτές “κατέβαινε” ολάκερο το βουνό» (λόγια του παλαιού δασολόγου, και βαθύ γνώστη του δασικού προβλήματος, Αναστάσιου Στεφάνου, που ήθελε δι’ αυτών να δείξει τον τρόπο που λειτουργούσε η χωροφυλακή στη φύλαξη των δασών κατά τον 19ο αιώνα, αφού ήταν τότε ο αποκλειστικός φύλακάς τους), είτε παρανόμως, με τη −βάσιμη− ελπίδα της μετέπειτα νομιμοποίησης των εκχερσώσεων και της αλλαγής χρήσης της γης. Δεν αποκλείστηκε δηλαδή η δασική γη (όπως εξάλλου και η εθνική) από το εμπορευματικό κύκλωμα που διαμόρφώθηκε, με προφανή σκοπό την «αξιοποίησή της», που φυσικά δεν περιλαμβανόταν σε αυτήν η διατήρηση της δασικής μορφής της! Ως προς αυτό, τη μετατροπή δηλαδή της δασικής γης σε αγροτική και οικοπεδική, συντέλεσε καταλυτικά το πολιτικό σύστημα, βοηθούμενο από κάθε μορφή εξουσίας (τη νομοθετική, την εκτελεστική, τη δικαστική).

    Σ’ ότι δε αφορά στα μεγάλα τσιφλίκια που «βρήκε» το ελληνικό κράτος στη Θεσσαλία, και έπρεπε (βάσει των Συνθηκών) να τα σεβαστεί, αυτά δημιουργήθηκαν μόλις σε διάστημα τριών ετών πριν η Θεσσαλία και η Άρτα περιέλθουν το 1881 στο ελληνικό κράτος, όταν με την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου το 1878, απαγορεύτηκε στο ελληνικό κράτος να εθνικοποιήσει τα οθωμανικά αυτά κτήματα. Τούτα δημιουργήθηκαν ήδη από το 1858 όταν τροποποιήθηκε ο οθωμανικός νόμος «Περί Γαιών», που συμπλήρωνε το Χάτι Χαμαγιούν του 1856 και το Τανζιμάτ του 1839 (μεταρρυθμιστικά σουλτανικά διατάγματα που μεταξύ των άλλων ρύθμιζαν και ζητήματα γαιοκτησίας), και με τη μετατροπή του τεσσαρούφ (του δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης, με ορισμένη και ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους), σε δικαίωμα απόλυτης κυριότητας της γης (μουτεσσαρήφ) –με τις αγοραπωλησίες που συντελέστηκαν, μετατράπηκαν τα οθωμανικά κτήματα σε τσιφλίκια Ελλήνων.

    Τα τσιφλίκια διαδέχτηκαν τα τιμάρια που υπήρχαν επί Οθωμανικής κυριαχίας, που ήταν εκτεταμένα αργοκτήματα, που περιελάμβαναν και κεφαλοχώρια. Το τιμαριωτικό σύστημα αποτέλεσε έκφραση του οθωμανικού συστήματος διοίκησης, συνιστώντας την οικονομική-φορολογική βάση της οθωμανικής αυτοκρατορίας όταν άρχισε να παρακμάζει τον 17ο αιώνα. Επί των τιμαρίων ο Σουλτάνος είχε την ψιλή κυριότητα της γης, που την εκχωρούσε στους αξιωματούχους τους για να την καλλιεργούν, χωρίς όμως να έχουν την κυριότητα, με αντάλλαγμα τη στρατιωτική προσφορά τους σε περίπτωση πολέμου. Η φορολόγηση γινόταν επί των συγκομιζομένων προϊόντων. Τα τιμάρια ήταν συνήθως 1.500-2.500 στρεμμάτων, ενώ η παραχώρηση ήταν ανακλητή και δε μεταβιβάζονταν απευθείας στους άρρενες απογόνους. Η με τον παραπάνω τρόπο συγκροτημένη θεσσαλική γη ήταν κατά τα 3/4 διηρημένη σε μεγάλες ιδιοκτησίες. Από την παραπάνω δυνατότητα των αγοραπωλησιών μεταξύ των τιμαριούχων Οθωμανών και των Ελλήνων νεοτσιφλικάδων δεν εξαιρούνταν τα δάση και οι βοσκές, που αφομοιώθηκαν στην υπόλοιπη μη δασική ιδιοκτησία βάσει της από 29.7.1882 Συνθήκης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η οποία κυρώθηκε με το νόμο ΠΛΖ της 11/13.3.1882, διαφοροποιούμενο έτσι το εδώ γαιοκτητικό καθεστώς για τα δάση σε σχέση με εκείνο που ίσχυσε στην Παλαιά Ελλάδα, και διαμορφώθηκε με το Διάταγμα του 1936 «Περί ιδιωτικών δασών» (που θα δούμε παρακάτω).

    Έχοντας οι Οθωμανοί ισχυρούς νεοπαγείς τίτλους επί −κατά κανόνα− ανέλεγκτων εκτάσεων ως προς τα εμβαδά τους, εφοδιασμένους από την Κωνσταντινούπολη, εμφανίζονταν να είναι κύριοι πολύ μεγάλων περιοχών, τις οποίες, μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου, άρχισαν να πωλούν προκειμένου να μετοικήσουν στην Τουρκία, λόγω της υπαγωγής της Θεσσαλίας και της Άρτας στην Ελλάδα. Οι ελληνικές κυβερνήσεις κείνης της περιόδου, με προεξάρχουσα εκείνη του Χαριλάου Τρικούπη (κυβέρνησε κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρονικού διαστήματος 1880-1890), παρότρυνε Έλληνες μεγαλοκεφαλαιούχους του εξωτερικού ν‘ αγοράσουν τα οθωμανικά αυτά κτήματα, για να μην περιέλθουν σε ξένους. Δεσμεύτηκαν δε (οι εν λόγω κυβερνήσεις) ότι θα διευκολύνουν τη μετάβαση αυτού του προνομιακού καθεστώτος στην ελληνική πραγματικότητα, και ότι δε θα θιγόταν οι δημιουργηθείσες περιουσίες.

    Έτσι βλέπουμε να διαμορφώνεται γαιοκτημονικό καθεστώς τσιφλικούχων στη Θεσσαλία (λιγότερο στην Άρτα −εκεί δημιουργήθηκε το τσιφλίκι Καραπάνου, μετέπειτα Υπουργού Εξωτερικών), με την ενθάρρυνση και τη στήριξη των τοτινών κυβερνήσεων, από Έλληνες μεγαλοκεφαλαιούχους του εξωτερικού, οι οποίοι δεν είχαν καμιά σχέση με τη γη (ήταν έμποροι, διπλωμάτες, τραπεζικοί κ.ά.), αλλά είδαν την αγορά γης στην Ελλάδα ως επένδυση. Ανάλογη κατάσταση επικράτησε στη Μακεδονία και στην Ήπειρο. Κάποιοι από αυτούς τους μεγαλοκεφαλαιούχους ήταν οι Ζωγράφος, Σκυλίτσης, Μπαλτατζής, Στεφάνοβικ, Ζαρίφης, Συγγρός, Ζάππας, Καρτάλης, Τερτιπής κ.ά. Σύμφωνα με τον Στεφανίδη, τα τσιφλίκια στη Θεσσαλία έφταναν σε ποσοστό το 50, 5% της συνολικής επιφάνειάς της, στη Μακεδονία το 41%, και στην Ήπειρο το 33% (Στεφανίδης 1953, σελ. 213). Καταλάβαινουμε συνεπώς το μέγεθος της γαιοκτησίας που διαμορφώθηκε σε αυτές τις περιοχές και της δύναμης (οικονομικής και της συνεπακόλουθης κοινωνικής και πολιτικής) που συγκεντρώθηκε στα χέρια των τσιφλικούχων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι τσιφλικούχοι της Θεσσαλίας αρνήθηκαν ν’ αποτελέσουν τα τσιφλίκια τους το σιτοβολώνα της Ελλάδας, για την επίλυση του σιτικού της προβλήματος, διαθέτοντας τις μεγαλύτερες εκτάσεις τους για βοσκές, ευνοώντας έτσι το τσελιγκάτο, που για το λόγο αυτό τους υποστήριξε, γενόμενοι κατ’ αυτό τον τρόπο πλουσιότεροι, αφού επιτεύχθηκε, λόγω της μικρότερης παραγωγής, εκτόξευση των τιμών των σιτηρών. Επίσης, με τις ψήφους τους ως βουλευτές «έριξαν» από την κυβέρνηση τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, που αντιπαλεύτηκε με αυτούς, παρά το γεγονός ότι ο Κουμουνδούρος πρωτοστάτησε στην προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, κι ανέβασαν τον Χαρίλαο Τρικούπη, που ακολούθησε πολιτική προστατευτισμού των τσιφλικιών!

    Δεν υπήρξαν το λοιπόν μεγαλοϊδιοκτήτες γης στην Ελλάδα, αλλά δημιουργήθηκαν με τις αγοραπωλησίες που συντελέστηκαν μετά την απελευθέρωση ή που προηγήθηκαν της απελευθέρωσης ελληνικών περιοχών, και που απέρρευσαν κατά κύριο λόγο από τις Συνθήκες που υπέγραψε η χώρα μας, αλλά και από το αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε, ως επακόλουθο τούτων −ακόμη και οι κοτζαμπάσηδες, τότε δυναμώνονταν γαιοκτητικά. Στην πορεία οι μεγαλοϊδιοκτήτες αυτοί «αποκαθηλώθηκαν» με τις απαλλοτριώσεις της γης που κατείχαν και που συντελέστηκαν για τις αποκαταστάσεις των ακτημόνων κ.λπ. –βέβαια αυτοί, οι μεγαλοϊδιοκτήτες της γης, βάσει του πλούτου που επισσώρευσαν, έστρεψαν στη συνέχεια αλλού τη δραστηριότητά τους, όπως στη βιομηχανία, τη ναυτιλία και το εμπόριο. Πάντως, εκείνο που συνάγεται είναι ότι το ελληνικό κράτος κράτησε ως δημόσια την εθνικοποιημένη γη και δεν την εκπλειστηρίασε για να εισρεύσουν χρήματα στο δημόσιο ταμείο, κρατώντας ως προς αυτό μια γενικά συνεπή στάση, διανέμοντας κατόπιν την εθνική γη, ασκώντας έτσι κοινωνική πολιτική. Με τη στάση του αυτή διαφαίνεται, χωρίς φυσικά ν’ αποκλείονται οι παρεκκλίσεις, η άρνησή του στο κεφάλαιο να γίνει κάτοχος της γης και ν’ ασκεί πολιτική δι’ αυτής. Ίσως να ήταν κι ένας λόγος αυτός, περιορισμού της πολιτικής εξουσίας του κεφαλαίου, με τον αποκλεισμό του από την κατοχή της γης, και του προσεταιρισμού από την άλλη πλευρά των λαϊκών μαζών, με τη διανομή της γης −διπλό συνεπώς το όφελος!

    Οι παραπάνω αγοραπωλησίες σ’ ότι αφορά στα δάση, και γενικά στην κατοχή δασικής γης, έπρεπε να επικυρωθούν από το ελληνικό κράτος. Νομοθετικό πλαίσιο δεν υπήρχε γι’ αυτό. Το δημιούργησαν οι Βαυαροί και ήταν το Διάταγμα 17/11-1/12/1836 «Περί ιδιωτικών δασών» (ΦΕΚ 69/1.12.1836), όπως και το Βασιλικό Διάταγμα 3433/1838, που θα δούμε παρακάτω κι αφορούσε στις αγοραπωλησίες που συντελέστηκαν στις περιοχές που δεν περιήλθαν στο ελληνικό κράτος δικαιώματι πολέμου. Με το εν λόγω νομοθετικό πλαίσιο εξετάστηκαν οι γενόμενες αγοραπωλησίες και αναγνωρίστηκαν τα δάση ως ιδιωτικά.

    Με τον τρόπο αυτόν έκλεισε ένας κύκλος δημιουργίας της μεγάλης γαιοκτησίας στην Ελλάδα –σε υπολογίσιμο βέβαια βαθμό, σίγουρα όμως όχι όπως στη δυτική Ευρώπη–, παρά το γεγονός ότι ως χώρα δεν είχαμε τέτοιο παρελθόν· διαμορφώθηκε όμως μέσα από τις καταστάσεις που επικράτησαν με τη σύσταση (ή λίγο πριν αυτής) του νέου ελληνικού κράτους. Στη γαιοκτησία περιελήφθησαν δάση, τα οποία θεωρήθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους χρήσιμα για την αξία της γης τους κι όχι των προσφορών τους. Για το λόγο τούτο έγιναν προϊόν συναλλαγής και εκχερσώθηκαν, προκειμένου να αξιοποιηθεί η γη τους. Η συγκεκριμένη κατάσταση απέκτησε διά των ετών τα χαρακτηριστικά του συνήθους γεγονότος, αποτέλεσε πράξη οικεία κι εντέλει αποδεκτή και μη δυνάμενη ν’ αναιρεθεί, και μόνο με το Σύνταγμα του 1975 σταμάτησε, μη υφισταμένης στο εξής της προηγούμενης νομιμοποίησης και αποδοχής, αφού όμως εντωμεταξύ είχαν χαθεί εκατομμύρια στρέμματα πολύτιμων δασών μας.

    Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

    Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ (Β΄) →


    Βιβλιογραφία

    • Αμπού Εντμ., «Η Ελλάδα του Όθωνος», μετάφραση: Α. Σπήλιος, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα αχρονολόγητο.
    • Ανδρεάδης Ανδρ., «Ιστορία των εθνικών δανείων», Αθήναι 1904.
    • Αρμενόπουλος Κ., «Πρόχειρον Νόμων ή Εξάβιβλος», επιμέλεια: Κωνσταντίνος Γ. Πιτσάκης, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήναι 1971.
    • Βακαλόπουλος Κ. Α., «Η περίοδος της αναρχίας (1831-1833)», εκδόσεις Παρατηρητής, Αθήνα 1984.
    • Βάσος Γ., «Η εξαθλίωση του λαού και ο πλούτος της χώρας», εκδόσεις Μαρή & Κοροντζή, Αθήνα 1945.
    • Βεργόπουλος Κ., «Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας», εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1975.
    • Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, «Ιδιοκτησιακό ζήτημα δασικών εδαφών της Ελλάδας», συνέδριο 19-21 Ιουνίου 1991, πρακτικά, Γεωτεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, Θεσσαλονίκη 1991.
    • Γεωργιάδου Μ., «Δασική νομοθεσία», Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2004.
    • Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Το αγροτικό πρόβλημα της Ελλάδας», πρακτικά διημερίδας, 7-8 Μαΐου 1997, επιμέλεια έκδοσης: Ανδρέας Ι. Καραμάνος, Αθήνα 1998.
    • Γιαννακούρος Π. Ε., «Αγροτική νομοθεσία. Μετά διατάξεων προσφυγικής και δασικής νομοθεσίας», Αθήναι 1974.
    • Γιαννακούρος Π. Ε., «Δασικός Κώδικας και δασικοί νόμοι», εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα 2002.
    • Γιαννόπουλος Κ. Ι., Φραγκοδημητρόπουλος Θ., Δ., «Ισχύουσα δασική νομοθεσία και ερμηνεία αυτής», Τόμοι Α΄ & Β΄, Τύποις Απ. Α. Χαλούλου, Αθήναι 1939.
    • Γκιόλιας Μ. Α., «Παραδοσιακό δίκαιο και οικονομία του τσελιγκάτου», εκδόσεις Πορεία, Αθήνα 2004.
    • Γρίσπος Π., «Δασική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος», έκδοση Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, Αθήναι 1973.
    • Δανιηλίδης Δ., «Νεοελληνική κοινωνία και οικονομία», ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1934.
    • Δαουτόπουλος Γ. Α., Κουτσούκος Μ. Η., «Ιστορία της Γεωργίας», εκδόσεις Ζυγός, Θεσσαλονίκη 2008.
    • Δρίκος Θ., «Οι πωλήσεις οθωμανικών ιδιοκτησιών της Αττικής 1830-1831», εκδόσεις Τροχαλία και Δήμος Γλυφάδας, Αθήνα 1994.
    • Dugelay A., «Το πρόβλημα της διαθέσεως των γαιών», απόδοση: Α. Γώγος, περιοδικό «Δασικά Χρονικά», Ιούνιος-Ιούλιος 1966.
    • Ελληνική Δασολογική Εταιρεία, «Δασική ανάπτυξη. Ιδιοκτησιακό-Χωροταξικό», πρακτικά 6ου Πανελληνίου Δασολογικού Συνεδρίου, Χανιά 6-8 Απριλίου 1994, Θεσσαλονίκη 1995.
    • Θεοτόκης Σπ., «Αλληλογραφία Εϋνάρδου», Αθήναι 1919.
    • Ιερά Κοινότητα Αγίου Όρους Άθω, «Το καθεστώς του Αγίου Όρους Άθω», έκδοση της Ιεράς Κοινότητας Αγίου Όρους Άθω, Άγιον Όρος 1996.
    • Καπετάνιος Αντ., «Τη χώρα που μου πήρανε γυρεύω…», εκδόσεις Ηλιοτρόπιο, σειρά: Memorandum, Αθήνα 2003.
    • Κεμίδης Κ., «Δασική ιδιοκτησία», εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1995.
    • Κοντός Π., «Δασική Ελληνική Ιστορία», Αθήναι 1929.
    • Κοντός Π., «Δασική Πολιτική, ιδία εν Ελλάδι, μετά στοιχείων Αγροτικής Πολιτικής», Θεσσαλονίκη 1933.
    • Κοραής Αδ., «Άπαντα», εκδόσεις Μπίρης, Αθήνα 1969.
    • Κορδάτος Γ., «Ιστορία του αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα», εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα 1973.
    • Κουρουσόπουλος Ευθ., «Δασική ιδιοκτησία και διαχείριση», Αθήνα 1978.
    • Κουτσομητόπουλος Π. Γ., «Συλλογή νόμων, Β.Δ. και υπουργικών πράξεων του Υπουργείου Γεωργίας», έκδοση Υπουργείου Γεωργίας, Εν Αθήναις 1922.
    • Κρεμμυδάς Β., «Νεότερη ιστορία, ελληνική και ευρωπαϊκή», εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1990.
    • Κρόκος Αγγ. Γ., «Δασική νομοθεσία», έκδοση Υπουργείου Γεωργίας, Εν Αθήναις 1920.
    • Λούκος Χρ., «Κυβερνήτης Καποδίστριας, πολιτικό έργο, συναίνεση και αντιδράσεις», σειρά: Ιστορία του νέου ελληνισμού, τόμοι τρεις, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003.
    • Μακρής Ασ., Γώγος Επ., «Δασική νομοθεσία. Κωδικοποίησις, ερμηνεία, νομολογία, σχόλια», έκδοση Γεωργίου Π. Χάντζου, Αθήναι 1958.
    • Μακρυγιάννης (στρατηγός), «Απομνημονεύματα», επιμέλεια: Γιάννης Βλαχογιάννης, τόμοι τρεις, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2011.
    • Μάουρερ Γκ., «Ο ελληνικός λαός», μετάφραση: Όλγα Ρομπόκη, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις αφοί Τολίδη, Αθήνα 1976.
    • Μαριά Ε. Α., «Η νομική προστασία των δασών», εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 1998.
    • Μαριά Ε. Α., «Δασική νομοθεσία», Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2011.
    • Μοσκοβάκης Ν. Γ., «Το δίκαιον επί Τουρκοκρατίας», διατριβή επί υφηγεσία, εκ του τυπογραφείου Χ. Ν. Φιλαδελφέως, Εν Αθήναις 1882 (αναστατική έκδοση εκ του Βιβλιοπωλείου Νότη Καραβία, Αθήνα 1992).
    • Νάκος Γ. Π., «Το νομικό καθεστώς των τέως Οθωμανικών γαιών 1821-1912», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1984.
    • Νάκος Γ. Π., «Εξελικτικές διακυμάνσεις του οθωμανικού γαιοκτητικού συστήματος 1821-1912», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1986.
    • Νικοκάβουρα Α. (επιμ.), «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η συγκρότηση του ελληνικού κράτους», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1983.
    • Νικολαΐδης Δ., «Οθωμανικοί Κώδικες, ήτοι συλλογή απάντων των νόμων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διαταγμάτων, κανονισμών, οδηγιών και εγκυκλίων», τύποις Αδελφών Νικολαΐδων, Εν Κωνσταντινούπολει 1889.
    • Οικονομάκος Ι., Λ., «Περί κληρονομιάς υπηκόων Ελλήνων Μουσουλμάνων (Μωαμεθανών) το θρήσκευμα, ήτοι περί της εφαρμοστέας εν Ελλάδι νομοθεσίας», εκδοτικός οίκος Δημοσθένους Θεοφιλόπουλου, Αθήναι 1932.
    • Πανταζόπουλος Ν., «Αστικός Κώδιξ και εθνικόν δίκαιον», Αθήναι 1945.
    • Πανταζόπουλος Ν., «Ιστορική εισαγωγή εις τα πηγάς του Ελληνικού Δικαίου», εκδόσεις Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη-Αθήνα 1968.
    • Πανταζόπουλος Ν., «Παραδοσιακοί αγροτικοί θεσμοί σε δοκιμασία. Η περίπτωση της Θεσσαλίας», εκδόσεις Πολύτυπο, Αθήνα 1986.
    • Πετρόπουλος Γ., «Η συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους (1833-1834)», τόμοι δύο, Αθήνα 1984.
    • Ρος Λ., «Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833)», μετάφραση: Α. Σπήλιος, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, Αθήνα 1976.
    • Σάθας Κ. Ν., «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», Αθήναι 1880 (αναστατική έκδοση εκ του Βιβλιοπωλείου Νότη Καραβία, Αθήνα 1995).
    • Σιάτρας Δ. Θ., «Οι αγοραπωλησίες ακινήτων στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα», πρόλογος: Νικόλαος Ι. Πανταζόπουλος, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1992.
    • Σκαρίμπας Γ., «Το 1821 και η αλήθεια», τόμοι δύο, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1995.
    • Σκληρός Γ., «Το κοινωνικό μας ζήτημα», Αθήναι 1907.
    • Σούτσος Ι., «Πλουτολογία», Αθήναι 1868.
    • Στεργιόπουλος Ι., «Δασικαί, αγροτικαί, παραλιακαί εκτάσεις», Εκδοτικόν Γραφείον Σείριος, Αθήναι 1973.
    • Στεφάνου Αν. Γ., «Το δάσος που λαχτάριζες», ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1974.
    • Στράτος Ανδρ. Ν., «Το Βυζάντιον στον Ζ΄ αιώνα», πρόλογος: Δ. Α. Ζακυθηνός, τόμοι τέσσερεις χρονολογημένοι τα έτη 1965, 1966, 1969, 1972, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήναι.
    • Τιρς Φρ., «Η Ελλάδα του Καποδίστρια», μετάφραση: Α. Σπήλιος, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα αχρονολόγητο.
    • Τρικούπης Σπ., «Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως», τόμου τέσσερεις, εκδοτικός οίκος Χρήστου Γιοβάνη, Αθήναι 1968.
    • Τρωιανός Σπ., «Οι πηγές του βυζαντινού δικαίου», εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1999.
    • Τσάλτας Αν., «Το ελληνικό αγροτικό πρόβλημα από την αρχαιότητα έως σήμερα», ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1977.
    • Τσέκος Ε., Π., «Σκέψεις για τη δασική νομοθεσία μας», Τυπογραφείο Ερμής, Γιάννινα 1935.
    • Τσοποτός Δ. Κ., «Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν», ιδιωτική έκδοση, Βόλος 1912.
    • Υπουργείο Γεωργίας, «Πρώτη Εθνική Απογραφή Δασών», ΓΓΔ&ΦΠ, Υπουργείο Γεωργίας 1992.
    • Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας – Υπηρεσία Δασών, «Δασική νομοθεσία», εκδόσεις «Καταστήματα Μιχ. Μαντζεβελάκη», Εν Αθήναις 1915.
    • Φίνλεϋ Γ., «Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως», τόμοι δύο, μετάφραση: Αλίκη Γεωργούλη, Θεώρηση: Ελένη Γαρίδη, εκδόσεις αφοί Τολίδη, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, Αθήνα αχρονολόγητο.
    • Φωτιάδης Δ., «Όθωνας, η μοναρχία», έκδοση όγδοη, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1978.
    • Χαρζίκος Γ., «Τουρκικές γαίες. Εφαρμογή οθωμανικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες. Διάκριση γαιών», ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1980.

    Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ (Β΄)