Γιατί καταδίκασαν σε θάνατο το Σωκράτη; …“Αν περιμένατε δύο, τρία, πέντε χρόνια ακόμα καλοί μου συμπολίτες θα πέθαινα και δεν θα χρειαζόταν να λερώσετε τα χέρια σας με το θάνατο μου. Και η πόλη αυτή θα μείνει γνωστή ως η πόλη η οποία σκότωσε τον Σωκράτη, γιατί άλλον σαν κι εμένα δεν πρόκειται να ξαναδείτε. Μου προκαλεί εντύπωση όμως το πως νομίζετε πως ο θάνατος είναι μια τιμωρία, μιας και κανείς δεν γνωρίζει τι συμβαίνει μετά τον θάνατο. Με βάση τα όσα είναι γνωστά, μπορεί μετά τον θάνατο να μη συμβαίνει τίποτα, ή ακόμα και να είναι η μεγαλύτερη ευεργεσία που μπορεί να τύχει σε έναν άνθρωπο. Ας είναι, ήρθε πια η ώρα οι δρόμοι μας να χωρίσουν, εγώ να πάω να πεθάνω, και εσείς να ζήσετε”… “Αν δεν έμενα εδώ, να δεχθώ τη τιμωρία που μου επέβαλλαν οι Αθηναίοι και το έσκαγα, δεν θα ήμουν ο Σωκράτης αλλά κάποιος άλλος”…

 

Του Σταύρου Δήμου

Όλοι μας πιστεύω θα έχουμε ακούσει κάποια στιγμή πως κάποτε υπήρχε ένας ‘μεγάλος’ φιλόσοφος ο οποίος λεγόταν Σωκράτης, και πως αυτός ο άνθρωπος πέθανε πίνοντας χυμό από δηλητηριώδες κώνειο. Γιατί όμως πρέπει να θεωρούμε ‘μεγάλο’ τον Σωκράτη, ποιο ήταν αυτό το μεγαλείο του, και ποιοι ήταν τέλος πάντων οι λόγοι, και ποιος ο τρόπος με τον οποίο έφτασε σε αυτή τη κατάσταση, να πρέπει να πιει το κώνειο; Αυτές τις πληροφορίες δυστυχώς ελάχιστοι τις γνωρίζουμε, μιας και το σύστημα γενικής παιδείας δεν εμβάθυνε στο όλο θέμα ώστε να μας δώσει μια πιο σφαιρική και ολοκληρωμένη εικόνα, και για να βρει κανείς απαντήσεις σε αυτά και άλλα ερωτήματα, θα πρέπει να αναζητήσει από μόνος του τη γνώση, και να διαβάσει με τη δική του πρωτοβουλία κάποια βιβλία, των οποίων τους τίτλους ενδεχομένως να μη γνωρίζει καν. Ας δούμε όμως πως και γιατί αυτός ο άνθρωπος καταδικάστηκε από τους αρχαίους Αθηναίους σε θάνατο, τι ήταν αυτό που έκανε στη ζωή του διαφορετικά απ’ τους υπόλοιπους των ημερών του, και ποιες ήταν οι κατηγορίες εναντίον του, που τον οδήγησαν σε αυτή τη μοίρα.

Ο Σωκράτης ήταν ένας Αθηναίος πολίτης από φτωχή οικογένεια, δεν είχε δούλους, αλλά ούτε και ο ίδιος υπήρξε δούλος. Στα νεανικά του χρόνια υπηρέτησε στον στρατό και πολέμησε υπέρ των Αθηναίων στη μάχη του Μαραθώνα, και της Αμφίπολης. Ζούσε τη ζωή του λιτά, και αδιαφορούσε για την εικόνα που προέβαλλε προς τα έξω, η εμφάνιση του ήταν ατημέλητη, και όταν κανείς τον ειρωνευόταν και τον έβριζε, ο ίδιος αντιμετώπιζε με χιούμορ τη κατάσταση, λέγοντας και το γνωστό “κατά την απουσία μου, του επιτρέπω και να με δείρουν”. Ήταν άνθρωπος αγαθός, ο οποίος θεωρούσε ότι ο κόσμος ανάλωνε πολύ χρόνο σε ασήμαντα πράγματα, και αδιαφορούσε για τα σημαντικά, και μάλιστα είχε πει κάποτε πως “οι δυνατοί νόες συζητάν για ιδέες, οι μέτριοι για συμβάντα, και οι αδύναμοι για άλλους ανθρώπους”, ενώ ο ίδιος ήταν υπέρ του σκεπτικού πως είναι δίκαιο πράγμα το να κοιτά κανείς τη δουλειά του, χωρίς να ασχολείται με το τι κάνουν οι άλλοι.

Τη ζωή του έμελλε να αλλάξει ένας χρησμός ο οποίος δόθηκε στον φίλο του τον Χαιρεφώντα από τη Πυθία του μαντείου των Δελφών, ο οποίος έλεγε πως ο Σωκράτης είναι ο πιο σοφός άνθρωπος στη Γη. Αυτό προβλημάτισε τον Σωκράτη. Ο Σωκράτης δεν ήταν άθεος, αλλά απ’ την άλλη δεν ήταν ούτε και δεισιδαίμων, και έτσι ο χρησμός αυτός του δημιούργησε έντονους προβληματισμούς.

Ερωτήσεις όπως “Τι θέλει να πει ο Θεός που δίνει το χρησμό μέσω της Πυθίας ;” και “Μήπως το μαντείο ψεύδεται ;” τριγυρνούσαν στο κεφάλι του, μιας και ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του πολύ αμαθέστατο, και γνώριζε πως υπάρχουν ένα σωρό πράγματα και θέματα, για τα οποία δεν είχε τη παραμικρή γνώση. Σκεπτόμενος λοιπόν αυτά, αποφάσισε να ελέγξει τον χρησμό του μαντείου, και να πειραματιστεί ξανά και ξανά, όπως θα έκανε ένας σύγχρονος επιστήμονας ο οποίος θα ήθελε να επαληθεύσει μια θεωρία, για να διαπιστώσει κατά πόσο ο χρησμός ισχύει ή είναι μπούρδες.

Αυτό θα το έκανε με τον εξής τρόπο: Θα άρχιζε να επισκέπτεται διάφορους ανθρώπους που θεωρούνταν σοφοί, διανοούμενοι, και αυθεντίες στην εποχή του, και να τους πιάνει τη συζήτηση, κάνοντας τους άτυπες συνεντεύξεις, για να διαπιστώσει πόσο σοφός είναι ο καθένας, και αν τελικά θα βρει κάποιον του οποίου το επίπεδο των γνώσεων και της αντίληψης του θα ξεπερνούσε αυτό του ίδιου. Άρχισε λοιπόν να επισκέπτεται διάφορους, δημοφιλείς πολιτικούς, παρασημοφορημένους στρατηγούς, καταξιωμένους καλλιτέχνες, ξακουστούς φιλοσόφους, ιερείς, και άλλους, και να τους ανοίγει φαινομενικά αθώες συζητήσεις, χωρίς οι άλλοι να γνωρίζουν το σκοπό του. Πηγαίνοντας απ’ τον έναν στον άλλο, ο Σωκράτης διαπίστωνε πως ενώ ο κάθε ένας απ’ αυτούς πράγματι ήξερε πολλά πράγματα σχετικά με την ειδικότητά του, εντούτοις αγνοούσε πως υπάρχουν ένα σωρό πράγματα για τα οποία δεν έχει τη παραμικρή ιδέα, και έτσι νομίζοντας ότι τα ξέρουν όλα, ή όσα τέλος πάντων θεωρούνται άξια να τα γνωρίζει κανείς, είχε την εντύπωση ο καθένας τους πως είναι απόλυτα σοφός, και ανώτερος από τους άλλους, και αυτή η απόλυτη ιδέα του να νομίζει κανείς πως γνωρίζει τα πάντα, τους απέτρεπε από το να είναι ανοιχτοί στο να μάθουν νέα πράγματα. Και όταν ο Σωκράτης διαχειριζόταν το διάλογο με τέτοιο τρόπο ώστε αυτό να γίνει εμφανές σε αυτούς, θέλοντας με αυτό το τρόπο να τους κάνει να καταλάβουν πως υπάρχουν και άλλα σημαντικά πράγματα για να μάθουν, η σύνηθες αντίδραση των ανθρώπων αυτών ήταν ο θυμός, το να θυμώσουν με τον Σωκράτη, και να αντιληφθούν τις προθέσεις τους ως εχθρικές απέναντί τους. Για όλες αυτές τις ‘αυθεντίες’, ο Σωκράτης ήταν ένας ενοχλητικός και άσχημος γέρος, ο οποίος τους έπιανε τη κουβέντα και μεταχειριζόταν το διάλογο με τέτοιο τρόπο ώστε να τους κάνει να φανούν ότι φαίνεται να ξέρουν για κάποια πράγματα, ενώ στη πραγματικότητα δεν ξέρουν, και λόγο αυτού, ο Σωκράτης απέκτησε πολλούς εχθρούς.

Δεν άργησε να σχηματιστεί μια φήμη γύρω από το Σωκράτη, ενώ οι εχθροί του, χρησιμοποιούσαν πράγματα που είχε πει με τέτοιο τρόπο ώστε να διαβάλουν τα λεγόμενά του, για να τον κάνουν να φαίνεται γραφικός, και να τον σπιλώσουν, και αργότερα να τον κατηγορήσουν ενώπιον του δικαστηρίου με κατηγορίες βασισμένες στον φανταστικό Σωκράτη που βασίζονταν στην παρερμηνεία των λεγομένων του. Εκμεταλλεύτηκαν για παράδειγμα αυτό που είχε πει ο Σωκράτης κάποτε για τα έπη του Ησιόδου και του Ομήρου, τα οποία οι Έλληνες εκείνης της εποχής θεωρούσαν θεόπνευστα. Ο Σωκράτης είχε κατηγορήσει τους επικούς ποιητές, πως για να κάνουν τα ποιήματά τους πιο ‘πιασάρικα’ πήραν ποιητική άδεια και έβαλαν τους θεούς να κάνουν πράγματα μεταξύ τους τα οποία είναι πολύ ανθρώπινα και ενάντια στη φύση των θεών. Κατά των Σωκράτη, οι θεοί ήταν όλοι απόλυτα αγαθοί και δίκαιοι, ενώ στα έργα των ποιητών παρουσιάζονται να βιάζουν, να αδικούν ο ένας τον άλλο, και να μάχονται μεταξύ τους για πράγματα ασήμαντα, πράγμα που έκανε τον Σωκράτη να μιλάει με σκληρή γλώσσα κατά των ποιητών, θέλοντας ο ίδιος να υπερασπιστεί τους θεούς, οι οποίοι νόμιζε ότι διασύρονται με αυτές τις ιστορίες. Επίσης ο Σωκράτης προσπαθούσε να πείσει όσους συνδιαλέγονταν μαζί του, πως αξίζει κανείς να αγαπά τη γνώση, και να προσπαθεί να μαθαίνει νέα πράγματα συνεχώς, δίδασκε στους μαθητές του πως δεν θα έπρεπε να έχουν τυφλή πίστη σε αυθεντίες, αλλά πως θα πρέπει να ελέγχουν τα λεγόμενα ακόμα και των αυθεντιών, και να αναζητά ο καθένας τη δική του αλήθεια. Ο ίδιος όταν ρωτήθηκε στο δικαστήριο για τα μαθήματα που έκανε στους νέους είπε “εγώ δεν μαθαίνω στους νέους απόψεις, τους μαθαίνω να σκέφτονται”.

Έτσι λοιπόν, ο Σωκράτης ειδοποιήθηκε μια μέρα πως ένας νεαρός που ονομαζόταν Μέλητος, είχε ασκήσει μήνυση εναντίον του, με τη διπλή κατηγορία του ότι από τη μια δεν πιστεύει στους επίσημους θεούς της πόλης αλλά σε άλλους, νέας θρησκείας, ενώ ταυτόχρονα διαφθείρει τη νεολαία παρασύροντας τη με τα μαθήματά του στο κακό δρόμο. Έτσι σε ηλικία 71 ετών, σύρθηκε στο δικαστήριο της αρχαίας Αθήνας για να δικαστεί. Το δικαστήριο εκείνης της εποχής δεν απαρτιζόταν από επαγγελματίες δικαστές, αλλά από 500 πολίτες οι οποίοι επιλέγονταν τυχαία με βάση κλήρωση των ονομάτων που ήταν καταχωρημένα στα μητρώα της πόλης. Κατά τη δίκη, ο Μέλητος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πείσει το κοινό να τον καταδικάσει, συχνά φάσκοντας και αντιφάσκοντας, μιας και τη μια είπε ότι ο Σωκράτης εισάγει ξένη θρησκεία, αργότερα υποστήριξε πως ο Σωκράτης ήταν τελείως άθεος… Ο Σωκράτης, αντέκρουε τα επιχειρήματα ένα προς ένα στην απολογία του, αλλά οι δικαστές που απαρτίζονταν από καθημερινούς πολίτες, πολλοί απ τους οποίους ήταν αμόρφωτοι και προκατειλημμένοι, πείθονταν από την χειραγώγηση των συναισθημάτων και το λαϊκισμό του Μέλητου, ενώ ο ίδιος ο Σωκράτης αντί να ζητήσει συγνώμη για τα δήθεν παραπτώματά του, και να προσπαθήσει να καλοπιάσει τους δικαστές, και να τους κάνει να τον λυπηθούν όπως συνηθιζόταν, έστεκε αγέρωχος να υπερασπίζεται το δίκιο του, πως δηλαδή ο ίδιος δεν είναι άθεος, και πως τα όσα μαθαίνει στους νέους αποκλείεται να τους διαφθείρουν. Το δικαστήριο λοιπόν έκρινε με ψήφους 280 απ’ τους 500 πως ο Σωκράτης είναι ένοχος. Ύστερα απ’ αυτό, ο Σωκράτης ρωτήθηκε για το ποια πιστεύει πως θα ήταν η κατάλληλη ποινή για τα ‘αδικήματά’ του. Ο ίδιος, μη πιστεύοντας πως θα έπρεπε να τιμωρηθεί για όσα έκανε, απάντησε ειρωνικά πως θα έπρεπε αντί να τιμωρηθεί, να του επιτραπεί να γευματίζει δωρεάν στο Πρυτανείο, μια τιμή που αποδιδόταν σε ευεργέτες της Αθήνας, λέγοντας τους πως “Είστε σαν ένα καλοθρεμμένο άλογο ράτσας, το οποίο από την απραγία κοντεύει να πέσει σε λήθαργο, και εγώ δρω ως αλογόμυγα που σας τσιμπά για να σας ξυπνήσω, να σας κρατήσω σε εγρήγορση”. Ύστερα πρότεινε να πληρώσει ένα μικρό ποσό ως πρόστιμο, βασιζόμενο στην οικονομική του δυνατότητα, ενώ αμέσως κάποιοι από τους φίλους του και μαθητές του που ήταν οικονομικά ευκατάστατοι, συμφώνησαν από κοινού να προτείνουν να πληρώσουν από τη δική τους τσέπη ένα πρόστιμο 30 φορές μεγαλύτερο απ’ αυτό που πρότεινε να πληρώσει ο ίδιος ο Σωκράτης. Το δικαστήριο όμως αποφάσισε να του αποδώσει την εσχάτη των ποινών, την θανατική καταδίκη. Ακούγοντας αυτά ο εβδομηνταενάχρονος Σωκράτης τους είπε: “Αν περιμένατε δύο, τρία, πέντε χρόνια ακόμα καλοί μου συμπολίτες θα πέθαινα και δεν θα χρειαζόταν να λερώσετε τα χέρια σας με το θάνατο μου. Και η πόλη αυτή θα μείνει γνωστή ως η πόλη η οποία σκότωσε τον Σωκράτη, γιατί άλλον σαν κι εμένα δεν πρόκειται να ξαναδείτε. Μου προκαλεί εντύπωση όμως το πως νομίζετε πως ο θάνατος είναι μια τιμωρία, μιας και κανείς δεν γνωρίζει τι συμβαίνει μετά τον θάνατο. Με βάση τα όσα είναι γνωστά, μπορεί μετά τον θάνατο να μη συμβαίνει τίποτα, ή ακόμα και να είναι η μεγαλύτερη ευεργεσία που μπορεί να τύχει σε έναν άνθρωπο. Ας είναι, ήρθε πια η ώρα οι δρόμοι μας να χωρίσουν, εγώ να πάω να πεθάνω, και εσείς να ζήσετε”.

Αυτά είπε ο Σωκράτης και αποχώρησε από την αίθουσα του δικαστηρίου. Μια μέρα, και ενώ περίμενε μέσα στο κελί να περάσει ο χρόνος ώστε να έρθει η στιγμή που θα θανατωθεί, τον επισκέφτηκε ένας μαθητής του, ο πλούσιος Κρίτων, και τον πλησίασε αποκαλύπτοντάς του ένα σχέδιο απόδρασης. Ο Κρίτων είχε φροντίσει τα πάντα: να δώσει ‘φακελάκι’ στον φρουρό για να κάνει τα στραβά μάτια, κάρο με άλογα για να τον φυγαδεύσει σε ξένη πόλη, να έχει έτοιμο ένα μη ευκαταφρόνητο ποσό να του δώσει στα χέρια ώστε να μπορεί να τα βγάλει πέρα το αρχικό διάστημα… Ο Σωκράτης όμως τον εξέπληξε με την άρνησή του να δραπετεύσει. “Νομίζεις πως ενώ οι συμπολίτες μου, που τους ξέρω από μικρά παιδιά με καταδίκασαν, πως σε μια ξένη χώρα θα με δεχτούν κάπως καλύτερα, και δεν θα μου κάνουν τα ίδια ή και χειρότερα ; Ή μήπως έχεις την εντύπωση πως αυτά τα λίγα χρόνια που μου απομένουν θα ήθελα να τα περάσω ως κυνηγημένος, από τη μια πόλη στην άλλη ;” είπε ο Σωκράτης στον Κρίτωνα. Ο Σωκράτης αποδέχθηκε την απόφαση των Αθηναίων, και ενώ μπορούσε σε πολλές περιπτώσεις να σώσει το τομάρι του, προτίμησε να μείνει εκεί, να υπομείνει τη θέληση των συμπολιτών του και να τηρήσει τους νόμους της πατρίδας του για να μη δώσει το κακό παράδειγμα. “Αν δεν έμενα εδώ, να δεχθώ τη τιμωρία που μου επέβαλλαν οι Αθηναίοι και το έσκαγα, δεν θα ήμουν ο Σωκράτης αλλά κάποιος άλλος”. Έτσι λοιπόν ο Σωκράτης ήπιε μια μέρα ατάραχα το κώνειο, ενώ μπροστά του ήταν οι φίλοι και οι μαθητές του, οι οποίοι ξέσπασαν σε λυγμούς όταν τον είδαν να τελειώνει το ποτήρι, τους οποίους και επέπληξε, μιας και ήθελε οι τελευταίες του ώρες να είναι χαρούμενες.

Αυτοί ήταν λοιπόν οι λόγοι για τους οποίους ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος προσπαθούσε να κάνει τους ανθρώπους να σκεφτούν, και ποτέ να μη σταματήσουν να μαθαίνουν. Ένας άνθρωπος ο οποίος παρότρυνε τους γύρω του να μην δέχονται τίποτα αμάσητο, αλλά πάντα να ελέγχουν και να αμφισβητούν καλοπροαίρετα τις αυθεντίες. Ένας άνθρωπος ο οποίος αδιαφορούσε για την εμφάνισή του και τα κουτσομπολιά, και εστιαζόταν στο να συζητά για ιδέες. Ένας άνθρωπος ο οποίος θα αντιμετώπιζε με λογική τα θρησκευτικά θέματα, μη φοβούμενος να κριτικάρει ‘ιερούς’ ποιητές. Ένας άνθρωπος, ο οποίος θα επισκεπτόταν τους γνωστούς και μεγάλους της εποχής του, και δεν θα δίσταζε να ελέγξει το κατά πόσο δικαιολογούταν η φήμη τους, και το κατά πόσο είναι σοφοί ή όχι, πράγμα που εξαγρίωνε τους αυτάρεσκους ‘επωνύμους’ που ασκούσαν επιρροή στην εποχή του. Και αυτή την ιδιοτροπία του ο Σωκράτης, την πλήρωσε με τη ζωή του.

Advertisements