ΦΤΙΑΞΕ ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ! ΤΟΣΟ ΑΠΛΑ!!! ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΙΔΡΥΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΕ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ…Κόμμα είναι μία ένωση ατόμων, εθελοντικά οργανωμένη, που διαθέτει πρόγραμμα κοινής δράσης και επιδιώκει να καταλάβει και να ασκήσει άμεσα την κρατική εξουσία… 2)Πολιτικά κόμματα & δικαιώματα του ανθρώπου : νομολογία του ΕυρΔΔΑ και Ελληνική έννομη τάξη…

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΙΔΡΥΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΕ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

Eπισκόπηση περιεχομένου

  • Το θέμα…………………………………………………………………………………………………………………………..

1. Εισαγωγή……………………………………………………………………………………………………………………….
1.1. Η σύγχρονη κομματική Δημοκρατία………………………………………………………………………………..
1.2. Τα πολιτικά κόμματα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του συντακτικού νομοθέτη……………..
1.3. Το συνταγματικό πλαίσιο για την οργάνωση και τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων……..
2. Συστήματα νομοθετικής ρύθμισης των πολιτικών κομμάτων……………………………………………….
2.1. Το ουσιαστικό σύστημα…………………………………………………………………………………………………
2.2. Το τυπικό σύστημα………………………………………………………………………………………………………..
2.3. Το μικτό σύστημα…………………………………………………………………………………………………………
2.4. Η ελληνική νομική ρύθμιση των πολιτικών κομμάτων……………………………………………………….
2.4.1. Η ίδρυση πολιτικού κόμματος…………………………………………………………………………………….
2.4.2. Η οργάνωση πολιτικού κόμματος………………………………………………………………………………..
2.4.2.1. Η οργανωτική δομή του πολιτικού κόμματος……………………………………………………………..
2.4.2.2. Η οργανωτική αυτονομία και η οργάνωση στην πράξη……………………………………………….
2.4.3. Η διάλυση πολιτικού κόμματος…………………………………………………………………………………..
3. Η έννοια του κόμματος κατά το ισχύον δίκαιο – το πολιτικό κόμμα ως ένωση πολιτών…………..
3.1. Ένωση φυσικών προσώπων………………………………………………………………………………………….
3.1.1. Συνασπισμοί κομμάτων……………………………………………………………………………………………..
3.1.2. Συγχώνευση κομμάτων………………………………………………………………………………………………
3.1.3. Προσχώρηση σε άλλο κόμμα……………………………………………………………………………………..
3.1.4. Συνδυασμοί κόμματος……………………………………………………………………………………………….
3.2. Ένωση Ελλήνων πολιτών………………………………………………………………………………………………
3.3. Ένωση πολιτών που έχουν το εκλογικό δικαίωμα…………………………………………………………….
3.3.1. Συμπλήρωση κατώτατου ορίου ηλικίας………………………………………………………………………..
3.3.2. Ανικανότητα δικαιοπραξίας……………………………………………………………………………………….
3.3.3. Αμετάκλητη ποινική καταδίκη για ορισμένα εγκλήματα………………………………………………..

================================================

Φίλοι αναγνώστες,
ΤΟ ΝΑ ΑΡΜΕΓΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΣΑΛΑΓΙΑΖΗΣ ΠΡΟΒΑΤΑ ΕΙΝΑΙ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΕΥΚΟΛΟ. ΕΜΑΣ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΒΟΣΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΝΕΜΕΤΕ !!!

=BY=f.b=BOSKO΄=VOSKOS

Φίλοι αναγνώστες.

Βρίσκεστε σ΄αυτό το ιστολόγιο με δική σας ευθύνη .

Ενδεχομένως κάτι που θα διαβάσετε εδώ μπορεί να το

θεωρήσετε ύβρη ή να σας θίξει ή να σας προσβάλλει.

Θα πρέπει να γνωρίσετε πως δεν έχουμε καμία τέτοια πρόθεση .

Έχοντας λοιπόν αυτό υπ΄όψιν οι επιλογές σας είναι δύο :

α) ή να φύγετε απ΄το ιστολόγιο αυτό , διακόπτοντας την

ανάγνωσή του ,ώστε να αποφύγετε πιθανή προσβολή των

ηθικών , θρησκευτικών ή άλλων αξιών σας , ή β) να παραμείνετε,

αποδεχόμενοι πως ότι και να διαβάσετε δεν θα σας προσβάλλει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο .

Εμείς απ΄την μεριά μας θα προσπαθήσουμε να διαφυλάξουμε και να προβάλουμε τις πραγματικές ανθρώπινες αξίες , έχοντας πάντα ως γνώμονα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αλήθεια .

ΕΠΙΣΗΣ:

1.Τα δημοτικά αθάνατα δημοτικά μπορεί η δεν συμφωνούν πλήρως με τις απόψειςτου άρθρου.

2.Επισημαίνουν ώμος στου φίλους του μπλοκ τα παρακάτω.
3.Η ενημέρωσης-μάθηση, είναι ιερή υποχρέωση καθενός από εμάς.
4.Η οποίες Αποψις του άρθρου εκφράζουν το συντάκτη του, ο
όποιος και αναφέρετε .
5.Την ευθύνη στα κείμενα που αναρτούνται στο
https://boskotsopanhs.wordpress.com/ φέρει ο υπογράφων ,ή η πηγή, και δεν αποτελούν απαραίτητα θέση και άποψη του παρόντος ιστολογίου.

6.Σκέψης, κρίση, απόψεις, επιδίωξη κάθε μορφής μήδε αυτής καθεαυτής της ατομικής προβολή, η με σκοπό αλλότριο η αλά αίτια η άλλης αίτιας,μήδε και του οικονομικού στόχου η του αυτό κάθε αυτό ως στόχο προσωπικο οικονομικο κέρδους η εκ Άλου σκοπού οικονομικού η μέσο με στόχος το προσωπικό όφελος , από οιαδήποτε αφορμή η σκοπό μέσο η αιτιατό μήδε και Tου προσωπικού η ατομικού συμφέροντος επί τοu συγκεκριμένου άρθρου ουδεμία σχέση έχουν τα δημοτικά αθάνατα δημοτικά οπουδήποτε και προέρχεται και απορρέουν .-

7.Η δημοσιοποίηση άρθρων έχει ως σκοπό μονό και μονό την ενημέρωση-μάθηση και τίποτα λιγότερο η περισσότερο.-

8.ΝΑ ΔΗΛΩΣΟΥΜΕ-ΔΗΛΩΣΗ ΟΤΙ¨

ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΚΑΝΕΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ Η ΑΛΛΟ ΟΦΕΛΟΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ, ΔΕΝ

ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΘΑ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ

ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΕΛΙΔΑ.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΕΧΟΜΑΣΤΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ Η ΑΛΛΗ ΕΚΛΥΣΗ Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΓΙΑ ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΛΟΓΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΑΓΡΑΦΕΤΕ ΣΤΗ ΠΑΡΟΥΣΑ ΕΠΙΣΗΜΑΝΕ ΚΑΙ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΕΣ ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.-

[…(( Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (άρθρο 19 παρ. 1, 2) Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να έχει την άποψη του χωρίς καμία παρέμβαση.πρέπει να έχει το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης. Aυτό περιλαμβάνει και το δικαίωμα του καθενός να αναζητά, να γράφει και να μεταδίδει οποιεσδήποτε πληροφορία και ιδέες ανεξαρτήτως, ελεύθερη έκφραση της σκέψης ανεξάρτητα από τη λογοκρισία η άδεια, δόγματα.διαφορετικών πεποιθήσεων θρησκειών,κτλ Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει καμία ανάγκη για δυσφήμηση, επικρίσεις βωμολοχίες,είναι έγκλημα εναντίον της τιμής του καθενός…))…]

===========================================================

3.4. Η ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ως όριο της ελευθερίας των κομμάτων…………………………………………………………………………………………………………………………
3.4.1. Το πρόβλημα ερμηνείας που ανακύπτει……………………………………………………………………….
1
25
27
27
28
29
29
30
34
34
36
38
38
39
40
40
41
42
44
44
47
49
49
51
54
57
3.4.2. Η προτιμώμενη ερμηνεία της διάταξης………………………………………………………………………..
4. Οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα (άρθρο 29 § 3 Σ)………………..
4.1. Γενικό χαρακτηριστικό: η αποτροπή των δημοσίων υπαλλήλων από κομματικές δραστηριότητες…………………………………………………………………………………………………………………
4.2. Το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 29 § 3 Σ……………………………………………………….
4.2.1. Ο απόλυτος περιορισμός του άρθρου 29 § 3 εδ. α΄ Σ…………………………………………………….
4.2.1.1. Τα πρόσωπα που εμπίπτουν στον περιορισμό αυτό…………………………………………………….
4.2.1.2. Το περιεχόμενο του περιορισμού……………………………………………………………………………..
4.2.2. Ο «σχετικός» περιορισμός του άρθρου 29 § 3 εδ. β΄ Σ…………………………………………………..
4.2.2.1. Τα πρόσωπα που εμπίπτουν στον περιορισμό αυτό…………………………………………………….
4.2.2.2. Το περιεχόμενο του περιορισμού……………………………………………………………………………..
5. Η ελευθερία των κομμάτων……………………………………………………………………………………………..
5.1. Η ελευθερία των κομμάτων ως ατομική ελευθερία…………………………………………………………..
5.2. Η ελευθερία των κομμάτων ως πολιτική ελευθερία………………………………………………………….
5.3. Το περιεχόμενο της ελευθερίας των κομμάτων………………………………………………………………..
5.3.1. Ελευθερία των πολιτών να οργανώνονται σε κόμματα…………………………………………………..
5.3.2. Ελευθερία των κομμάτων να αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους……………………………….
5.3.3. Η συνταγματική κατοχύρωση του πολυκομματισμού…………………………………………………….
6. Η κρατική οικονομική ενίσχυση και ο έλεγχος των εκλογικών δαπανών των κομμάτων (άρθρο 29 § 2 Σ)…………………………………………………………………………………………………………………………..
6.1. Η κρατική οικονομική ενίσχυση των κομμάτων……………………………………………………………….
6.2. Υποχρέωση διαφάνειας ως προς τη διαχείριση των οικονομικών……………………………………….
7. Άλλα ζητήματα………………………………………………………………………………………………………………
7.1. Η νομική προσωπικότητα των κομμάτων………………………………………………………………………..
7.2. Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι κατά το άρθρο 12 Σ και η εννοιολογική του συνάφεια με το δικαίωμα ίδρυσης πολιτικού κόμματος…………………………………………………………………………………
7.3. Η αντισυνταγματικότητα της απαγόρευσης των πολιτικών κομμάτων………………………………..
Βασικά συμπεράσματα………………………………………………………………………………………………………
2
58
59
60
Περίληψη, λήμματα…………………………………………………………………………………………………………..
Πίνακας Νομολογίας…………………………………………………………………………………………………………
Βιβλιογραφία……………………………………………………………………………………………………………………
3
Το θέμα
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα πολιτικά κόμματα αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του σύγχρονου δημοκρατικού πολιτεύματος και για το λόγο αυτό πολλοί μελετητές και διανοητές ασχολούνται με ζητήματα σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία τους, τη θέση τους στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική και τη συνεισφορά τους στην πρόοδο μιας χώρας.
Επιχειρώντας μια μεθοδολογική προσημείωση, επισημαίνουμε ότι στην παρούσα εργασία ασχοληθήκαμε με το δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής των πολιτών στα πολιτικά κόμματα και συγκεκριμένα τις προϋποθέσεις (θετικές και αρνητικές) ίδρυσης και λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων καθώς και ορισμένες αρχές που διέπουν τη συμμετοχή των πολιτών σε αυτά. Πέρα, όμως, από την ανάλυση των στοιχείων αυτών αναφερόμαστε γενικότερα στα συστήματα νομοθετικής ρύθμισης των πολιτικών κομμάτων, στην ελευθερία ίδρυσης πολιτικού κόμματος, δηλαδή την αποδέσμευση της από το «στενό» κύκλο του δικαιώματος, στην κρατική οικονομική ενίσχυση και τον έλεγχο των εκλογικών δαπανών των κομμάτων καθώς και πιο εξειδικευμένα ζητήματα όπως τη νομική προσωπικότητα των κομμάτων, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και την εννοιολογική του συνάφεια με το δικαίωμα ίδρυσης πολιτικού κόμματος και την αντισυνταγματικότητα της απαγόρευσης των πολιτικών κομμάτων.
Πιο συγκεκριμένα, η εργασία κινείται στο εξής πλαίσιο:
􀂉 Συστήματα νομοθετικής ρύθμισης των πολιτικών κομμάτων
􀂉 Προϋποθέσεις και «κωλύματα» ίδρυσης πολιτικού κόμματος
􀂉 Ελευθερία ίδρυσης πολιτικού κόμματος
􀂉 Κρατική οικονομική ενίσχυση και ο έλεγχος των εκλογικών δαπανών των κομμάτων
􀂉 Υποχρέωση διαφάνειας ως προς τη διαχείριση των οικονομικών
􀂉 Νομική προσωπικότητα των κομμάτων
􀂉 Εννοιολογική συνάφεια των άρθρων 12 Σ και 29 Σ
􀂉 Αντισυνταγματικότητα της απαγόρευσης των πολιτικών κομμάτων

======================================================

[PDF]

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

http://www.greeklaws.com/pubs/uploads/101.pdf

================================================

Προσπαθήσαμε, λοιπόν, με παραγωγική συλλογιστική να προσεγγίσουμε τις πτυχές του θέματος που αξιολογήσαμε ως τα πλέον κομβικά σημεία. Ελπίζουμε με αυτόν τον τρόπο να αποδόθηκε όσο το δυνατόν πιο συστηματοποιημένα η ανάλυση του δικαιώματος ίδρυσης και συμμετοχής των πολιτών σε πολιτικά κόμματα, που είναι ένα θέμα με τεράστια σημασία για το σύγχρονο πολιτειακό σύστημα διακυβέρνησης και γενικότερα για την κοινωνική και πολιτική οργάνωση των πολιτών.
4
1. Εισαγωγή
1.1. Η σύγχρονη κομματική Δημοκρατία
Η ύπαρξη και η λειτουργία των σύγχρονων δημοκρατιών προϋποθέτει την ύπαρξη και τη λειτουργία πολιτικών κομμάτων1. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τα σύγχρονα κράτη ονομάστηκαν «κομματικά». Ο όρος «κομματικό κράτος»2 έχει καθιερωθεί στο πολιτικό και νομικό λεξιλόγιο (Parteienstaat, party state, etat partitaire, stato dei partiti). Τον όρο αυτό χρησιμοποίησε πρώτος ο H. Triepel και στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε ήδη από τον Αλέξανδρο Σβώλο. Αλλά από τον όρο κομματικό κράτος, που μπορεί ενδεχομένως να δημιουργήσει την εντύπωση ότι αποδίδει την έννοια του μονοκομματικού και ολοκληρωτικού κράτους, είναι προτιμότερος ο όρος κομματική Δημοκρατία, γιατί δίνει σαφώς την εικόνα της ύπαρξης περισσότερων από ένα κομμάτων. Μπορούμε να πούμε, λοιπόν, ότι η μετάβαση από την κλασική στην κομματική Δημοκρατία αποτελεί ήδη αδιάψευστη ιστορικοπολιτική πραγματικότητα.
1.2. Τα πολιτικά κόμματα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του συντακτικού νομοθέτη
Ο συντακτικός νομοθέτης ανταποκρίθηκε στις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις κατά το τρόπο ικανοποιητικό. Για πρώτη φορά με το ισχύον Σύνταγμα αναγνώρισε την κορυφαία νομικοπολιτική θέση των κομμάτων στο πλαίσιο της ανασυγκροτημένης δημοκρατικής πολιτείας. Η θεμελιώδης αυτή επιλογή του αποτυπώθηκε ανάγλυφα σε πολλές επί μέρους διατάξεις. Τα πολιτικά κόμματα αναγορεύονται έτσι ως συνταγματικός θεσμός στο άρθρο 29 Σ, το οποίο κατοχυρώνει την ελεύθερη ίδρυσή τους και τη συμμετοχή σε αυτά Ελλήνων πολιτών υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Το Σύνταγμα επιβάλλει εξ άλλου η οργάνωση και η δράση τους να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, λαμβάνει δε ειδική μέριμνα για την οικονομική ενίσχυσή τους από το Κράτος καθώς και τη δημοσιότητα των εκλογικών δαπανών τους. Αξίζει επίσης να αναφερθούν οι διατάξεις που ρυθμίζουν το σχηματισμό της Κυβέρνησης (άρθρο 37 Σ), τη σύνθεση των κοινοβουλευτικών και εξεταστικών επιτροπών καθώς και των τμημάτων της Βουλής ανάλογα με τη δύναμη των κομμάτων (άρθρα 68 § 3 και 71 Σ) και,
1 Για τη νομική έννοια και τη φύση των πολιτικών κομμάτων, ως ενώσεων δημοσίου δικαίου και ειδικότερα συνταγματικού δικαίου, βλ. Δημητρόπουλο Ανδ., «Η συνταγματική θέση των πολιτικών κομμάτων», Αθήνα, 1974
2 Πολλές φορές ο όρος «κομματικό κράτος» χρησιμοποιείται με την έννοια του κομματιζόμενου κράτους. Οι δύο αυτοί όροι ωστόσο είναι εντελώς διαφορετικοί.
5
γενικότερα, τη συμμετοχή τους στην οργάνωση της λαϊκής αντιπροσωπείας (άρθρα 73 § 4 και 76 § 4 Σ).
1.3. Το συνταγματικό πλαίσιο για την οργάνωση και τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων
Στις επιλογές του συντακτικού νομοθέτη θεμελιώνονται, κατά την ορθότερη αντίληψη, οι αρχές της πολυκομματικής δημοκρατίας και της ισότητας των ευκαιριών μεταξύ των κομμάτων. Οι εν λόγω αρχές διαδραματίζουν ασφαλώς καθοριστικό ρόλο κατά της συνάρθρωση του πολιτεύματος στην πράξη. Σε μία δημοκρατική κοινωνία τα κόμματα διαμεσολαβούν και εκφράζουν τη θέληση του λαού όχι μόνο στιγμιαία για την ανάδειξη των αντιπροσώπων του, αλλά εν γένει για τη νομιμοποίηση διαρκώς της κρατικής εξουσίας σε όλες τις βασικές μορφές της. Η απρόσκοπτη και αποδοτική εκπλήρωση αυτής ακριβώς της αποστολής τους προϋποθέτει μεταξύ των άλλων εσωκομματική δημοκρατία. Η ομόλογη αρχή με το δυναμικό περιεχόμενο της βρίσκει στέρεο έρεισμα στην αρχή της πολυκομματικής δημοκρατίας – σε απώτερη δε αλλά ευδιάκριτη αναγωγή – και στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εσωκομματική δημοκρατία αποτελεί υπαρξιακό κυριολεκτικά όρο για την πεμπτουσία κάθε σύγχρονης πολιτείας.
Το ισχύον Σύνταγμα καταστρώνει λοιπόν ένα εποικοδομητικό κατά βάση περίγραμμα σχετικά με την οργάνωση και τη δράση των κομμάτων. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να εμφυσήσει ζωογόνο πνοή στο κομματικό σύστημα και να δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τον εκσυγχρονισμό και τον εκδημοκρατισμό του. Στην κρίση των θεσμών, που ενδημεί στη χώρα μας, τα κόμματα φαίνεται να είναι, εν τέλει, και θύτες και θύματα της δυσλειτουργίας τους. Διάχυτα είναι πράγματι τα παθολογικά συμπτώματα που διαπιστώνονται σε πολλές περιοχές της ζωής τους. Έτσι, εξηγείται άλλωστε ότι συχνά εκτρέπονται της αποστολής τους και διαβρώνουν πολλές φορές τα θεμέλια της δημοκρατίας. Αν και συνήθως κόπτονται γι’ αυτήν, παραγνωρίζουν ότι η αντοχή και η δύναμή της δοκιμάζονται πρωταρχικά στο χώρο τους.
Σύμφωνα με το Δ. Τσάτσο, «η στάση του κράτους απέναντι στο πολιτικό κόμμα πέρασε από τέσσερις διαδοχικές φάσεις: την καταπολέμηση, την αγνόηση, την αναγνώριση και τη νομιμοποίηση και, τέλος, την ενσωμάτωση. Η συνταγματική ενσωμάτωση τους έρχεται να επισφραγίσει και σε μας τη διαμόρφωση των θεσμικών και των πολιτικών όρων για τη δημιουργική συναίρεση κοινωνίας και εξουσίας. Η πραγμάτωση της εξαρτάται πάντως εν πολλοίς από την ποιότητα της εσωκομματικής δημοκρατίας. Η εσωκομματική δημοκρατία αποτελεί λοιπόν ίσως τη σημαντικότερη παράμετρο για τη σύγχρονη και αποδοτική οργάνωση, λειτουργία και 6
δράση των κομμάτων, κατ’ επέκταση δε τη συνάρθρωση στην πράξη του δημοκρατικού πολιτεύματος.
7
2. Συστήματα νομοθετικής ρύθμισης των πολιτικών κομμάτων
Μπορούμε να διακρίνουμε τρία συστήματα νομοθετικής μεταχείρισης των πολιτικών κομμάτων, το ουσιαστικό, το τυπικό και το μικτό σύστημα.
2.1. Το ουσιαστικό σύστημα
Το ουσιαστικό σύστημα βασίζεται στη διάκριση πολιτικής ένωσης και κομματικής ιδιότητας και στη συνδρομή αποκλειστικά και μόνον ουσιαστικών προϋποθέσεων. Κατά το σύστημα αυτό, δεν ορίζονται από το νόμο τυπικές προϋποθέσεις ίδρυσης των κομμάτων, αλλά εφ’ όσον συντρέξουν ορισμένες ουσιαστικές προϋποθέσεις, μία πολιτική ένωση προσώπων θεωρείται ως κόμμα, χωρίς να απαιτείται η τήρηση διατυπώσεων, όπως π.χ. η δικαστική ή άλλα αναγνώριση του καταστατικού κ.λπ. Στις ουσιαστικές αυτές προϋποθέσεις ανήκουν π.χ. το μέγεθος της οργάνωσης, ο αριθμός των μελών, το δημόσιο κύρος (προβολή στη δημοσιότητα) κ.λπ. Η κτήση, από την πολιτική ένωση της ιδιότητας του κόμματος δεν συμπίπτει κατ’ ανάγκη με την ίδρυση, αλλά κατά κανόνα έπεται χρονικά. Η πολιτική ένωση με την απώλεια των ουσιαστικών προϋποθέσεων αποβάλλει και τη νομική ιδιότητα του κόμματος, χωρίς να τηρηθεί καμία διατύπωση. Είναι, όμως ιδιαίτερα σημαντικό ότι η απώλεια της κομματικής ιδιότητας δεν συνεπάγεται και τη διάλυση της πολιτικής ένωσης – εκτός από την περίπτωση της διάλυσης λόγω αντισυνταγματικότητας3 – η οποία εξακολουθεί να υπάρχει χωρίς όμως να απολαύει των δικαιωμάτων και προνομίων των κομμάτων4.
2.2. Το τυπικό σύστημα
Το τυπικό σύστημα βασίζεται στη συνδρομή τυπικών προϋποθέσεων και στην απόλυτη σύνδεση ένωσης προσώπων και κομματικής ιδιότητας τόσο κατά την ίδρυση όσο και κατά τη διάλυση. Κατά το τυπικό σύστημα, τίθενται από το νόμο τυπικές προϋποθέσεις ίδρυσης. Η κτήση της ιδιότητας του κόμματος περιβάλλεται τύπο, που συμπίπτει με την έγκριση του καταστατικού5. Τύπο επίσης περιβάλλεται και η απώλεια της ιδιότητας του κόμματος, η οποία έχει ως συνέπεια τη
3 Στην περίπτωση αυτή απαιτείται τύπος, π.χ. απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου (όπως στη Γερμανία) ή άλλου οργάνου.
4 Το ουσιαστικό σύστημα ακολουθείται από το Θεμελιώδη Νόμο της Βόννης. Κατά το γερμανικό σύστημα, δεν απαιτούνται τυπικές διαδικασίες ίδρυσης και η πολιτική ένωση δεν διαλύεται αναγκαστικά εκτός από την περίπτωση της αντισυνταγματικότητας.
5 Για τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονται στο καταστατικό ενός πολιτικού κόμματος, βλ. Παπαδημητρίου Γ., Τα καταστατικά των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα, 1994 8
διάλυση – όχι μόνο στην περίπτωση της συνταγματικότητας, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις – τόσο ως κόμματος, όσο και ως πολιτικής ένωσης. Έτσι, π.χ. κατά το σύστημα αυτό, πολιτικό κόμμα που δεν μετέχει για ορισμένο χρονικό διάστημα στις βουλευτικές εκλογές, διαλύεται και δεν εκπίπτει απλώς από τη νομική θέση του ως πολιτικού κόμματος.
2.3. Το μικτό σύστημα
Το μικτό σύστημα βασίζεται στη συνδρομή ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων. Ως προς την ίδρυση μοιάζει περισσότερο με το τυπικό και ως προς την απώλεια της κομματικής ιδιότητας περισσότερο με το ουσιαστικό.
Κατά το μικτό σύστημα απαιτούνται για την ίδρυση των κομμάτων όχι μόνο τυπικές, αλλά και ουσιαστικές προϋποθέσεις. Η κτήση της ιδιότητας του κόμματος και η ίδρυσή του συμπίπτουν. Βασίζεται επομένως όπως και το τυπικό, στην ενότητα ίδρυσης της ένωσης και κτήσης της κομματικής ιδιότητας. Το μικτό σύστημα απαιτεί τύπο κατά την ίδρυση, όπως είναι π.χ. η αναγνώριση του καταστατικού ή άλλη ενέργεια, όπως η υποβολή δήλωση κάποιας μορφής. Εκτός από της τυπικές απαιτούνται και ουσιαστικές προϋποθέσεις. Επειδή, όμως, μερικές από τις προϋποθέσεις αυτές δεν είναι δυνατόν να πληρούνται πάντοτε από την ίδρυση του κόμματος, θεωρούνται ότι υπάρχουν πλασματικά, το δε πολιτικό κόμμα υποχρεούται μετά την ίδρυση – και ταυτόχρονη κτήση της ιδιότητας του κόμματος – σε προδιαγεγραμμένο χρονικό πλαίσιο στην πλήρωση των ουσιαστικών αυτών προϋποθέσεων.
Όσον αφορά στην απώλεια της κομματικής ιδιότητας, το μικτό σύστημα βασίζεται, όπως και το ουσιαστικό, στη διάκριση κομματικής ιδιότητας και πολιτικής ένωσης. Συνδρομή τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων απαιτείται και για την απώλεια της κομματικής ιδιότητας. Η μη πλήρωση ή η απώλεια των απαιτούμενων ουσιαστικών προϋποθέσεων επιφέρει την απώλεια της ιδιότητας του κόμματος, η οποία και περιβάλλεται τύπο. Δεν έχει, όμως, ως αποτέλεσμα τη διάλυση της ένωση, εκτός από τη διάλυση λόγω αντισυνταγματικότητας. Έτσι, η ένωση αυτή δεν αποτελεί κόμμα και δεν απολαμβάνει τα δικαιώματα και τα προνόμια των κομμάτων, δεν μπορεί λ.χ. να μετέχει στις εκλογές. Είναι επίσης δυνατό να επέρχονται και άλλες συνέπειες, όπως π.χ. να μη επιτρέπεται να φέρεται η προσήκουσα ονομασία στα πολιτικά κόμματα.
2.4. Η ελληνική νομική ρύθμιση των πολιτικών κομμάτων
Η ελληνική ρύθμιση των πολιτικών κομμάτων είναι ανεπαρκής. Πρόκειται για ένα ατελές μικτό σύστημα.
9
Όσον αφορά στην ίδρυση των κομμάτων, απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου6. Τα πολιτικά κόμματα οφείλουν πριν από την ανάληψη οποιασδήποτε δραστηριότητας να καταθέσουν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση του αρχηγού ή της διοικούσας επιτροπής. Στη δήλωση πρέπει να περιλαμβάνεται ότι οι αρχές του κόμματος είναι αντίθετες προς κάθε ενέργεια που αποσκοπεί στην κατάληψη της εξουσίας με τη βία ή στην ανατροπή του ελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος7. Επίσης, κατά την εκλογική νομοθεσία8, ο συνδυασμός καταρτίζεται με δήλωση, που γίνεται, αν πρόκειται για συνδυασμό ενός μόνο κόμματος, από το αρμόδιο κατά το καταστατικό όργανο του κόμματος και αν δεν υπάρχει τέτοιο όργανο ή δεν ορίζεται, από τον αρχηγό του κόμματος ή από εκείνον που διορίστηκε αντιπρόσωπος του κόμματος.
Εκτός από τη ρύθμιση αυτή δεν ορίζεται κάτι άλλο σχετικό με την απώλεια της κομματικής ιδιότητας ή τη διάλυση. Ο συντακτικός νομοθέτης δεν προβλέπει διαδικασία αναγκαστικής διάλυσης των πολιτικών κομμάτων, η οποία κατά συνέπεια δεν επιτρέπεται9. Κατά την ισχύουσα ρύθμιση είναι δυνατή μόνον η εκούσια διάλυση (αυτοδιάλυση) των κομμάτων. Και εφ’ όσον υπάρχει σχετική δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν υπάρχει κανένα ζήτημα. Ζήτημα γεννάται πότε θα θεωρηθεί το κόμμα ότι παύει να υπάρχει χωρίς αυτήν τη δήλωση. Εφ’ όσον δεν ορίζεται τίποτε σχετικό, θα πρέπει να δεχθούμε ότι ισχύει το ουσιαστικό σύστημα. Θα κληθεί δηλαδή το δικαστήριο να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, ώστε η συγκεκριμένη πολιτική ένωση να έχει και να διατηρεί την ιδιότητα του κόμματος. Όμως, η άρνηση της κομματικής ιδιότητας δεν σημαίνει διάλυση της πολιτικής ένωσης, όπως ακριβώς συμβαίνει στο ουσιαστικό σύστημα. Αν επομένως δεν υπάρχει η σχετική δήλωση, θα κριθεί η ύπαρξη του κόμματος με ουσιαστικά κριτήρια, π.χ. συμμετοχή στις εκλογές, πολιτική δραστηριότητα, δημόσιες δηλώσεις, συμμετοχή σε δημόσιες εκδηλώσεις κ.λπ. Και αν και από τα κριτήρια προκύπτει ότι δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα, θα πρέπει να ερευνάται η ύπαρξη πολιτικής ένωσης προσώπων, διότι η απώλεια της κομματικής ιδιότητας δεν συνεπάγεται τη διάλυση της ένωσης. Το τέλος του κόμματος δεν είναι απαραίτητα και τέλος της ένωσης.
2.4.1. Η ίδρυση πολιτικού κόμματος
Πριν τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975, καθορίσθηκαν με το ν.δ. της 23ης Σεπτεμβρίου 1974 «Περί συστάσεως και επαναλειτουργίας πολιτικών κομμάτων» οι όροι όχι μόνο
6 Άρθρο 1 § 2 ν.δ. 59/1974
7 Άρθρο 1 § 3 ν.δ. 59/1974
8 Άρθρο 34 § 4 π.δ. 92/1994
9 Βλ. Ράικο Αθ., Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα, 1984, σελίδα 271
10
για την ελεύθερη ίδρυση πολιτικών κομμάτων αλλά και για την επαναλειτουργία όσων είχαν απαγορευθεί στο παρελθόν και όσων η λειτουργία είχε διακοπεί ή ανασταλεί κατά τη διάρκεια του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 (άρθρο 1 § 1 ν.δ.59/1974). Η ρύθμιση που επελέγη είναι εξαιρετικά απλή. Πριν την ανάληψη οποιασδήποτε δραστηριότητας, τα κόμματα υποχρεούνται να καταθέσουν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ιδρυτική δήλωση του Αρχηγού ή της Διοικούσας Επιτροπής τους. Από την κατάθεσή της το κόμμα δρα ελεύθερα στο πλαίσιο του δημοκρατικού πολιτεύματος, με γνώμονα τις ευάριθμες διατάξεις του Συντάγματος και της κοινής νομοθεσίας που διέπουν τη λειτουργία του.
Τα πολιτικά κόμματα δεν διακρίνονται ευκρινώς μόνον από την ιδεολογία, το πρόγραμμα, την οργάνωση και τη δράση τους. Γι’ αυτό ακριβώς είναι αναγκαία η εξατομίκευση τους διαμέσου μιας αφαιρετικής διαδικασίας. Το όνομα και το έμβλημα, με τα οποία γίνονται άλλωστε γνωστά στους πολίτες και ταυτίζονται στη συνείδηση τους, προσφέρονται κατ’ εξοχήν για την εξατομίκευση των κομμάτων.
Την πραγματικότητα αυτή εκλαμβάνει ο νομοθέτης ως βάση και προβλέπει ως στοιχεία εξατομίκευσης των κομμάτων το όνομα και το έμβλημα. Τα εν λόγω στοιχεία πρέπει, κατά την ορθότερη άποψη, να περιέχονται στην ιδρυτική δήλωση. Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι κατά το άρθρο 37 § 5 Σ του εκλογικού νόμου απαγορεύεται «η χρήση ως ονόματος και εμβλήματος ή σήματος κόμματος α) συμβόλου θρησκευτικής λατρείας, της σημαίας της πατρίδας ή άλλου παρομοίου συμβόλου ή σημείου ιδιαίτερης ευλάβειας, β) του στέμματος, γ) συμβόλων ή εμβλημάτων του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 ή φωτογραφιών προσώπων που έχουν καταδικαστεί για τη συμμετοχή τους σε αυτό».
Επειδή πάντως ενδέχεται να προκαλείται και να διατηρείται σύγχυση ως προς την ταυτότητα των κομμάτων, η επίλυση ανάλογων διαφορών ανατίθεται στην Επιτροπή του άρθρου 38 § 1 του εκλογικού νόμου, η οποία αποφαίνεται σε εκ των ενόντων μάλλον διαδικασία για το δικαιούχο τους. Την επιτροπή απαρτίζουν ο Πρόεδρος, ο Εισαγγελέας και ο αρχαιότερος Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου καθώς επίσης και ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Εκλογών του Υπουργείου Εσωτερικών.
Σύγχυση ενδέχεται να δημιουργηθεί όχι μόνον κατά την κατάθεση της ιδρυτικής δήλωσης, που ενυπάρχει στη λογική του ν.δ. 59/1974 και προορίζεται να καταλάβει κάθε στιγμή δραστηριότητας του κόμματος, αλλά και κατά την κατάθεση της εκλογικής δήλωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 37 § 1 και 2 του εκλογικού νόμου και υποβάλλεται κάθε φορά εν όψει βουλευτικών εκλογών. Η διαφορά μεταξύ των δύο δηλώσεων είναι σαφής. Η πρώτη έχει διαρκεί και η δεύτερη στιγμιαίο χαρακτήρα, αν και στην συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων ταυτίζονται ως προς το περιεχόμενό τους. Ανάλογα προβλήματα ενδέχεται να δημιουργηθούν και 11
όταν πολιτικά αντιπαρατιθέμενες μερίδες του προσπαθούν να οικειοποιηθούν το όνομα και το έμβλημα του κόμματος. Και στην περίπτωση αυτή οι σχετικές διαφορές, ανεξάρτητα αν αναφέρονται στην ιδρυτική ή στην εκλογική δήλωση, επιλύονται από την ίδια Επιτροπή.
2.4.2. Η οργάνωση πολιτικού κόμματος
2.4.2.1. Η οργανωτική δομή του πολιτικού κόμματος
Τα κόμματα συνιστούν σε κάθε σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία το θεμέλιο για τη συγκρότηση του πολιτικού συστήματος και την άρθρωση του πολιτεύματος στην πράξη, στηρίζονται δε σε πάγια κατά κανόνα οργανωτική δομή. Χωρίς στέρεα δομή και συνεκτική οργάνωση δεν είναι δυνατόν να επιτελέσουν την πολυσύνθετη αποστολή τους.
Η οργανωτική δομή των κομμάτων διαγράφεται από το καταστατικό τους. Σε αυτό καταστρώνονται οι αρχές, αποκρυσταλλώνεται σε γενικές γραμμές η ιδεολογία και καθορίζονται – σε εσωτερική ιεραρχική διαπλοκή – τα όργανά τους, ενώ ρυθμίζονται επίσης οι σχέσεις των μελών προς το κόμμα. Τα καταστατικά παρουσιάζουν βέβαια μεταξύ τους πολλές ομοιότητες αλλά και διαφορές. Η σημασία του καταστατικού για την οργάνωση και τη δράση ενός κόμματος είναι πρόδηλη, αφού δίνει κατ’ αρχήν απάντηση σε όλα τα βασικά προβλήματά του. Το καταστατικό αποτελεί – και όταν ακόμη παραβιάζεται στην πράξη – το άλφα και το ωμέγα στη ζωή του κόμματος. Από αυτό αντλούν τη νομιμοποίησή τους όλα τα κομματικά όργανα και φυσικά τα κανονιστικού περιεχομένου κείμενα που τα διέπουν, όπως λ.χ. οι κανονισμοί λειτουργία των επί μέρους οργάνων του.
Η δομή ενός κόμματος αρθρώνεται στα επί μέρους όργανα και τις επί μέρους οργανώσεις του. Δεσπόζουσα είναι η θέση του Συνεδρίου, ενώ την ευθύνη της λειτουργίας του επωμίζονται διάφορα συλλογικά ή μονοπρόσωπα όργανα. Στη μορφολογία των ελληνικών κομμάτων συναντούμε έτσι συνήθως, σε επίπεδο τρέχουσας διαχείρισης, τον Πρόεδρο ή τον Αρχηγό, το Εκτελεστικό Γραφείο ή τη Διοικούσα Επιτροπή και την Κεντρική Επιτροπή ως περιοδικά βουλευόμενο και αποφασιστικό όργανο. Οι σχέσεις μεταξύ των οργάνων διαπλέκονται με βάση τους ορισμούς του καταστατικού, που πάντως δεν τηρούνται απαρέγκλιτα στην πράξη.
Κάθε κόμμα διαθέτει, εξ άλλου, οργανώσεις που συγκροτούνται ιδίως με κριτήρια είτε γεωγραφικά (περιφερειακές, νομαρχιακές και τοπικές) είτε επαγγελματικά (κλαδικές κ.λπ.) και αποτυπώνουν την αποκεντρωμένη δομή του σε όλη την επικράτεια αλλά και εκτός αυτής στο εξωτερικό. Η οργανωτική δομή που σκιαγραφήθηκε προηγουμένως σε αδρές γραμμές παρουσιάζει φυσικά πολλές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κομμάτων, οι οποίες σχετίζονται πρωταρχικά με την ιδεολογία και το χαρακτήρα τους.
12
2.4.2.2. Η οργανωτική αυτονομία και η οργάνωση στην πράξη
Στο πλαίσιο της ισχύουσας έννομης τάξης τα κόμματα διαμορφώνουν ελεύθερα τις επιλογές που αναφέρονται στη δομή, την οργάνωση και τη λειτουργία τους. Όρια σε αυτήν την ελευθερία θέτει πάντως το Σύνταγμα. Σύμφωνα με το άρθρο 29 § 1 Σ, τόσο η οργάνωση όσο και η δράση τους πρέπει να εξυπηρετούν «την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Η συγκεκριμένη επιταγή, με το ανοικτό και πολυσήμαντο κανονιστικό περιεχόμενό της, δεν επιβάλλει ένα συγκεκριμένο πρότυπο οργάνωσης των κομμάτων που άλλωστε δεν θα ήταν νοητό σε μια σύγχρονη πολυκομματική δημοκρατία. Υπό αυτήν την έννοια, το Σύνταγμα δεν προκρίνει ορισμένα πρότυπα, αλλά διασφαλίζει σε ευρεία έκταση την καταστατική αυτονομία των κομμάτων. Η επιταγή του άρθρου 29 § 1 Σ λοιπόν οριοθετεί απλώς ένα πολύ γενικό περίγραμμα, το οποίο οφείλουν να έχουν ως βάση για τη δόμηση και την οργάνωσή τους. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι εν λόγω επιταγή, και αν ακόμη δεν προβλεπόταν ρητά στο Σύνταγμα, θα απέρρεε αβίαστα τόσο από τη φύση και την αποστολή των κομμάτων όσο και από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.
Όσον αφορά στην πρακτική εφαρμογή όλων των παραπάνω, μετά την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας το 1974 άρχισε να γίνεται αντιληπτή όλο και περισσότερο η ανάγκη για σταθερή και σύγχρονη οργάνωση των κομμάτων. Έκτοτε συντελέσθηκε σημαντική πρόοδος, χωρίς ωστόσο να λείπουν δυσλειτουργίες που προσέλαβαν μάλιστα ορισμένες φορές τη μορφή έντονης κομματικής κρίσης. Η διαπίστωση ισχύει για όλα σχεδόν τα κόμματα, έρχεται δε να αναδείξει κατά τρόπο ανάγλυφο τη συντηρούμενη και αναπαραγόμενη οργανωτική ρευστότητα τους.
Οι δυσλειτουργίας εστιάζονται ιδίως στην ελλείπουσα εσωκομματική δημοκρατία, που φαίνεται να αποτελεί την «αχίλλειο πτέρνα» του κομματικού μας συστήματος. Η υπέρβαση του ελλείμματος εσωκομματικής δημοκρατίας συνιστά από κάθε άποψη υπαρξιακή ανάγκη για τον εκσυγχρονισμό και τον εκδημοκρατισμό του. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται άλλωστε ότι η οργάνωση των κομμάτων προβάλλει κατ’ εξοχήν ως το προνομιακό πεδίο, στο οποίο εκφράζονται τα διάφορα αντιτιθέμενα κοινωνικά συμφέροντα προκειμένου να μετασχηματισθούν σε συγκεκριμένα αιτήματα και πολιτικές.
2.4.3. Η διάλυση πολιτικού κόμματος
Στη ζωή ενός κόμματος παραμονεύει και ο θάνατος. Δεν αποκλείεται έτσι να εκλείψουν οι συνθήκες που οδήγησαν στην ίδρυσή του, να ατονήσει πλήρως η δράση του και αν τεθεί ζήτημα διάλυσής του. Τη διάλυση αποφασίζουν τα αρμόδια καταστατικά του όργανα. Εάν αυτά 13
αδρανήσουν, επέρχεται μοιραία ο μαρασμός τους, που δεν αποκλείει πάντως την τυπική διατήρησή του στη ζωή.
14
3. Η έννοια του κόμματος κατά το ισχύον δίκαιο – το πολιτικό κόμμα ως ένωση πολιτών
Ούτε το Σύνταγμα ούτε κανένας από τους υπάρχοντες νόμους που αναφέρονται στα πολιτικά κόμματα περιέχει ορισμό του κόμματος. Παρ’ όλα αυτά, η νομική έννοια του κόμματος προκύπτει από το Σύνταγμα και κυρίως από το άρθρο 29 § 1 Σ. Με βάση τα στοιχεία του πολιτικού κόμματος, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο αυτό, μπορούμε να πούμε ότι «πολιτικά κόμματα είναι οι διαρκείς, ελεύθερες, μη αυτοτελείς ενώσεις ενεργών πολιτών, με πλήρη και δημοκρατική οργάνωση, που επιδιώκουν μέσα στο συνταγματικό πλαίσιο ως φορείς της λαϊκής θέλησης συμμετοχή στη διακυβέρνηση του κράτους, με σκοπό την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος, όπως προσδιορίζεται από την πολιτική τους τοποθέτηση»10. Ο ορισμός αυτός αποδίδει τη νομική ουσιαστική έννοια των πολιτικών κομμάτων. Η κοινωνικοπολιτική τους έννοια δεν ταυτίζεται με τη νομική, αλλά αποτελεί την πραγματική της βάση.
Η νομική έννοια του πολιτικού κόμματος περιέχει δύο βασικά στοιχεία: το πρώτο είναι ότι το κόμμα αποτελεί μια ένωση ατόμων, των οποίων τα χαρακτηριστικά προσδιορίζει το άρθρο 29 § 1 Σ και τις εξαιρέσεις το άρθρο 29 § 3 Σ. Το δεύτερο στοιχείο, το οποίο προκύπτει και έμμεσα από άλλες συνταγματικές διατάξεις, είναι ο σκοπός που συνδέει τα μέλη ενός κόμματος και που είναι η κατά το Σύνταγμα άσκηση της κρατικής εξουσίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 29 § 1 Σ, «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πολίτες που δεν απέκτησαν ακόμη το δικαίωμα να εκλέγουν μπορούν να συμμετέχουν στα τμήματα νέων των κομμάτων».
3.1. Ένωση φυσικών προσώπων
Κατ’ αρχήν μόνο φυσικά πρόσωπα μπορούν να ιδρύουν πολιτικά κόμματα και να μετέχουν σε αυτά, αφού οι Έλληνες πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν είναι εξ ορισμού μόνο φυσικά πρόσωπα. Από τη διατύπωση του άρθρου 29 § 1 Σ, ωστόσο, δεν αποκλείεται η συγχώνευση ομάδων πολιτών ή και κομμάτων. Στις περιπτώσεις αυτές οι πολίτες ιδρύουν το κόμμα ή συμμετέχουν στο κόμμα που προκύπτει από τη συγχώνευση «έμμεσα», δηλαδή μέσω της συμμετοχής τους στα συγχεόμενα κόμματα. Εξ άλλου, από τις διατάξεις της εκλογικής νομοθεσίας
10 Δημητρόπουλος Ανδ., «Οργάνωση και λειτουργία του κράτους: Παραδόσεις Συνταγματικού Δικαίου, Τόμος Β΄», Αθήνα, 2001, σελίδα 378
15
που διακρίνουν τα «κόμματα» από τους «συνασπισμούς κομμάτων» προκύπτει ότι τα κόμματα νοούνται ως ενώσεις φυσικών προσώπων, ατόμων, ενώ οι ενώσεις κομμάτων αποτελούν τους συνασπισμούς.
Το Σύνταγμα δεν ορίζει ελάχιστο αριθμό πολιτών που πρέπει να συμπήξουν ένα κόμμα. Στην πράξη πάντως έγινε δεκτό ότι και δήλωση ενός μόνο ατόμου αρκεί για να ιδρυθεί ένα κόμμα11.
3.1.1. Συνασπισμοί κομμάτων
Από τα κόμματα διακρίνονται οι συνασπισμοί κομμάτων, οι οποίοι εμφανίζονται κατ’ εξοχήν στο εκλογικό δίκαιο (άρθρα 3 § 1-2, 34 § 2-4, 37 § 2-3, 40 § 1, 89 § 5-12 π.δ. 895/1981). Σύμφωνα με το άρθρο 89 § 5 π.δ. 895/1981, «Περί κωδικοποιήσεως των ισχυουσών διατάξεων της περί εκλογής βουλευτών νομοθεσίας», «διά την εφαρμογήν του παρόντος θεωρείται ότι αποτελεί συνασπισμόν συνεργαζομένων κομμάτων και παν κόμμα, το οποίον εμφανίζεται μεν ως αυτοτελές, είναι όμως πράγματι κεκαλυμμένος συνασπισμός δύο ή περισσοτέρων κομμάτων, εμφανιζομένων ως κόμμα αυτοτελές», ενώ κατά το άρθρο 34 § 2 του ίδιου π.δ. οι εκλογικοί συνδυασμοί είναι δυνατό να υπάρχουν και ως συνδυασμοί «πλειόνων συνασπιζομένων κομμάτων». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι συνασπισμό αποτελεί τουλάχιστον η εκλογική αλλά και η μονιμότερα συνεργασία δύο ή περισσοτέρων κομμάτων. Η συνεργασία αυτή πρέπει να περιέχει και κάποιο σταθερότερο πολιτικό και οργανωτικό δεσμό των κομμάτων που συνεργάζονται, π.χ. την εκλογική κάθοδο των συνασπιζομένων κομμάτων σε κοινό ψηφοδέλτιο υπό ενιαία ονομασία. Αντίθετα, δεν αποτελεί συνασπισμό η εκλογική ή και μονιμότερη συνδυασμένη δράση δύο ή και περισσοτέρων κομμάτων, χωρίς όμως να υπάρχει και ο σταθερότερος πολιτικός και οργανωτικός δεσμός, όπως π.χ. η κάθοδος ενός κόμματος σε ορισμένες μόνο εκλογικές περιφέρειες και η κάθοδος ενός άλλου σε άλλες, με ταυτόχρονη μεταξύ τους συμφωνία αμοιβαίας υποστήριξης, εκεί όπου το καθένα δεν προβάλλει συνδυασμούς με δικές του υποψηφιότητες. Τα συνασπιζόμενα κόμματα διατηρούν πλήρη την αυτοτέλειά τους, το έμβλημα, την ονομασία τους κ.λπ. Ο συνασπισμός τους δεν συνεπάγεται γενικά τη συγχώνευση των επί μέρους δικαιωμάτων τους ως αυτοτελών κομμάτων12. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο
11 Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι τα δύο σημερινά μεγαλύτερα ελληνικά κόμματα, η «Νέα Δημοκρατία» και το «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα», ιδρύθηκαν με δηλώσεις των ιδρυτών τους Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου αντίστοιχα.
12 Έτσι, π.χ., κατά το άρθρο 34 § 4 π.δ. 895/1981, η δήλωση με την οποία καταρτίζεται ο συνδυασμός συνασπισμού κομμάτων πρέπει να περιέχει και «τα ονόματα των αποτελούντων τον συνασπισμόν κομμάτων».
16
συνασπισμός, εκτός από την ενιαία εκλογική κάθοδο, ασκεί ενιαία δικαιώματα, όπως π.χ. το δικαίωμα να ορίζει αντιπροσώπους στα εκλογικά τμήματα13 ή το δικαίωμα να υποβάλλει στον πρόεδρο της Βουλής και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση με την ενιαία προσωνυμία και το έμβλημά του14.
Το αν η συνεργασία δύο κομμάτων αποτελεί συνασπισμό κρίνεται από το Α΄ Τμήμα του Άρειου Πάγου που συνέρχεται αυτεπάγγελτα σε Συμβούλιο και μέσα σε πέντε το πολύ μέρες από την ανακήρυξη των συνδυασμών αποφαίνεται ανεκκλήτως και «κατ’ ελευθέραν κρίσιν εκ των ενόντων και άνευ δικονομικών διατυπώσεων»15, ενώ κάθε υποψήφιος ή κόμμα μπορεί να υποβάλει, με υπόμνημα και μόνο, στοιχεία για να αποδείξει αν υπήρξε καταδολίευση των σχετικών διατάξεων του εκλογικού νόμου από άλλα κόμματα ή ότι οι διατάξεις αυτές δεν καταδολιεύτηκαν από εκείνους που υποβάλλουν το υπόμνημα. Με τη ρύθμιση αυτή ο εκλογικός νόμος υιοθετεί την αντίληψη ότι η ιδιότητα του συνασπισμού είναι πραγματικό γεγονός που κρίνεται ελεύθερα από τον Άρειο Πάγο και δεν προκύπτει απλώς από τη δήλωση των κομμάτων ότι συνασπίζονται.
3.1.2. Συγχώνευση κομμάτων
Στη συγχώνευση κομμάτων δύο ή περισσότερα κόμματα συνενώνονται σε ένα κόμμα. Πρόκειται για την ίδρυση ενός νέου πολιτικού κόμματος που δεν διαφέρει κατά τίποτε από τα κόμματα που ιδρύονται εξ αρχής με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Το νέο κόμμα αποτελεί επίσης ένωση ατόμων και υπόκειται από την αρχή σε όλες τις απαραίτητες διατυπώσεις που υπόκειται τα ιδρυόμενα κόμματα, όσον αφορά την τήρηση τύπου δημοσιότητας, τη διαδικασία συμμετοχής στις εκλογές κ.λπ. Η τύχη των ονομάτων και των εμβλημάτων που τυχόν είχαν κατοχυρώσει τα κόμματα που συγχωνεύτηκαν είναι ζήτημα που κρίνεται κάθε φορά συγκεκριμένα.
Πάντως, για να ξαναχρησιμοποιηθούν από άλλα κόμματα πρέπει να παρέλθει ένα εύλογο χρονικό διάστημα, αφ’ ενός για να μη προκύψει ζήτημα σύγχυσης ως προς την ταυτότητα του κόμματος που ενδεχομένως χρησιμοποιεί τώρα το όνομα και το έμβλημα που ανήκε σε ένα από τα κόμματα που συγχωνεύτηκαν, και αφ’ ετέρου για να διαφανεί η σαφής πρόθεση εκείνων που είχαν
13 Άρθρο 40 § 1 π.δ. 895/1981
14 Άρθρο 37 § 2 π.δ. 895/1981. Η μέριμνα για να διαφυλαχθεί η αυτοτέλεια των κομμάτων που απαρτίζουν το συνασπισμό είναι έκδηλη και στις περιπτώσεις των άρθρων 37 § 2 και 40 § 1 π.δ. 895/1981: η δήλωση με την οποία καθορίζεται το σήμα και η προσωνυμία του συνασπισμού και η δήλωση με την οποία ορίζονται οι εκλογικοί του αντιπρόσωποι υποβάλλονται, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, από κοινού από τους αρχηγούς ή τις διευθύνουσες επιτροπές των συνασπιζομένων κομμάτων.
15 Άρθρο 89 § 6 π.δ. 895/1981
17
κατοχυρώσει το όνομα και το έμβλημα όχι μόνο να συγχωνευθούν με κάποιο άλλο κόμμα, αλλά και να παραιτηθούν από κάθε παραπέρα χρήση τους.
3.1.3. Προσχώρηση σε άλλο κόμμα
Παραπλήσια είναι η περίπτωση της προσχώρησης σε ένα άλλο κόμμα. Και εδώ πρόκειται ουσιαστικά για συγχώνευση δύο κομμάτων, όχι όμως και για ίδρυση ενός νέου: τα μέλη του ενός παύουν να ανήκουν στο κόμμα που ανήκαν ως τώρα, το οποίο έτσι εκ των πραγμάτων διαλύεται, και προσχωρούν σε ένα άλλο. Για να υπάρξει προσχώρηση πάντως, πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει σαφής και δημόσια γνωστοποιημένη δήλωση της σχετικής βούλησης και του κόμματος που προσχωρεί. Διαφορετικά θα υπήρχαν μεμονωμένες, έστω και σε ευρεία κλίμακα, προσχωρήσεις μελών ενός κόμματος σε ένα άλλο, όχι όμως και το animus ενός κόμματος (αυτού που προσχωρεί) να αποβάλλει την αυτόνομη πολιτική και νομική του υπόσταση.
Η κάποια πρακτική σημασία του ζητήματος αφορά στον τίτλο και στο έμβλημα του κόμματος που προσχωρεί. Αν πραγματικά το κόμμα αυτό, ως ενιαίος οργανισμός, παραιτείται στο εξής από τη χρήση τους, εφαρμόζονται ανάλογα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για την τύχη του σήματος και του εμβλήματος των κομμάτων που συγχωνεύονται. Αν, όμως, δεν υπάρχει βούληση του κόμματος να προσχωρήσει σε ένα άλλο, τότε τα μέλη που αποχωρούν από ένα κόμμα για να προσχωρήσουν σε άλλο τεκμαίρεται ότι εγκαταλείπουν το όνομα και το έμβλημα στο κόμμα από το οποίο αποχωρούν.
3.1.4. Συνδυασμοί κόμματος
Το κόμμα μετέχει στις εκλογές με συνδυασμούς16. Ο συνδυασμός απαρτίζεται από τους υποψήφιους, που ορίζει το κόμμα σε κάθε εκλογική περιφέρεια, και καταρτίζεται με δήλωση του αρχηγού ή της διευθύνουσας επιτροπής του κόμματος ή των αντιπροσώπων που αυτοί διόρισαν, η οποία επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή ή εγχειρίζεται με απόδειξη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεκαέξι τουλάχιστον μέρες πριν από την ψηφοφορία17. Συνδυασμούς καταρτίζουν και οι συνασπισμοί κομμάτων, οπότε την αντίστοιχη δήλωση υποβάλλουν οι αρχηγοί ή οι διευθύνουσες επιτροπές ή οι αντιπρόσωποί τους18.
16 Άρθρο 34 § 2 π.δ. 895/1981
17 Άρθρο 34 § 4-5 π.δ. 895/1981
18 Άρθρο 34 § 4 π.δ. 895/1981. Υπάρχουν επίσης και συνδυασμοί ανεξαρτήτων που καταρτίζονται με δήλωση όλων όσοι συμμετέχουν σε αυτούς (άρθρο 34 § 4 π.δ. 895/1981). 18
Ο συνδυασμός κόμματος δεν αποτελεί αναγκαστικά τμήμα του. Διότι ανάμεσα στους υποψηφίους που προτείνει το κόμμα, ενδέχεται να υπάρχουν και μη μέλη του. Κάθε συνδυασμός κόμματος, συνασπισμού ή ανεξαρτήτων έχει και ορισμένα αυτοτελή δικαιώματα κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας και της διαλογής των ψήφων19.
3.2. Ένωση Ελλήνων πολιτών
Το άρθρο 29 § 1 Σ επιφυλάσσει μόνο στους Έλληνες πολίτες το δικαίωμα να ιδρύουν και να μετέχουν σε πολιτικά κόμματα. Ο περιορισμός του δικαιώματος αυτού αποκλειστικά στους Έλληνες πολίτες βρίσκεται σε αρμονία με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία ενεργοποιείται και πραγματώνεται και με την οργάνωση και δράση των πολιτικών κομμάτων. Όπως είναι γνωστό, η λαϊκή κυριαρχία, που από το άρθρο 2 § 1 Σ θεσπίζεται ως θεμέλιο του πολιτεύματος, «υπαγορεύει και συνεπάγεται την εν τη ασκήσει της πολιτικής εξουσίας συμμετοχή όλων κατ’ αρχήν των υπηκόων, καθισταμένων ούτως ενεργών πολιτών»20. Όμως, τρόπος συμμετοχής στην άσκηση της κρατικής εξουσίας είναι και η συμμετοχή των πολιτών στη δράση των πολιτικών κομμάτων. Κατά συνέπεια, δεν είναι νοητό να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας η συμμετοχή στην άσκηση της κρατικής εξουσίας υπηκόων ενός αλλοδαπού κράτους, δηλαδή ατόμων που υπόκεινται σε μια άλλη εξουσία από εκείνη που συνδιαμορφώνουν με τη συμμετοχή τους σε πολιτικά κόμματα της ξένης προς αυτούς χώρας. Μια τέτοια συμμετοχή θα νόθευε την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, στο βαθμό που η άσκηση της κρατικής εξουσίας θα προσδιοριζόταν και από πρόσωπα που δεν ανήκουν στο λαό, η κυριαρχία του οποίου ασκείται και με τη συμμετοχή σε πολιτικά κόμματα.
Ωστόσο, τουλάχιστον ως τώρα δεν παρατηρήθηκε στην ελληνική ιστορία καταστρατήγηση ή έστω απόπειρα καταστρατήγησης της αρχής της κυριαρχίας του ελληνικού λαού με τη μέθοδος της ίδρυσης πολιτικών κομμάτων από υπηκόους άλλων κρατών ή της διείσδυσής τους σε ελληνικά πολιτικά κόμματα. Άλλωστε, κατά τις συζητήσεις της λεγόμενης «Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής» διαφάνηκε ευρύτατη συμφωνία για το ότι τα κόμματα δεν είναι υποχρεωμένα να ανακοινώνουν δημόσια τα ονόματα των μελών τους, ενώ αυτή καθεαυτή η απόδειξη του ποιος είναι και ποιος δεν
19 Άρθρο 81 § 1 π.δ. 895/1981, άρθρα 72-73, 77, 78 § 1, 85 § 2, 86 § 1 κ.λπ. π.δ. 895/1981. Τα δικαιώματα αυτά αποβλέπουν στη διασφάλιση του αδιάβλητου της διεξαγωγής της ψηφοφορίας και της διαλογής των ψήφων και είναι τα ίδια με τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχουν και τα κόμματα, και των οποίων η άσκηση από τους συνδυασμούς θεωρείται ότι γίνεται από όλα τα κόμματα που τους απαρτίζουν, τα οποία και δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να ασκήσουν για δεύτερη φορά αυτοτελώς τα δικαιώματα που ήδη άσκησε ο συνασπισμός στον οποίο μετέχουν.
20 Μάνεσης Αρ., Εγγυήσεις, Θεσσαλονίκη, 1984, σελίδα 64
19
είναι μέλος ενός πολιτικού κόμματος μπορεί να είναι πρακτικά δυσχερέστατη έως αδύνατη. Για τους λόγους αυτούς, θα μπορούσε να θεωρηθεί χωρίς ιδιαίτερη πρακτική σημασία η υποχρέωση των ελληνικών πολιτικών κομμάτων να μη περιλαμβάνουν αλλοδαπούς στα μέλη τους21.
Υπάρχει όμως μια περίπτωση όπου η διάταξη αυτή θα μπορούσε να αποβεί σημαντική. Κατά το άρθρο 111 § 5 Σ, «Έλληνες που στερήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο την ιθαγένειά τους έως την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος, την αποκτούν πάλι ύστερα από κρίση ειδικών επιτροπών από δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει». Άρα το Σύνταγμα αναγνωρίζει την ύπαρξη «Ελλήνων» που δεν είναι όμως «Έλληνες πολίτες», επειδή έχουν στερηθεί την ελληνική υπηκοότητα την οποία άλλοτε είχαν. Τα άτομα αυτά ανακτούν την ιθαγένειά τους υπό προϋποθέσεις που κρίνονται από ειδικές επιτροπές από δικαστικούς λειτουργούς, αλλά που προσδιορίζονται από τον κοινό νομοθέτη. Πρόκειται κυρίως για πρόσωπα που στερήθηκαν την ιθαγένειά τους για πολιτικούς λόγους22. Παράλληλα, όμως, λειτουργούν στην Ελλάδα κόμματα που δηλώνουν δημόσια ότι έχουν μέλη που ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία Ελλήνων, χωρίς να γίνει λόγος για κυρώσεις εναντίον αυτών των κομμάτων23. Το γεγονός πάντως ότι εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και ως εκκρεμότητα, αυτή η κατηγορία Ελλήνων περικλείει κινδύνους συνταγματικών προβλημάτων, ακριβώς επειδή η πλειοψηφία των περιπτώσεων αφορά Έλληνες που απώλεσαν την ιθαγένειά τους για κατ’ εξοχήν πολιτικούς λόγους, οι οποίοι έχουν αποδυναμωθεί, αν δεν έχουν εκλείψει τελείως.
3.3. Ένωση πολιτών που έχουν το εκλογικό δικαίωμα
Το άρθρο 29 § 1 Σ ορίζει ότι μπορούν να ιδρύουν και να μετέχουν σε πολιτικά κόμματα Έλληνες πολίτες «που έχουν το εκλογικό δικαίωμα» ή αλλιώς το δικαίωμα του εκλέγειν. Κατά το άρθρο 51 § 3 Σ, το εκλογικό δικαίωμα έχουν οι πολίτες «όπως νόμος ορίζει», ο οποίος όμως «δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνο αν δεν έχει συμπληρωθεί κατώτατο όριο ηλικίας ή για ανικανότητα δικαιοπραξίας ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για
21 Από τα ισχύοντα ευρωπαϊκά συντάγματα ούτε το ισπανικό ούτε το ιταλικό ούτε ο Θεμελιώδης Νόμος του 1949 της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν ορίζει τίποτε σχετικό στις αντίστοιχες διατάξεις τους.
22 Για τη στέρηση της ιθαγένειας πολυάριθμων πολιτικών προσφύγων που κατέφυγαν κυρίως σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, βλ. Μάνεση Αρ., Εγγυήσεις, Θεσσαλονίκη, 1984, σελίδες 113-117
23 Αυτό δηλώνουν π.χ. το Κ.Κ.Ε. και το Κ.Κ.Ε. εσωτερικού.
20
ορισμένα εγκλήματα»24. Έτσι, το Σύνταγμα θεσπίζει τρεις γενικούς περιορισμού του δικαιώματος των Ελλήνων πολιτών να οργανώνονται σε κόμματα.
3.3.1. Συμπλήρωση κατώτατου ορίου ηλικίας
Ο πρώτος περιορισμός αφορά στη μη συμπλήρωση κατώτατου ορίου ηλικίας. Ο περιορισμός αυτός έγινε αντικείμενο ειδικών συζητήσεων στη λεγόμενη «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή», η οποία τελικά, για να σχετικοποιήσει τον αποκλεισμό των πολιτών από την κομματική δραστηριότητα λόγω νεαρής ηλικίας, προσέθεσε ένα τρίτο εδάφιο στο άρθρο 21 § 1 Σ, σύμφωνα με το οποίο «πολίτες που δεν απέκτησαν ακόμη το δικαίωμα να εκλέγουν μπορούν να συμμετέχουν στα τμήματα νέων των κομμάτων». Το εδάφιο αυτό κατοχυρώνει τη συμμετοχή των νέων στην οργάνωση και δράση των κομμάτων και ουσιαστικά αναιρεί τον περιορισμό συμμετοχής σε κόμματα των Ελλήνων πολιτών που δεν συμπλήρωσαν το απαιτούμενο για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος όριο ηλικίας. Αν μάλιστα ληφθεί υπ’ όψιν ότι από το Σύνταγμα δεν προβλέπεται καμία ιδιαίτερη ρύθμιση για «τμήματα νέων» των κομμάτων, θα μπορούσε να παρατηρηθεί ότι τυπικά αναιρείται ο περιορισμός της συμμετοχής σε κόμματα των πολιτών που δεν συμπλήρωσαν το κατώτατο όριο ηλικίας που απαιτείται για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος. Έτσι διατηρείται μόνο ο περιορισμός των πολιτών αυτών να ιδρύουν κόμματα, αφού για να υπάρξει «τμήμα νέων» στο οποίο θα συμμετάσχουν, πρέπει προηγουμένως να έχει ιδρυθεί το κόμμα, στο τμήμα του οποίου θα ενταχθούν οι νέοι. Με το άρθρο 21 § 1 εδ. γ΄ Σ το Σύνταγμα κατά κάποιον τρόπο επεμβαίνει στην εσωτερική δομή των κομμάτων και τα υποχρεώνει να διατηρούν «τμήματα νέων», εφ’ όσον έχουν μέλη που δεν συμπλήρωσαν ακόμη την απαιτούμενη ηλικία. Από την επέμβαση αυτή, όμως, δεν συνεπάγεται ότι επιβάλλεται κάποιος συγκεκριμένος τρόπος λειτουργία των «τμημάτων νέων». Η διάκριση άλλωστε ανάμεσα σε ένα μέλος ενός που συμμετέχει σε οποιοδήποτε τυχόν «τμήμα» του κόμματος και σε ένα μέλος που έμπρακτα συμμετέχει στο «τμήμα νέων» δεν είναι σαφής και ίσως ούτε καν διαπιστώσιμη, ακριβώς επειδή το οποιοδήποτε μέλος κόμματο που δεν έχει την απαραίτητη ηλικία μπορεί κάθε στιγμή να δηλώσει ότι ανήκει στο «τμήμα νέων» αυτού του κόμματος.
3.3.2. Ανικανότητα δικαιοπραξίας
Ο δεύτερος περιορισμός των Ελλήνων πολιτών να οργανώνονται σε κόμματα αφορά στην «ανικανότητα δικαιοπραξίας». Αν και δεν το ορίζει ρητά το Σύνταγμα επαφίεται στον κοινό νομοθέτη να προσδιορίζει ποιοι έχουν αυτήν την ανικανότητα. Στην κατηγορία αυτή αναφέρεται
24 Για το εκλογικό δικαίωμα και τους περιορισμούς του βλ. Παπαδημητρίου Γ., Συνταγματικό Δίκαιο, Τεύχος Α, σελίδες 14 επ.
21
το άρθρο 5 π.δ. 895/1981, το οποίο παραπέμπει ευθέως στις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα25. Κατά το άρθρο 128 ΑΚ, «ανίκανοι για δικαιοπραξία είναι 1. όποιοι δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο έτος και 2. όποιοι βρίσκονται σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση». Όσον αφορά στη δικαστική συμπαράσταση, σύμφωνα με το άρθρο 1666 ΑΚ, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με βάση το άρθρο 13 ν. 2447/1996, «Σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλεται ο ενήλικος 1. όταν λόγω ψυχικής οδύνης ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις τους 2. όταν, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, το σύζυγό του, τους κατιόντες του ή τους ανιόντες του. Ο ανήλικος, που βρίσκεται υπό γονική μέριμνα ή επιτροπεία, μπορεί να υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση, αν συντρέχουν οι όροι της, κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητας. Τα αποτελέσματα της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση αρχίζουν, αφ’ ότου ο ανήλικος ενηλικιωθεί». Ο συνταγματικός περιορισμός του εκλογικού δικαιώματος αφορά όσους είναι ανίκανοι για δικαιοπραξία, κατά συνέπεια κάθε περιορισμός εκείνων που τελούν υπό δικαστική συμπαράσταση κατά το άρθρο 129 ΑΚ είναι αντισυνταγματικός, διότι δεν αφορά ανίκανους, αλλά περιορισμένα ικανούς για δικαιοπραξία. Επίσης, αυτοί που έχουν συμπληρώσει το 10ο έτος και είναι περιορισμένα ικανοί για δικαιοπραξία μπορούν να ανήκουν στα «τμήματα νέων» των κομμάτων.
Ο παραπάνω περιορισμός δεν φαίνεται να έχει πρακτική σημασία. Διότι, αφ’ ενός είναι απίθανο να ιδρύουν κόμματα ή να συμμετέχουν σε αυτά άτομα που βρίσκονται στην κατάσταση που περιγράφεται στο άρθρο 128 ΑΚ ή στο άρθρο 1666 ΑΚ, καθ αφ’ ετέρου είναι δύσκολο να νοηθούν εύλογες κυρώσεις στην παράδοξη περίπτωση που ένα κόμμα θα είχε ανάμεσα στα μέλη του και ανίκανους για δικαιοπραξία. Η ένταξη της διάταξης αυτής στο Σύνταγμα, που εξηγείται εν όψει της περιρρέουσας ατμόσφαιρας της εποχής, δεν φαίνεται ωστόσο να δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα στην πράξη, καθώς μείωση της εκλογικής ηλικίας που συντελέσθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1224/1981 περιόρισε δραστικά τη σημασία της.
3.3.3. Αμετάκλητη ποινική καταδίκη για ορισμένα εγκλήματα
Ο τρίτος περιορισμός του εκλογικού δικαιώματος αφορά στην περίπτωση που αυτός γίνεται «ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα». Ο περιορισμός αυτός, λοιπόν, απαιτεί η απόφαση να έχει καταστεί αμετάκλητη και να φορά ορισμένα εγκλήματα που προσδιορίζονται από την κοινή ποινική νομοθεσία. Όπως εξειδικεύεται από το άρθρο 5 π.δ. 891/1981 η διάταξη αυτή σημαίνει ότι δεν έχουν το δικαίωμα να οργανώνονται σε κόμματα «οι,
25 Μάνεσης Αρ., Εγγυήσεις, Θεσσαλονίκη, 1984, σελίδες 239-240 22
συνεπεία αμετακλήτου ποινικής καταδίκης, επί τινι των υπό του Ποινικού και Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος οριζομένων εγκλημάτων, στερηθέντες αυτού, εν όσω διαρκεί η στέρησις αυτή»26. Έτσι, μέσω του άρθρου 29 § 1 Σ, οι συνέπειες της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, που απαριθμούνται στο άρθρο 63 Π.Κ. επεκτείνονται και στην άρση του δικαιώματος οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα.
Και αυτός ο περιορισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί χωρίς πρακτική σημασία, διότι δύσκολα ένα κόμμα θα δεχόταν να εκτεθεί στον κίνδυνο να υποστεί πολιτική ζημία περιλαμβάνοντας στα μέλη του ποινικούς εγκληματίες, και μάλιστα αμετάκλητα καταδικασμένους σε θανατική ποινή, ισόβια ή πρόσκαιρη κάθειρξη ή σε φυλάκιση με διάρκεια μεγαλύτερη από ένα χρόνο, αλλά για εγκλήματα που μαρτυρούν ηθική διαστροφή του χαρακτήρα του δράστη27. Η ενδεχόμενη πρακτική αξία της βρίσκεται στις περιπτώσεις στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, επειδή προηγήθηκε καταδίκη για πολιτικά εγκλήματα. Σε αυτήν την περίπτωση πρόκειται περισσότερο για πολιτική αποδοκιμασία ανθρώπων και όχι για βούληση που έχει μειωμένο νομικό κύρος «ως ελαττωματική για λόγους ηθικής αναξιότητος», έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η γνησιότητα και η αυθεντικότητα της ψήφου28. Αλλά αυτή η πολιτική αποδοκιμασία είναι έργο π.χ. του εκλογικού σώματος και όχι του νομοθέτη.
3.4. Η ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ως όριο της ελευθερίας των κομμάτων
Σύμφωνα με το άρθρο 29 § 1 εδ. β΄ Σ, η οργάνωση και η δράση των πολιτικών κομμάτων οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Με τη διάταξη αυτή, τίθεται το ζήτημα αν και κατά πόσο το Σύνταγμα επιβάλλει ένα πρόσθετο περιορισμό, ιδεολογικού χαρακτήρα στην οργάνωση και δράση των πολιτικών κομμάτων29. Ο όρος «ελεύθερη
26 Η διάταξη αυτή συμπεριλήφθηκα αυτούσια στο άρθρο 5 π.δ. 895/1981.
27 Άρθρα 59-61 ΠΚ
28 Μάνεσης Αρ., Εγγυήσεις, Θεσσαλονίκη, 1984, σελίδες 213, 222
29 Η διάταξη αυτή προκάλεσε την έντονη κριτική της αντιπολίτευσης κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες και συζητήσεις του Συντάγματος του 1975. Βλ. αγορεύσεις των βουλευτών Αθ. Κανελλόπουλου, Πρακτικά της Β΄ Υποεπιτροπής του Συντάγματος, σελίδα 509, Λ. Κύρκου, Πρακτικά, σελίδα 737, Χ. Πρωτοπαπά, Παρακτικά, σελίδα 793, Απ. Κακλαμάνη, Πρακτικά, σελίδες 786-787, Χ. Φλωράκη, Πρακτικά, σελίδες 789-790, ο οποίος μάλιστα διατύπωσε την καινοφανή άποψη «αντί για οργάνωση και δράση να υπηρετή την ελευθέραν λειτουργίαν του δημοκρατικού πολιτεύματος και των δημοκρατικών θεσμών να εξυπηρετούν τη δράση και την ανάπτυξη των κομμάτων», Δ. Ρίζου, Πρακτικά, σελίδα 797. Βλ. αντίθετη επιχειρηματολογία κυρίως στις αγορεύσεις των βουλευτών Β. Κοντογιαννόπουλου, Πρακτικά, σελίδα 791 και τις παρατηρήσεις Κ. Τσάτσου, Πρακτικά, σελίδα 786, Κ.
23
λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος» δεν απαντάται αλλού στο Σύνταγμα αλλά ούτε και προσδιορίζεται ρητά από το Σύνταγμα. Ο όρος αυτός αντιστοιχεί στον ανάλογο γερμανικό «freiheitliche demokratische Grundordnung», που χρησιμοποιείται στα άρθρα 18, 21 § 2 και 91 του Θεμελιώδους Νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
3.4.1. Το πρόβλημα ερμηνείας που ανακύπτει
Στο ελληνικό Σύνταγμα, ο όρος «ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος» τίθεται ως καθήκον, στο οποίο πρέπει να υποτάσσεται («οφείλει να εξυπηρετεί») η οργάνωση και η δράση των κομμάτων. Το Σύνταγμα, όπως ήδη παρατηρήθηκε, δεν προσδιορίζει νομικά τον όρο αυτό, ο οποίος έτσι απομένει γενική και αφηρημένη έννοια που διακρίνεται τόσο για τον ιδεολογικό και πολιτικό της χαρακτήρα όσο και για την ασάφειά της. Γιατί όμως το Σύνταγμα προβαίνει σε μια σιβυλλική διατύπωση σε ένα τόσο λεπτό ζήτημα, όπως είναι τα συνταγματικά όρια της ελεύθερης δράστης των κομμάτων;
Η ίδια η διατύπωση «οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος» προϋποθέτει ότι υπάρχουν κόμματα που κινούνται μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων, αλλά η οργάνωση και δράση τους δεν υπηρετεί την «ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Πράγματι, η τήρηση του Συντάγματος είναι μια σύμφυτη με την έννοια του Συντάγματος υποχρέωση όσων υπόκεινται συνταγματικά ασκούμενη κρατική εξουσία:
􀂉 περιλαμβάνεται ρητά, ως «θεμελιώδης υποχρέωση όλων των Ελλήνων» στο άρθρο 120 § 2 Σ,
􀂉 διασφαλίζεται αρνητικά με την υποχρέωση των δικαστηρίων που επιβάλλει το άρθρο 93 § 4 Σ να μη εφαρμόζουν νόμο με περιεχόμενο αντίθετο με το Σύνταγμα,
􀂉 εμπεριέχεται στο γενικό κανόνα του άρθρου 5 § 1 Σ, σύμφωνα με τον οποίο, «καθένας μπορεί να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφ’ όσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».
Άρα η υποχρέωση που επιβάλλεται στα κόμματα «να εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος», δεν αποκτά ιδιαίτερο περιεχόμενο, ξεχωριστό από την υποχρέωση των κομμάτων να τηρούν το Σύνταγμα, παρά μόνο αν πρόκειται για κόμματα που αν και τηρούν το Σύνταγμα και τους νόμους ενδέχεται να μη εξυπηρετούν την «ελεύθερη λειτουργία του
Δημακόπουλου, Γύρω από την έννοια του σκληρού πυρήνα της δημοκρατίας δυτικού τύπου, σελίδες 90 επ., ο οποίος ερευνά τις ιδεολογικού χαρακτήρα διατάξεις του Συντάγματος του 1952, των συνταγματικών κειμένων του 1968 και 1973 και του ισχύοντος Συντάγματος.
24
δημοκρατικού πολιτεύματος». Τότε, όμως, ανακύπτουν τα εξής ερωτήματα: τι ακριβώς είναι δυνατό να μη εξυπηρετούν τα κόμματα; Ποιος και πώς κρίνει ποια κόμματα εξυπηρετούν και ποια όχι αυτό που περιγράφεται ως «ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος»; Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα υπερβαίνει τα όρια του παρόντος Συντάγματος και συνυφαίνεται αναγκαστικά με μια εγγύτερη θεώρηση των κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων μέσα στα οποία καλείται να εφαρμοστεί το Σύνταγμα.
3.4.2. Η προτιμώμενη ερμηνεία της διάταξης
Το ζήτημα, όμως, που τίθεται προκειμένου να ερμηνευθεί το άρθρο 29 § 1 Σ δεν είναι η αναζήτηση και η σύλληψη του νοήματος της «ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος», στη σφαίρα της πολιτικής ή ακόμη και της φιλοσοφικής δεοντολογίας, αλλά ο ακριβώς προσδιορισμός του νομικού περιεχομένου της, όπως προκύπτει – αν προκύπτει – από το ισχύον Σύνταγμα. Κάτω από αυτό το πρίσμα, επιβάλλεται να θεωρηθεί η «ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος» νομική έννοια, που το περιεχόμενό της φτάνει και εξαντλείται στα όρια του Συντάγματος και των νόμων που είναι σύμφωνοι με αυτό. Αυτό σημαίνει ότι η ρήτρα του άρθρου 29 §1 εδ. β΄ Σ δεν μπορεί να αποτελέσει πηγή ούτε για διεύρυνση ούτε για περιστολή των δικαιωμάτων που έχουν τα πολιτικά κόμματα και των οποίων η έκταση προσδιορίζεται από το Σύνταγμα και τους νόμους.
Πράγματι, διεύρυνση των δικαιωμάτων των κομμάτων θα σήμαινε ότι τα κόμματα αποκτούν, βάσει του άρθρου 29 § 1 εδ. β΄ Σ, τη δυνατότητα να παραβιάζουν «νόμιμα» ή ακριβέστερα να παραβιάζουν «θεμιτά» τις διατάξεις που προσδιορίζουν τα όρια της νόμιμης άσκησης των δικαιωμάτων τους. Ως έρεισμα της δυνατότητας αυτής θα προβαλλόταν η ανάγκη να υπηρετήσουν την «ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος»: να παραβιάσουν δηλαδή το Σύνταγμα και τους νόμους για να τηρήσουν ένα δεοντολογικό κανόνα, του οποίου το ακριβές περιεχόμενο δεν προσδιορίζεται από το Σύνταγμα και επομένως προσδιορίζεται από τις δικές τους αντιλήψεις. Η περί «ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος» αντίληψη ενός κόμματος, όμως, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την παραβίαση των συνταγματικών και των άλλων νομικών κανόνων που προσδιορίζουν το περιεχόμενο και την έκταση των δικαιωμάτων των κομμάτων.
Το άρθρο 29 § 1 εδ. β΄ Σ δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ούτε για να περισταλούν τα δικαιώματα των κομμάτων, τα οποία προσδιορίζονται ή προκύπτουν από το Σύνταγμα και τους νόμους. Το αντίθετο θα σήμαινε ότι είναι δυνατόν να υπάρξει ένα πεδίο νόμιμης, αλλά απαγορευμένης δραστηριότητας των πολιτικών κομμάτων: πρόκειται για τις πράξεις εκείνες, οι 25
οποίες αποτελούν μεν δικαιώματα των κομμάτων, κάποιο ή κάποια κόμματα όμως δεν δικαιούνται να ασκούν αυτά τα δικαιώματα, επειδή αν τα ασκούσαν δεν θα υπηρετούσαν την «ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Αυτό, με άλλες λέξεις, σημαίνει ότι αναγνωρίζεται στα κρατικά όργανα η δυνατότητα να εμποδίζουν τα κόμματα να αναπτύξουν ορισμένες δραστηριότητες, όχι επειδή οι δραστηριότητες αυτές απαγορεύονται από το Σύνταγμα και τους νόμους, αλλά επειδή δεν εξυπηρετούν την περί «ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος» αντίληψη των εκάστοτε κρατικών οργάνων. Έτσι, όμως, ουσιαστικά αναιρούνται το Σύνταγμα και οι νόμοι που προσδιορίζουν τα δικαιώματα των κομμάτων και αντικαθίστανται από ένα νομικά αδιάφορο και ασαφούς περιεχομένου δεοντολογικό κανόνα.
Οι παραπάνω σκέψεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η «ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος», έννοια που περιέχεται στο Σύνταγμα, αλλά, όπως ήδη παρατηρήθηκε, δεν προσδιορίζεται από αυτό, μπορεί να αποκτήσει νομικό κύρος μόνον αν θεωρηθεί ταυτόσημη με το Σύνταγμα, δηλαδή με το σύνολο των συνταγματικών διατάξεων, χωρίς, επομένως, να αποτελεί λόγο διεύρυνσης ή περιστολής των ήδη προσδιορισμένων από το Σύνταγμα και τους νόμους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των κομμάτων.
26
4. Οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα (άρθρο 29 § 3 Σ)
4.1. Γενικό χαρακτηριστικό: η αποτροπή των δημοσίων υπαλλήλων από κομματικές δραστηριότητες
Με το άρθρο 29 § 3 Σ, απαγορεύονται ή περιορίζονται οι κομματικές δραστηριότητες όλων σχεδόν των κατηγοριών των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών και εισάγεται εξαίρεση στο άρθρο 29 § 1 Σ, που ορίζει ότι οι Έλληνες πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα. Χωρίς τη θέσπιση αυτής της εξαίρεσης οι δημόσιοι υπάλληλοι θα μπορούσαν να οργανώνονται ανεμπόδιστα σε πολιτικά κόμματα, και κάθε περιορισμός τους ως προς αυτό το δικαίωμα θα ήταν αντισυνταγματικός. Όπως σωστά παρατηρεί ο Κυριακόπουλος, «η ελευθερία της γνώμης είναι προ παντός η ελευθερία των πολιτικών φρονημάτων του ανθρώπου και της εκφράσεως αυτών είτε μεμονωμένως είτε ομαδικώς. Και η προσχώρησις εις ωρισμένον κόμμα είναι το απλούστερον διά τα άτομα μέσον εκδηλώσεως των πολιτικών των φρονημάτων»30.
Η εξαίρεση του άρθρου 29 § 3 Σ έχει ιδιότυπο χαρακτήρα: δεν πρόκειται για τον περιορισμό ή για κάποιον περιοριστικό προσδιορισμό των ορίων της άσκησης του δικαιώματος οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα, αντίστοιχο με τους περιορισμούς άλλων ατομικών δικαιωμάτων, όπως π.χ. της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας31, των συναθροίσεων32 κ.λπ. Αντίθετα, πρόκειται για τον ολικό ή μερικό αποκλεισμό μιας κατηγορίας προσώπων από την άσκηση του δικαιώματος οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα. Το άρθρο 29 § 3 Σ, κατά κυριολεξία, δεν περιορίζει το περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού, τάσσοντας το π.χ. υπό την επιφύλαξη ειδικού νόμου ή εξαρτώντας την άσκηση αυτού από άδεια αρχής κ.ο.κ., αλλά αναιρεί την κατοχύρωσή του, αν πρόκειται να ασκηθεί από πολίτες που βρίσκονται σε κάποια ειδική σχέση με το κράτος και εξ αιτίας αυτής ακριβώς της ειδικής τους σχέσης. Πρόκειται δηλαδή για περιορισμό της δραστηριότητας συγκεκριμένων ανθρώπων και όχι για αφηρημένο και απρόσωπο προσδιορισμό του περιεχόμενου του δικαιώματος.
30 Κυριακόπουλος Ηλ., Ατομικά δικαιώματα και δημόσιοι υπάλληλοι, σελίδα 32. Εδώ, ο Κυριακόπουλος συνάγει το δικαίωμα οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία γνώμης. Παρά το ότι το δικαίωμα οργάνωσης σε κόμματα από το ισχύον Σύνταγμα δεν είναι απλά και μόνο προέκταση της ελευθερίας της γνώμης, οι παρατηρήσεις αυτές του Κυριακόπουλου διατηρούν και σήμερα την ορθότητά τους.
31 Στην οποία έχει δικαίωμα ο καθένας «εφ’ όσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».
32 Που μπορεί να περιορίζεται ως προς τις υπαίθριες συναθροίσεις κατά το άρθρο 11 § 2 εδ. β΄ Σ 27
Στο άρθρο 29 § 3 Σ αντανακλάται μια διαφορετική εκτίμηση των συντακτών του Συντάγματος για τα ίδια δεδομένα: κατά το άρθρο 29 § 1 Σ, η οργάνωση και η δράση των κομμάτων «οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Άρα, αν ένας Έλληνας πολίτης ιδρύσει ή συμμετάσχει σε ένα πολιτικό κόμμα τηρώντας τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που οφείλει να τηρεί σύμφωνα με το άρθρο 29 § 1 Σ, σεβόμενος τις άλλες συνταγματικές διατάξεις, τους νόμους κ.λπ., τότε κατά τη ρητά εκφρασμένη συνταγματική διατύπωση, «εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος» και μάλιστα ήδη με αυτή και μόνη την οργάνωση και τη δραστηριοποίησή του στο πολιτικό κόμμα που προτιμά. Αντίθετα, για τους δημόσιους υπάλληλους και λειτουργούς που υπόκεινται στους περιορισμούς του άρθρου 29 § 3 Σ φαίνεται να αποκλείεται ή να περιορίζεται ουσιωδώς η δυνατότητα «να εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος» με την οργάνωση και τη δραστηριοποίησή τους σε πολιτικά κόμματα. Προφανώς, όμως, βρίσκεται έξω από το πνεύμα και το γράμμα του Συντάγματος και θα αποτελούσε εννοιολογική και λογική αντίφαση ο συνταγματικός περιορισμός ή η απαγόρευση σε οποιονδήποτε να «εξυπηρετεί» το πολίτευμα που το ίδιο το Σύνταγμα θεσπίζει και στου οποίου τη λειτουργία και διατήρηση υποτάσσει σε τελική ανάλυση όλες του τις ρυθμίσεις.
Το άρθρο 29 § 3 Σ, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να εκφράζει την τελική εκτίμηση του συντακτικού νομοθέτη ότι η οργάνωση σε πολιτικά κόμματα και γενικότερα η ενεργή κομματική δραστηριότητα των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών όχι μόνο δεν υπηρετεί, αλλά αντίθετα βλάπτει τη λειτουργία του πολιτεύματος, ή τουλάχιστον την εκθέτει σε τόσο σοβαρό κίνδυνο, ώστε να είναι απαραίτητη η συνταγματική μέριμνα, να αποτρέπονται οι κομματικές δραστηριότητες των προσώπων αυτών.
4.2. Το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 29 § 3 Σ
Κατά το άρθρο 29 § 3 Σ, «Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στους υπαλλήλους του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή επιχειρήσεων των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχο».
28
Στο άρθρο αυτό θεσπίζονται δύο κατηγορίες περιορισμών του δικαιώματος των πολιτών να οργανώνονται σε πολιτικά κόμματα. Για τους δικαστικούς λειτουργούς, όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας, ο περιορισμός του δικαιώματος είναι απόλυτος (άρθρο 29 § 3 εδ. α΄ Σ), ενώ για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή επιχειρήσεων των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχο, ο περιορισμός αναφέρεται στη δράση τους «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους» (άρθρο 29 § 3 εδ. β΄ Σ). Οι περιορισμοί αυτοί αφορούν στην άσκηση του δικαιώματος να οργανώνονται σε πολιτικά κόμματα πρόσωπα που συγκεντρώνουν μεν τα προσόντα που απαιτούνται κατά τη διάταξη του άρθρου 29 § 1 Σ, είναι δηλαδή Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα, υπόκεινται όμως στους περιορισμού του άρθρου 29 § 3 Σ, εξ αιτίας της ειδικής σχέσης που έχουν προς το κράτος ως ασκούντες διάφορες κρατικές λειτουργίες.
4.2.1. Ο απόλυτος περιορισμός του άρθρου 29 § 3 εδ. α΄ Σ
4.2.1.1. Τα πρόσωπα που εμπίπτουν στον περιορισμό αυτό
«Δικαστικοί λειτουργοί» είναι κατά το Σύνταγμα τα πρόσωπα που συγκροτούν τα δικαστήρια, τα μέλη του εισαγγελικού κλάδου και όλων τα τακτικών διοικητικών δικαστηρίων στα οποία ανήκει και το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα μέλη και ο επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στους δικαστικούς λειτουργούς δεν περιλαμβάνονται οι γραμματείς των δικαστηρίων και το υπόλοιπο προσωπικό της γραμματείας των δικαστηρίων, που κατά τη διατύπωση του άρθρου 92 Σ είναι υπάλληλοι και όχι δικαστικοί λειτουργοί, πράγμα όμως που δεν συνεπάγεται διαφορετική μεταχείρισή τους ως προς την εφαρμογή του άρθρου 29 § 3 Σ.
«Όσοι υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις» είναι αυτοί που ανήκουν στο Στρατό της ξηράς, στο Ναυτικό, στην Αεροπορία, στη Χωροφυλακή, στο Λιμενικό Σώμα και στο Σώμα Φαροφυλάκων, αξιωματικός, ανθυπασπιστής ή οπλίτης ανεξαρτήτως βαθμού ή κλάδου33. Ο συνταγματικός νομοθέτης δεν αναφέρεται σε «στρατιωτικούς», όπως γινόταν στο Σύνταγμα του 1975, αλλά σε «όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις», θέλοντας έτσι να διευρύνει τον κύκλο των προσώπων που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή. Ωστόσο, κάποιοι εν είδει στρατιωτικοί που θα μπορούσαν να υπαχθούν στην κατηγορία αυτή μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001 δεν φαίνεται να είναι γνωστοί στην ελληνική νομοθεσία, τουλάχιστον προς το παρόν. Πάντως,
33 Βλ. Βουγιούκα Κ., Στρατιωτικόν Ποινικόν Δίκαιον, σελίδα 27
29
γίνεται δεκτό ότι οι οπλίτες, όπως και οι έφεδροι αξιωματικοί, αποκτούν την ιδιότητα αυτή από τη στιγμή που κατατάσσονται για ορισμένη νόμιμη αιτία (π.χ. κλήση σε εκπλήρωση θητείας, επιστράτευση) και πριν ακόμη ορκιστούν, ενώ οι μόνιμοι αξιωματικοί, οι ανθυπασπιστές και οι μαθητές των στρατιωτικών σχολών τη στιγμή της ορκωμοσίας τους. Επίσης, θεωρείται ότι και οι ανυπότακτοι από τη μέρα της υποχρέωσής τους να καταταγούν ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Τα πρόσωπα αυτά χάνουν την ιδιότητα τους αυτή με τη λήξη της υποχρέωσης τους προς στράτευση και τη χορήγηση απολυτηρίου, την παραίτηση, την αποστρατεία ή την απόταξή τους ή αν συντρέξει γεγονός που αποκλείει τη στρατιωτική ιδιότητα34. Στην κατηγορία αυτή δεν εμπίπτουν οι πολιτικοί υπάλληλοι των υπηρεσιών του Στρατού και των Σωμάτων Ασφαλείας, τα όργανα των Σωμάτων Ασφαλείας πλην της Χωροφυλακής, καθώς και οι άλλοι κλάδοι δημοσίων υπαλλήλων με στρατιωτική οργάνωση, όπως π.χ. οι φύλακες φυλακών ή οι τελωνοφύλακες. Αυτοί υπόκεινται στους περιορισμούς του άρθρου 29 § 3 εδ. β΄ ως δημόσιοι υπάλληλοι εν γένει.
Στα όργανα των Σωμάτων Ασφαλείας περιλαμβάνεται το στρατιωτικά οργανωμένο προσωπικό της Αστυνομίας Πόλεων, του Λιμενικού Σώματος και του Πυροσβεστικού Σώματος (άρθρο 2 § 2 στοιχ. γ΄ π.δ. 611/1977).
Τέλος, για την εφαρμογή του άρθρου 29 § 3 εδ. α΄ Σ είναι αδιάφορο αν σε ορισμένες αμφίβολες περιπτώσεις πρόκειται για πρόσωπο που ανήκει στη μια ή στην άλλη από τις παραπάνω κατηγορίες. Βέβαια, η υπαγωγή κάποιου στην κατηγορία των «δικαστικών λειτουργών» και όχι π.χ. στην κατηγορία των «στρατιωτικών», όπως θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι συμβαίνει στην περίπτωση ενός στρατοδίκη συνεπάγεται ενδεχομένως διαφορετική πειθαρχική μεταχείριση, δεν επηρεάζει όμως αυτή καθεαυτήν την έκταση των περιορισμών του συγκεκριμένου άρθρου.
4.2.1.2. Το περιεχόμενο του περιορισμού
Το άρθρο 29 § 3 εδ. α΄ Σ απαγορεύει στα παραπάνω πρόσωπα «οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος». Το Σύνταγμα αποσκοπώντας στον πλήρη αποκλεισμό αυτών των εμμέσων οργάνων του κράτους από κομματικές δραστηριότητες, υιοθέτησε μια απόλυτη και κατηγορηματική διατύπωση («απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις»), η οποία, αν ερμηνευόταν αυστηρά γραμματικά, θα μπορούσε ίσως να οδηγήσει σε αναίρεση άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους.
34 Για την κτήση και της απώλειας της ιδιότητας του στρατιωτικού, βλ. Γιαννήρη Σ., Ερμηνεία του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος, σελίδα 34
30
Με το άρθρο αυτό απαγορεύονται «εκδηλώσεις», απαγορεύεται δηλαδή η συμπεριφορά με την οποία εξωτερικεύονται τα φρονήματα, οι πεποιθήσεις ή η βούληση των προσώπων αυτών. Κατά το αληθινό νόημα της διάταξης, οι «εκδηλώσεις» μπορούν να είναι μόνο δημόσιες35, δηλαδή να πραγματοποιούνται έτσι ώστε να είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτές από οποιονδήποτε και να μη αποτελούν εκμυστηρεύσεις ή προσωπικές επιστολές ή συνομιλίες κ.λπ. Στις εκδηλώσεις αυτές περιλαμβάνονται και συζητήσεις που κάνει το πρόσωπο αυτό κατά την άσκηση της υπηρεσίας του, οι οποίες ενδεχομένως μοιάζουν να έχουν «προσωπικό» χαρακτήρα.
Έτσι π.χ. απαγορεύεται στο άτομο που υπηρετεί στις ένοπλες δυνάμεις να εκφράζεται μέσα στο στρατόπεδο υπέρ ή κατά κάποιου κόμματος, και αν ακόμη η εκδήλωση αυτή πραγματοποιείται σε συζήτηση, μη προσιτή σε τρίτους, με άτομο που έρχεται σε επαφή με τον υπάλληλο για υπηρεσιακούς και όχι για οποιουσδήποτε προσωπικούς λόγους.
Αντίθετα, τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκδηλώνουν τις κομματικές τους απόψεις στον κύκλο των προσωπικών, οικογενειακών κ.λπ. σχέσεών τους. Το άρθρο 29 § 3 εδ. α΄ Σ δεν επηρεάζει καθόλου το δικαίωμα των προσώπων αυτών να ψηφίζουν, δηλαδή να εκφράζουν με την ψήφο τους, η οποία καλύπτεται από το συνταγματικά διασφαλισμένο απόρρητο36, τα υπέρ κάποιου κόμματος φρονήματα τους. Για να εμπέσει τέλος, ένα πρόσωπο στις συγκεκριμένες απαγορεύσεις δεν είναι απαραίτητη η συνεχής δραστηριότητα, αλλά αρκεί και μεμονωμένη εκδήλωσή της.
Το άρθρο 29 § 3 εδ. α΄ Σ απαγορεύει κατ’ αρχήν στα πρόσωπα που υπάγονται σε αυτό να οργανώνονται σε πολιτικά κόμματα. Αυτό συμβαίνει επειδή η ένταξη σε κάποιο πολιτικό κόμμα αποτελεί ήδη εκδήλωση υπέρ αυτού του κόμματος και έμπρακτη ενίσχυση των πολιτικών του στόχων, της υλοποίησης του προγράμματός του κ.λπ.37. Βέβαια, η ένταξη σε κόμμα δεν διαπιστώνεται αν το κόμμα ή ίδιος ο εντασσόμενος δεν τη δημοσιοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο. Άλλωστε, το κόμμα δεν είναι υποχρεωμένο να γνωστοποιεί τα ονόματα των μελών του, αλλά ούτε και οι πολίτες μπορούν να υποχρεωθούν να δηλώσουν ότι ανήκουν ή όχι σε κάποιο κόμμα. Αφού, λοιπόν, δεν υπάρχει νόμιμος τρόπος να εξαναγκαστεί ούτε το πρόσωπο που εμπίπτει σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες να δηλώσει αν ανήκει σε κάποιο κόμμα ούτε το κόμμα να δηλώσει αν έχει τέτοια πρόσωπα μεταξύ των μελών του, η απαγόρευση έχει πρακτική σημασία μόνο στην περίπτωση που είτε το κόμμα είτε το ίδιο το πρόσωπο δημοσιοποιήσει (π.χ. με δήλωσή του) μια ενδεχόμενη κομματική ένταξη.
35 Η έννοια «δημόσιος» είναι νομική και υπόκειται στον έλεγχο του ΣτΕ.
36 Για το απόρρητο της ψήφου, βλ. Μάνεση Αρ., Εγγυήσεις, Θεσσαλονίκη, 1984, σελίδες 272 επ., Παπαδημητρίου, Συνταγματικό Δίκαιο, σελίδες 92 επ.
37 Βλ. Κυριακόπουλο Ηλ., Ατομικά δικαιώματα και δημόσιοι υπάλληλοι, σελίδα 32
31
Βάσει του άρθρου 29 § 3 εδ. α΄ Σ δεν επιτρέπεται επίσης στα πρόσωπα αυτά να εκδηλώνονται υπέρ κομμάτων ανεξάρτητα από το αν είναι μέλη τους. Η εκδήλωση αυτή θα μπορούσε να γίνεται π.χ. με δημόσιες ομιλίες, αρθρογραφία σε εφημερίδες, ανάληψη καθηκόντων εκλογικού αντιπροσώπου του κόμματος σε εκλογικό τμήμα, ανάληψη προπαγανδιστικών δραστηριοτήτων38, ακόμη και εναντίον κάποιου ή κάποιων πολιτικών κομμάτων. Αν και στο γράμμα της συγκεκριμένης διάταξης δεν περιέχεται ρητά η απαγόρευση αυτή, δεν παύει ωστόσο να υπονοείται σαφώς, επειδή, αρχικά, είναι δυνατό κάποιος να εκφράζεται έμμεσα υπέρ κάποιου κόμματος κατηγορώντας άλλο ή άλλα. Η διάταξη αυτή, άλλωστε, αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την αποχή ορισμένων κατηγοριών πολιτών από την οργανωμένη πολιτική και μάλιστα κομματική δραστηριότητα. Η εξασφάλιση αυτή αφορά τόσο στη «θετική» υπέρ κόμματος δράση όσο και στην «αρνητική» κατά κόμματος δράση, επειδή και αυτή αποτελεί μορφή οργανωμένης πολιτικής δραστηριότητας.
Οι πολίτες που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 29 § 3 εδ. α΄ Σ δεν στερούνται και την απόλαυση άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων ελευθεριών: το άρθρο 29 § 3 Σ θεσπίζει εξαίρεση από το άρθρο 29 § 1 Σ και όχι περιορισμούς άλλων ατομικών ή πολιτικών δικαιωμάτων. Άλλα δικαιώματα περιορίζονται από το άρθρο 29 § 3 Σ μόνο στο βαθμό που ο περιορισμός αυτός είναι αναγκαίος για να καταστούν δυνατές οι εξαιρέσεις από την εφαρμογή του άρθρου 29 § 1 Σ, που προβλέπει το άρθρο 29 § 3 Σ.
Οι πολίτες, π.χ., που υπάγονται στο άρθρο 29 § 3 εδ. α΄ Σ απολαμβάνουν, όπως όλοι οι Έλληνες πολίτες, το δικαίωμα «να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα»39. Έτσι, δεν αποτελεί παραβίαση του άρθρου 29 § 3 εδ. α΄ Σ η συμμετοχή τους σε συγκέντρωση συγκεκριμένου προεκλογικού ή άλλου πολιτικού χαρακτήρα, στο βαθμό που από το συγκεκριμένο κάθε φορά τρόπο που πραγματοποιείται η συμμετοχή αυτή δεν πιστοποιείται «εκδήλωση» του προσώπου υπέρ ενός κόμματος. Το αν είναι η όχι εκδήλωση υπέρ κόμματος κατά την έννοια του εξεταζόμενου άρθρου είναι ζήτημα πραγματικό.
Η απλή, π.χ., συμμετοχή ενός δικαστικού λειτουργού σε μια προεκλογική συγκέντρωση ενός κόμματος δεν συνιστά αναγκαστικά εκδήλωση υπέρ του κόμματος που την πραγματοποιεί, επειδή είναι δυνατόν ο δικαστικός λειτουργός να συμμετέχει για να διαμορφώσει γνώμη περί των απόψεων του κόμματος αυτού πριν αποφασίσει που θα διαθέσει την ψήφο του. Αν, όμως, ο δικαστικός λειτουργός εμφανιστεί στη συγκέντρωση, π.χ. κρατώντας πλακάτ με προπαγανδιστικά συνθήματα υπέρ του κόμματος ή με σήμα στην κομβιοδόχη ή επιδιδόμενος σε διανομή
38 Άρθρα 41 και 52 § 1 π.δ. 895/1981
39 Άρθρο 11 Σ 32
προπαγανδιστικού υλικού (προκηρύξεων), τότε υπάρχει περίπτωση παραβίασης του άρθρου 29 § 3 εδ. α΄ Σ. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο δικαστικός λειτουργός, εφ’ όσον δεν προβαίνει σε εκδηλώσεις υπέρ ή κατά κάποιου κόμματος, δεν στερείται λόγω των απαγορεύσεων του άρθρου αυτού, το δικαίωμά του να εκφράζει και να εκδίδει προφορικά, γραπτά και με τον τύπο τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του κράτους40. Επίσης, το άρθρο 29 § 3 δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να απαγορεύει στα πρόσωπα αυτά να προμηθεύονται εφημερίδα ή άλλο έντυπο που απηχεί τις απόψεις κάποιου κόμματος41. Η τοποθέτηση, όμως, της εφημερίδα καθημερινά π.χ. στο υπηρεσιακό τους γραφείο έτσι ώστε να εκτίθεται ο τίτλος της στη θέα οποιουδήποτε έρχεται σε επαφή με την υπηρεσία του προσώπου, συνιστά παραβίαση του άρθρου 29 § 3 εδ. α΄ Σ, εφ’ όσον με τον τρόπο αυτό εκδηλώνει δημόσια τις κομματικές του πεποιθήσεις.
Ανάλογες είναι οι συνταγματικά ορθές λύσεις σε κάθε περίπτωση που η υπέρμετρη επέκταση των απαγορεύσεων του άρθρου 29 § 3 εδ. α΄ Σ θα θίγει ένα άλλο ατομικό δικαίωμα. Είναι αδιάφορο αν για την εφαρμογή του άρθρου αυτού οι εκδηλώσεις υπέρ κόμματος γίνονται κατά τις ώρες υπηρεσίας των προσώπων αυτών ή όχι. Το αν οι επιλήψιμες εκδηλώσεις γίνονται μέσα ή έξω από την υπηρεσία είναι δυνατόν να επηρεάζει, π.χ. την πειθαρχική βαρύτητα του παραπτώματος, δεν επιδρά όμως σε αυτή καθεαυτήν την εφαρμογή του άρθρου 29 § 3 εδ. α΄ Σ. Το περιεχόμενο των απαγορεύσεων του συγκεκριμένου άρθρου, αλλά και η κατηγορηματικότητα με την οποία είναι διατυπωμένες («απολύτως… οποιασδήποτε μορφής»), επιτρέπουν να συναγάγουμε το συμπέρασμα ότι το Σύνταγμα επιδιώκει τον απόλυτο περιορισμό του δικαιώματος ορισμένων κατηγοριών κρατικών υπαλλήλων και λειτουργών να εκδηλώνονται υπέρ πολιτικών κομμάτων: με το άρθρο αυτό το Σύνταγμα δεν επιδιώκει τόσο την επιβολή αμεροληψίας ή κομματικής ουδετερότητας κατά την ενάσκηση των κρατικών λειτουργιών, όσο κυρίως να περιορίσει την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων που έτσι κι αλλιώς καλούνται να ασκούν κατά αμερόληπτο και κομματικά ουδέτερο τρόπο τις κρατικές λειτουργίες που τους ανατίθενται.
40 Άρθρο 14 § 1 Σ. Τα όρια, πάντως, ανάμεσα στην υποστήριξη ορισμένων απόψεων για κάποιο ζήτημα και στην εκδήλωση υπέρ κάποιου κόμματος δεν είναι εύκολο να προσδιορίζονται με απόλυτη σαφήνεια και σταθερότητα: είναι δυνατόν οι απόψεις που εκφράζει για ένα ζήτημα ένας δικαστικός λειτουργός να υποστηρίζονται από κάποιο ή κάποια κόμματα και να αποδοκιμάζονται από άλλα. Σε περιπτώσεις αμφισβητήσεων δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι το Σύνταγμα δεν εξαίρεσε τα πρόσωπα αυτά από την προστασία του άρθρου 14 § 1 Σ, παρά μόνον όταν πρόκειται για εκδηλώσεις υπέρ ή κατά κόμματος. Το άρθρο 29 § 3 Σ παραβιάζεται μόνον όταν προκύπτει σαφώς θέληση του υπαλλήλου να εκδηλωθεί και εκδήλωσή του υπέρ ή κατά κόμματος, και όχι αν οι απόψεις που εκφράζει συμβαίνει να είναι παραπλήσιες ή ίδιες με τις απόψεις κάποιου κόμματος. Επομένως, οι περιορισμοί που περιέχονται στο άρθρο 29 § 3 εδ. α΄ Σ δεν αποτελούν λόγο για να αναιρεθεί η εφαρμογή του άρθρου 14 § 1 Σ για τις κατηγορίες που εμπίπτουν στις διατάξεις του.
41 Βλ. 2209/1977 ΣτΕ, ΤοΣ 3 (1977), σελίδα 636
33
4.2.2. Ο «σχετικός» περιορισμός του άρθρου 29 § 3 εδ. β΄ Σ
4.2.2.1. Τα πρόσωπα που εμπίπτουν στον περιορισμό αυτό
Σύμφωνα με το άρθρο 29 § 3 εδ. β΄ Σ, «Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στους υπαλλήλους του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή επιχειρήσεων των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχο».
Ως «δημόσιοι υπάλληλοι», κατά την εφαρμογή του άρθρου 29 § 3 εδ. β΄ Σ, θεωρούνται όλα τα έμμεσα, έμμισθα, όργανα του κράτους που τελούν προς αυτό σε προαιρετική, άμεση, υπηρεσιακή και πειθαρχική σχέση42. Από την εφαρμογή της διάταξης αυτής εξαιρούνται κατ’ αρχήν οι δημόσιοι λειτουργοί, τους οποίους το Σύνταγμα αντιδιαστέλλει ρητά προς τους δημοσίους υπαλλήλους43. Διακρίνονται δε οι δημόσιοι λειτουργοί από τους δημοσίους υπαλλήλους αφ’ ενός κατά το ότι η υπηρεσιακή τους εξάρτηση είναι χαλαρότερη από εκείνη των δημοσίων υπαλλήλων και αφ’ ετέρου κατά το ότι διαθέτουν ευρύτερα περιθώρια πρωτοβουλίας κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους. Κατά το Θ. Τσάτσο44, «Λειτουργοί (…) είναι οι συνεργούντες νομίμως εις την άσκησιν των λειτουργιών της πολιτείας. Ως συνεργεία (…) νοείται η άμεσος, ουχί η απλή ανοχή μηδέ η εκουσία συμμόρφωσις προς τας επιταγάς του νόμου».
Υπάλληλοι των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είναι τα έμμεσα όργανα των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που διατελούν σε προαιρετική, άμεση, υπηρεσιακή και πειθαρχική σχέση προς αυτά45.
Τα μέλη του διδακτικού προσωπικού των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία, όχι επειδή εξαιρούνται ρητά από την εφαρμογή των διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα (άρθρο 2 § 2 στοιχ. δ΄ π.δ. 611/1977), αλλά επειδή το ίδιο το Σύνταγμα διακρίνει το διδακτικό προσωπικό από τους διοικητικούς υπαλλήλους των ανωτάτων ιδρυμάτων, τα οποία σύμφωνα με το άρθρο 16 § 5 Σ αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Το Σύνταγμα, στο άρθρο 16 § 6, αποκαλεί τους καθηγητές «δημοσίους λειτουργούς» και χαρακτηρίζει τα έργα του υπόλοιπου διδακτικού προσωπικού ως «επίσης δημόσιο λειτούργημα».
42 Άρθρο 1 § 2 π.δ. 611/1977. Βλ. Κυριακόπουλο Ηλ., Ατομικά δικαιώματα και δημόσιοι υπάλληλοι, σελίδες 26 επ.
43 Βλ. άρθρα 56 § 1, 16 § 6 εδ. α΄, 87-91 Σ
44 Τσάτσος Θ., Αι γενικαί αρχαία του πολιτειακού δικαίου, σελίδα 157
45 Άρθρο 1 § 2 π.δ. 611/1977. Βλ. επίσης Κυριακόπουλο Ηλ., Δίκαιον των πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων, σελίδες 20 επ.
34
Παράλληλη, το Σύνταγμα δεν περιέλαβε την ιδιότητα του καθηγητή ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος στα κοινοβουλευτικά ασυμβίβαστα που περιέχονται στα άρθρα 56-67 Σ. Έτσι, ειδικά για τους καθηγητές των Πανεπιστημίων κ.λπ. το Σύνταγμα όχι απλώς ανέχεται ή επιτρέπει, αλλά προϋποθέτει ότι, ως δυνάμει υποψήφιοι βουλευτές και ως βουλευτές, μπορούν να αναπτύσσουν κομματική δραστηριότητα και μάλιστα ενεργή46. Με το άρθρο 29 § 3 εδ. β΄ Σ, όμως, που επειδή εισάγει εξαίρεση από την εφαρμογή του γενικού κανόνα του άρθρου 29 § 1 Σ πρέπει να ερμηνεύεται στενά47, θεσπίζονται περιορισμοί μόνο σε βάρος των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Το Σύνταγμα, άλλωστε, απαριθμεί περιοριστικά κατηγορίες των πολιτών που υπόκεινται στους περιορισμούς των εδαφίων α΄ και β΄ του άρθρου 29 § 3: αν η επέκταση των περιορισμών αυτών και στο λοιπό διδακτικό προσωπικό των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που ασκεί δημόσιο λειτούργημα ήταν επιθυμητή για το συνταγματικό νομοθέτη, θα είχε διατυπωθεί expressis verbis, όπως συνέβη στο άρθρο 29 § 3 α΄ Σ με τους δικαστικούς λειτουργούς. Σχετική νομοθεσία ορίζει ότι στο υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό ανήκουν οι υφηγητές, που μαζί με τους καθηγητές κάθε κατηγορίας, συναπαρτίζουν το διδακτικό προσωπικό και για τους ειδικούς επιστήμονες, τους μελετητές και τους βοηθούς, που αποτελούν το επικουρικό διδακτικό προσωπικό. Η διαφορά των δύο κατηγοριών βρίσκεται στη «μείζονα υπηρεσιακή διασφάλιση» του κύριου διδακτικού προσωπικού, όχι όμως και στο έργο που επιτελούν, το οποίο είναι ταυτόσημο48.
Στους περιορισμού του άρθρου 29 § 3 εδ. β΄ Σ υπόκεινται και οι υπάλληλοι των δημοσίων επιχειρήσεων, δηλαδή επιχειρήσεων που ιδρύονται από το κράτος ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, με κεφάλαιο που εισφέρεται και ανήκει στο κράτος49. Στους υπαλλήλους αυτής της κατηγορίας περιλαμβάνεται όλο το προσωπικό των δημοσίων επιχειρήσεων ανεξάρτητα από τους τρόπους με τους οποίους προσλαμβάνεται σε αυτές, τη σχέση εργασίας στην οποία υπόκειται ή, αν πρόκειται για αποφασιστικά όργανα της επιχείρησης, τον τρόπο με τον οποίο διορίζεται50. Δεν υπόκεινται όμως στο άρθρο 29 § 3 εδ. β΄ Σ
46 Βλ. Μάνεση Αρ., Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, περιοδικό «Ο πολίτης», τεύχος 6, Νοέμβριος 1976, σελίδες 16 επ.
47 Βλ. Βλάχο, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, σελίδα 89, ο οποίος υποστηρίζει την ανάγκη συσταλτικής ερμηνείας του άρθρου 29 § 3 Σ.
48 Βλ. Τάχο Αντ., Θεμελιώδεις υποχρεώσεις των δημοσίων υπαλλήλων, σελίδα 21, ο οποίος υποστηρίζει ότι «η διαφορά μπορεί να νοηθεί μόνο σαν ποιοτική και όχι σαν ποιοτική».
49 Για την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, βλ. τη μονογραφία του Επ. Σπηλιωτόπουλου, Η Δημόσια επιχείρησις.
50 Βλ. Τάχο Αντ., Θεμελιώδεις υποχρεώσεις των δημοσίων υπαλλήλων, σελίδες 257 επ.
35
οι υπάλληλοι των δημοτικών επιχειρήσεων51. Το Σύνταγμα στο άρθρο 56 § 1, διακρίνει ανάμεσα σε δημόσιες και δημοτικές επιχειρήσεις. Συνεπώς, για να υπαχθούν και οι υπάλληλοι των δημοτικών επιχειρήσεων στους περιορισμούς του άρθρου αυτού θα έπρεπε να υπάρχει ρητή μνεία στο κείμενο του Συντάγματος, κάτι όμως που δεν συμβαίνει.
Στους ίδιους περιορισμούς υπόκεινται επίσης και οι υπάλληλοι των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, δηλαδή τα έμμεσα, έμμισθα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, τα οποία συνδέονται με αυτούς με προαιρετική, υπηρεσιακή και πειθαρχική σχέση, αντίστοιχη με τη σχέση των δημοσίων υπαλλήλων προς το Κράτος. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι των δήμων και κοινοτήτων, που, κατά το Σύνταγμα, αποτελούν την πρώτη βαθμίδα των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως και οι υπάλληλοι των τοπικών συνδέσμων δήμων και κοινοτήτων (άρθρα 140 επ. π.δ. 933/1975) και δευτεροβάθμιων οργάνων τοπικής αυτοδιοίκησης που προβλέπονται από το άρθρο 102 § 1 εδ. β΄ και § 4 Σ.
Τελευταία κατηγορία προσώπων που υπάγονται στους περιορισμούς αυτούς είναι οι υπάλληλοι επιχειρήσεων η διοίκηση των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχο.
4.2.2.2. Το περιεχόμενο του περιορισμού
Στο άρθρο 29 § 3 εδ. β΄ Σ αναφέρεται ότι «απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους» στα πρόσωπα που ορίζονται σε αυτό. Επομένως, ο περιορισμός τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο αναφοράς του περιεχομένου των πράξεων είναι απόλυτος, οπότε και ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω σχετικά με τον απόλυτο περιορισμό που καθιερώνει το άρθρο 29 § 3 εδ. α΄ Σ. Η αντίστοιχη διάταξη του παλαιότερου άρθρου 29 § 3 εδ. β΄ Σ καθιέρωνε σχετικό περιορισμό στην κυριολεξία του όρου, αφού απαγόρευε μόνο την «ενεργό δράση υπέρ οποιουδήποτε κόμματος» και όχι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος.
Ωστόσο, υπάρχει μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 29 § 3 Σ, με βάση την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον περιορισμό του δεύτερου εδαφίου «σχετικό» ή τουλάχιστον όχι τόσο απόλυτο όσο τον αντίστοιχο του πρώτου εδαφίου. Αυτή η διαφορά αναφέρεται στη φράση «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους», η οποία και δηλώνει ότι οι εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος πρέπει να μη συνδέονται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Η συνάφεια μεταξύ της εκδήλωσης του προσώπου και της
51 Για τη διάκριση των δημοσίων από τους δημοτικούς υπαλλήλους βλ. Τάχο Αντ., Διοικητικόν Οικονομικόν Δίκαιον, σελίδα 251
36
άσκησης δημόσιας εξουσίας θα πρέπει να είναι άμεση. Δεν αρκεί δηλαδή η συγκεκριμένη εκδήλωση να έγινα απλώς επ’ ευκαιρία της άσκησης δημόσιας εξουσίας. Ζήτημα γεννιέται σε περίπτωση που η συγκεκριμένη εκδήλωση έγινε έξω από το πεδίο άσκησης των καθηκόντων του συγκεκριμένου προσώπου, αλλά με μέσο που το πρόσωπο διέθετε λόγω της υπηρεσιακής του ιδιότητας. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν σωστό να δεχθούμε ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια και επομένως πρέπει να απαγορευθεί η πράξη, αφού η πρόσβαση του προσώπου στο μέσο με το οποίο εκδήλωσε την πολιτική προτίμηση υπέρ ή κατά ενός κόμματος οφείλεται στην υπηρεσιακή του ιδιότητα.
Πρέπει ακόμη να τονισθεί, ότι η εφαρμογή του άρθρου 29 § 3 εδ. β΄ Σ, όπως και η εφαρμογή του άρθρου 29 § 3 εδ. α΄ Σ, δεν είναι δυνατό να συνεπάγεται τον αυτοτελή περιορισμό άλλων ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων των υπαλλήλων: το άρθρο 29 § 3 εδ. β΄ Σ περιορίζει το δικαίωμα οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα και θίγει άλλα ατομικά δικαιώματα μόνο έμμεσα και μόνο στο βαθμό που αυτό είναι απολύτως αναγκαίο, ώστε να μπορούν να λειτουργήσουν οι διατάξεις του. Τέλος, ανάλογα με όσα ισχύουν στο πρώτο εδάφιο του άρθρου αυτού, και στο δεύτερο εδάφιο απαγορεύεται οποιαδήποτε ενεργητική «υπέρ», αλλά και εναντίον κόμματος δράση των προσώπων που αναφέρονται σε αυτό.
37
5. Η ελευθερία των κομμάτων
Το Σύνταγμα, με το άρθρο 29 § 1, σύμφωνα με το οποίο «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος», κατοχυρώνει την ελευθερία των κομμάτων τόσο ως «ελευθερία-αυτονομία» από την κρατική εξουσία όσο και ως «ελευθερία-συμμετοχή»52 στην άσκηση της κρατικής εξουσίας. Η ελευθερία των κομμάτων εμφανίζεται δηλαδή στο ισχύον Σύνταγμα με διπλό χαρακτήρα: αφ’ ενός ως ατομική ελευθερία και αφ’ ετέρου ως πολιτική ελευθερία53.
5.1. Η ελευθερία των κομμάτων ως ατομική ελευθερία
Ο ατομικός χαρακτήρας της ελευθερίας των κομμάτων υποδηλώνεται κατ’ αρχήν στο ίδιο το άρθρο 29 §1 Σ, από τη διατύπωση του οποίου προκύπτει ότι το κόμμα είναι μια εθελοντική και ελεύθερη ένωση: αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει, π.χ. με το εκλογικό δικαίωμα, το οποίο κατά το άρθρο 51 § 5 Σ είναι υποχρεωτικό, η άσκηση του δικαιώματος των πολιτών να οργανώνονται σε πολιτικά κόμματα εξαρτάται από την ελεύθερη βούλησή τους, καθώς ιδρύουν και μετέχουν σε κόμματα εφ’ όσον θέλουν και μόνο τότε.
Ο ατομικός χαρακτήρας της ελευθερίας των κομμάτων προβάλλεται και από το περιεχόμενο του δικαιώματος οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα, το οποίο αποκτά υπόσταση ως συνισταμένη δύο ατομικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για την ελευθερία του συνεταιρισμού (ή του συνεταιρίζεσθαι) και την ελευθερία της γνώμης που κατοχυρώνονται αντίστοιχα από τα άρθρα 12 και 13 Σ. Το άρθρο 29 § 1 Σ, αν και δεν κατατάσσεται τελικά54 στα ατομικά δικαιώματα, εμπεριέχει τις ελευθερίες του άρθρου 12 και 14 Σ. Αναλυτικότερα, οι πολίτες που οργανώνονται σε πολιτικό κόμμα αφ’ ενός αποτελούν ένωση με όλα τα χαρακτηριστικά των ενώσεων μη κερδοσκοπικού σκοπού, κατά την έννοια του άρθρου 12 § 1 Σ, και αφ’ ετέρου ασκούν το δικαίωμα να εκφράζουν ελεύθερα τις γνώμες τους, κατά την έννοια του άρθρου 14 § 1 Σ55, διότι, όταν συγκροτούν ένα πολιτικό κόμμα, εκφράζουν εξ ορισμού ένα πολιτικό πρόγραμμα, – δηλαδή
52 Βλ. Μάνεση Αρ., Το Συνταγματικόν Δίκαιον ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας, σελίδες 535 επ.
53 Διαφορετική άποψη για αυτό το ζήτημα έχει ο Γ. Κασιμάτης, Τα πολιτικά κόμματα σαν συνταγματικός θεσμός, περιοδικό «Σύγχρονα θέματα», τεύχος 8, Ιούλιος 1980, σελίδες 59-60
54 Αξίζει να παρατηρηθεί – χωρίς αυτό να αποτελεί λόγο συναγωγής ασφαλών συμπερασμάτων – ότι η διάταξη του άρθρου 29 Σ τόσο στα Σχέδια Συντάγματος, όσο και κατά τη συζήτηση και την ψηφοφορία στην «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή», είχε καταταγεί υπό τον αριθμό 12 στο τμήμα του Συντάγματος που αναφερόταν στις ατομικές ελευθερίες, απ’ όπου τελικά μετατέθηκε στο τμήμα που αφορά στην «οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας».
55 Βλ. Κυριακόπουλο Ηλ., Ατομικά δικαιώματα και δημόσιοι υπάλληλοι, σελίδα 32
38
γνώμη για το πώς θα πρέπει να ασκηθεί η εξουσία – για την πραγματοποίηση του οποίου και οργανώνονται και δραστηριοποιούνται. Έτσι, η ελευθερία οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα, εμπεριέχοντας τις ελευθερίες του συνεταιρισμού και της γνώμης, έχει και τα ατομικά «ιδιωτικά» χαρακτηριστικά των δύο αυτών ελευθεριών. Κάτω από το πρίσμα αυτό η ελευθερία οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα μπορεί να θεωρηθεί ως εξειδίκευση του άρθρου 5 § 1 Σ, σύμφωνα με το οποίο καθένας έχει δικαίωμα «να συμμετέχει στην πολιτικής ζωή της χώρας».
5.2. Η ελευθερία των κομμάτων ως πολιτική ελευθερία
Ο πολιτικός χαρακτήρας της ελευθερίας των κομμάτων προκύπτει κυρίως από τον ίδιο το σκοπό του κόμματος, που είναι η άμεση συμμετοχή στη διαμόρφωση και άσκηση της εξουσίας, αλλά και από το ότι η ελευθερία αυτή επιφυλάσσεται μόνο για πολίτες, οι οποίοι έχουν το εκλογικό δικαίωμα: το κόμμα απαρτίζεται από ενεργούς πολίτες και ως «συλλογικός πολίτης» συμμετέχει στην παραγωγή της κρατικής πολιτικής βούλησης και στην άσκηση της κρατικής εξουσίας.
Η πολιτική φύση της ελευθερίας των κομμάτων δεν παρουσιάζει απλώς παραπληρωματικό56 χαρακτήρα σε σχέση με την ατομική της φύση: το Σύνταγμα, καθιερώνοντας την ελευθερία των κομμάτων θεσπίζει ένα συλλογικό πολιτικό δικαίωμα. Έτσι, π.χ. στο δικαίωμα ψήφου των πολιτών αντιστοιχεί το δικαίωμα των κομμάτων να συμμετέχουν στις εκλογές προτείνοντας συνδυασμούς υποψήφιων βουλευτών. Στα δικαιώματα των βουλευτών, ως μελών του οργάνου, που ασκεί κατά κύριο λόγο τη νομοθετική εξουσία, αντιστοιχούν δικαιώματα των κοινοβουλευτικών ομάδων των κομμάτων ως τμημάτων αυτού του οργάνου κ.ο.κ. Δεν πρόκειται για ένα ατομικό δικαίωμα που έχει πολιτική σημασία. Από την άποψη αυτή η διαφορά ανάμεσα στα κόμματα και στις άλλες ενώσεις, οι οποίες κατοχυρώνονται με το άρθρο 12 Σ, βρίσκεται στο ότι το Σύνταγμα προβλέπει και ρυθμίζει άμεση συμμετοχή των κομμάτων στην παραγωγή και την άσκηση της κρατικής εξουσίας. Ενώ μια οποιοδήποτε ένωση, όπως π.χ. ένα συνδικαλιστικό ή επαγγελματικό σωματείο, μπορεί να επιδρά έμμεσα στην άσκηση της εξουσίας, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να την ασκήσει άμεσα, το πολιτικό κόμμα έχει τη νομική δυνατότητα όχι μόνο να επηρεάσει εκείνους που την ασκούν, αλλά να ασκήσει το ίδιο άμεσα την εξουσία.
Το περιεχόμενο του δικαιώματος των κομμάτων να συμμετέχουν στην παραγωγή και στην άσκηση της κρατικής εξουσίας προκύπτει από ιδιαίτερες συνταγματικές και άλλες νομικές διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν τη συμμετοχή του στην παραγωγή της βούλησης του εκλογικού
56 Βλ. Μάνεση Αρ., Ατομικές ελευθερίες, σελίδες 23 επ.
39
σώματος, στη συγκρότηση και τη λειτουργία της Βουλής, και στην ανάδειξη του Πρωθυπουργού και εξειδικεύεται από αυτές.
Κύρια συνέπεια του πολιτικού χαρακτήρα της ελευθερίας των κομμάτων είναι ότι αποτελεί προέκταση και εξειδίκευση της λαϊκής κυριαρχίας που κατοχυρώνεται «ως θεμέλιο του πολιτεύματος» από το άρθρο 1 § 2 Σ. Αναλυτικότερα, η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία διέπει την όλη δομή και λειτουργία του πολιτεύματος57, διέπει και τον τρόπο με τον οποίο τα κόμματα, ως συλλογικά υποκείμενα της εξουσίας, συμμετέχουν στη διαμόρφωση και στην άσκησή της. Η δε ελευθερία των υποκειμένων της εξουσίας να την ασκούν είναι στοιχείο της έννοιας της λαϊκής κυριαρχίας58 και, επομένως, η αντίστοιχη ελευθερία των κομμάτων αποτελεί εξειδίκευσή της. Υπό αυτό το πρίσμα, το άρθρο 29 § 1 εδ. α΄ Σ αποτελεί εξειδίκευση του άρθρου 1 § 2 Σ.
5.3. Το περιεχόμενο της ελευθερίας των κομμάτων
Το περιεχόμενο της ελευθερίας των κομμάτων είναι διττό: περιλαμβάνει την ελευθερία των πολιτών να οργανώνονται σε κόμματα και την ελευθερία των κομμάτων να αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους.
5.3.1. Ελευθερία των πολιτών να οργανώνονται σε κόμ ατα
Η ελευθερία των Ελλήνων πολιτών να οργανώνονται σε κόμματα, κατά το άρθρο 29 § 1 εδ. α΄ Σ, αναλύεται στις ελευθερίες να ιδρύουν κόμματα και να συμμετέχουν σε αυτά που έχουν ήδη ιδρυθεί από άλλους. Από το επίρρημα «ελεύθερα» που χρησιμοποιεί το άρθρο 29 § 1 εδ. α΄ Σ προκύπτει ότι οι πολίτες είναι ελεύθεροι να ιδρύουν όποιο κόμμα θέλουν και να συμμετέχουν σε όποιο κόμμα θέλουν χωρίς καμία παρέμβαση των κρατικών οργάνων ή να μη ιδρύουν και μη συμμετέχουν σε κάποιο ή σε κανένα κόμμα. Η αρνητική ελευθερία των πολιτών να μη ανήκουν σε κόμματα υπογραμμίζεται και με τη δυνητική διατύπωση της διάταξης που ορίζει ότι οι Έλληνες πολίτες «μπορούν», άρα δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτό να υποχρεούνται να ανήκουν σε πολιτικά κόμματα ή σε κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα.
57 Βλ. Μάνεση Αρ., Εγγυήσεις, Θεσσαλονίκη, 1984, σελίδες 37 επ., 45 επ., 78 επ., 88 επ., 96 επ., 105 επ. και την εκεί παραπεμπόμενη βιβλιογραφία.
58 Βλ. Μάνεση Αρ., Εγγυήσεις, Θεσσαλονίκη, 1984, σελίδες 39, 67 40
5.3.2. Ελευθερία των κομμάτων να αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους
Η ελευθερία που απολαμβάνουν τα πολιτικά κόμματα ως ενιαίες οντότητες αναλύεται στις ελευθερίες να διαμορφώνουν και να διατυπώνουν ελεύθερα τη γνώμη τους και αναπτύσσουν ελεύθερα τη λειτουργία τους και τη δραστηριότητά τους και να είναι εν γένει φορείς των συνταγματικών δικαιωμάτων ελευθεριών που προσιδιάζουν στη φύση τους59, καθώς και να απολαμβάνουν τα ειδικά δικαιώματα που τους αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα και τους νόμους. Το Σύνταγμα δεν επιβάλλει ούτε συγχωρεί περιορισμό όσον αφορά στις ιδεολογικές και πολιτικές κατευθύνσεις των κομμάτων.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, κρίνεται και η συνταγματικότητα του ν.δ. 59/1974 «περί συστάσεως και επαναλειτουργίας πολιτικών κομμάτων», με βάση το οποίο άρχισαν μετά την πτώση της δικτατορίας και εξακολουθούν να λειτουργούν σήμερα τα πολιτικά κόμματα. Σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του ν.δ. 59/1974, τα κόμματα, πριν αναλάβουν οποιαδήποτε δραστηριότητα, «υποχρεούνται όπως καταθέσουν εις τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωσιν (…) ότι αι αρχαί του κόμματος αντιτίθενται προς πάσαν ενέργειαν αποσκοπούσαν εις την βιαίαν κατάληψιν της εξουσίας ή την ανατροπήν του ελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος». Η επιβολή της υποχρέωσης στα κόμματα να προβαίνουν, έστω και αρνητικά, σε κάποια πολιτική δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν συμβιβάζεται εύκολα με το άρθρο 29 § 1 εδ. α΄ Σ. Μια δήλωση των κομμάτων σε δημόσια αρχή ότι αναλαμβάνουν δραστηριότητα δεν είναι αντισυνταγματική, εφ’ όσον έχει το χαρακτήρα ενός βεβαιωτικού και όχι συστατικού τύπου, ο οποίος, όχι κατ’ ανάγκη υποχρεωτικός για τα κόμματα, απαιτείται προκειμένου να τα διασφαλίζει απέναντι σε άλλα κόμματα, το κράτος και ενδεχομένως κάθε τρίτο. Η αξία που έχει αυτή η δήλωση, ως τύπος που κατοχυρώνει τα πολιτικά κόμματα, είναι σχετική, όπως προκύπτει και από τα άρθρα 37 §1 και 38 § 1 του π.δ. 895/1981, «περί κωδικοποιήσεως των ισχυουσών διατάξεων της Εκλογικής Νομοθεσίας». Το άρθρο 37 § 1 του π.δ. 895/1981 αναφέρεται σε μια ειδικότερη μορφή δήλωσης, με την οποία το κόμμα, μετά την προκήρυξη των εκλογών γνωστοποιεί στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε σύντομη προθεσμία, «το όνομα και το έμβλημα του κόμματος ενιαία καθ’ όλον το Κράτος». Αυτά δηλώνονται «άπαξ» και το κόμμα που τα υπέβαλε «δικαιούται να ποιείται εφ’ εξής αποκλειστικήν χρήσιν». Κατά το άρθρο 38 §1 π.δ. 895/1981, όμως, σε περίπτωση διαφωνίας ως προς τη χρήση του ονόματος και του εμβλήματος, η σχετική επιτροπή αναγνωρίζει «δικαιούχον το κόμμα το οποίον και πρότερον κατά κοινήν αντίληψιν
59 Βλ. Δρόσο Γ., Η νομική θέση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, σελίδες 275 επ., 301 επ.
41
εποιείτο χρήσιν αυτών». Το κριτήριο άρα για το ποιο κόμμα έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί ένα διαφιλονικούμενο όνομα ή έμβλημα είναι κατά το άρθρο 38 § 1 π.δ. 895/1981 ζήτημα πραγματικό: η «κοινή αντίληψη». Δεν είναι ζήτημα που κρίνεται αποκλειστικά από το ποιο κόμμα υπέβαλε νωρίτερα τη σχετική δήλωση, η οποία δεν ισοδυναμεί με δήλωση αρχών όπως εκείνη της δεύτερης παραγράφου του ν.δ. 59/197460.
5.3.3. Η συνταγματική κατοχύρωση του πολυκομματισμού
Η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας των κομμάτων συνεπάγεται ειδικότερα και τη συνταγματική κατοχύρωση του «πολυκομματισμού»61: πρόκειται για την ελευθερία να λειτουργεί απεριόριστος αριθμός κομμάτων και για την ελευθερία να λειτουργούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους κόμματα.
Ο «πολυκομματισμός», ως χαρακτηριστικό του θεσπιζόμενου από το Σύνταγμα πολιτεύματος προκύπτει τόσο από τη φύση της ελευθερίας των κομμάτων ως ατομικής και πολιτικής ελευθερίας όσο και από τις ίδιες τις διατυπώσεις συνταγματικών διατάξεων. Από τη διπλή, ατομική και πολιτική, φύση της ελευθερίας των κομμάτων προκύπτει ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει την ελευθερία ίδρυσης οποιουδήποτε κόμματος. Αυτό συμβαίνει επειδή αφ’ ενός το κράτος δεν παρεμβαίνει στην ελευθερία των πολιτών να οργανώνονται σε πολιτικά κόμματα, με την έννοια ότι δεν παραβιάζει τη σφαίρα ελεύθερης δραστηριότητα των ατόμων που κατοχυρώνεται ιδίως με το άρθρο 29 § 1 Σ και αφ’ ετέρου δεν προσδιορίζει ούτε με θετικό ούτε με αρνητικό τρόπο ιδεολογικά και πολιτικά όρια, από την τήρηση των οποίων να εξαρτάται η συμμετοχή των κομμάτων στη διαμόρφωση και στην άσκηση της εξουσίας. Έτσι, δεν υπάρχει νόμιμος τρόπος να εμποδιστεί μια ομάδα πολιτών να συγκροτηθεί σε πολιτικό κόμμα, διαμορφώνοντας τη λειτουργία του, τις ιδεολογικές του αρχές και την πολιτική του δραστηριότητα ανεξάρτητα από τις αρχές των άλλων κομμάτων, άρα ενδεχόμενα και ανταγωνιζόμενο με τα άλλα κόμματα.
Ο «πολυκομματισμός» κατοχυρώνεται και από το άρθρο 29 και τις υπόλοιπες συνταγματικές διατάξεις που αναφέρονται στα κόμματα. Οι διατάξεις αυτές είναι διατυπωμένες στον πληθυντικό, αναφέρονται δηλαδή σε κόμματα και όχι σε κόμμα ή όταν αναφέρονται σε
60 Βλ. Κασιμάτη Γ., Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ, σελίδες 174-175, ο οποίος θεωρεί ότι «η θέσπιση με νόμο όρων ή προϋποθέσεων για τη συμμετοχή κομμάτων στις διαδικασίες του πολιτεύματος αποτελεί παραβίαση της αρχής της πολιτικής ελευθερίας, αλλά ρυθμίσεις καθαρά διαδικαστικές για την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων δεν αντιβαίνουν στο Σύνταγμα».
61 Βλ. Τσάτσο Δ., Συνταγματικό Δίκαιο Ι, σελίδες 246 επ.
42
κόμμα, όπως το άρθρο 37 § 2-4 που ρυθμίζει το διορισμό του Πρωθυπουργού, το προσδιορίζουν σε σχέση με άλλα κόμματα, των οποίων και προϋποθέτουν τη λειτουργία.
Το δε άρθρο 39 Σ, που καθιέρωνε το «Συμβούλιο της Δημοκρατίας» και προσδιόριζε τη σύνθεση του, κατοχύρωνε – ανεξάρτητα από το γεγονός ότι καταργήθηκε με την αναθεώρηση του 1986 – την ελεύθερη λειτουργία όχι απλώς κομμάτων, αλλά ειδικότερα αντιπολιτευομένων κομμάτων, δηλαδή κομμάτων που ανταγωνίζονται το κόμμα ή τα κόμματα που βρίσκονται στην εξουσία. Αυτό προέκυπτε από τον όρο «αρχηγός της αξιωματικής εν τη Βουλή αντιπολιτεύσεως», ο οποίος, κατά το άρθρο 39 Σ, αποτελούσε μέλος του «Συμβουλίου της Δημοκρατίας». Έτσι, αναγνωριζόταν και με βάση το άρθρο αυτό η δυνατότητα να λειτουργούν περισσότερα αντιπολιτεύομενα κόμματα, εφ’ όσον ο αρχηγός του μεγαλύτερου από αυτά συμμετείχε στο θεσμό που καθιέρωνε το άρθρο 39 Σ.
Ο «πολυκομματισμός» τέλος προκύπτει εξ αντιδιαστολής από τη συνταγματική αδυναμία να τεθεί εκτός νόμου και να διαλυθεί κάποιο πολιτικό κόμμα: από την αδυναμία αυτή συνάγεται η ελευθερία της λειτουργίας οσωνδήποτε και οποιωνδήποτε κομμάτων.
Η ελευθερία να λειτουργεί απεριόριστος αριθμός κομμάτων και να λειτουργούν κόμματα που ανταγωνίζονται μεταξύ τους αποτελεί μια ειδική μορφή της ελευθερίας των κομμάτων, όπως αυτή καθιερώνεται από το Σύνταγμα. Οι συνταγματικές εγγυήσεις, επομένως, οι οποίες διασφαλίζουν την ελευθερία των κομμάτων – και ιδίως ο χαρακτηρισμός της ως θεμελιώδους και μη αναθεωρήσιμου χαρακτηρισμού του πολιτεύματος – περιλαμβάνουν και την ελευθερία λειτουργίας απεριόριστου αριθμού ανταγωνιστικών μεταξύ τους κομμάτων62.
62 Βλ. Τσάτσο Δ., Συνταγματικό Δίκαιο Ι, σελίδα 247 43
6. Η κρατική οικονομική ενίσχυση και ο έλεγχος των εκλογικών δαπανών των κομμάτων (άρθρο 29 § 2 Σ)
Σύμφωνα με το αναθεωρημένο άρθρο 29 § 2 Σ, «Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις διαφάνειας ως προς τις εκλογικές δαπάνες και γενικά την οικονομική διαχείριση των κομμάτων, των βουλευτών, των υποψηφίων βουλευτών και των υποψηφίων στην τοπική αυτοδιοίκηση όλων των βαθμών. Με νόμο επιβάλλεται ανώτατο όριο εκλογικών δαπανών, μπορεί να απαγορεύονται ορισμένες μορφές προεκλογικής προβολής και καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η παράβαση των σχετικών διατάξεων συνιστά λόγω έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα με πρωτοβουλία ειδικού οργάνου του επόμενου εδαφίου. Ο έλεγχος των εκλογικών δαπανών των κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών διενεργείται από ειδικό όργανο που συγκροτείται και με τη συμμετοχή ανώτατων δικαστικών λειτουργών, όπως νόμος ορίζει. Με νόμο μπορούν να επεκταθούν οι ρυθμίσεις αυτές και στους υποψηφίους για άλλες αιρετές θέσεις.
6.1. Η κρατική οικονομική ενίσχυση των κομμάτων
Το Σύνταγμα περιέχει μια expressis verbis εξουσιοδότηση του κοινού νομοθέτη να θεσπίσει κρατική επιχορήγηση των κομμάτων: άρα το συνταγματικά επιτρεπτό της κρατικής επιχορήγησης των κομμάτων δεν είναι ζήτημα ερμηνείας σχετικού άρθρου63, το οποίο δεν αφήνει κενό ως προς το σημείο αυτό. Ο νομοθέτης, ψηφίζοντας κρατική οικονομική ενίσχυση των κομμάτων, εφαρμόζει ισχύοντα συνταγματικό κανόνα.
Ο σχετικός νόμος που ρυθμίζει τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων από το κράτος, τα έσοδα και τις δαπάνες τους, την προβολή, τη δημοσιότητα και τον έλεγχο των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών είναι ο 3023/2002.
Με βάση το νόμο αυτό, η χρηματοδότηση θα πρέπει να διακριθεί σε τακτική και εκλογική64. Η τακτική είναι αυτή που καταβάλλεται κάθε έτος και ανέρχεται σε ποσοστό 1,02 τοις χιλίοις των τακτικών εξόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού του αντίστοιχου οικονομικού έτους65. Ο παλαιότερος αντίστοιχος νόμος 1443/1984 προέβλεπε κρατική οικονομική ενίσχυση ύψους 1 τοις χιλίοις, επομένως καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει αύξηση του ύψους της
63 Όπως συμβαίνει λ.χ. στην περίπτωση του άρθρου 49 του ιταλικού Συντάγματος ή του άρθρου 21 του γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου κ.λπ.
64 Άρθρο 1 § 2 ν. 3023/2002
65 Άρθρο 1 § 3 ν. 3023/2002 44
χρηματοδότησης, η οποία μπορεί μεν φαινομενικά να φαίνεται ασήμαντη, ωστόσο στην πραγματικότητα αντιστοιχεί σε σημαντικά οικονομικά ποσά, αν αναλογιστεί κανείς τα χρήματα που δαπανούν τα κόμματα για τις διαφημίσεις, τις αφίσες, τις προεκλογικές τους συγκεντρώσεις και την παρουσία εκπροσώπων τους σε τηλεοπτικές εκπομπές.
Από την άλλη πλευρά η εκλογική χρηματοδότηση καταβάλλεται κάθε φορά που διεξάγονται γενικές βουλευτικές εκλογές ή εκλογές για την ανάδειξη των Ελλήνων αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ανέρχεται σε ποσοστό έως 0,22 τοις χιλίοις των τακτικών εσόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού του οικονομικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου διεξάγονται οι εκλογές. Μάλιστα, αν διεξαχθούν περισσότερες από μία εκλογές κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους, η συνολική χρηματοδότηση δεν επιτρέπεται να υπερβεί, αθροιστικά, το παραπάνω ποσοστό66.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται να γίνουν δύο σημαντικές επισημάνσεις, τόσο σχετικά με τις εκλογές για τις οποίες ο νόμος προβλέπει χρηματοδότηση όσο και σχετικά με τα είδη της χρηματοδότησης που προβλέπονται.
Όσον αφορά στα είδη των εκλογών για τα οποία προβλέπεται κρατική χρηματοδότηση, υπάρχει διαφοροποίηση του νόμου 1443/1984, που ίσχυε παλαιότερα, και του νόμου 3023/2002, που ισχύει σήμερα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ισχύσασα νομοθεσία, το κράτος ενίσχυε οικονομικά τα πολιτικά κόμματα που συμμετείχαν στις εκλογές για την ανάδειξη μελών του Εθνικού Κοινοβουλίου67. Επομένως, τα κόμματα που συμμετείχαν στις εκλογές για την ανάδειξη Ελλήνων αντιπροσώπων αποκλειστικά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και όχι στο Εθνικό δεν μπορούσαν να απολαύουν αυτήν την οικονομική ενίσχυση από το κράτος68. Αντίθετα, στην ισχύουσα νομοθεσία ορίζεται ότι δικαιούχοι τόσο τακτικής όσο και εκλογικής χρηματοδότησης είναι «τα πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί, από τους συνδυασμούς των οποίων έχουν εκλεγεί αντιπρόσωποι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο»69. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι ο κοινός νομοθέτης διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής του νόμου ως προς την ορθή κατεύθυνση και σύμφωνα με την αρχή της ισότητας των ευκαιριών των πολιτικών κομμάτων.
Ως προς το δεύτερο σημείο, οφείλουμε αρχικά να παρατηρήσουμε ότι τόσο ο ισχύον όσο και οι παλαιότεροι νόμοι προβλέπουν χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων τόσο για τα τακτικά όσο και για τα εκλογικά έξοδα. Αυτή η ρύθμιση κρίνεται ως ορθή από ένα μεγάλο αριθμό
66 Άρθρο 1 § 4 ν. 3023/2002
67 Άρθρο 1 § 1 ν. 1443/1984
68 Παπαδημητρίου Γ., Το δίκαιο των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα – Κομοτηνή, 1994, σελίδα 63
69 Άρθρα 1 § 2 και 2 § 2 ν. 3023/2002 45
συγγραφέων70, καθώς «αναγνωρίζει τη θέση των κομμάτων ως θεσμών μεταξύ του Κράτους και της Κοινωνίας»71. Ωστόσο, η άποψη αυτή δεν έγινε δεκτή στη Γερμανία, όπου το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο δέχθηκε ως συνταγματική την κρατική ενίσχυση για τις εκλογικές δαπάνες, αλλά απέρριψε ως αντισυνταγματική την κρατική χρηματοδότηση για την κάλυψη των τακτικών εξόδων.
Μία άλλη διαφοροποίηση της παλαιότερης και της ισχύουσας νομοθεσίας είναι εκείνη που αφορά στους δικαιούχους του δικαιώματος κρατικής ενίσχυσης. Συγκεκριμένα, ο παλαιότερος νόμος διέκρινε τα κόμματα σε αυτοτελή και συνασπισμούς κομμάτων, διαχωρισμός που είχε οικονομική αξία, αφού για τα μεν πρώτα έπρεπε να συντρέχουν ταυτόχρονα η κατάρτιση συνδυασμών στα 2/3 των εκλογικών περιφερειών και η συγκέντρωση του 3% του συνολικού αριθμού των εγκύρων ψηφοδελτίων, ενώ για τους συνασπισμούς δύο ή περισσότερων κομμάτων το ποσοστό αυτό έπρεπε να είναι 5% και 6% αντίστοιχα. Αντίθετα, ο νόμος 3023/2002 ακολουθεί την ίδια αντιμετώπιση αυτοτελών κομμάτων και συνασπισμών κομμάτων, ενώ παράλληλα μειώνει το ποσοστό του απαιτούμενου συνολικού αριθμού των εγκύρων ψηφοδελτίων από 3% σε 1,5%. Βέβαια, παρά το δικαίωμα χρηματοδότησης, τα κόμματα αυτά δεν λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση ίδιου ύψους με αυτήν που λαμβάνουν τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Εθνικό ή Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σύμφωνα με το άρθρο 3 § 1 εδ. γ΄ ν. 3023/2002, τα κόμματα αυτά μοιράζονται το 10% του συνόλου της κρατικής χρηματοδότησης (1,02 τοις χιλίοις). Η διαφορετική αυτή αντιμετώπιση από τον κοινό νομοθέτη οφείλεται ίσως σε κάποιες φωνές διαμαρτυρίας. Ενδεικτική είναι η άποψη του Γ. Παδημητρίου: «ενόψει της συνταγματικής αρχής της ισότητας των ευκαιριών και της ανάγκης ενδυνάμωσης τους κομματικού πλουραλισμού, θα ήταν ορθότερη η ίση αντιμετώπιση αυτοτελών κομμάτων και συνασπισμών με παράλληλη μείωση του ελάχιστου ορίου που απαιτεί ο νόμος»72.
Ποσοστό δέκα τοις εκατώ (10%) καταβάλλεται, ισόποσα, στα κόμματα και τους συνασπισμούς που εμπίπτουν στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2. Στην κατανομή του ποσοστού αυτού μετέχουν τα κόμματα και οι συνασπισμοί που εμπίπτουν και τις περιπτώσεις α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3. Ποσοστό δέκα τοις εκατώ χορηγείται, ισόποσα, στα κόμματα και στους συνασπισμούς, που εμπίπτουν στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2.
70 Φουντεδάκη Πην., Ενδοκομματική δημοκρατία και Σύνταγμα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1987, σελίδα 535. Από την ίδια άποψη εμφορείται και ο Ν. Μηλιώνης στο άρθρο του «Χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων», ΤοΣ 4/1991, σελίδα 535
71 Φουντεδάκη Πην., Ενδοκομματική δημοκρατία και Σύνταγμα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1987, σελίδα 296
72 Παπαδημητρίου Γ., Το δίκαιο των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα, 1994, σελίδα 65
46
Στην κατανομή του ποσοστού αυτού μετέχουν τα κόμματα και οι συνασπισμοί που εμπίπτουν και τις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 373.
Το ζήτημα των δικαιούχων κομμάτων έχει απασχολήσει και τη νομολογία του ΣτΕ. Το δικαστήριο σε αίτηση ακυρώσεως του «Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος» το 199074 έκρινε παράνομες ορισμένες προϋποθέσεις διατάξεων σχετικών με τη χρηματοδότηση πολιτικών κομμάτων. Ο νόμος 1443/1984 καθώς και οι συμπληρωματικοί του νόμοι 1599/1986, 1731/1987 και 1775/1988 έθεταν ως προϋπόθεση για την κρατική ενίσχυση των κομμάτων τη χρηματοδότηση τους κατά το προηγούμενο έτος. Το ΣτΕ έκρινε το κριτήριο αυτό χρονικό, συμπτωματικό και απρόσφορο από τη φύση του, σύμφωνα με την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού. Επιπλέον, επεσήμανε τον κίνδυνο ότι το κριτήριο αυτό δεν είναι σε θέση να συμβαδίσει με το ρόλο των κομμάτων ως ενεργών στην κοινωνία, αφού ουσιαστικά δεν αναγνωρίζει τα νέα κόμματα.
6.2. Υποχρέωση διαφάνειας ως προς τη διαχείριση των οικονομικών
Παράλληλα με την κατοχύρωση του δικαιώματος κρατικής οικονομικής ενίσχυσης των πολιτικών κομμάτων, ανάγεται σε συνταγματική αρχή η υποχρέωση διαφάνειας ως προς τις εκλογικές δαπάνες και εν γένει τη διαχείριση των οικονομικών των κομμάτων και των βουλευτών, ενώ συμπεριλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της οι υποψήφιοι για το βουλευτικό αξίωμα, αλλά και για όλους τους βαθμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Η καθιέρωση της αρχής αυτής αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος και τη διασφάλιση αξιοπρεπών όρων υπό τους οποίους μπορεί να επιτευχθεί η αρμονική και παράλληλη εποικοδομητική συνύπαρξη των πολιτικών κομμάτων.
Πέρα από την τακτική και εκλογική χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων, προβλέπεται και οικονομική τους ενίσχυση για «ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς». Με τον όρο αυτό εννοούνται, μεταξύ άλλων, η σύσταση και η λειτουργία κέντρων ερευνών και μελετών75 και για τη διοργάνωση προγραμμάτων επιμόρφωσης των στελεχών τους. Εφ’ όσον τα κόμματα πρωταρχικά συμβάλλουν ή έστω οφείλουν να συμβάλλουν στην εμβάθυνση του πολιτικού προβληματισμού και στην αναβάθμιση του πολιτικού διαλόγου στην κοινωνία, η
73 Άρθρο 3 § 1 ν. 3023/2002
74 ΣτΕ 1116/1990, ΤοΣ 1990, σελίδα 289
75 Τέτοια είναι λ.χ. η εταιρία πολιτικού προβληματισμού «Νίκος Πουλαντζάς», που συστάθηκε με πρωτοβουλία του Συνασπισμού, και το ΙΣΤΑΜΕ, που συστάθηκε με πρωτοβουλία του ΠΑ.ΣΟ.Κ.
47
κρατική αρωγή και σε αυτόν τον τομέα της δραστηριότητάς τους πρέπει να θεωρείται δεδομένη, λογική που υιοθετεί και ο νομοθέτης με τη θέσπιση της συγκεκριμένης διάταξης.
48
7. Άλλα ζητήματα
7.1. Η νομική προσωπικότητα των κομμάτων
Οι συνταγματικές (και οι λοιπές νομικές) διατάξεις που κατοχυρώνουν την ελευθερία των κομμάτων και ρυθμίζουν τη νομική τους θέση, τα καθιστούν υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ερωτάται όμως προκύπτει από το σύνολο των διατάξεων που αναφέρονται στα πολιτικά κόμματα ότι τα κόμματα έχουν νομική προσωπικότητα;
Το ζήτημα αντιμετωπίστηκε στην πράξη ήδη κατά τη διάρκεια της ισχύος του Συντάγματος του 1952. Συγκεκριμένα, η 796/1961 ΕφΑθ θεωρεί τα κόμματα ως «μη ανεγνωρισμένα σωματεία» τα οποία είναι φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δεν έχουν όμως νομική προσωπικότητα εφ’ όσον δεν την απέκτησαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Μετά την ψήφιση του ισχύοντος Συντάγματος του 1975 η 242/1977 ΕφΛαρ76 αναγνωρίζει νομική προσωπικότητα στα κόμματα. Με το ζήτημα ασχολήθηκε συστηματικά η 2145/1979 ΣτΕ (Τμήμα Δ΄)77. Η απόφαση αυτή δέχθηκε ως προς το ζήτημα της νομικής προσωπικότητας των κομμάτων τη σχετική πρόταση του Εισηγητή Συμβούλου Κ. Κακούρη78, ο οποίος υποστήριξε ότι το κόμμα είναι μεν υποκείμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που του αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα και τους νόμους, δεν έχει όμως νομική προσωπικότητα όχι μόνο επειδή δεν έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τη σχετική διαδικασία του Αστικού Κώδικα, αλλά και επειδή «αν υπήρχε νομοθετική πρόθεση να δοθεί νομική προσωπικότης στα κόμματα, ο νόμος θα είχε μεριμνήσει να ορίσει τουλάχιστον ωρισμένες στοιχειώδεις προϋποθέσεις, π.χ. ελάχιστο αριθμό εγγεγραμμένων μελών, τρόπο βεβαίωσης του αριθμού, της αναγνωρίσεως του αρχηγού κ.λπ.»79.
Την άποψη αυτή αντικρούει σε τεκμηριωμένη μελέτη του ο Χ. Κεφαλάς80, ο οποίος αφού παραθέτει αναλυτική και πειστική επιχειρηματολογία, για τη μεγαλύτερη ασφάλεια τόσο των συναλλασσομένων με τα κόμματα, όσο και των κομμάτων εάν αναγνωριζόταν σε αυτά νομική προσωπικότητα, θεωρεί ότι «η οργάνωση και η λειτουργία του πολιτικού κόμματος σε συνδυασμό με το νομικό πλαίσιο ρύθμισής της, αλλά και η συνολική κοινωνική του συνεισφορά δείχνουν ότι
76 ΤοΣ 4 (1978), σελίδα 217 και Ποιν. Χρ. ΚΖ΄ και εκεί παρατήρηση του Γ. Καραμανώλη
77 ΤοΣ 5 (1979), σελίδες 600 επ.. Βλ. και τη σύμφωνη προς το σημείο αυτό 4037/1979 ΣτΕ, σελίδες 626 επ. και τη σχετική εισήγηση του Συμβούλου της Επικρατείας Κ. Κακούρη, ΤοΣ 5 (1979), σελίδες 608 επ.
78 2145/1979 ΣτΕ (Τμήμα Δ΄), ΤοΣ 5 (1979), σελίδες 602-603
79 Εισήγηση Κ. Κακούρη, ΤοΣ 5 (1979), σελίδα 615
80 Κεφαλάς Χρ., Η νομική φύση του πολιτικού κόμματος, ανάτυπο από Ελλ. Δικ. Ιουν.-Ιουλ.-Αυγ. 1981, σελίδες 12 επ., 15 επ., 18 επ., 20 επ. και τις εκεί πλούσεις νομολογιακές και βιβλιογραφικές παραπομπές.
49
είναι κατάλληλος φορέας των πιο σημαντικών ιδιοτήτων της νομικής προσωπικότητας»81. Επομένως, από τη στιγμή που το κόμμα θα καταθέσει τη δήλωσή του ν.δ. 59/1974, εκπληρώνει την κοινή τυπική προϋπόθεση δημοσιότητας όλων των νομικών προσώπων και αποκτά νομική προσωπικότητα82.
Η παραπάνω άποψη παρά την αναμφισβήτητη δύναμη ορισμένων από τα επιχειρήματά της, δεν αποδεικνύει τελικά ότι υπάρχει σαφής πρόθεση του Συντάγματος ή του νόμου να αναγνωριστεί νομική προσωπικότητα στα κόμματα. Η δε χρησιμότητα της νομικής προσωπικότητας του κόμματος δεν αρκεί για να υποκαταστήσει την έλλειψη της πρόθεσης αυτής του νομοθέτη. Έτσι, όπως καταλήγει ο Δ. Τσάτσος, πρέπει τελικά να γίνει δεκτό ότι «σύμφωνα με τη νομική του ιδιομορφία (ως προϋπόθεση λειτουργίας του πολιτικού συστήματος που εγκαθιδρύεται από το Σύνταγμα), το πολιτικό κόμμα έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εκεί που αυτή η ικανότητα είναι λειτουργικά αναγκαία για την εκπλήρωση της συνταγματικής του αποστολής»83.
Σύμφωνα με τον Ανδρέα Δημητρόπουλο, «απάντηση στο ερώτημα ποια είναι η νομική μορφή των πολιτικών κομμάτων, ήτοι αν απαιτείται από το δίκαιο η απόκτηση ή όχι νομικής προσωπικότητας, δίνεται αναφορικά προς τη διάκριση μεταξύ τυπικού, ουσιαστικού και μικτού συστήματος»84. Κατά το ουσιαστικό σύστημα, η νομική μορφή είναι χωρίς σημασία. Τα πολιτικά κόμματα μπορεί να είναι νομικά πρόσωπα ή και ενώσεις που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, διαθέτουν όμως ευχέρεια επιλογής. Αντίθετα, προς το ουσιαστικό, κατά το μικτό και το τυπικό σύστημα, τα πολιτικά κόμματα αποκτούν αναγκαστικά νομική προσωπικότητα. Όπως προκύπτει από τους σκοπούς που επιδιώκουν τα πολιτικά κόμματα, γίνεται σαφές ότι ενεργούν πράξεις δημοσίου δικαίου, η δε ενέργεια πράξεων ιδιωτικού δικαίου έχει καθαρά επιβοηθητικό χαρακτήρα. Στην περίπτωση των πολιτικών κομμάτων σημασία έχει η κτήση νομικής προσωπικότητας από την άποψη της ικανότητας δημοσίου δικαίου, ενώ δευτερεύουσα σημασία έχει η κτήση ικανότητας κατά το ιδιωτικό δίκαιο, η οποία είναι συνέπεια κάθε κτήσης νομικής προσωπικότητας85. Έτσι, αντίθετα προς το ουσιαστικό, κατά το μικτό και το τυπικό σύστημα, τα πολιτικά κόμματα είναι δυνατόν να υπάρχουν μόνον ως νομικά πρόσωπα και όχι ως ενώσεις
81 Κεφαλάς Χρ., Η νομική φύση του πολιτικού κόμματος, ανάτυπο από Ελλ. Δικ. Ιουν.-Ιουλ.-Αυγ. 1981, σελίδα 21
82 Κεφαλάς Χρ., Η νομική φύση του πολιτικού κόμματος, ανάτυπο από Ελλ. Δικ. Ιουν.-Ιουλ.-Αυγ. 1981, σελίδα 23
83 Τσάτσος Δημ., Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Αθήνα, 1985, σελίδα 246
84 Δημητρόπουλος Ανδ., Οργάνωση και λειτουργία του Κράτους – Παραδόσεις συνταγματικού δικαίου, σελίδα 394
85 Έτσι, π.χ. δεν απαιτείται η, κατά το ιδιωτικό δίκαιο, ύπαρξη της ικανότητας δικαίου για σύναψη των συνταγματικών συμβολαίων συνασπισμού.
50
προσώπων, οι οποίες δεν έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα86. Κατά το μικτό σύστημα, είναι δυνατός ο συνδυασμός της νομικής προσωπικότητας και της διατήρησης του χαρακτήρα των πολιτικών κομμάτων ως ελεύθερων οργανώσεων, καθ’ όσον η κρατική σύμπραξη επέρχεται ως αναγκαίο αποτέλεσμα της πλήρωσης ορισμένων προϋποθέσεων.
7.2. Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι κατά το άρθρο 12 Σ και η εννοιολογική του συνάφεια με το δικαίωμα ίδρυσης πολιτικού κόμματος
Με την εξέλιξη του σύγχρονου κοινοβουλευτικού συστήματος τα κόμματα διαχωρίζονται από τις υπόλοιπες ομάδες, ως θεσμοί του συνταγματικού δικαίου «που μετέχουν τόσο στις κρατικές όσο και στις κοινωνικές διαδικασίες παραγωγής και διαμόρφωσης της πολιτικής βούλησης»87. Με βάση αυτήν την εξέλιξη το Σύνταγμα θέσπισε ειδική διάταξη για τα πολιτικά κόμματα στο άρθρο 29 ως εξειδίκευση της γενικότερης κατοχύρωσης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι στο άρθρο 12.
Η διαφορά αυτή στη συστηματική κατάταξη είναι απόρροια της μετακίνησης του κόμματος από το κοινωνικό, αποκλειστικά, και στον κρατικό χώρο. Με τον αποχωρισμό του δικαιώματος ίδρυσης κόμματος από τη γενική αρχή του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, αναγνωρίζεται η επέκταση της λειτουργίας του πολιτικού κόμματος, πέρα από το χώρο του θεμελιώδους δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, στο πεδίο του σχηματισμού της πολιτικής βούλησης. Η ταυτόχρονη ύπαρξη και δράση του και στα δύο επίπεδα προσδιορίζει το νόημα της θέσπισης των άρθρων 12 και 29 Σ. Η ένταξη του άρθρου περί πολιτικού κομμάτων όχι πια στη συνταγματική ύλη που αφορά στα δικαιώματα, αλλά στην ύλη που αφορά στην οργάνωση της εξουσίας, επιβεβαιώνει την εξέλιξη της συνταγματικής θεώρησης για τα κόμματα.
Με το άρθρο 29 § 1 Σ εισάγεται θεσμική εγγύηση για την οργάνωση των κομμάτων με ταυτόχρονη θέσπιση σκοπού για αυτά. Συγκεκριμένα, η συμμετοχή των κομμάτων στην κρατική εξουσία έχει σκοπό την εξυπηρέτηση της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αντίθετα, στις ενώσεις του άρθρου 12 § 1 Σ δεν υφίσταται περιορισμός που να προκύπτει από τη θέση σκοπού. Ο μόνος περιορισμός στην ίδρυση σωματείων και ενώσεων είναι η έλλειψη κερδοσκοπικού σκοπού.
86 Αντίθετα, οι υπόλοιπες ενώσεις προσώπων, που προστατεύονται από το γενικό δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, δεν υποχρεούνται να αποκτήσουν νομική προσωπικότητα.
87 Τσάτσος Δημ., Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Αθήνα, 1985, σελίδα 21 51
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12 Σ προκύπτουν τα εξής:
􀂉 η σύσταση ενώσεων και σωματείων και η συμμετοχή σε αυτά αποτελεί δικαίωμα που ασκούν εκούσια οι Έλληνες, αποτελεί δηλαδή θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα υπαγωγής σε συλλογική δραστηριότητα,
􀂉 ο πυρήνας του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι είναι η εκούσια σύσταση και η ελευθερία ίδρυσης, χωρίς προηγούμενη άδεια της αρχής. Πέρα από τη θετική όψη του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι (δικαίωμα ίδρυσης ενώσεων προσώπων και συμμετοχής σε αυτές), κατοχυρώνεται και η αρνητική όψη του δικαιώματος (αποχή από το συνεταιρίζεσθαι). Συνέπεια αυτής είναι η δυνατότητα πολλαπλής άσκησης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι και η πολλαπλότητα των σωματείων και ο κανόνας του αποκλεισμού του υποχρεωτικού συνεταιρισμού. Παράλληλα, για την ικανοποίηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι απαιτείται η αποχή του κράτους από παρεμβάσεις που θίγουν την αυτονομία και την αυτοδιοίκηση των σωματείων. Το κράτος υποχρεούται να αφήνει ελεύθερο το ενδοσωματειακό πεδίο για διαρρύθμιση της εσωτερικής ζωής και λειτουργίας από τα ίδια τα μέλη. Ωστόσο, η συνταγματική αρχή της ελευθερίας και ανεξαρτησίας των κάθε είδους ενώσεων προσώπων δεν σημαίνει «ότι ούτοι ζώσιν ανεξέλεγκτοι εντός του κοινωνικού οργανισμού. Διότι η Πολιτεία αφήνουσα ελευθέραν την ενάσκησιν δικαιώματος τινός οφείλει να παρακολουθή ταύτην και τούτο εν τω συμφέροντι και αυτών των ασκούντων το δικαίωμα»88.
􀂉 Η ίδρυση ενώσεων και σωματείων και η δραστηριότητά τους υπάγεται και στη γενικότερη διάταξη του άρθρου 5 Σ, εφ’ όσον αποτελεί έκφραση του δικαιώματος για συμμετοχή στην κοινωνική, πολιτική ή οικονομική ζωή της χώρας.
Όπως φαίνεται από τα στοιχεία αυτά, το υποκείμενο του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι ενεργεί ως μέλος μιας ομάδας προσώπων, αποδεχόμενο τους σκοπούς της ομάδας αυτής89. Συνεπώς, πέρα από καθαρά ατομικό δικαίωμα, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι προϋποθέτει για την υλοποίηση του μία συλλογική δραστηριότητα. Το χαρακτηριστικό αυτό αποτελεί τη βάση για την έρευνα της νομικής φύσης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι.
Σύμφωνα με το άρθρο 25 § 1 Σ, «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και
88 Σβώλος Αλ., Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και το δίκαιον των σωματείον, Αθήνα, 1915, σελίδα 132
89 Μανιτάκης Αντ., Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων – κατά το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, Αθήνα, 1981, σελίδα 235
52
αποτελεσματική άσκησή τους». Με βάση τη διάκριση που υιοθετείται από το άρθρο αυτό, τα ατομικά δικαιώματα αναφέρονται κυρίως στο μεμονωμένο άτομο, ενώ οι συλλογικές ελευθερίες αφορούν στη δραστηριότητα του πολίτη, ως μέλους του κοινωνικού συνόλου90.
Εάν αποδεχθούμε τη διάκριση αυτή, τότε το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, αφορά μεν το κάθε άτομο χωριστά, ασκείται όμως σε συλλογικό επίπεδο. Το συλλογικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι δεν αναιρεί βέβαια τα γνωρίσματα του κλασικού ατομικού δικαιώματος, εφ’ όσον κατοχυρώνει ένα status negativus του ατόμου, που επιβάλλει αντίστοιχη αποχή του κράτους91.
Ωστόσο, «ο διπλός χαρακτήρας ισχύει ιδίως κατά τη σύσταση του συνεταιρισμού, υποχωρεί δε και αποδυναμώνεται κατά τη λειτουργία του»92. Σε περίπτωση σύγκρουσης της ατομικής ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της αυτόνομης οργάνωσης και λειτουργίας των σωματείων κρίνεται κατ’ αρχήν υπέρτερο το συμφέρον των σωματείων. Η σύγκρουση αυτή υλοποιείται λ.χ. σε περίπτωση που κάποιος θέλει να γίνει μέλος σε ένα σωματείο, ενώ το ίδιο σωματείο δεν τον δέχεται. Η προτίμηση του συλλογικού έναντι του ατομικού στοιχείου οφείλεται στο ότι τα σωματεία, όπως και οι άλλες ενώσεις του άρθρου 107 ΑΚ, είναι κάτι περισσότερο από άθροισμα μεμονωμένων ατόμων. Η σύμπτωση των ατομικών βουλήσεων δημιουργεί μια συλλογική βούληση που κρίνεται από το νομοθέτη ισχυρότερη από τις επί μέρους ατομικές βουλήσεις.
Η κλασική τριμερής διάκριση των δικαιωμάτων σε ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δεν επαρκεί για τον καθορισμό της νομικής φύσης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι. Το δικαίωμα αυτό αποτελεί δικαίωμα συλλογικής έκφρασης και δράσης. Τούτο σημαίνει ότι το υποκείμενο του δικαιώματος είναι το άτομο που εντάσσεται, μέσω της κοινής με τα άλλα άτομα δραστηριότητας, στην κοινωνική δράση. Κατά τούτο διαφέρει το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι από τα άλλα κλασικά ατομικά δικαιώματα.
Παράλληλα, η διάταξη του άρθρου 25 § 1 Σ εισάγει μια νέα αντίληψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Σύμφωνα με αυτή, κριτήριο της διάκρισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι η
90 Μανιτάκης Αντ., Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων – κατά το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, Αθήνα, 1981, σελίδα 233
91 Βλ. Μάνεση Αρ., Συνταγματικά δικαιώματα τεύχος Α, Θεσσαλονίκη, 1982, σελίδα 19, ο οποίος αναφέρει το δικαίωμα του συνεταιρισμού ως παράδειγμα ατομικής ελευθερίας με αρνητικό περιεχόμενο, που διασφαλίζει αρνητικά τη νομική κατάσταση (status negativus) των κυβερνωμένων, θεμελιώνοντας αξίωση για αποχή (nec facere) της κρατικής εξουσίας.
92 Μανιτάκης Αντ., Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων – κατά το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, Αθήνα, 1981, σελίδα 242
53
ιδιότητα του φορέα του δικαιώματος είτε ως «ατόμου» είτε ως «μέλους του κοινωνικού συνόλου»93. Έτσι, οι πολίτες ασκούν τα δικαιώματα συλλογικής δράσης με την ιδιότητα των μελών του κοινωνικού συνόλου.
Συνεπώς, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα, χωρίς βέβαια να έχει το ίδιο περιεχόμενο με τα παραδοσιακά κοινωνικά δικαιώματα, περιεχόμενο που συνίσταται στη λήψη παροχών από το κράτος. Αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα, με την έννοια ότι αφορά τον άνθρωπο που είναι ταγμένος σε μία συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα, χάριν της οποίας σε τελευταία ανάλυση ασκεί το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.
7.3. Η αντισυνταγματικότητα της απαγόρευσης των πολιτικών κομμάτων
Στο ισχύον Σύνταγμα, διαφορετικά απ’ ό,τι συμβαίνει σε άλλα Συντάγματα94, δεν υπάρχει διάταξη που να προβλέπει την απαγόρευση κομμάτων95. Αντίθετα, κατά το άρθρο 12 § 3 του Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάγματος, «κόμματα, των οποίων η δράσις τείνει εις ανατροπήν του ελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος ή εκθέτει εις κίνδυνον την εδαφικήν ακεραιότητα της χώρας, τίθενται εκτός νόμου δι’ αποφάσεως του κατ’ άρθρον 100 του παρόντος Συντάγματος Δικαστηρίου. Η διάταξη αυτή απαλείφθηκε κατά τη σχετική συζήτηση στη Β΄ Υποεπιτροπή του Συντάγματος, αφού απορρίφθηκε όχι μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά και από τον Εισηγητή της κυβερνητικής πλειοψηφίας96. Προστέθηκε όμως πάλι στην πρόταση που υπέβαλε στην «Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή» η Ολομέλεια της Επιτροπής του Συντάγματος για να απαλειφθεί οριστικά, με σύμφωνη γνώμη της κυβερνητικής πλειοψηφίας και της αντιπολίτευσης, κατά τη συζήτηση και
93 Μάνεσης Αρ., Συνταγματικά δικαιώματα τεύχος Α, Θεσσαλονίκη, 1982, σελίδα 8
94 Το άρθρο 21 § 2 του Θεμελιώδους Νόμου προβλέπει τη διάλυση κομμάτων, ενώ η Τελική Διάταξη ΧΙΙ του ιταλικού Συντάγματος απαγορεύει την ανασύσταση, κάτω από οποιαδήποτε μορφή, του διαλυμένου φασιστικού κόμματος.
95 Βλ. Βεγλερή, Η Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Σύνταγμα, σελίδα 72, Δαγτόγλου, Προσανατολισμός και σκοποί του νέου συντάγματος, σελίδα 31
96 Κατά τον εισηγητή της πλειοψηφίας βουλευτή Β. Κοντογιαννόπουλο, Πρακτικά της Β΄ Υποεπιτροπής του Συντάγματος, σελίδα 506, «η απαγόρευσις ενός κόμματος που παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος αποτελεί επιταγή της αρχής της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Από απόψεως όμως πρακτικής εφαρμογής της διατάξεως γεννώνται ανυπέρβλητοι δυσχέρειαι και σοβαρότατοι κίνδυνοι. Δυσχέρειαι ως προς τον προσδιορισμό εννοιών δυσκόλων και εξελισσομένων, όπως η έννοια της ελευθερίας, της Δημοκρατίας κ.λπ. Κίνδυνος ως προς τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως της ίδιας διατάξεως εναντίον κομμάτων, τα οποία απλώς δεν θα είναι αρεστά εις ωρισμένη πολιτική παράταξη, που θα θελήση με μια ερμηνεία της διάταξης, να απαλλαγεί των πολιτικών της αντιπάλων.
54
τελική ψήφιση του σχετικού άρθρου από τη βουλή. Έτσι, ήδη από τις προπαρασκευαστικές και την τελική συζήτηση του άρθρου 12 του Σχεδίου Συντάγματος προκύπτει ότι η βούληση του συντακτικού νομοθέτη ήταν σαφής ως προς την άρνηση του να ψηφίσει διάταξη που να επιτρέπει τη διάλυση των κομμάτων.
Μήπως όμως άλλες συνταγματικές διατάξεις θα μπορούσαν να δώσουν έρεισμα για τη διάλυση των κομμάτων ή την απαγόρευση της λειτουργίας τους με νόμο ή με πράξη άλλου κρατικού οργάνου;
«Εις τα υφιστάμενα δεδομένα», παρατηρεί ο Θεμ. Τσάτσος97, «ήτοι την άσκησιν της εξουσίας υπό της πλειοψηφίας και τον έλεγχον της ασκήσεως ταύτηας υπό της μειοψηφίας, προσετέθη και εν εισέτι θεμελιώδους σημασίας δεδομένον: η ύπαρξις πολιτικών κομμάτων, οργανώσεων ή ομάδων αντιτιθέμενων ιδεολογικώς εις την πολιτικήν δημοκρατίαν, εχθρευομένων δηλαδή την πολιτείαν την έχουσαν δημοκρατικήν μορφήν». Και, συνεχίζει, «τίθεται το ερώτημα κατά πόσον η προστασία των επαναστατικώς δρώντων κομμάτων και ατόμων (…) συνιστά ορθήν εφαρμογήν των διατάξεων περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου γενικώς και του πολίτου ειδικώς (…). Η εξάρτησις του προπαρασκευαζομένου μελλοντικού παρεμποδισμού (της άσκησης από κάποιον κάποιου δικαιώματος) εκ της ενδεχόμενης αποκτήσεως πρότερον της πλειοψηφίας εις ελευθέρας εκλογάς δεν επιφέρει μεταβολήν τινα της νομικής θέσεως του προβλήματος παντού όπου δεν επιτρέπεται η αναθεώρησις θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος, διότι και μετά την απόκτησιν της πλειονοψηφίας δεν αποβαίνει νομίμως εφικτή η κατάργησις του δημοκρατικού πολιτεύματος». Οι παραπάνω σκέψεις είχαν οδηγήσει το Θεμ. Τσάτσο στο συμπέρασμα ότι «πας νόμος, ο οποίος υπό την απαράβατον προϋπόθεσιν της προηγούμενης δικαστικής διαπιστώσεως, ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός στρέφεται κατά του πολιτεύματος, απαγορεύει την εφαρμογήν των προστατευτικών διατάξεων του Συντάγματος επί των ούτω δρώντων ατόμων και κομμάτων, δέον να κριθή συνταγματικός». Το συμπέρασμα αυτό, πάντοτε κατά τον ίδιο συγγραφέα, συνιστά, αναλογική εφαρμογή «των περί καταχρήσεως δικαιώματος αρχών του διοικητικού δικαίου εν των πλαισίω της ασκήσεως των εκ του Συντάγματος δικαιωμάτων». Ο συγγραφέας καταλήγει ότι ο αποκλεισμός της συνταγματικής προστασίας εκείνων που αποδεικνύουν έμπρακτα πρόθεση να ανατρέψουν το δημοκρατικό πολίτευμα, δεν συγχωρείται μόνο, αλλά και επιβάλλεται.
Η παραπάνω κλασική για το είδος της επιχειρηματολογία δεν αρκεί, τουλάχιστον υπό το ισχύον Σύνταγμα, για να δώσει συνταγματικό έρεισμα σε ενδεχόμενη απαγόρευση ή διάλυση κομμάτων με πράξη οποιουδήποτε κρατικού οργάνου.
97 Τσάτσος Θ., Το πρόβλημα της ερμηνείας εν τω Συνταγματικώ Δικαίω, σελίδες 31 επ.
55
Το ισχύον Σύνταγμα θέτει ως θεμέλιο του πολιτεύματος την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και, εξειδικεύοντας την αρχή αυτή, θέτει την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης υπό την προστασία όλων των λειτουργών της πολιτείας, οι οποίοι υποχρεούνται να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση. Η θέληση του λαού τότε μόνο είναι κυρίαρχη, όταν ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της αλλά μέσω των συνταγματικών θεσμών και διαδικασιών, μπορεί να μετατρέπεται σε πράξεις της κρατικής εξουσίας. Το περιεχόμενο της λαϊκής θέλησης δεν προσδιορίζεται, θετικά ή αρνητικά, ούτε προκύπτει, ούτε εξυπακούεται από τις συνταγματικές διατάξεις: «ο λαός μπορεί να λέει οτιδήποτε αρκεί ότι το θέλει»98. Και μπορεί, κατ’ επέκταση, να οργανώνεται σε κόμματα που πρεσβεύουν οποιεσδήποτε απόψεις και αναπτύσσουν οποιαδήποτε δραστηριότητα, αρκεί να τηρούν τις συνταγματικές διατάξεις.
Αυτό προκύπτει, άλλωστε, και από το άρθρο 29 § 1 Σ που ορίζει ότι οι Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν «ελεύθερα» να ιδρύουν και να ανήκουν σε πολιτικά κόμματα. Η ελευθερία αυτή χάνει το νόημά της και μεταβάλλεται σε προνόμιο αν καταντήσει ελευθερία μερικών μόνο κομμάτων. Όπως η ελευθερία γνώμης και ψήφου νοείται ιδίως ως ελευθερία αντίθετης γνώμης και αρνητικής ψήφου, έτσι και η ελευθερία οργάνωσης σε κόμματα δεν μπορεί να νοείται ως ελευθερία οργάνωσης ιδίως δε αντιπολιτευόμενα κόμματα99. Η δε αναίρεση της ελευθερίας για μερικά ή για ένα έστω κόμμα, όποιοι και αν είναι οι στόχοι ή η ιδεολογία του, οδηγεί σε άρνηση της δημοκρατικής αρχής, διότι με τον τρόπο αυτό απαγορεύεται στους πολίτες των οποίων η θέληση θεωρείται κυρίαρχη να θέλουν ό,τι ακριβώς συνιστά την ιδιότητα τους ως κυρίαρχων100. Επαρκές κριτήριο και μόνο όριο για το επιτρεπτό ή μη των δραστηριοτήτων των κομμάτων είναι οι συνταγματικοί κανόνες και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι με αυτούς.
Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι η απαγόρευση της ύπαρξης πολιτικών κομμάτων δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτή, όχι μόνο επειδή ο συντακτικός νομοθέτης απέρριψε σαφώς και απερίφραστα διάταξη που τη θέσπιζε, αλλά και επειδή το Σύνταγμα δεν παρέχει έρεισμα για να στηριχθεί αυτή η απαγόρευση101.
98 Βλ. Μάνεση Αρ., Το πρόβλημα της ασφάλειας του Κράτους και η Ελευθερία, σελίδες 5 επ., 113 επ.
99 Βλ. Μάνεση Αρ., Συνταγματικές ελευθερίες, Θεσσαλονίκη, 1982, σελίδα 34
100 Βλ. Ηλιού Ηλ., Το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του, σελίδες 202 επ., 211 επ.
101 Την ίδια άποψη υποστηρίζουν ο Γ. Κασιμάτης, Τα πολιτικά κόμματα σαν συνταγματικός θεσμός, περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα», τεύχος 8, Ιούλιος 1980, σελίδα 60, κατά τον οποίο δεν υπάρχει, υπό το ισχύον Σύνταγμα, τρόπος ούτε να διαλυθεί, ούτε να τεθεί εκτός νόμου, ούτε να απαγορευθεί λόγω καταχρηστικής άσκησης δικαιωμάτων ένα πολιτικό κόμμα, αλλά «μόνο οι συγκεκριμένες πράξεις υπόκεινται στον έλεγχο νομιμότητας και τις κυρώσεις του νόμου».
56
Βασικά συμπεράσματα
Από τις πιο πάνω αναπτύξεις προκύπτει κατ’ αρχήν ότι το δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα είναι ένα από τα πιο θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα του σύγχρονου Συντάγματος και για το λόγο αυτό ο συντακτικός νομοθέτης φρόντισε με την αναθεώρηση του 2001 να εξειδικεύσει τη σχετική διάταξη του Συντάγματος με σκοπό να καταστήσει πιο αποτελεσματική την προστασία του δικαιώματος αυτού και να εξασφαλίσει την ομαλότερη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Βέβαια, η αναθεώρηση αυτή δεν επέφερε πολλές ουσιαστικές αλλαγές, αλλά έδειξε την ανάγκη προσεκτικής αντιμετώπισης του ζητήματος αυτού.
Στο άρθρο 29 Σ καθορίζονται όχι μόνο οι θετικές και οι αρνητικές προϋποθέσεις ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα, αλλά και το ζήτημα της κρατικής οικονομικής ενίσχυσής τους και του ελέγχου των εκλογικών δαπανών τους. Παράλληλα, σε συνδυασμό με άλλες συνταγματικές διατάξεις, κατοχυρώνεται η ελευθερία ίδρυσης πολιτικού κόμματος, ως ατομική και πολιτική ελευθερία, η αρχή του πολυκομματισμού, που εξασφαλίζει την πολιτική πολυφωνία, και η αντισυνταγματικότητα της απαγόρευσης πολιτικού κόμματος. Από όλα αυτά ανακύπτει ότι το δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής πολιτικού κόμματος αποτελεί τη βάση του σύγχρονου πολιτικού συστήματος διακυβέρνησης και για το λόγο αυτό και συστηματικά στο Σύνταγμα είναι το πρώτο άρθρο στο τρίτο μέρος του Συντάγματος που αναφέρεται στην οργάνωση και λειτουργία της Πολιτείας. Γίνεται επομένως εύκολα κατανοητό ότι το σχετικό δικαίωμα πρέπει να προστατεύεται όσο το δυνατόν περισσότερο από την Πολιτεία, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό θα επιτευχθεί η απρόσκοπτη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και κατ’ επέκταση η αποτελεσματική συνύπαρξη όλων των πολιτών στον πολιτικό χώρο.
57
Περίληψη και λήμματα
Ελληνικά
Γενικότερα, υπάρχουν τρία συστήματα νομοθετικής ρύθμισης των πολιτικών κομμάτων, το τυπικό, το ουσιαστικό και το μικτό, από τα οποία η Ελλάδα έχει υιοθετήσει ένα μικτό σύστημα με ορισμένες ιδιαιτερότητες. Το Ελληνικό Σύνταγμα καθορίζει τις (θετικές και αρνητικές) προϋποθέσεις και τους περιορισμούς του δικαιώματος ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα και ρυθμίζει την κρατική οικονομική ενίσχυση των πολιτικών κομμάτων και την υποχρέωση διαφάνειας ως προς τη διαχείριση των οικονομικών τους. Με βάση την ατομική και πολιτική ελευθερία ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα, το Σύνταγμα κατοχυρώνει επίσης τον πολυκομματισμό καθώς και άλλες θεμελιώδεις αρχές σχετικά με την ύπαρξη και την προστασία των πολιτικών κόμματων, οι οποίες δηλώνουν την πρωταρχική σημασία τους για την οργάνωση και τη λειτουργία της Πολιτείας.
􀂉 Προϋποθέσεις και περιορισμοί του δικαιώματος ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα
􀂉 Κρατική οικονομική ενίσχυση
􀂉 Υποχρέωση διαφάνειας ως προς της διαχείριση των οικονομικών
􀂉 Ατομική και πολιτική ελευθερία ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα
􀂉 Πολυκομματισμός
Αγγλικά
Generally, there are three systems of legislative regulation of political parties, the typical, the substantial and the mixed one, from which Greece has adopted a mixed system with some specialities. The Greek Constitution specifies the (positive and negative) requirements and the limitations of the right of founding and participating in political parties and settles the State’s aid to political parties and their obligation to account for their economic affairs. On the basis of the personal and political freedom of founding and participating in political parties, the Constitution also consolidates the multi-partisanship as well as other fundamental principles concerning the existence and the protection of political parties, which demonstrate their primary importance for the organization and the operation of the State.
􀂉 Requirements and limitations of the right of founding and participating in political parties
􀂉 Financial assistance by the State
􀂉 Obligation of presentation of the economic affairs
􀂉 Personal and political freedom of founding and participating in political parties
􀂉 Multi-partisanship
58
Πίνακας Νομολογίας
􀂉 4/1936 ΠρΘεσ 􀃆 αγωγή εξώσεως κατά του Εθνικού Λαϊκού Κόμματος, που είχε υπομισθώσει ακίνητο
􀂉 796/1961 ΕφΑθ 􀃆 Συκοφαντική δυσφήμηση κατά Ε.Δ.Α.
􀂉 36/1969 ΑΠ 􀃆 Απαγόρευση ανασύστασης Κ.Κ.Ε.
􀂉 4037/1979 ΣτΕ (Ολομ.) 􀃆 ΕΔΗΚ κατά ΠΕΤΡΟΛΑ ΕΛΛΑΣ
􀂉 531/1980 ΑΠ 􀃆 Παράσταση Κ.Κ.Ε. ως πολιτικού ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας εκρήξεως βόμβας στα γραφεία του
􀂉 3423/1984 ΣτΕ (τμήμα δ΄) 􀃆 παροχή ραδιοτηλεοπτικού χρόνου στην Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου
􀂉 131/198 ΠρΛαρ 􀃆 Ικανότητα Κ.Κ.Ε. να κληρονομεί εκ διαθήκης
􀂉 993/1989 ΣτΕ (Ολομ.) 􀃆 Χρηματοδότηση του Ελληνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος
􀂉 240/1990 ΠρΑθ 􀃆 Αγωγή αποζημίωσης για αθέτηση προγραμματικών διακηρύξεων κόμματος
􀂉 1288/1992 ΣτΕ (Ολομ.) 􀃆 Οικολόγοι Ελλάδος προς ακύρωση απόφασης για μη παροχή τηλεοπτικού χρόνου στα κόμματα επί αναπληρωματικής εκλογής
􀂉 2285/1994 ΣτΕ (τμήμα δ΄) 􀃆 Η Πολιτική Άνοιξη ζητεί την ακύρωση της διοικητικής πράξης με την οποία παραχωρείται επιπλέον οικονομική ενίσχυση στα κόμματα προς κάλυψη επί πλέον εκλογικών δαπανών
􀂉 4333/1996 ΣτΕ (τμήμα δ΄) 􀃆 Οικολόγοι Ελλάδος κατά απόφασης με την οποία χορηγείται ο αναλογούν ραδιοτηλεοπτικός χρόνος στα πολιτικά κόμματα
􀂉 656/2000 ΣτΕ (Ολομ.) 􀃆 Αποκλεισμός ΔΗΚΚΙ από την πρόταση μελών του Ε.Σ.Ρ.
59
Βασική βιβλιογραφία
Βενιζέλος Ευάγγελος, Η λογική του πολιτεύματος και η δομή της εκτελεστικής εξουσίας στο Σύνταγμα του 1975, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1980
Βενιζέλος Ευάγγελος, Πολιτική ένταση και σύνταγμα, Παρατηρητής, 1986
Δημητρόπουλος Ανδρέας, Η συνταγματική θέσις των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα, 1974
Δημητρόπουλος Ανδρέας, Η δομή και η λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας, Αθήνα, 1977
Δημητρόπουλος Ανδρέας, Γενική συνταγματική θεωρία, Παραδόσεις συνταγματικού δικαίου, τόμος α΄, Αθήνα, 2001
Δημητρόπουλος Ανδρέας, Οργάνωση και λειτουργία του κράτους, Παραδόσεις συνταγματικού δικαίου, τόμος β΄, Αθήνα, 2001
Δημητρόπουλος Ανδρέας, Συνταγματικά δικαιώματα – γενικό μέρος, Σάκκουλας, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2005
Διαμαντόπουλος Θανάσης, Κόμματα και κομματικά συστήματα: συγκριτική προσέγγιση και θεωρία, Εξάντας, Αθήνα, 1981
Δρόσος Γιάννης, Η νομική θέση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 1982
Δρόσος Γιάννης, Προϋποθέσεις και ζητήματα κρατικής οικονομικής ενίσχυσης των πολιτικών κομμάτων – συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 29 §§ 1 και 2 του Συντ. 1975, 1976
Κασιμάτης Γιώργος, Τα πολιτικά κόμματα σαν συνταγματικός θεσμός, «Σύγχρονα θέματα», τεύχος 8 / Ιούλιος 1980
Κασιμάτης Γιώργος, Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ, Οι λειτουργίες του κράτους, τεύχος α΄, εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα, 1980
Κεφαλάς Χρήστος, Η νομική φύση του πολιτικού κόμματος, ανάτυπο από Ελλ. Δικ. Ιουν.-Ιουλ.-Αυγ. 1981
Μάνεσης Αριστόβουλος, Συνταγματικά δικαιώματα, τεύχος α΄, ατομικές ελευθερίες, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1982
Μάνεσης Αριστόβουλος, Η εξέλιξη των πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα: αναζητώντας μια δύσκολη νομιμοποίηση, Εξάντας, Αθήνα, 1981
Μάνεσης Αριστόβουλος, Εγγυήσεις, Αντ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1984
Μανιτάκης Αντώνης, Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων – κατά το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, Αντ. Σάκκουλας, 1981
Μανιτάκης Αντώνης, Μελέτες για μια κριτική θεώρηση του δικαίου, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1985
60
Μανωλεδάκης Ιωάννης, Η προστασία της πολιτειακής εξουσίας, Θεσσαλονίκη-Αθήνα, 1967
Μαυριάς Κώστας, Το δικαίωμα συλλογικής εκφράσεως πολιτικών ιδεών και το απαραβίαστο της μορφής του πολτεύματος, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα, 1982
Παπαδημητρίου Γιώργος, Το δίκαιο των πολιτικών κομμάτων, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 1994
Παπαδημητρίου Γιώργος, Τα καταστατικά των πολιτικών κομμάτων, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 1994
Παραράς Πέτρος, Σύνταγμα 1975 – Corpus I άρθρα 1 – 50, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 1985
Πεπονής Αναστάσης, Η συνταγματική αναθεώρηση του 1986, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986
Ράικος Αθανάσιος, Παραδόσεις Συνταγματικού Δικαίου, τόμος α΄, Αθήνα, 1983
Ράικος Αθανάσιος, Παραδόσεις Συνταγματικού Δικαίου, τόμος β΄, Τα θεμελιώδη δικαιώματα, τεύχος α΄, Αθήνα, 1984
Τριανταφυλλίδου Άννα, Η κοινωνική ψυχολογία της συμπεριφοράς των πολιτικών κομμάτων, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1998
Τσάτσος Δημήτρης, Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα, 1982
Τσάτσος Δημήτρης, Συνταγματικό Δίκαιο, τόμος α΄, θεωρητικό θεμέλιο, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα, 1985
Τσάτσος Δημήτρης, Συνταγματικό δίκαιο, τόμος β΄, οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας, Αθήνα – Κομοτηνή, 1992
Φουντεδάκη Πηνελόπη, Ενδοκομματική δημοκρατία και Σύνταγμα, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 1987
Duverger Maurice, Les partis politiques, Arm. Colin, Paris, 1976
Michels Robert, Les partis politiques – essai sur les tendanches oligarchiques des democraties, Flammarion, Paris, 1971
Di Stefano, La participation des fonctionnaires civils a la vie politique, «Bibliotheque de droit public», LGDJ, 1979
61

================================================

2 …………………..

Πολιτικά κόμματα & δικαιώματα του ανθρώπου : νομολογία του ΕυρΔΔΑ και Ελληνική έννομη τάξη

European-Court-of-Human-RightsΓράφει η Κρίκη Λυδία

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΣΔΑ.

Το σύστημα προστασίας της ΕΣΔΑ διαμορφώνεται ως μία διακλάδωση της ευρύτερης προστασίας που απολαμβάνουν οι Ευρωπαίοι πολίτες. Το βασικό status δικαιωμάτων των Ευρωπαίων πολιτών του σήμερα, μέσα από μία εξελικτική πορεία πολλών δεκαετιών έχει πια διαμορφωθεί με τον πλέον ικανοποιητικό και επαρκή τρόπο. Το νομικό πλαίσιο για την προστασία των πολιτικών κομμάτων στην Ευρώπη, το οποίο ελλέιψει ειδικής διάταξης εντοπίζεται στο γενικότερο άρθρο 11 της ΕΣΔΑ. Η §1 του άρθρου ορίζει ότι:Everyone has the right to freedom of peaceful assembly and to freedom of association with others, including the right to form and to join trade unions for the protection of his interests( »Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς κι εις την ελευθερία συνεταιρισμού συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ” άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του»).

Η δε, §2, θέτει περιορισμούς ως προς την άσκηση του δικαιώματος:No restrictions shall be placed on the exercise of these rights other than such as are prescribed by law and are necessary in a democratic society in the interests of national security or public safety, for the prevention of disorder or crime, fοr the protection of health or morals, or for the protection of the rights and freedoms of others. The Article shall not prevent the imposition of lawful restrictions on the exercise of these rights by members of the armed forces, of the police, or of the administration of the State( »Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, και την εθνικήν ασφάλειαν, την δημόσιαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το παρόν άρθρον δεν απαγορεύει την επιβολήν νομίμων περιορισμών εις την άσκησιν των δικαιωμάτων τούτων υπό μελών των ενόπλων δυνάμεων , της αστυνομίας, ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους».)

Όσον αφορά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, αυτό πολλές φορές έχει αντιμετωπίσει στις αποφάσεις του υποθέσεις που αφορούν είτε σε απαγόρευση σε πρώτο- συνταγματικό – χρόνο, είτε σε διάλυση, σε δεύτερο χρόνο, πολιτικών κομμάτων. Με το να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο εξέφρασε τη σταθερή άποψη ότι τα πολιτικά κόμματα διαδραματίζουν πρωταρχικό και ουσιώδη ρόλο στη διασφάλιση πολυφωνίας στο πολιτικό σκηνικό και την κανονικότητα στη λειτουργία της δημοκρατίας, και γι” αυτό ακριβώς το λόγο υιοθέτησε μία πολύ αυστηρή προσέγγιση σχετικά με τυχόν περιορισμούς στην ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι που εμπίπτει στον προστατευτικό σκοπό του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ.Η απάντηση, δε, του Δικαστηρίου είναι ξεκάθαρη για το ζήτημα. Ένα πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να στερηθεί της προστασίας της Σύμβασης από το γεγονός και μόνο ότι οι εθνικές αρχές θεωρούν πως οι δραστηριότητές του είναι αντίθετες προς τη συνταγματική δομή του κράτους. Βεβαίως, το Δικαστήριο δεν παραλείπει να εξάρει το ρόλο του εθνικού Συντάγματος ως μιας πρώτης ενσάρκωσης «της κοινής κληρονομιάς πολιτικών παραδόσεων και ιδεωδών σεβασμού της ελευθερίας και της υπεροχής του δικαίου», στην οποία παραπέμπει το προοίμιο της Σύμβασης.Διευκρινίζει, όμως, ότι τα μέτρα που λαμβάνουν οι εθνικές αρχές για τη διασφάλιση της υπεροχής του δικαίου και την υλοποίηση των συνταγματικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι σύμφωνα με τη Σύμβαση. Με άλλα λόγια το Σύνταγμα δεν απολαμβάνει ασυλίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Η υιοθέτηση και εφαρμογή των κανόνων του Συντάγματος αποτελεί άσκηση δικαιοδοσίας του Κράτους, κατά το άρθρο 1 της Σύμβασης, κι επομένως υπόκειται στον ευρωπαϊκό έλεγχο, όπως όλοι οι κανόνες του εσωτερικού δικαίου, ανεξαρτήτως του νομικού τους ενδύματος. Συγχρόνως, το Δικαστήριο τονίζει το αδιαίρετο και αλληλένδετο των ατομικών stricto sensu και πολιτικών δικαιωμάτων, αρχή που καθιστά δυσχερή και τεχνητή τη διάκριση ανάμεσα σε ό,τι αποτελεί μέρος της θεσμικής οργάνωσης του κράτους και σε ό,τι αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα. Έτσι, η διάλυση ενός πολιτικού κόμματος επηρεάζει τόσο την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, όσο και την κατάσταση της δημοκρατίας στο ενδιαφερόμενο κράτος. Η Σύμβαση δεν αποκλείει την προστασία της συνταγματικής τάξης ενός κράτους – μέρους, τη θέτει , όμως, υπό τους όρους της παραγράφου 2 του άρθρου 11. Το ίδιο ισχύει και για τη διάλυση ενός κόμματος. Η αρχή της αποτελεσματικότητας της Σύμβασης συνεπάγεται ότι η προστασία του άρθρου 11 εκτείνεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής μίας ένωσης -άρα κι ενός κόμματος – και καλύπτει και τη διάλυσή της.

Η θεμελιώδης αρχή που συνάγεται από τη γενικότερη νομολογία του ΕΔΔΑ είναι ότι η Σύμβαση προστατεύει την απρόσκοπτη δράση των πολιτικών κομμάτων, ακόμη κι εκείνων που αμφισβητούν την ενεστώσα μορφή δημοκρατικής οργάνωσης της Πολιτείας, εφ΄όσον ο σκοπός τους και τα μέσα που μετέρχονται για την πραγμάτωσή του συνάδουν προς τους κανόνες και τις αρχές της δημοκρατίας.

Η διάλυση ενός κόμματος μπορεί να είναι συνέπεια όχι μόνο του προγράμματος, των σκοπών και της δράσης του, αλλά και της αδυναμίας του να τηρήσει ορισμένες προϋποθέσεις που θέτει η κείμενη νομοθεσία, όπως ο ελάχιστος αριθμός μελών και η επαρκής εκπροσώπηση στις περιφέρειες του Κράτους.

Σε ό,τι αφορά την εγγραφή των πολιτικών κομμάτων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα Κράτη δικαιούνται να ζητήσουν από οργανώσεις που επιδιώκουν την επίσημη εγγραφή τους να τηρούν ορισμένες εύλογες νομικές διατυπώσεις, οι οποίες θα πρέπει να είναι σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας και να μη χρησιμοποιούνται για την παρεμπόδιση της άσκησης της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι από ομάδες που είναι αντιπαθείς στις αρχές ή υπερασπίζονται ιδέες τις οποίες οι αρχές επιθυμούν να καταστείλουν. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός το Δικαστήριο ελέγχει κατά πόσο ένα φαινομενικά ουδέτερο μέτρο επιδιώκει στην πραγματικότητα να τιμωρήσει για τις απόψεις του κόμματος ή τις πολιτικές που προωθεί. Φυσικά, δεν είναι δυνατόν να προσδιορίσει κανείς εκ των προτέρων ποιες διατυπώσεις μπορούν να επιβληθούν για την εγγραφή ενός κόμματος, αφού οι τελευταίες μπορούν να διαφοροποιούνται αναλόγως των ιστορικών και πολιτικών παραγόντων που επικρατούν σε κάθε κράτος, τα οποία διαθέτουν ένα περιθώριο εκτίμησης εν προκειμένω. Σε κάθε περίπτωση τα σχετικά μέτρα θα πρέπει να είναι ουδέτερα ως προς το περιεχόμενό τους, να μη στοχεύουν ένα συγκεκριμένο κόμμα, και να μην είναι υπερβολικά επιβαρυντικά για τα κόμματα. Σημαντικό, εξάλλου, στοιχείο είναι να υφίσταται η δυνατότητα για το ενδιαφερόμενο πολιτικό κόμμα να υποβάλλει αίτηση για έγγραφη, πληρώντας τις τυπικές προϋποθέσεις του νόμου. Το Δικαστήριο εξετάζει, χωρίς να υποκαθιστά τις εθνικές δικαστικές αρχές, κατά πόσον τυπικές παραλείψεις στην αίτηση ενός κόμματος δικαιολογούν την άρνηση εγγραφής. Εξάλλου, η ανάμιξη του κράτους στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία ενός κόμματος σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με ορισμένες εύλογες νομικές διατυπώσεις ή παρατεινόμενης εσωτερικής διαμάχης θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή στο όνομα της προστασίας των δικαιωμάτων των μελών του. Μία τέτοια, όμως, ανάμειξη δεν μπορεί να είναι τόσο εκτεταμένη ώστε να καλύπτει την τήρηση οιασδήποτε διατύπωσης προβλέπει το καταστατικό, κάτι για το οποίο θα πρέπει να μεριμνά το ίδιο το κόμμα.

Τίθεται, τέλος, το ερώτημα κατά πόσον επιτρέπεται η διάλυση ενός κόμματος όχι εξαιτίας της δράσης του, αλλά λόγω μη συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις που θεσπίζει η εσωτερική νομοθεσία. Το Δικαστήριο εξετάζει τόσο το θεμιτό των εν λόγω προϋποθέσεων, όσο και την αναλογικότητα του μέτρου της διάλυσης. Η απάιτηση ενός ελάχιστου αριθμού μελών θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή εάν ο αριθμός που προβλέπεται είναι εύλογος ( με βάση και τα ισχύοντα σε άλλα κράτη μέρη) , και επιτρέπει την ακώλυτη ίδρυση και λειτουργία πολιτικών κομμάτων που αντιπροσωπεύουν μία μεγάλη ποικιλία πληθυσμιακών ομάδων ακόμα και μικρών σε μέγεθος, διασφαλίζοντας την πρόσβαση των τελευταίων στον πολιτκό στίβο. Η διάλυση, πάντως, ενός κόμματος που λόγου χάρη λειτουργεί επί μακρόν σεβόμενο την κείμενη νομοθεσία, και μάλιστα στη συνέχεια του πενταπλασιασμού του ελαχίστου αριθμού των μελών, αποτελεί δυσανάλογο μέτρο. Η υποχρέωση ενός κόμματος να διατηρεί επαρκή αριθμό περιφερειακών κομματικών οργανώσεων με τουλάχιστον 500 μέλη, ούτως ώστε να μην είναι δυνατή η ίδρυση περιφερειακών πολιτικών κομμάτων, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο σε μία έκτακτη πολιτική συγκυρία, όπως η μετάβαση της Ρωσίας σε δημοκρατικό καθεστώς μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η διάλυση ενός κόμματος αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν πληροί αυτήν την τυπική προϋπόθεση, χωρίς να προβάλλει αποσχσιστικές ιδέες ή να υπονομεύει την εδαφική ακεραιότητα του κράτους, δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Όπως είναι φυσικό, με πολύ μεγάλη αυστηρότητα αντιμετωπίζει το Δικαστήριο εθνικές διαδικασίες επανεγγραφής ενός κόμματος, η διάλυση του οποίου είχε κριθεί αντίθετη προς την ΕΣΔΑ. Και στην περίπτωση, όμως, αυτή, το ΕΔΔΑ δεν αρνείται την υπαγωγή της εγγραφής του κόμματος σε εύλογες νομικές διατυπώσεις εφ” όσον δίνεται στις εθνικές αρχές η δυνατότητα να συμμορφωθούν τόσο με τα συμπεράσματα της ( καταδικαστικής) απόφασης, όσο και με το πνεύμα της, αλλά και στο ενδιαφερόμενο κόμμα να υποβάλλει νέα αίτηση, αφού εκπληρώσει τα κριτήρια της εθνικής νομοθεσίας. Στο πλαίσιο αυτό, η εκ νέου απόρριψη της αίτησης εγγραφής ενός κόμματος, και μετά την καταδικαστική απόφαση του ΕΔΔΑ, δεν παραβιάζει τη Σύμβαση, ιδίως, μάλιστα εάν το Κράτος τροποποίησε τη σχετική νομοθεσία, θεσπίζοντας λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ -ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ.

ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ.

Προερχόμενο από την κοινωνία, για να καταλήξει στους κρατικούς θεσμούς, το κόμμα εμφανίζεται με μία διπλή φύση: την κοινωνική, που συνίσταται στον εθελοντικό και αυτόνομο από την κρατική εξουσία χαρακτήρα του, και την πολιτική, η οποία συνίσταται στο σκοπό του κόμματος- την άμεση άσκηση εξουσίας.Στο κόμμα, λοιπόν, συνδυάζεται η κοινωνική αυτονομία με την άσκηση της κρατικής εξουσίας. Τα όρια του κοινωνικά αυτόνομου χαρακτήρα του κόμματος βρίσκονται στην αντικειμενική λειτουργία των κρατικών οργάνων, μέσα στην οποία οφείλει το κόμμα να χωρέσει τις επιδιώξεις του, διότι αλλιώς δεν μπορεί να τις μετατρέψει από υποκειμενική του βούληση σε κρατική πράξη. Εν κατακλείδι, ο ορισμός του κόμματος προκύπτει από την ανάλυση και σύνθεση των δύο βασικών του χαρακτηριστικών: του κοινωνικά αυτόνομου και του πολιτικού χαρακτήρα του. Με την πρώτη έννοια, το κόμμα είναι μία ένωση ανθρώπων, που αίρεται σε ενιαία οντότητα, με υπόσταση ανεξάρτητη από τους συγκεκριμένους ανθρώπους που βρίσκονται στο εσωτερικό της. Εφ΄όσον, δε , η οντότητα αυτή μπορεί και λειτουργεί κατά τρόπο ενιαίο, σημαίνει ότι είναι οργανωμένη, ότι διαθέτει , δηλαδή, δομές- τουλάχιστον τις στοιχειώδεις – μέσα στις οποίες εντάσσονται και μέσα από τις οποίες δραστηριοποιούν την ένωση εκείνοι που την απαρτίζουν. Υπό το φως της δεύτερης έννοιας, το κόμμα είναι μία εθελοντικά οργανωμένη ένωση ανθρώπων, καθώς η συμμετοχή σ΄αυτήν πηγάζει από την ελεύθερη πρωτοβουλία των μελών της και στηρίζεται στην ελεύθερη και διαρκή συναίνεσή τους να παραμείνουν μέλη (δε βασίζεται, δηλαδή,σε νομική υποχρέωση). Ο εθελοντικός χαρακτήρας του κόμματος, δε, επεκτείνεται και στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας και στο περιεχόμενο των δραστηριοτήτων του. Απελευθερώνονται, έτσι, κοινωνικές δυνάμεις μέσω της οργάνωσης σε κόμματα. Χαρακτηριστικό των κομμάτων σύμφυτο με την έννοιά τους είναι ο κοινωνικο-ταξικός χαρακτήρας τους. Συνεκτικό στοιχείο των ατόμων που οργανώνονται σ” ένα συγκεκριμένο κόμμα είναι το πρόγραμμα κοινής δράσης που επιδιώκουν να πραγματοποιήσουν. Ως πρόγραμμα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα σύνολο σκοπών, που εμφανίζονται σαν ιδεολογικοί, κοινωνικοί ή άμεσα πολιτικοί, κι όχι ως ατομικές επιδιώξεις των μελών του. Το πρόγραμμα, δε, υπάρχει ακόμη κι όταν πρόκειται για »προσωπικό» κόμμα, δηλαδή για κόμμα που αποδέχεται την ηγεσία και αναπτύσσεται υπό τη σκιά ενός πολιτικού αρχηγού – χαρισματικού ή μη- ο οποίος είναι ικανός να συνεγείρει κοινές και οργανωμένες προσπάθειες για την πραγματοποίηση ορισμένων πολιτικών στόχων. Ο ηγήτορας μετατρέπεται έτσι σ΄ένα »σύμβολο», και αναπτύσσει απρόσωπη σχέση με όσους τον ακολουθούν. Η επιδίωξη του κόμματος να ασκήσει την κρατική εξουσία έχει σχέση με το πρόγραμμά του, δεν είναι, όμως, συνάρτησή του: το κόμμα επιδιώκει να καταλάβει την εξουσία για να εφαρμόσει κατά την άσκησή της το πρόγραμμά του. Δεν παύει, όμως, να είναι κόμμα ακόμη κι αν δεν το εφαρμόσει ή εφαρμόσει κάποιο άλλο. Τέλος, στοιχείο της εννοιολογικής προσέγγισης του κόμματος έιναι και ο πολιτικός σκοπός του – που δεν είναι άλλος από την επιδίωξη να καταλάβει και να ασκήσει άμεσα την εξουσία, αν και άλλοι, παράπλευροι και διάφοροι σκοποί ή ευρύτερες δραστηριότητες δεν αποκλείονται. Η ειδοποιός διαφορά, όμως, του κόμματος από τις άλλες συλλογικότητες βρίσκεται στο ότι το κόμμα εντάσσει και υποτάσσει τις οποιεσδήποτε δραστηριότητές του και την επίτευξη των επί μέρους επιδιώξεών του στην πραγματοποίηση του τελικού του σκοπού που είναι η κατάληψη και η άμεση άσκηση της εξουσίας. Τα κόμματα επιδιώκουν την κατάληψη και την άσκηση της εξουσίας με κάθε πρόσφορο μέσο . Τα μέσα που μπορούν να επιλέξουν δεν προκύπτουν από την έννοια του κόμματος· ένα κόμμα, δηλαδή, δεν παύει να είναι κόμμα επειδή μετέρχεται ή επειδή δεν μετέρχεται ορισμένα μέτρα για να καταλάβει και να ασκήσει την εξουσία. Τα μέσα που τελικά το κάθε κόμμα επιλέγει να χρησιμοποιήσει είναι συναρτήσεις και των ιδεολογικών, κοινωνικών ή πολιτικών επιδιώξεών τους, αλλά εξαρτώνται σε καθοριστικό βαθμό και από το συγκεκριμένο συσχετισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων μέσα στον οποίο τα κόμματα μίας κοινωνίας ανταγωνίζονται για την εξουσία. Η συμμετοχή ενός κόμματος στις εκλογές ως στοιχείο της εννοίας του, εν τέλει, έχει αποδειχθεί ότι δεν ευσταθεί – κόμμα μπορεί να υπάρξει ακόμη και στο πλαίσιο ενός πολιτεύματος που δεν προβλέπει τη διεξαγωγή εκλογών ή δεν επιτρέπει τη λειτουργία των κομμάτων ή απαγορεύει σε ορισμένα κόμματα να συμμετάσχουν στις εκλογές. Κατόπιν αυτών των στοιχείων, λοιπόν, ο ορισμός (κατά Δρόσο) του κόμματος στοιχειοθετείται ως εξής: Κόμμα είναι μία ένωση ατόμων, εθελοντικά οργανωμένη, που διαθέτει πρόγραμμα κοινής δράσης και επιδιώκει να καταλάβει και να ασκήσει άμεσα την κρατική εξουσία.

Το ισχύον Σύνταγμα περιέλαβε αυτοτελή ρύθμιση κατοχύρωσης των πολιτικών κομμάτων στο άρθρο 29. Η νομική έννοια του πολιτικού κόμματος περιέχει δύο βασικά στοιχεία: το πρώτο είναι ότι κόμμα αποτελεί μία ένωση ατόμων, των οποίων τα χαρακτηριστικά προσδιορίζει το άρθρο 29 § 1 του Συντάγματος – και τις εξαιρέσεις του, το 29 § 3. Το δεύτερο στοιχείο είναι ο ειδικός νόμιμος( ειδικότερα: συνταγματικός) σκοπός που συνδέει τα μέλη του κόμματος και που είναι η κατά το Σύνταγμα άσκηση της κρατικής εξουσίας. Ειδικότερα, οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη κόμματος είναι οι εξής: α) ένωση φυσικών προσώπων, β) τα οποία είναι Έλληνες πολίτες, γ) και οι οποίοι έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν. Το άρθρο 29, δε, κατοχυρώνει την ελευθερία των κομμάτων τόσο ως ατομικά, όσο και ως πολιτική ελυθερία, και σαν όριο αυτής της ελευθερίας τίθεται με την παράγραφο 1, εδάφιο β” του άρθρου 29, η »ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Με το 29 διασφαλίζεται η ελευθερία ίδρυσής τους με τη ρητή αναφορά ότι η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ( παράγραφος 1), ενώ προβλέπεται η έκδοση νόμου ( παράγραφος 2) για την κρατική οικονομική ενίσχυση των κομμάτων ( τακτική και εκλογική χρηματοδότηση) και για τον έλεγχο των δαπανών τους, καθώς και για την εν γένει οικονομική διαχείριση των κομμάτων, των βουλευτών και των υποψηφίων βουλευτών, για το ανώτατο επιτρεπτό όριο εκλογικών δαπανών, τις μορφές προεκλογικής προβολής προβολής και τις συνακόλουθες κυρώσεις. Θεσπίζονται, επίσης, απαγορεύσεις ,σε σχέση με την κομματική δραστηριότητα των δικαστικών λειτουργών, των υπηρετούντων στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας, καθώς και των δημοσίων υπαλλήλων, και των υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ( παράγραφος 3). Εξάλλου γενική αναφορά στα πολιτικά κόμματα γίνεται σε ποικίλες διατάξεις του Συντάγματος, όπως είναι το 37 §2, το 68 §3, το 72 §1 ή το 73 §4.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο σκοπός των κομμάτων είναι πολιτικός, εφ΄όσον κυρίαρχη αποστολή τους είναι η συμμετοχή τους στην εκλογική διαδικασία και η εκπροσώπησή του εκλογικού σώματος στο Κοινοβούλιο. Το πρώτο εδάφιο της παργράφου 1 του άρθρου 29 του Συντάγματός μας προβλέπει ότι η οργάνωση και δράση των κομμάτων οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, αποδίδοντας, κατά τον τρόπο αυτόν, και συστατικά στοιχεία του σκοπού τους. Η εξυπηρέτηση του ελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος αναγορεύεται με την εν λόγω διάταξη σε υποχρέωση με υπέρτερη τυπική ισχύ. Κι εδώ ακριβώς ανακύπτει το μεγάλο »αγκάθι»της πρόβλεψης που επιφυλάσσει το Σύνταγμά μας στον πολυσήμαντο θεσμό του πολιτικού κόμματος: αν θελήσουμε να ασκήσουμε κριτική απέναντί της, θα διαπιστώσουμε ότι ενέχει χαρακτηριστικά ατελούς πρόβλεψης, στο μέτρο και στην έκταση που δεν προνοεί για τη διάλυση των κομμάτων – ειδικότερα, των αντιδημοκρατικών ενδεχομένως, αφού η διάταξη ( και ορθώς) διακηρύσσει τόσο σθεναρά την αξία της προάσπισης του δημοκρατικού πολιτεύματος και την προτάσσει ως προτεραιότητα. Η ανωτέρω, δε , αντίληψη προφανώς έχει επηρεαστεί και από το γεγονός ότι το αρχικό κυβερνητικό σχέδιο Συντάγματος περιελάμβανε και σχετική διάταξη περί διαλύσεως των κομμάτων, με απόφαση του Ανωτάτου Ειδκού Δικαστηρίου. Είναι, συνεπώς, το άρθρο 29 του Συντάγματος μία, τρόπον τινά, lex imperfecta, η οποία »χωλαίνει΄΄ νομικά, ως προς το σκέλος της πρόβλεψης διάλυσης ενός κόμματος – συμπεριλαμβανομένης και της αυτοδιάλυσης;

Στο ισχύον Σύνταγμα,πάντως, εν αντιθέσει με τα πορίσματα του συγκριτικού δικαίου που κομίζουν ότι συμβαίνει διαφορετικά στα άλλα Συντάγματα δεν υπάρχει διάταξη που να προβλέπει την απαγορεύση κομμάτων, αλλά ούτε και τη διάλυσή τους. Η ευρέως υποστηριζόμενη από πολλούς αντιπροσώπους της θεωρίας άποψη ότι θα έπρεπε να επιβάλλεται είτε εκ των προτέρων απαγόρευση, είτε εκ των υστέρων διάλυση κόμματος που αντιστρατεύεται τις δημοκρατικές αρχές και μπορεί να επιβουλεύεται ακόμη και το δημοκρατικό πολίτευμα, αποβλέποντας στην κατάλυσή του, δεν μπορεί, τουλάχιστον υπό το ισχύον Σύνταγμα να δώσει συνταγματικό έρεισμα σε τέτοια ενδεχόμενη απαγόρευση ή διάλυση κομμάτων με πράξη οποιουδήποτε κρατικού οργάνου. Το ισχύον Σύνταγμα θέτει ως θεμέλιο του πολιτεύματος την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και, εξειδικεύοντας την αρχή αυτή, θέτει την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης υπό την προστασία όλων των λειτουργών της Πολιτείας, οι οποίοι υποχρεούνται να διασφαλίζουν αυτή σε κάθε περίπτωση. Η θέληση του λαού, τότε μόνο είναι κυρίαρχη όταν ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της αλλά μέσω των συνταγματικών θεσμών και διαδικασιών, μπορεί να μετατρέπεται σε πράξεις της κρατικής εξουσίας. Το περιεχόμενο της λαϊκής θέλησης δεν προσδιορίζεται, θετικά ή αρνητικά, ούτε προκύπτει, ούτε εξυπακούεται από τις συνταγματικές διατάξεις: ο λαός, μπορεί να θέλει ο,τιδήποτε, αρκεί να το θέλει. Για αυτό κι άλλωστε σε μία δημοκρατική κοινωνία μπορεί να προκύψει ακόμη και το ζήτημα της κατάλυσης της δημοκρατίας με δημοκρατικά μέσα(!). Και μπορεί κατ” επέκταση, ο λαός να οργανώνεται σε κόμματα που πρεσβεύουν οποιεσδήποτε απόψεις και αναπτύσσουν οποιαδήποτε δραστηριότητα, αρκεί να τηρούν τις συνταγματικές διατάξεις. Αυτό προκύπτει, άλλωστε, και από το άρθρο 29 § 1 Σ που ορίζει ότι οι Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν »ελεύθερα» να ιδρύουν και να ανήκουν σε πολιτικά κόμματα. Η ελευθερία αυτή χάνει το νόημά της και μεταβάλλεται σε προνόμιο αν καταλήξει ελευθερία μερικών μόνο κομμάτων. Όπως η ελευθερία γνώμης και ψήφου νοείται ιδίως ως ελευθερία αντίθετης γνώμης και αρνητικής ψήφου, έτσι κι η ελευθερία οργάνωσης σε κόμματα έτσι κι η ελευθερία οργάνωσης σε κόμματα δεν μπορεί να νοείται παρά ως ελευθερία οργάνωσης ιδίως σε αντιπολιτευόμενα κόμματα. Η δε αναίρεση της ελευθερίας για μερικά ή έστω για ένα κόμμα, όποιοι κι αν είναι οι στόχοι του ή η ιδεολογία του, οδηγεί σε άρνηση αυτής καθαυτής της δημοκρατικής αρχής, διότι με τον τρόπο αυτό απαγορεύεται στους πολίτες των οποίων η θέληση θεωρείται κυρίαρχη να θέλουν ό,τι ακριβώς συνιστά την ιδιότητά τους ως κυριάρχων. Επαρκές κριτήριο και μόνο όριο για το επιτρεπτό ή μη των δραστηριοτήτων των κομμάτων είναι οι συνταγματικοί κανόνες και οι νόμοι που στηρίζονται σ” αυτούς.

Ιδιαίτερα έντονα προβάλλει η αναίρεση της δημοκρατικής αρχής, όταν δικαιολογείται η απαγόρευση ορισμένων πολιτικών κομμάτων ενώπιον του ενδεχομένου να γίνουν πλειοψηφία. Το Σύνταγμα εξασφαλίζει και εγγυάται τη δυνατότητα να εναλλάσσονται στην εξουσία διαφορετικά και αντίθετα μεταξύ τους κόμματα – δηλαδή την πραγματική δυνατότητα του λαού να διαμορφώνει κυρίαρχα την πλειοψηφία που καλείται κάθε φορά να ασκήσει την εξουσία. Η προβολή του επιχειρήματος ότι ένα κόμμα πρέπει να εμποδιστεί να γίνει πλειοψηφία επειδή, αν γίνει πλειοψηφία θα κινδυνεύσει το πολίτευμα, δεν ευσταθεί. Κατ” αρχήν, είναι αυτονόητο ότι ούτε ως πλειοψηφία δικαιούται ένα κόμμα να μην τηρεί το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα, άλλωστε, θεσπίζει δικαίωμα και υποχρέωση των Ελλήνων να προβάλλουν άμυνα εναντίον κάθε απόπειρας βίαιης ανατροπής του πολιτεύματος ( άρθρο 120 § 1 του Συντάγματος). Η απαγόρευση της λειτουργίας των κομμάτων, ενώ αυτή καθαυτή συνιστά παράβαση θεμελιωδών διατάξεών του, δεν προσθέτει τίποτε στους μηχανισμούς άμυνας του πολιτεύματος. Η καταπολέμηση, εξάλλου μίας κοινωνικής και πολιτικής δύναμης, που είναι ικανή, είτε ως μειοψηφία, είτε ως πλειοψηφία να επιχειρήσει την ανατροπή του συνταγματικού πολιτεύματος, δεν είναι νομικό ζήτημα. Ακόμη, ούτε το 281 ΑΚ μπορεί να αποτελέσει βάση για ανάλογη χρήση της έννοιας της κατάχρησης δικαιώματος, με σκοπό την περιστολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αυτό διότι το άρθρο 281 ΑΚ αποσκοπεί στην παροχή προστασίας ιδιωτικών συμφερόντων έναντι απειλής που προέρχεται από άσκηση άλλων ιδιωτικών δικαιωμάτων. Αντίθετα, όπως παρατηρεί και ο Βεγλερής, τα θεμελιώδη δικαιώματα είναι «κανόνες διατυπωμένοι έτσι ώστε να παρέχουν σταθερή προστασία στα άτομα εναντίον δυνάμεων που είναι ισχυρότερες από αυτό, αλλά και από τις δυνάμεις αυτές. Εναντίον του Κράτους ή ακριβέστερα των κυβερνώντων γιατί διαθέτουν, μαζί με τα υλικά μέσα εξαναγκασμού και συντριβής κάθε αντιστάσεως και το ηθικό και ψυχολογικό να δικαιολογούν τη χρήση τους με το νόμο. Από το Κράτος, σαν απαίτηση είτε συνδρομής του για την αντιμετώπιση κινδύνων ζωής και και την ανάπτυξη της προσωπικότητας, είτε επέμβασης των οργάνων του, νομοθετικών και εκτελεστικών,

για να προστατεύσουν το άτομο από επιβουλές της ελευθερίας του προερχόμενες από άλλους ιδιώτες». Άρα, αποκλείεται και η επίκληση της κατάχρησης δικαιώματος κατά ΑΚ 281. Τέλος, ούτε το άρθρο 25 § 3 του Συντάγματος ( σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται καταχρηστική άσκηση δικαιώματος), μπορεί να αποτελέσει συνταγματικό έρεισμα για την απαγόρευση ή διάλυση κόμματος από κρατικά όργανα.Κι αυτό γιατί η διάταξη είναι lex imperfecta και δε συνιστά νέα περίπτωση αναστολής των ατομικών δικαιωμάτων δίπλα σ” εκείνη του άρθρου 48 Σ. Άλλωστε, κι αν ακόμη γινόταν δεκτό ότι με βάση το άρθρο 25 παρ. 3 Σ είναι νομικά δυνατό να απαγορευθεί η άσκηση κάποιου δικαιώματος, η απαγόρευση αυτή θα αφορούσε ατομικό δικαίωμα ( που φορέας του είναι τα πολιτικά κόμματα) κι όχι καθ” αυτό το δικαίωμα οργάνωσης σε πολιτικά κόμματα όπως διασφαλίζεται από το άρθρο 29 § 1 Σ. Εφ” όσον, δε, ούτε στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 ( σε περίπτωση, δηλαδή, που η δημόσια τάξη και η ασφάλεια του κράτους απειλούνται »εκδήλως», κατά το Σύνταγμα), δεν αναστέλλεται το άρθρο 29 του Σ, δηλαδή δεν απαγορεύονται τα κόμματα που ενδεχομένως διαταράσσουν ή απειλούν φανερά τη δημόσια τάξη ή και την ασφάλεια του κράτους, κατά μείζονα λόγο ( επιχείρημα a maiore ad minus), δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτό να συγχωρηθεί απαγόρευση κομμάτων απλά και μόνον επειδή κρατικό όργανο θεωρεί ότι ένα κόμμα, χωρίς να παραβιάζει συνταγματικές διατάξεις, στρέφεται όμως κατά του πολιτεύματος. Άρα, η απαγόρευση των πολιτικών κομμάτων δεν είναι συνταγματικώς επιτρεπτή, όχι μόνο επειδή ο συντακτικός νομοθέτης απέρριψε σαφώς και απερίφραστα διάταξη που τη θέσπιζε, αλλά και επειδή το Σύνταγμα δεν παρέχει άλλο τί έρεισμα για να στηριχθεί αυτή η απαγόρευση.

Με το εδάφιο α” της παργράφου 1 του άρθρου 29 του Συντάγματος η υπηρέτηση του δημοκρατικού πολιτεύματος καθόρισε το πλαίσιο της αποστολής των κομμάτων και, ταυτοχρόνως, επέβαλε αντίστοιχη υποχρέωση υπέρτερης τυπικής ισχύος. H εξυπηρέτηση της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται κατά κύριο λόγο στους σκοπούς που επιδιώκουν τα πολιτικά κόμματα, στο πλαίσιο διαμόρφωσης της κρατικής βούλησης, εάν επιτύχουν την ανάληψη της διακυβέρνησης ή της ασκήσεως επιρροής, όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση. Υπό το πρίσμα αυτό η ιδρυτική δήλωση του κόμματος ενέχει, έστω και σιωπηρώς, δέσμευση σεβασμού προς το ισχύον δημοκρατικό πολίτευμα- απλά σεβασμού, δεν είναι σε καμία περίπτωση καποιου είδους δήλωση νομιμοφροσύνης, όπως είχε κατηγορηθεί ότι έιναι η δήλωση του Ν.Δ. 59/1974. Ο ισχύων νόμος 3023/2002, ρύθμισε στο άρθρο 29, παράγραφοι 1 έως 7 όλα τα θέματα τα σχετικά με την έννοια του κόμματος. Η παράγραφος 1 παραθέτει ότι « το πολιτικό κόμμα πριν αναλάβει δραστηριότητα καταθέτει ιδρυτική δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τη δήλωση καταθέτει ο Πρόεδρος ή η Διοικούσα Επιτροπή του και σε αυτή αναφέρεται ότι η οργάνωση και η δράση του εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Αξίζει, παντως, να τονίσουμε ότι στον εν λόγω νόμο κατοχυρώνεται και η αυτοτελής νομική προσωπικότητα του πολιτικού κόμματος – γι΄αυτό και ο όρος »πολιτικό κόμμα», χαρακτηριστικά, δεν αναφέρεται στον Κανονισμό της Βουλής. Η ιδιότητα του πολιτικού κόμματος έχει ήσσονα σημασία στην κοινοβουλευτική διαδικασία. Αντίθετα, το πολιτικό κόμμα εξακολουθεί να λειτουργεί και μετά τις εκλογές, ως αυτοτελής πολιτικός σχηματισμός με νομική προσωπικότητα, υπό την έννοια ότι η περάτωση της εκλογικής αναμέτρησης δεν τερματίζει και την αποστολή του.

Με την πρόσκτηση νομικής προσωπικότητας από το κόμμα δε θα μπορούσε να εγερθεί ικανός αντίλογος στην παραδοχή, ότι το πολιτικό κόμμα αποτελεί υποκείμενο όσων εκ των ατομικών ελευθεριών συνυφαίνονται με την πραγμάτωση του λειτουργικού του σκοπού ή της εν γένει αποστολής του, και των ειδικών δικαιωμάτων που συνδέονται με το χαρακτήρα τους. Σύστοιχη με την άποψη ότι το κόμμα είναι φορέας νομικής προσωπικότητας και συνακόλουθα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, φαίνεται να ήταν και η νομολογία, αν και κατά τρόπο ιδιόμορφο. Οι περισσότερες αποφάσεις μάλλον κατέληγαν ότι τα κόμματα έχουν μία sui generis νομική προσωπικότητα.

Όλα αυτά, πάντως, ωσότου διατυπωθεί η ρητή διάταξη του άρθρου 29 παράγραφος 6 του ν. 3023/2002, η οποία και απέδωσε σαφώς νομική προσωπικότητα στην αφηρημένη ένωση προσώπων που καλείται πολιτικό κόμμα, και μάλιστα τα κατέστησε μάλλον, θα λέγαμε, sui generis Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου – δυνάμει και του εκτελεστικούτου άρθρου 29 νόμου. ( :»Το πολιτικό κόμμα αποκτά με την ίδρυσή του νομική προσωπκότητα για την εκπλήρωση της συνταγματικής του αποστολής»). ΄Αλλωστε, κάτι τέτοιο απαιτείται και από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως υποδεικνύει ο Κανονισμός 2004/2003, στο άρθρο 3, και η ίδια η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στο άρθρο 191, όπου υπογραμμίζεται ο σημαντικός ρόλος των κομμάτων σε σχέση με την πραγμάτωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την έκφραση της βούλησης των ευρωπαίων πολιτών. Επομένως, η θέσπιση της παραγράφου 6 του άρθρου 29 του ν.3023/2002 για την απόδοση νομικής προσωπικότητας δεν ήρε μόνον οποιανδήποτε αμφιβολία σχετική με τη νομική φύση των πολιτικών κομμάτων, αλλά συνέβαλε αποφασιστικά, και στην επιτυχή αντιμετώπιση των σχέσεων των πολιτικών κομμάτων με τρίτους, καθώς και στην ακώλυτη άσκηση της δράσεώς τους, ως φορέων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Τα κόμματα δεν έχουν όλα τις ίδιες ή παραπλήσιες επιδιώξεις :υπάρχουν κόμματα που αντιστρατεύονται την κοινωνική και πολιτική τάξη του θεσπιζόμενου πολιτεύματος, κόμματα που απλά την ανέχονται και κόμματα που επιδιώκουν τη συντήρησή της. Αυτή η διαφορετική πολιτική στάση των κομμάτων απέναντι στο πολίτευμα κατά κανόνα αντανακλάται, ως διαφορετική νομική τους μεταχείριση, από το συντακτικό νομοθέτη. Έτσι, υπάρχουν δραστηριότητες ή ιδεολογίες που ενδεχομένως απαγορεύονται στα κόμματα , όπως και κόμματα που χαρακτηρίζονται »συνταγματικά», δηλαδή επιτρεπόμενα, και »αντισυνταγματικά» δηλαδή απαγορευμένα από το Σύνταγμα. Δεν παύουν να είναι κόμματα τα »αντισυνταγματικά »κόμματα· πρόκειται απλώς για κόμματα, έναντι των οποίων ο συντακτικός νομοθέτης τηρεί διαφορετική στάση.

Η δημιουργία νομικών ορίων για τη δραστηριότητα των κομμάτων συνεπάγεται και την κατοχύρωση ελευθεριών των κομμάτων: πρόκειται για την ελευθερία των κομμάτων να αναπτύσσουν ακώλυτα κάθε μη απαγορευμένη δραστηριότητα. Η ελευθερία αυτή των κομμάτων ενέχει μία δική της δυναμική, ανεξάρτητη από τη βούληση του συντακτικού νομοθέτη να μεταβάλλει τα κόμματα σε οργανικά στοιχεία του πολιτεύματος που ιδρεύει. Η συντακτική και νομοθετική βούληση δεν αρκεί ώστε να εμποδιστούν a priori τα κόμματα (ή ορισμένα κόμματα), να χρησιμοποιήσουν τις συνταγματικές ελευθερίες που τους αναγνωρίζονται για να διεκδικήσουν ένα ρόλο διαφορετικό από εκείνον που τους επιφυλάσσει η συνταγματική τους θέση. Η δε κοινωνική διάσταση του κομματικού φαινομένου εκδηλώνεται νομικά ως κατοχύρωση της ελευθερίας του κόμματος και αναλύεται ειδικότερα πρωτίστως στην ελευθερία των πολιτών να ιδρύουν κόμματα

και να συμμετέχουν σ” αυτά – ελευθερία που υπάρχει ως θετική ελευθερία, αλλά και ως αρνητική ελευθερία. Η πρώτη συνίσταται στο ότι όποιος θέλει ιδρύει κόμμα ή γίνεται μέλος του, ενώ η δεύτερη στο ότι κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί να είναι ή να μην είναι μέλος κόμματος. Δευτερευόντως αναλύεται στην ανεξαρτησία των κομμάτων ως ενιαίων οντοτήτων από το κράτος – δηλαδή στην ελευθερία τους να είναι υποκείμενα συνταγματικών δικαιωμάτων και να λειτουργούν και να αναπτύσσονται χωρίς θετικές ή αρνητικές κατευθύνσεις εκ μέρους του κράτους.

ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

Αν και φαίνεται να υπάρχει ένας minimus consensus ως προς το ότι τα πολιτικά κόμματα παραμένουν η condiciosine qua non για τις δυτικές δημοκρατίες, το ζήτημα του βάσει ποίων συνθηκών θα μπορούσε να διαλυθεί ένα πολιτικό κόμμα έχει αρχίσει να κερδίζει έδαφος στο ευρωπαϊκό δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα από το 1990. Είναι πλέον κοινός τόπος ως προς τη σκέψη και την κατανόηση στην Ευρώπη, ότι τα πολιτικά κόμματα δεν απαγορεύονται στις δημοκρατίες, κι ότι μόνο οι ποινικές συμπεριφορές των μεμονωμένων μελών τους τιμωρούνται. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε ένα κοινό ευρωπαϊκό μοντέλο για τη διάλυση των πολιτικών κομμάτων. Ωστόσο, η δεκαετία του 1990 υπήρξε ένα σημείο καμπής όσον αφορά στο ευρωπαϊκό δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για πρώτη φορά στην ιστορία του,το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΔΔΑ» ή απλώς «Δικαστήριο», στο εξής) έπρεπε να αποφασίσει σε μία περίπτωση για τη διάλυση του πολιτικού κόμματος στην υπόθεση Ενωμένο Κομμουνιστικό Κόμμα κατά Τουρκίας ( United Communist Party v. Turkey). Από τότε, το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί με δώδεκα υποθέσεις που αφορούν άμεσα τη διάλυση των πολιτικών κομμάτων.

Μια συνολική αξιολόγηση των υποθέσεων που εκδικάζονται από το ΕΔΔΑ και τα εθνικά δικαστήρια των μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης μας προσανατολίζει στο να δεχτούμε ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες πολιτικών κομμάτων που αντιμετωπίζουν τη προοπτική της διάλυσης. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τα πολιτικά κόμματα που έχουν επικρίνει κρατικές πολιτικές σε ορισμένα ευαίσθητα εσωτερικά ζητήματα, όπως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μειονοτικές ομάδες («πολιτικά κόμματα υπέρ των μειονοτήτων»). Μία δεύτερη κατηγορία αποτελούν τα λεγόμενα «αντι-κοσμικά» πολιτικά κόμματα, τα οποία δεν έχουν βρει καμία υποστήριξη στο ΕΔΔΑ. Τέλος, η τρίτη κατηγορία αφορά τα κόμματα που είχαν αποδεδειγμένα διασυνδέσεις με τρομοκρατικές οργανώσεις και, όπως και τα «αντι-κοσμικά» κόμματα, δεν προστατεύθηκαν εν τέλει από το ΕΔΔΑ, σύμφωνα με τη Σύμβαση. Παρακάτω ακολουθεί μία πιο αναλυτική παρουσίαση υποθέσεων για τις οποίες ήδη έχουμε μιλήσει, ώστε να εμβαθύνουμε στο σκεπτικό του ΕΔΔΑ.

I. ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΩΝ.

Η πρώτη υπόθεση σχετική με πολιτικό κόμμα που εντάσσεται στην κατηγορία των πολιτικών κομμάτων υπέρ των μειονοτήτων είναι η υπόθεση »Ενωμένο Κομμουνιστικό Κόμμα κατά Τουρκίας».

-Πραγματικά περιστατικά/Ιστορικό:Το Ενωμένο Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας («UCP») ιδρύθηκε ως πολιτικό κόμμα στις 4 Ιουνίου 1990. Μόλις δέκα ημέρες αργότερα, όταν ετοιμαζόταν να συμμετάσχει στις γενικές εκλογές, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Τουρκίας αιτήθηκε στο Τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο («TCC») για μια διαταγή διάλυσης του ΕΚΚ. Μεταξύ άλλων πραγμάτων, ο εισαγγελέας κατηγόρησε το κόμμα ότι έχει «διεξαγάγει δραστηριότητες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την εδαφική ακεραιότητα του [τουρκικού] Κράτους και την ενότητα του [τουρκικού] έθνος. » Ο εισαγγελέας ανέφερε κυρίως ένα κεφάλαιο του προγράμματος του κόμματος με τίτλο «Προς μια ειρηνική, δημοκρατική και δίκαιη λύση για το κουρδικό πρόβλημα. » Ένα χρόνο αργότερα, το Συνταγματικό Δικαστήριο διέταξε την διάλυση του ΕΚΚ λόγω των απόψεων αυτών που εκφράζονταν στο πρόγραμμα του. Η δεκαετία του 1990 σηματοδότησε την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ και την εμφάνιση νέων κρατών και, ως εκ τούτου, νέων μειονοτήτων στην Ευρώπη. Ενθαρρυμένο από τις πολιτικές συζητήσεις στην Ευρώπη σχετικά με καλύτερη προστασία των μειονοτήτων, το ΕΚΚ αναφέρθηκε στους Κούρδους ως «λαό» και τάχθηκε κατά της άρνησης των δικαιωμάτων τους, και εναντίον των διακρίσεων σε βάρος των Κούρδων στην Τουρκία,με αποτέλεσμα όλα αυτά να θεωρηθούν ως »αφύπνιση της κουρδικής εθνικής συνείδησης». Σύμφωνα με το Τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο, το κόμμα επίσης ενθάρρυνε τις αποσχιστικές τάσεις, περιγράφοντας την αντίδραση των κρατικών αρχών απέναντι στο κουρδικό ζήτημα ως «τρομοκρατία» και ζητώντας συνταγματική αναγνώριση της «ύπαρξης των Κούρδων». Οι παραπάνω απαιτήσεις θεωρήθηκαν παράνομες δραστηριότητες. -Επιχειρήματα/Σκεπτικό: Στην απόφασή του, το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι το Τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο είχε μία καλά θεμελιωμένη νομική κρίση, η οποία μεταξύ άλλων, ανέφερε:

[Ο] αυτοπροσδιορισμός και η περιφερειακή αυτονομία απαγορεύονταν από το Σύνταγμα. . . .Στην Τουρκία δεν υπήρχαν «μειονότητες» ή «εθνικές μειονότητες», εκτός εκείνων που που αναφέρονται στη Συνθήκη της Λωζάννης και τη Συνθήκη Φιλίας μεταξύ της Τουρκίας και της Βουλγαρίας. . . . Όπως όλοι οι υπήκοοι αλλοδαπής προέλευσης, οι υπήκοοι κουρδικής καταγωγής θα μπορούσαν να εκφράσουν την ταυτότητά τους, αλλά το Σύνταγμα και ο νόμος τους αποκλείει από το να σχηματίσουν ένα έθνος ή μια μειοψηφία διακριτή από το Τουρκικό έθνος.

-Διαδικασία:Το ΕΚΚ ήχθη την Τουρκία στο Στρασβούργο κατά την διάλυση του, ζητώντας από το ΕΔΔΑ να δηλώσει ότι η διάλυση του κόμματος παραβίαζε, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 10 (ελευθερία έκφρασης) και 11 (ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι) της ΕΣΔΑ. Η τουρκική κυβέρνηση υποστήριξε στην υπόθεση ότι, εφόσον το ΕΔΔΑ δεν έκανε καμία αναφορά σε πολιτικά κόμματα, το άρθρο 11 σχετικά με την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι δεν ισχύει για τα πολιτικά κόμματα. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, η υπόθεση, η οποία αποτελούσε κατάχρηση του δικαιώματος ατομικής προσφυγής, θα έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 17 της ΕΣΔΑ.

-Διατακτικό:Το Δικαστήριο απέρριψε τις προκαταρκτικές ενστάσεις της κυβέρνησης και αποφάνθηκε ότι το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Το άρθρο 11 ορίζει τα εξής: «Ο καθένας έχει το δικαίωμα. . . ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι με άλλους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να σχηματίσουν και να ενταχθούν τα συνδικάτα για την προάσπιση των συμφερόντων του. « Με βάση το γεγονός ότι τα πολιτικά κόμματα είναι μία μορφή ένωσης που είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας, και εν όψει της σημασίας της δημοκρατίας στο σύστημα της Σύμβασης, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι χωρίς καμία αμφιβολία τα πολιτικά κόμματα βρίσκονταν εντός της πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11. Ιδιαίτερη αναφορά στις συνδικαλιστικές οργανώσεις στο άρθρο, στην πραγματικότητα, δεν περιορίζει τον τύπο της ένωσης που προστατεύεται. Τα όργανα του Στρασβούργου εφαρμόζουν το άρθρο 17, μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις στις οποίες ο σκοπός των παρανόμων πράξεων των προσφευγόντων ήταν η εξάπλωση της βίας ή μίσους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο δε διαπίστωσε κανέναν υπαινιγμό στο πρόγραμμα του ΕΚΚ ότι το κόμμα ενθάρρυνε τη χρήση βίας ή επεδίωκε ρατσιστικούς στόχους. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, τα πολιτικά κόμματα δεν μπορούν να εξαιρούνται από το πεδίο προστασίας που παρέχεται από τη Σύμβαση «απλώς και μόνο επειδή οι δραστηριότητες [τους] θεωρούνται από τις εθνικές αρχές ως υπονομεύουσες τις συνταγματικές δομές του κράτους. «Αντιθέτως, τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν τη θετική υποχρέωση να θέτουν σε ισχύ η δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση, σε εθνικό επίπεδο. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το επιχείρημα του ΕΚΚ ότι η διάλυση του κόμματος, και μάλιστα πριν

ακόμη αυτό να έχει οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα παραβίασε την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι που είχε το κόμμα. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, όπως η ελευθερία του έκφρασης, δεν είναι απόλυτο δικαίωμα και μπορεί να υποβληθεί σε περιορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 11. Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με την το Δικαστήριο, οι περιορισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 11, όπου αφορούν πολιτικά κόμματα, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, και μόνο «πειστικοί και καταναγκαστικοί λόγοι» μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι ως προς τα πολιτικά κόμματα. Το Δικαστήριο επανέλαβε κάποιες γενικές αρχές που διέπουν τον τομέα της πολιτικής δραστηριότητας και της πολυφωνικής δημοκρατίας. Τα πολιτικά κόμματα στις δημοκρατικές κοινωνίες έχουν έναν «ουσιαστικό ρόλο στο να εξασφαλίζουν τον πλουραλισμό και την εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας. » Η δημοκρατία είναι προφανώς θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής δημόσιας τάξης, και δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς πλουραλισμό. Στη νομολογία του Δικαστηρίου, η ελευθερία της έκφρασης θεωρείται εφαρμόσιμη «όχι μόνο σε «πληροφορίες» ή «ιδέες» που είναι ευμενώς δεκτές ή θεωρούνται αβλαβείς ή και αδιάφορες, αλλά και σε εκείνες που προσβάλλουν, σοκάρουν ή ενοχλούν. » Κατά παρέκκλιση από τον «αυτόνομο ρόλο του και την ιδιαίτερη σφαίρα εφαρμογής του, «το άρθρο 11 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 1’0′. Όπως προέβαλε το Δικαστήριο, ο λόγος πίσω από το δεσμό μεταξύ των δύο ελευθεριών, είναι το γεγονός ότι οι δραστηριότητες των πολιτικών κομμάτων αποτελούν μέρος μίας συλλογικής άσκησης της ελευθερίας της έκφρασης. Περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με την έννοια της δημοκρατίας παρέθεσε το Δικαστήριο κατά την εξέταση ενός από τα κύρια χαρακτηριστικά της δημοκρατίας, δηλαδή της δυνατότητας που προσφέρει σε ένα κράτος για επίλυση των προβλημάτων του μέσω διαλόγου, ακόμη και όταν τα προβλήματα αυτά είναι ενοχλητικά. Από εδώ, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «δε θα μπορούσε να υπάρξει καμία δικαιολογία για την παρεμπόδιση μιας πολιτικής ομάδας μόνο και μόνο επειδή επιδιώκει να συζητήσει δημοσίως [τα προβλήματα] ενός μέρους του πληθυσμού του κράτους και να λάβει μέρος στην πολιτική ζωή της χώρας, προκειμένου να βρει. . . λύσεις [σε αυτά]. » Ως εκ τούτου, η διάλυση ενός πολιτικού κόμματος που επιδιώκει να ανοίξει μια πολιτική συζήτηση, ανεξάρτητα από το αν αμφισβητεί την κρατική ιδεολογία και δομή, είναι ένα δραστικό/ριζικό μέτρο σε μια πλουραλιστική δημοκρατία.

Μέχρι το 2005, το ΕΔΔΑ είχε ασχοληθεί με επτά ακόμη περιπτώσεις όπου τα προσφεύγοντα μέρη είχαν συζητήσει πιθανές λύσεις για το κουρδικό ζήτημα της Τουρκίας σε εθνικό επίπεδο και γι΄αυτό το λόγο διαλύθηκαν από το Τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο. Σε όλες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων της Σύμβασης.

Το 2005, μια ομάδα μακεδονικής μειονότητας στη Βουλγαρία ζήτησε επανόρθωση στο Στρασβούργο.

-Πραγματικά περιστατικά/Ιστορικό:Το Umo Ilinden-Pirin, ένα πολιτικό κόμμα το οποίο ιδρύθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1998 και εδράζεται στη νοτιοδυτική Βουλγαρία (σε μια περιοχή γνωστή ως «περιοχή του Πίριν» ή » γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας του Πίριν »), ανακηρύχθηκε αντισυνταγματικό και, ως εκ τούτου, διαλύθηκε από το Βουλγαρικό Συνταγματικό Δικαστήριο («BCC») στις 29 Φεβρουαρίου 2000. Παρόλο που το κόμμα ιδρύθηκε το 1998, τελικά εγγράφηκε στο Δημοτικό Δικαστήριο της Σόφιας στις 12 Φεβρουαρίου 1999 κι αφού πραγματοποίησε κάποιες απαραίτητες αλλαγές στο καταστατικό του. Όπως και στην περίπτωση του EKK, μετά από μόλις ένα σύντομο χρονικό διάστημα (περίπου δέκα ημέρες αφ΄ότου η ανακοίνωση της απόφασης καταχώρισης δημοσιευθεί), εξήντα ένα μέλη του βουλγαρικού κοινοβουλίου ζήτησαν από το BCC να κηρύξει το Umo Ίλιντεν-Πιρίν αντισυνταγματικό. Σύμφωνα με τα μέλη του κοινοβουλίου (βουλευτές) που ζήτησαν από το BCC να κηρύξει το κόμμα αντισυνταγματικό, ο απώτερος στόχος του κόμματος ήταν ένα ανεξάρτητο μακεδονικό κράτος, διαμορφωμένο μέσα από την απόσχιση της Μακεδονίας του Πίριν από τη Βουλγαρία. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ομοίαζαν πολύ με εκείνα της υπόθεσης του ΕΚΚ. Το κόμμα είχε ζητήσει την πλήρη πολιτιστική, πολιτική, και οικονομική αυτονομία της μακεδονικής μειονότητας, απόσυρση των βουλγαρικών στρατευμάτων από την περιοχή, δημιουργία Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ανεξάρτητης της Βουλγαρικής

Ορθόδοξης Εκκλησίας και την αναγνώριση της μοναδικής λαϊκής τέχνης, του πολιτισμού, των παραδόσεων, και της ατομικότητας του Μακεδονικού λαού. Το κόμμα τύπωσε ένα χάρτη της Μακεδονίας ο οποίος και χαρακτήριζε τα εδάφη που ανήκαν στη Βουλγαρία και την Ελλάδα και εξέδωσε,επίσης,ένα memorandum αποκαλώντας την κατάσταση των Μακεδόνων στη Βουλγαρία ως «σύγχρονη γενοκτονία». Επικαλούμενη το άρθρο 11, παράγραφος δύο της ΕΣΔΑ, το BCC έκρινε ότι, «δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι μία δραστηριότητα που κινείται εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας θέτει σε κίνδυνο την εθνική της ασφάλεια». Παρ “όλα αυτά, η ερμηνεία και η εφαρμογή των ρητρών περιορισμού της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι (παράγραφος δύο του άρθρου 11) από το BCC έρχεται σε αντίθεση με τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Το BCC, χωρίς να προσπαθεί να εξηγήσει το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος που αναγνωρίζεται στην πρώτη παράγραφο, προσπάθησε να δώσει μια ευρεία εφαρμογή των ρητρών περιορισμού που αναφέρονται στο δεύτερο παράγραφο.

-Διαδικασία:To Umo Ilinden-Pirin, όπως και άλλα πολιτικά κόμματα, απέτυχε να δικαιωθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και ζήτησε επανόρθωση στο Στρασβούργο υποστηρίζοντας ότι, ούτε δραστηριότητές του, ούτε οι δραστηριότητες των ηγετών και των μελών του παρακινούσαν σε εχθρότητα απέναντι σε μία δημοκρατική μορφή κυβέρνησης, και ότι η εδαφική ακεραιότητα ενός κράτους ήταν ανοικτή σε συζήτηση όπως και κάθε άλλο θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος, εκτός αν γίνει οποιοδήποτε κάλεσμα σε χρήση βίας.

-Επιχειρήματα/Σκεπτικό:Ενώ το κόμμα έχτισε την άμυνα του στο Στρασβούργο πάνω στην προηγούμενη νομολογία του ΕΔΔΑ, η Βουλγαρική κυβέρνηση με το υπόμνημα αντικρούσεως χρησιμοποίησε τα ίδια επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν από την τουρκική κυβέρνηση, και τα οποία είχαν ήδη βρεθεί αδικαιολόγητα ως ένα μέτρο, όπως η διάλυση ενός πολιτικού κόμματος σε μια πλουραλιστική δημοκρατία. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιπτώσεις για διάλυση πολιτικών κομμάτων, τα μέρη στην απόφαση Umo- Ilinden-Pirin δεν αμφισβήτησαν ότι το άρθρο 11 εφαρμόζεται στα πολιτικά κόμματα. Ως εκ τούτου, το ΕΔΔΑ προχώρησε στη συζητηση της αναγκαιότητας της διάλυσης σε μια δημοκρατική κοινωνία.

-Διατακτικό: Σύμφωνα με το Δικαστήριο, το BCC δεν εξέτασε κατά πόσον το καταστατικό του κόμματος και το πρόγραμμά του ήταν σύμφωνα με το Σύνταγμα·μάλλον στηρίχθηκε σε «ορισμένες δηλώσεις και τις δραστηριότητες των ηγετών του Κόμματος και των μελών του, τόσο πριν όσο και μετά την ίδρυση του Κόμματος. » Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα περιστατικά που αναφέρονται από το BCC ήταν «συλλαλητήρια, ομιλίες, συνεντεύξεις τύπου, επιστολές ή χάρτες, στους οποίους μέλη του [. . .] Κόμματος ή των οργανώσεων που ήταν προκάτοχοι του κόμματος, είχαν αναφέρει ότι υπήρχε μία μακεδονική μειονότητα στη Βουλγαρία και ότι η περιοχή του Πίριν δεν ήταν τμήμα της Βουλγαρίας, κι ότι είχε κάνει ορισμένες ειρηνικές απαιτήσεις στο θέμα αυτό». Κατά την άποψη του ΕΔΔΑ, στοιχεία υπερβολής και προκλητικότητα που περιλαμβάνονται σε δηλώσεις του κόμματος και ομιλίες ηγετικών στελεχών του, δεν μεταφράζονται αυτόματα σε επιτακτική κοινωνική ανάγκη της δημοκρατίας για εξαίρεση του κόμματος από την πολιτική ζωή, μέσω του μέτρου της διάλυσης.

Και στις δύο περιπτώσεις, κατά της Τουρκίας και της Βουλγαρίας, τα πολιτικά κόμματα έθιξαν ακανθώδη ζητήματα, όπως η αυτονομία, ο φεντεραλισμός, ο αυτοπροσδιορισμός, η ελευθερία των μειονοτικών ομάδων, και η καταπίεση του πολιτισμού και της γλώσσας των μειονοτήτων. Ωστόσο, τίποτα σχετικό με διάδοση ή καταφυγή στη βία δε βρέθηκε στο πρόγραμμαα των κομμάτων ή τις ομιλίες των ηγετικών τους στελεχών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ θέσπισε μία πάγια νομολογία κατά την οποία η υπόθαλψη αυτονομιστικών απόψεων, ανεξαρτήτως του πόσο ενοχλητική θα μπορούσε να είναι και για το κράτος και για την κοινωνία γενικότερα, θα πρέπει να προστατεύεται από το σύστημα της Σύμβασης και, κατά συνέπεια, από τα εσωτερικά έννομα συστήματα των συμβαλλομένων μερών.

II. ANTI-ΚΟΣΜΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει ασχοληθεί με δύο περιπτώσεις διάλυσης

που αφορούν αντι-κοσμικά πολιτικά κόμματα. Και οι δύο περιπτώσεις, που υποβλήθηκαν από την Τουρκία, απαίτησαν από το Δικαστήριο να επεξεργαστεί περαιτέρω τους περιορισμούς των πολιτικών κομμάτων στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ. Ο πρώτος προσφεύγων ήταν το Κόμμα Ευημερίας («Welfare Party – WP«), το οποίο ιδρύθηκε στις 19 Ιουλίου του 1983.

-Πραγματικά περιστατικά/Ιστορικό:Το κόμμα έλαβε μέρος σε μια σειρά από εκλογές μεταξύ του 1983 και του 1996. Στις γενικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 24 Δεκεμβρίου 1995, το Κόμμα κατόρθωσε να εξασφαλίσει είκοσι δύο τοις εκατό των ψήφων, το οποίο το έκανε το κόμμα με το μεγαλύτερο ποσοστό των ψήφων στη χώρα. Ως αποτέλεσμα των γενικών εκλογών του 1995, το Κόμμα κέρδισε 158 από τις τότε 450 έδρες στην Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. Στις τοπικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1996, το κόμμα έλαβε περίπου τριάντα πέντε τοις εκατό του συνόλου των ψήφων. Κι ενώ οι υποστηρικτές του WP είδαν αυτή τη νίκη ως μία »μεταμόρφωση» προς την πραγματική δημοκρατία, οι κοσμικοί κύκλοι ερμήνευσαν την αυξανόμενη πολιτική δύναμη του κόμματος ως μια εξέγερση εναντίον του κοσμικού χαρακτήρα της Τουρκικής Δημοκρατίας. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Τουρκίας αιτήθηκε στο Τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο (»TCC») στις 21 Μαΐου 1997 για την διάλυση του κόμματος με το αιτιολογικό ότι το Κόμμα είχε γίνει το κέντρο των δραστηριοτήτων που στρέφονταν εναντίον της δημοκρατικής αρχής του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Το TCC διέταξε την διάλυση του WP στις 16 Ιανουαρίου του 1998, όταν το κόμμα είχε πια κυβερνήσει τη χώρα, με μια κυβέρνηση συνασπισμού με ένα κεντροδεξιό κόμμα, για δεκαοκτώ μήνες. Αυτή η υπόθεση ήταν η πιο σημαντική σε σύγκριση με τις προηγούμενες περιπτώσεις διάλυσης κόμματος που αποφασίστηκαν από το TCC, αφού επρόκειτο για ένα κυβερνόν κόμμα. Ακόμη και εκείνοι οι συνταγματικοί μελετητές οι οποίοι δεν σχετίζονται με φιλελεύθερες απόψεις ανέφεραν ότι η διαδικασία διάλυσης εναντίον του κυβερνώντος κόμματος ήταν κάτι το πρωτάκουστο και αδιανόητο.

-Επιχειρήματα/Σκεπτικό:Στην υπόθεση αυτή, ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η Τουρκία χρησιμοποίησε τις πράξεις, τις εγκαταστάσεις, και τις ομιλίες των εκπροσώπων του Κόμματος ως αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να αποδείξει τον αντι-κοσμικό χαρακτήρα του WP και υποστήριξε ότι:

Α. Οι ηγέτες του WP συγχωρούσαν τη βία προκειμένου να δημιουργήσουν ένα θεοκρατικό καθεστώς. Ο ηγέτης, μάλιστα, του WP έκανε την ακόλουθη ομιλία στις 13 Απριλίου 1994, στην ομάδα του κόμματος στο Κοινοβούλιο:

Το δεύτερο σημαντικό σημείο είναι το εξής: Το Refah Partisi[Welfare Party – Κόμμα ευημερίας] θα έρθει στην εξουσία και μία δίκαιη [κοινωνική] τάξη, θα εγκατασταθεί. Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι αν αυτή η αλλαγή θα είναι βίαιη ή ειρηνική, αν θα συνεπάγεται αιματοχυσία. Θα προτιμούσα να μην είχε χρειαστεί να χρησιμοποιήσω αυτούς τους όρους, αλλά στο πρόσωπό όλων αυτών, στο πρόσωπο της τρομοκρατίας, και έτσι ώστε όλοι να μπορέσουν να δουν την πραγματική κατάσταση σαφώς, αισθάνομαι ότι υποχρεούμαι να το πράξω. Σήμερα η Τουρκία πρέπει να λάβει μια απόφαση. Το Κόμμα Ευημερίας θα δημιουργήσει μία δίκαιη τάξη, αυτό είναι σίγουρο. [Αλλά] η μετάβαση θα είναι ειρηνική ή βίαιη; Θα επιτευχθεί αρμονικά ή με αίμα; Πρέπει να αποφασίσουν επί του σημείου αυτού, οι 60 εκατομμύρια πολίτες μας.

Επίσης, ένας βουλευτής του WP που απευθύνθηκε στο κοινό είπε: «Αν επιχειρήσετε να κλείσετε τις θεολογικές σχολές του «Ιμάμ-Χατίπ», ενώ η Κόμμα Ευημερίας είναι στην κυβέρνηση, το αίμα θα ρεύσει. Θα ήταν χειρότερα από ό, τι στην Αλγερία. Θα ήθελα αυτή τη ροή του αίματος».

Β. Το WP προώθησε τη Σαρία. Ένας από τους βουλευτές του WP έκανε τις ακόλουθες ομιλίες σε δημόσιες συναντήσεις: «[Ο] στρατός λέει: «Μπορούμε να το αποδεχτούμε αν είσαι υποστηρικτής του ΡΚΚ, αλλά υποστηρικτής της Σαρία, ποτέ ». Λοιπόν, δε θα λύσει το πρόβλημα με αυτή τη στάση. Αν θέλετε τη λύση, είναι σαρία ».

Γ. Το WP πρότεινε να θεσπιστεί μία πλειονότητα των νομικών συστημάτων, τα οποία, σύμφωνα με το TCC, οδήγησαν σε διακρίσεις που βασίζονταν σε θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ο ηγέτης του WP, στις 23 Μαρτίου 1993, έκανε την ακόλουθη ομιλία στην Εθνική Συνέλευση:

«[Ε]σείς θα ζήσετε κατά τρόπο συμβατό με τις πεποιθήσεις σας.» Θέλουμε ο δεσποτισμός να καταργηθεί. Πρέπει να υπάρχουν αρκετά νομικά συστήμάτα. Ο πολίτης πρέπει να είναι σε θέση να

επιλέξει για τον εαυτό του ποιο νομικό σύστημα είναι το πλέον κατάλληλο γι “αυτόν, μέσα σε ένα

πλαίσιο γενικών αρχών. Επιπλέον, αυτή ήταν πάντα η υπόθεση σε όλη την ιστορία μας. Στην ιστορία μας έχουν υπάρξει διάφορες θρησκευτικές κινήσεις. Ο καθένας έζησε σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις της δικής του οργάνωση,ς και έτσι όλοι ζούσαν ειρηνικά. Γιατί, τότε, θα πρέπει να είναι υποχρεωμένοι να ζουν σύμφωνα με τους κανόνες του άλλου; . . . Το δικαίωμα να επιλέξει κανείς το δικό του νομικό σύστημα, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ελευθερίας της θρησκείας.» Το TCC δήλωσε ότι θα υπονόμευε τη νομοθετική και δικαστική ενότητα της χώρας, αν κάθε θρησκευτικό κίνημα αφηνόταν να δηλώνει και να εφαρμόζει το νόμο που επέλεξε για τις αστικές του υποθέσεις.

Δ.Το WP προώθησε την ισλαμική μαντίλα. Στην ομιλία του, στις 14 Δεκεμβρίου 1995, πριν από τις γενικές εκλογές, ο ηγέτης του κόμματος είπε στο κοινό «[Ο]ι Πρυτάνεις (των Πανεπιστημίων) πρόκειται να υποχωρήσει μπροστά στην μαντίλα, όταν το Refah Partisi [WP] έλθει στην εξουσία. «

Ε. Ο πρωθυπουργός του WP, κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης συνασπισμού, φιλοξένησε ηγέτες ορισμένων θρησκευτικών αιρέσεων -που παρέστησαν με άμφια -στην κοσμική περιοχή της επίσημης κατοικίας του πρωθυπουργού, το οποίο και είναι κατανοητό, καθώς τους διαβεβαίωσε για την κρατική υποστήριξη ως προς την ελευθερία να φορούν θρησκευτικό ένδυμα.

ΣΤ. Κατά την κυβέρνηση της WP, οι κανονισμοί λύγισαν για την παροχή ειδικών ωρών εργασίας σε δημόσιους χώρους για να φιλοξενηθεί αυτός που κάνει νηστεία αφοσιωμένα κατά τη διάρκεια του ιερού μήνα του Ραμαζανιού.

Ζ. Η ρητορική και οι ενέργειες των ηγετών του WP οδήγησαν το Τουρκικό κράτος να προσδιορίσει το κόμμα ως ένα κέντρο για δραστηριότητες που απέβλεπαν στο να διαλυθεί το κράτος.

-Διατακτικό:Το ΕΔΔΑ αξιολόγησε τις υποτιθέμενες αντι-κοσμικές δραστηριότητες με τον ακόλουθο τρόπο: Πρώτον, το Δικαστήριο ερμήνευσε το επιχείρημα ότι η πολιτική του WP για τη δημιουργία ενός πλήθους νομικών συστημάτων οδήγησε σε διακρίσεις με βάση τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και υπονόμευσε τη νομική και δικαστική ενότητα στην Τουρκία. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ένα τέτοιο κοινωνικό μοντέλο που βασίζεται σε ένα πλήθος νομικών συστημάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατό με το σύστημα της Σύμβασης για δύο λόγους : (1) το σύστημα θα αποκλείει τον ρόλο του κράτους ως εγγυητή των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών «, δεδομένου ότι θα υποχρεώνει τα άτομα να υπακούσουν, όχι τους κανόνες που καθορίζονται από το κράτος στην άσκηση των προαναφερόμενων λειτουργιών της, αλλά στατικούς κανόνες δικαίου που επιβάλλονται από την εν λόγω θρησκεία » και (2) ένα τέτοιο σύστημα «θα παραβίαζε αναμφισβήτητα την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των ατόμων όσον αφορά την απόλαυση των δημόσιων ελευθεριών, η οποία είναι μία από τις θεμελιώδεις αρχές της της δημοκρατίας. «

Στη συνέχεια, το ΕΔΔΑ, σχολίασε σχετικά με τη θέση της Σαρία υπό το πλαίσιο του καθεστώτος της Σύμβασης. Το ΕΔΔΑ κατέστησε απολύτως σαφές ότι η διάδοση της Σαρία από ένα πολιτικό κόμμα δεν έχει περιθώρια προστασίας υπό το ευρωπαϊκό σύστημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων: «Όπως και το Συνταγματικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Σαρία, η οποία αντανακλά πιστά τα δόγματα και του θείους κανόνες που προβλέπονται από τη θρησκεία, είναι σταθερή και αμετάβλητη. Αρχές όπως η πολυφωνία στη σφαίρα της πολιτικής ή η συνεχής εξέλιξη των δημόσιων ελευθεριών, δεν έχουν θέση σε αυτή. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, όταν διαβάζονται μαζί, οι παραβατικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι περιέχουν ρητή αναφορά στην εισαγωγή της σαρία, είναι δύσκολο να συμφιλιωθούν με τις θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας, όπως αυτές προβλέπονται στη Σύμβαση στο σύνολό της. Είναι δύσκολο να δηλώσει κανείς τον σεβασμό για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζει ένα καθεστώς που βασίζεται στην σαρία, η οποία διαφέρει σαφώς από τις αξίες της Σύμβασης, ιδίως όσον αφορά το ποινικό της δίκαιο και την ποινική διαδικασία, κανόνες σχετικά με το νομικό καθεστώς των γυναικών και τον τρόπο που αυτή παρεμβαίνει σε όλους τους τομείς της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής, σύμφωνα με τις θρησκευτικές επιταγές. . . . Κατά το Δικαστήριο, ένα πολιτικό κόμμα οι δράσεις του οποίου φαίνεται να αποσκοπούν στην εισαγωγή της σαρία σε ένα κράτος μέρος της Σύμβασης δύσκολα μπορεί να θεωρείται ως ένωση συμμορφούσα με τα δημοκρατικά ιδεώδη που αποτελούν τη βάση όλης της Σύμβασης.

Τρίτον, το Δικαστήριο αξιολόγησε την δυνατότητα προσφυγής σε βία ως πολιτική μέθοδο από τα μέλη του WP. Ένα από τα κύρια επιχειρήματα των εκπροσώπων του WP ενώπιον του ΕΔΔΑ ήταν το γεγονός ότι η προσφυγή στη βία δεν ήταν ποτέ μέθοδος του κόμματος για την επίτευξη των στόχων του. Για να στηρίξει την επιχειρηματολογία τους, οι εκπρόσωποι του WP ανέφεραν το πρόγραμμα του κόμματος, το οποίο δεν έχει αναφορές σε αυτά τα μέσα. Στην πραγματικότητα, εκτός από το πρόγραμμα του κόμματος, κανένα άλλο δημόσιο έγγραφο του κόμματος, ούτε το εκλογικό του μανιφέστο υποστήριξε τη βία ή την Σαρία . Όπως και το TCC, έτσι και το ΕΔΔΑ αγνόησε απλώς τα γεγονότα αυτά και κατέδειξε μια σκεπτικιστική προσέγγιση αναφέροντας ότι οι θρησκευτικοί φονταμενταλιστές ήταν σε θέση να καταλάβουν την πολιτική εξουσία σε ορισμένες χώρες και ότι είχαν την ευκαιρία να δημιουργήσουν ένα μοντέλο ισλαμικής κοινωνίας. Ως παρεπόμενη ποινή, το Συνταγματικό Δικαστήριο, επίσης, απογύμνωσε έξι ηγετικά στελέχη του WP, των οποίων τα λόγια και οι πράξεις είχαν προκαλέσει τη διάλυση του κόμματος, από τη συμμετοχή τους στο Κοινοβούλιο. Τους απαγορεύθηκε, επίσης, για περίοδο πέντε ετών το να γίνουν ιδρυτικά ή τακτικά μέλη, ηγέτες, διαχειριστές, ή ελεγκτές σε κάθε άλλο πολιτικό κόμμα στην Τουρκία. Εδώ θα μπορούσαμε να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχουν διαμάχες, διαφωνίες, και εξαιρετικά αντικρουόμενες

απόψεις σχετικά με τη Σαρία .

Με την υπόθεση του WP, το ΕΔΔΑ, ένα υπερεθνικό όργανο παρακολούθησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αποφάσισε τη διάλυση ενός πολιτικού κόμματος για πρώτη φορά στην ιστορία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η υπόθεση πήρε τη θέση της στον κατάλογο των βασικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ. Προκάλεσε σοβαρές συζητήσεις σχετικά με τους περιορισμούς των πολιτικών κομμάτων στις πλουραλιστικές δημοκρατίες. Αν το Δικαστήριο είναι πλήρως πεπεισμένο ότι η πλουραλιστική δημοκρατία και το κράτος δικαίου θα μπορούσαν μόνο να έχουν προστατευθεί με την έγκριση της διάλυσης του Κόμματος της Ευημερίας παραμένει ένα αναπάντητο ερώτημα. Κατά ένα θεωρητικό επίπεδο, το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα πολιτικό κόμμα που αποτυγχάνει να τηρεί την αρχή του κοσμικού κράτους, δε θα απολαμβάνει τις θρησκευτικές ελευθερίες. Σε αυτή τη συγκυρία, οι συγγραφείς Koçak και Orucu υποστήριξαν ότι οι παρατηρήσεις του TCC για τον κοσμικό χαρακτήρα είχαν αντίκτυπο στη νομολογία του ΕΔΔΑ.

Παρ “όλα αυτά, θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε πώς το ΕΔΔΑ αποστασιοποιήθηκε από το ζήτημα του κατά πόσον το Κόμμα της Ευημερίας έθεσε μία πραγματική απειλή για το κοσμικό κράτος, τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τουρκία. Παρά το γεγονός ότι το ΕΔΔΑ δικαιολόγησε απόλυτη απαγόρευση του WP, θα μπορούσε απλώς να υποστηρίξει ότι η χρονική στιγμή της δίωξης στην Τουρκία για να προχωρήσει η υπόθεση του WP ήταν πολύ πρώιμη για να δικαιολογήσει δράση, καθώς ήταν κυρίως η ρητορική του αρχηγού κόμματος και όχι οι σαφείς ενέργειες του κόμματος που οδήγησαν την υπόθεση. Ακόμη, και η Τουρκική κυβέρνηση πριν από το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι το κόμμα ποτέ δεν είχε ασκήσει εξουσία μόνο και, ως εκ τούτου, δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του για δημιουργία ενός θεοκρατικού κράτους. Μόνο αν το WP ήταν το μόνο κόμμα στην εξουσία θα μπορούσε να είχε τη δυνατότητα να εφαρμόσει τις πολιτικές του και να θέσει τέλος στη δημοκρατία. Ωστόσο, ανεξάρτητα από το αν ένα κράτος διοικείται από ένα μη κοσμικό κόμμα, όπως το WP, η ευθύνη του κράτους στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα θα τελείωνε μόνο αν το εν λόγω κράτος αποσύρετο από το σύστημα της Σύμβασης ή έπαυε να να είναι μέλος ενός διεθνούς οργανισμού, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης. Ανεξάρτητα από το αν η εφαρμογή των θρησκευτικών έρχεται σε αντίθεση με τους κανόνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος θα πρέπει να λάβει πρωτοβουλία και να εφαρμόσει τους κοσμικούς κανόνες. Για το ΕΔΔΑ, οι εθνικές αρχές είναι σε καλύτερη θέση να αποφασίζουν την κατάλληλη χρονική στιγμή για την επέμβαση, και τα κόμματα του λράτους δε χρειάζεται να περιμένουν μέχρι το πολιτικό κόμμα που έρχεται στην εξουσία να ξεκινήσει μια δράση για να καταστρέψει τη δημοκρατία και την ειρήνη με την κατάθεση νομοσχεδίων στο Κοινοβούλιο. Οι αιτιολογήσεις του ΕΔΔΑ ώστε να επικυρωθεί η διάλυση τροφοδοτεί την ιδέα ότι το σύστημα της Σαρία ήταν τόσο κοντά στο να υλοποιηθεί ώστε, το TCC, ενεργώντας πάνω στην ώρα, έσωσε την κοσμική δημοκρατία στην Τουρκία.

Το Δικαστήριο τόνισε στην υπόθεση Ενωμένο Κομμουνιστικό Κόμμα κατά Τουρκίας ότι «[κ] ατά τον καθορισμό εάν μια αναγκαιότητα, κατά την έννοια του Άρθρο 11 § 2 υπάρχει, τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν μόνο ένα περιορισμένο περιθώριο εκτίμησης » και χορήγησε ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης στις τουρκικές αρχές, όταν αποφασίζουν για το επίπεδο απειλής της δημοκρατικής πολιτικής ζωής στην Τουρκία από το κόμμα . Κανείς θα μπορούσε να αποκαλέσει το ευρύ περιθώριο εκτίμησης που παρέχεται στις τουρκικές αρχές σε αυτή την περίπτωση ως προστασία των τοπικών δικαιοδοσιών, ή με άλλα λόγια, πολυπολιτισμικότητα. Ωστόσο, με δεδομένες τις περιστάσεις της υπόθεσης, το Δικαστήριο επέμενε στον πολιτιστικό μονισμό σε μια εποχή πολυπολιτισμικότητας. Οι εκπρόσωποι του WP ζήτησαν τόσον ενώπιον του TCC, όσο και του ΕΔΔΑ να εφαρμόσουν το «σαφή και υπαρκτό κίνδυνο» – ένα τεστ που αναπτύχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, αλλά κανένα από τα δικαστήρια δεν εφάρμοσε τελικά, καθώς το ΕΔΔΑ επέμεινε στα κριτήρια για «σαφή και επικείμενο κίνδυνο», όπως αναπτύχθηκαν στη δική του νομολογία. Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, οι κρατικοί φορείς έχουν τη θετική υποχρέωση να εξασφαλίσουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που αναφέρονται στη Σύμβαση για τα πρόσωπα που υπάγονται στη δικαιοδοσία αυτή. Για το σκοπό αυτό, οι κρατικοί παράγοντες έχουν τηνεξουσία της «προληπτικής παρέμβασης », η οποία απορρίπτει εντελώς το τεστ » υπαρκτού κινδύνου » του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.

Η διάλυση του WP έγινε ομόφωνα δεκτή από το Τμήμα μείζονος συνθέσεως του ΕΔΔΑ. Ωστόσο, στην προηγούμενη απόφαση του Τμήματος, τρεις από τους επτά δικαστές είχαν υποβάλει μειοψηφούσα γνώμη. Δεν συμπέραιναν από τα στοιχεία ότι οι δράσεις του WP δικαιολογούσαν τη διάλυση. Σε κοινή μειοψηφούσα γνώμη, η οποία ήταν σχεδόν όση η γνώμη της πλειοψηφίας, υποστηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι πολλές ομιλίες των εκπροσώπων του WP έγιναν πολύ πριν το κόμμα έρθει στην εξουσία και, ως εκ τούτου, δεν απέδωσαν καμία κατάλληλη βάση για τη διάλυση. Άλλες ενέργειες, όταν το Κόμμα ήταν στην εξουσία δεν μπορούσαν να θεωρηθούν επικείμενη απειλή για το κοσμικό σύστημα στην Τουρκία αφού το κόμμα συνδέθηκε με το πρόγραμμα της κυβέρνησης συνασπισμού. Ως εκ τούτου, το κόμμα δεν επιχείρησε να εφαρμόσει ένα μη κοσμικό σύστημα, και δεν έλαβε κανένα μέτρο για την υλοποίηση των πολιτικών του στόχων που ήταν ασυμβίβαστοι με τους κανόνες της Σύμβασης, ούτε να προβεί σε πράξεις βίας ή θρησκευτικού μίσους, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο απείλησε τη νομική και δημοκρατική τάξη.Η μειοψηφία παρατήρησε ότι σε αυτην την περίπτωση το αυστηρό μέτρο της διάλυσης ενός κόμματος ελήφθη αντί για τη λύση της ποινικοποίησης των υπευθύνων ατόμων.

Εν” όσω η υπόθεση διάλυσης εκκρεμούσε ενώπιον του TCC, βουλευτές από το Κόμμα Ευημερίας ίδρυσαν ένα άλλο πολιτικό κόμμα, το Κόμμα Αρετής («VP»), ως υποκατάστατο για το Κόμμα Ευημερίας στις17 Δεκεμβρίου 1997.

-Πραγματικά περιστατικά/Ιστορικό:Μέχρι τις 7 Μαΐου του 1999, ο Γενικός Εισαγγελέας ζήτησε από το TCC τη διάλυση του VP . Το TCC, στην απόφαση που εξέδωσε στις 22 Ιούνη 2001, δεν είχε καμία δυσκολία να διαλύσει του VP για λόγους σχετικούς με τις δραστηριότητές του κατά της δημοκρατικής αρχής της »κοσμικότητας». Το VP διαλύθηκε κυρίως επειδή τα μέλη του υποστήριξαν τη χρήση της ισλαμικής μαντίλας σε δημόσιους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων των πανεπιστημίων και του τουρκικού κοινοβουίου. Το VP είχε, μάλιστα, μια υποψήφια γυναίκα η οποία φορούσε μαντίλα και, όταν εξελέγη το 1999, εισήχθη στο Κοινοβούλιο, και ορκίστηκε το βουλευτικό όρκο με μαντίλα. Σε αντίθεση με το WP, το VP δεν είχε πιθανότητες να κερδίσει αρκετές ψήφους για να έρθει στην εξουσία. Κανένα από τα μέλη της δε χρησιμοποιούσε γλώσσα που να αναφέρεται στη Σαρία , στο τζιχάντ (ιερός πόλεμος), ή τη βία.Τα μέλη του κόμματος δεν είχαν δηλώσει καμία υποστήριξη στις απόψεις για το πλήθος των νομικών συστημάτων ή οποιαδήποτε άλλη μορφή των θρησκευτικών κανόνων.

-Διαδικασία:Έχοντας υπόψη τους όλες αυτές τις πληροφορίες, οι ηγέτες του VP ήταν σίγουροι για την ευνοϊκή απόφαση από μεριάς του Στρασβούργου κατά την υποβολή της αίτησής τους στο ΕΔΔΑ κατά της Τουρκίας. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η αίτηση ήταν παραδεκτή·πραγματοποίησε, ακόμη, μία ακρόαση στο Στρασβούργο, στο Human Rights Palace, του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ωστόσο, οι εκπρόσωποι του Κόμματος της Αρετής έχασαν την πίστη τους απέναντι στο ΕΔΔΑ. Ως

εκ τούτου, σε λιγότερο από δύο μήνες μετά την επ” ακροατηρίου συζήτηση που έλαβε χώρα, το κόμμα έστειλε μια δήλωση προς το Δικαστήριο για την απόσυρση της υπόθεσης.

-Επιχειρήματα/Σκεπτικό:Στη δήλωσή τους, οι εκπρόσωποι του VP ισχυρίστηκαν ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ανέφικτη για τους πιστούς του Ισλάμ. Βασίζοντας τα επιχειρήματά τους στις προηγούμενες αντίστοιχες υποθέσεις που εκδικάστηκαν από το ΕΔΔΑ, το κόμμα εξέφρασε την άποψη ότι οι υποθετικές ερμηνείες και η πρακτική του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις όπως η υπόθεση της διάλυσης του WP και η υπόθεση για την ισλαμική μαντίλα συνιστούν αντίφαση και διπλό πρότυπο, το οποίο αποτελεί παραβίαση της απαγόρευσης των διακρίσεων από το ίδιο το Δικαστήριο. Αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Δικαστήριο έχει προκατάληψη εις βάρος των Μουσουλμάνων αιτούντων, αποφάσισε να αποσύρει την υπόθεση. Σύμφωνα με την απόσυρση, το ΕΔΔΑ αποφάσισε στις 27 Απριλίου του 2006, να διαγράψει την υπόθεση από το πινάκιο του.Η απόσυρση απάλλαξε το ΕΔΔΑ του έργου της εφαρμογής των προηγούμενων περιοριστικών παρατηρήσεων σχετικά με το Ισλάμ και την αρχή της αντι-εκκοσμίκευσης σε ένα κόμμα που ζήτησε μόνο την ελευθερία να αφήσει τις φοιτήτριες στο πανεπιστήμιο και τις δημοσίους υπαλλήλους να φορούν την μαντίλα.

-Διατακτικό:Σε πολλές άλλες περιπτώσεις που υποβλήθηκαν στο ΕΔΔΑ αφορώσες πολιτικές δραστηριότητες πολιτικών κομμάτων, το Δικαστήριο υπογράμμισε τη σημασία της προσφυγής στη βία και του σεβασμού προς τα δικαιώματα της Σύμβασης, κατά τον καθορισμό των ορίων για τα πολιτικά κόμματα. Για το Δικαστήριο, η προστασία της γνώμης και η ελευθερία να εκφραστεί αυτή είναι ένας από τους στόχους των ελευθεριών του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι που κατοχυρώνονται στο άρθρο 11. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο σε σχέση με τα πολιτικά κόμματα ενόψει του ουσιαστικού ρόλου τους στη διασφάλιση του πλουραλισμού και της εύρυθμης λειτουργίας της δημοκρατίας. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης: Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βρει οποιεσδήποτε δηλώσεις. . . παρά την κρίσιμη και μερικές φορές εχθρική γλώσσα που χρησιμοποιείται, που θα μπορούσαν ευλόγως να ερμηνευθούν ως πρόσκληση για τη χρήση βίας για πολιτικούς σκοπούς ή ως μια πολιτική κατά παράβαση των κανόνων της δημοκρατίας. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι. . . [ο] αιτών δήλωσε ότι ήταν υπέρ των ελεύθερων, πολυκομματικών εκλογών και ενός πολιτικού συστήματος που θα βασίζεται στο σεβασμό για τους άλλους και τις πολιτικές τους απόψεις.

III. ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΜΕ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΕΙΣ ΣΕ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΉ

ΟΡΓΑΝΩΣΗ.

Το έτος 2009 ήταν άλλο ένα σημείο καμπής στην ιστορία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη. Ο κόσμος είχε ήδη βιώσει οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και τις μετέπειτα βομβιστικές επιθέσεις στο Μπαλί, στην Κωνσταντινούπολη, το Λονδίνο και τη Μαδρίτη. Στην υπόθεση Herri Batasuna κατά Ισπανίας , το ΕΔΔΑ ασχολήθηκε με την αίτηση ενός πολιτικού κόμματος που διαλύθηκε αφού κρίθηκε ένοχο για υποστήριξη της τρομοκρατίας.

-Πραγματικά περιστατικά:Το Herri Batasuna, μια εκλογική συμμαχία, και η Batasuna, ένα πολιτικό κόμμα, ιδρύθηκαν στις 1 Μαρτίου του 1979, και στις 3 Μαϊου 2001, αντίστοιχα, στην Ισπανία ως πολιτική πτέρυγα της Euskadi Ta Askatasuna («ΕΤΑ»), της βασκικής αυτονομιστικής οργάνωσης. Αφού ψηφίστηκε ένας νέος νόμος του Ισπανικού Κοινοβουλίου για τα Πολιτικά Κόμματα («Lopp»), ο Γενικός Εισαγγελέας της Ισπανίας υπέβαλε αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας («ΑΔΙ»), στις 2 Σεπτεμβρίου 2002, για τη διάλυση των εναγόντων.Ο στόχος του Lopp ήταν να καθοριστούν οι περιορισμοί σχετικά με τα πολιτικά κόμματα, όταν αυτά παραβιάζουν τα δικαιώματα των πολιτών με την προώθηση του ρατσισμού και της βίας. Το Ισπανικό Κοινοβούλιο ετοίμασε τις νέες ρυθμίσεις που αφορούν πολιτικά κόμματα, λόγω της σχέσης μεταξύ της ETA και Herri Batasuna και Batasuna. Σύμφωνα με τη βασική διάταξη του άρθρου 9 του Lopp, πολιτικά κόμματα θα μπορούσαν να κηρυχθούν παράνομα όταν κατ “επανάληψη: (1) παραβιάζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα με το να προωθούν, να δικαιολογούν, ή να συγχωρούν επιθέσεις κατά της ζωής και της αξιοπρέπειας του ατόμου ή τον αποκλεισμό ή τη δίωξη ενός ατόμου λόγω της ιδεολογίας, της θρησκείας, των πεποιθήσεων, της εθνικότητας,της φυλής,του φύλου, της θρησκείας ή του σεξουαλικού του προσανατολισμόύ ή (2)ενθαρρύνουν ή επιτρέπουν τη βία να χρησιμοποιηθεί ως ένα μέσο για την επίτευξη πολιτικών σκοπών ή ως μέσο για να υπονομεύσουν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την πολιτική πολυφωνίαή ή, τέλος, (3) βοηθούν και δίνουν πολιτική στήριξη σε τρομοκρατικές οργανώσεις, με στόχο στην ανατροπή της συνταγματικής τάξης. Κατά την εφαρμογή του Lopp, το ΑΔΙ κήρυξε τα υποψήφια κόμματα παράνομα και διέταξε τη διάλυσή τους, στις 12 Μάρτη 2003.Η ουσία της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν το γεγονός ότι τα προσφεύγοντα μέρη είχαν ισχυρούς δεσμούς με την τρομοκρατική οργάνωση ETA, η οποία και έθεσε το Batasuna και Herri Batasuna υπό τον έλεγχό της. Με άλλα λόγια, τα αιτούντα μέρη εργάζονταν ως οργανώσεις – δορυφόροι της ETA. Το Ανώτατο Δικαστήριο στήριξε την απόφασή του σε μια σειρά δραστηριοτήτων που διενεργούνταν από τους εκπροσώπους των εναγόντων. Οι δραστηριότητες αυτές βρέθηκαν να λειτουργούν ως όργανα για την αυτονομιστική στρατηγική της τρομοκρατκής ΕΤΑ. Δύο προσφυγές που υποβλήθηκαν στο Ισπανικό Συνταγματικό Δικαστήριο κατά των προηγούμενων αποφάσεών του απορρίφθηκαν ομόφωνα αυτό στις 16 Ιανουαρίου 2004. Στις 7 Ιουλίου 2002, ο εκπρόσωπος του Batasuna δήλωσε δημόσια ότι το κόμμα θα συνεχίσει να εργάζεται και να αγωνίζεται – νόμιμα ή παράνομα. Πρόσθεσε επίσης ότι «τα όπλα τους δεν τρέμουν επειδή είναι σε μια ιστορική στιγμή όπου τίποτα δεν θα μπορούσε να τους αναγκάσει να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους. » Κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης στις 11 Αυγούστου του 2002, που κλήθηκε από το Batasuna για την υποστήριξη των κρατουμένων της ETA, οι αρχηγοί των κομμάτων ακούστηκαν να φωνάζουν συνθήματα όπως «Ο αγώνας είναι ο μόνος τρόπος», «εσείς, οι φασίστες, είστε η πραγματικοί τρομοκράτες «και» ζωντανή στρατιωτική ETA. » Σε μια άλλη συνέντευξη τύπου που πραγματοποιήθηκε από το Batasuna στις 21 Αυγούστου του 2002, ο εκπρόσωπος επέκρινε την «στρατηγική »γενοκτονίας» του ισπανικού κράτους «και δήλωσε ότι ο λαός των Βάσκων θα »οργανωθεί» και «πολεμήσει». Σε μια συνέντευξη σε εφημερίδα στις 23 Αυγούστου 2002, ένας ακόμη εκπρόσωπος του Batasuna στο Κοινοβούλιο της Χώρας των Βάσκων χαρακτήρισε την ETA μια οργάνωση που βλέπει την ανάγκη να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για την αντιμετώπιση του κράτους. Το ΑΔΙ υπογράμμισε επίσης το γεγονός ότι στους δήμους που το Batasuna είχε ισχυρή παρουσία, αλλά και στην ιστοσελίδα του κόμματος, δημοσιεύτηκαν αναγράμματα μίας παράνομης οργάνωσης. Σε πολλές περιπτώσεις αυτοί οι δήμοι υποκίνησαν τον κόσμο στην καταπολέμηση του κράτους, των εκπροσώπων της πολιτείας, και άλλων πολιτικών κομμάτων. Επιπλέον, σε πολλές άλλες δημόσιες συναντήσεις, αντιπρόσωποι, δήμαρχοι, και ηγετικά στελέχη των αιτούντων κομμάτων δήλωσαν ρητά ή σιωπηρά, την υποστήριξή τους προς τους τρομοκράτες της ΕΤΑ.

-Διαδικασία: Όπως και τα άλλα πολιτικά κόμματα που διαλύθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια, έτσι και τα Herri Batasuna και Batasuna έφεραν την υπόθεσή τους στο ΕΔΔΑ. Για τους εκπροσώπους των διαλυμένων πολιτικών κομμάτων, οποιαδήποτε δράση κι αν αναλήφθηκε από τα κόμματα στο χώρο της πολιτικής θα έπρεπε να θεωρηθεί ως εκδήλωση της ελευθερίας της έκφρασης. Το νομικό πρόβλημα για τους αιτούντες ήταν το γεγονός ότι οι εκφράσεις τους δεν ήταν κοινές με το κράτος και, επομένως, ερμηνεύονταν υποκειμενικά από τα εθνικά δικαστήρια. Γι “αυτούς, τα πραγματικά περιστατικά που αποδίδονταν στους διαδίκους δεν δικαιολογούσαν το αυστηρό μέτρο της διάλυσης. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων ότι οι δραστηριότητες πρέπει να αναλυθούν στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης, του ΕΔΔΑ ακολούθησε την προηγούμενη νομολογία του σχετικά με το θέμα, η οποία υποδηλώνει ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τον περιορισμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών πρέπει να είναι νόμιμα (δηλαδή, αναλογικά και αναγκαία) και να συμμορφώνονται με τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές. -Διατακτικό:Ενστερνιζόμενο τις απόψεις των εγχώριων δικαστηρίων, το ΕΔΔΑ έκρινε τους δεσμούς των δύο κομμάτων με την τρομοκρατική οργάνωση ως απειλή για τη δημοκρατία. Αυτό οδήγησε το Δικαστήριο στο να αποφασίσει ότι η κύρωση που επιβλήθηκε στα προσφεύγοντα κόμματα ήταν σε ισορροπία με το λόγο για παρέμβαση και έθεσε μία πιεστική κοινωνική ανάγκη, και ως εκ τούτου ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Διασυνδέσεις όπως αυτές μεταξύ των αιτούντων κομμάτων με την ETA δεν ήταν άγνωστες στους πολιτικούς και νομικούς κύκλους στην Ισπανία, την Ευρώπη και αλλού. Το ζήτημα ήταν αν οι δημοκρατίες θα έπρεπε να ασχοληθούν με τις εκφράσεις που αναφέρονται παραπάνω ξεχωριστά επί των βάσεων του ποινικού δικαίου ή αν φίλλα προσκείμενοι θεσμοί θα έπρεπε επίσης να υποβάλλονται στην νομική διαδικασία της διάλυσης. Οι ερμηνείες της απόφασης του ΕΔΔΑ Κόμμα Ευημερίας κατά Τουρκίας ενθάρρυναν νομικές ενέργειες εναντίον πολιτικών κομμάτων των οποίων οι εκπρόσωποι υποστήριξαν ενεργά βίαιες πράξεις παράνομων οργανώσεων. Το ΑΔΙ διαπίστωσε ότι οι παρωθήσεις και η υποστήριξη της βίας από τους εκπροσώπους των Herri Batasuna και Batasuna ήταν πιο σαφείς από εκείνες των αντιπροσώπων του WP.

Η απόφαση Herri Batasuna του ΕΔΔΑ, ενθάρρυνε το TCC να συνεχίσει τη διάλυση ενός κουρδικού πολιτικού κόμματος, του Κόμματος Δημοκρατικής Κοινωνίας («DSP»). Εκτός από τα κλασσικά επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν σε προηγούμενες περιπτώσεις, κομμάτων που ήταν υπέρ των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κατηγόρησε το κόμμα ότι ανέχθηκε και δεν καταδίκασε τις βίαιες δραστηριότητες του PKK (κουρδική ένοπλη ομάδα που τοποθετείται στις λίστες των τρομοκρατικών οργανώσεων που συντάσσονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες), ενθαρρύνοντας τους δράστες, και υποστηρίζοντας την οργάνωση άμεσα και έμμεσα. Σε αντίθεση με το ΑΔΙ, το TCC δε διαφοροποίησε τις ομιλίες των μελών του κόμματος που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως στήριξη της βίας από τις εκφράσεις αυτές που απλά ενέκριναν τις πολιτικές απόψεις του PKK. Μετά τη διάλυση του κόμματος από το TCC το Δεκέμβριο του 2009, οι Εκπρόσωποι του DSP κατέθεσαν αίτηση στο Δικαστήριο του Στρασβούργου, η οποία και έδωσε στο ΕΔΔΑ μία ακόμη ευκαιρία για περαιτέρω εξειδίκευση σχετικά με τα όρια των πολιτικών κομμάτων που έχουν διασυνδέσεις με τρομοκρατικές ομάδες, μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το συμπέρασμα σχετικά με την Τουρκία, από όπου και προέρχονται οι περισσότερες υποθέσεις που απετέλεσαν την αφορμή για αυτές τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ είναι ότι είναι μία χώρα με σχετικά ανεπτυγμένη πολιτικά και νομικά κουλτούρα η διάλυση, όμως, των πολιτικών κομμάτων χρησιμοποιείται ακόμα για να εξυπηρετεί την καλύτερη καταστολή των πολιτικών ιδεών που αμφισβητούν την κρατική ιδεολογία.

ΓΕΝΙΚΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ.

Αν θα θέλαμε να καταλήξουμε, λοιπόν, σ” ένα συμπέρασμα, σύμφυτο και συνάλληλο με την ελληνική έννομη τάξη και το συνταγματικό της σύστημα, θα λέγαμε ότι, άπαξ και υπάρξει, σύμφωνα με τα όσα προεκθέσαμε, εγκριτική πράξη ιδρύσεως κόμματος, στη συνέχεια δεν είναι δυνατή διάλυσή του. Το ότι στην ελληνική συνταγματική τάξη δεν επιτρέπεται διάλυση κόμματος, είναι ένα από τα πλέον αντικρουόμενα ζητήματα του εθνικού δημοσίου δικαίου μας, καθ΄ότι επιχειρήματα μπορούμε να κομίσουμε για τη στοιχειοθέτηση τόσο της άποψης ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συναχθεί από το Σύνταγμα, όσο και ότι δεν μπορεί να συναχθεί. Ως προς την πρώτη άποψη θα μπορούσε να υποστηριχθεί ένα αναλογικό επιχείρημα με βάση το άρθρο 12 του Συντάγματος, το οποίο και ρυθμίζει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι. Εφ” όσον σε σχέση με τη ρύθμιση αυτή η οποία εφαρμόζεται για τους νομικούς σχηματισμούς των σωματείων, επιτρέπεται διάλυση ( η διάλυση σωματείου είναι καθ” όλα επιτρεπτή και υποκείμενη στην αρχή της ελευθερίας της βούλησης και της ιδιωτικής αυτονομίας), θα μπορούσαμε, υπό καθεστώς αναλογίας να θεωρήσουμε ότι η λύση της διάλυσης ισχύει και για ενώσεις όπως είναι τα κόμματα. Φυσικά, πρόκειται για ένα επιχείρημα αδύναμο – αυτό φαίνεται prima facie, με την προβολή αντιρρήσεων εναντίον του οι οποίες αφ” ενός επικαλούνται την ειδικότητα της διάταξης του άρθρου 29 του Συντάγματος, η οποία και υποσκελίζει τη γενικότερη και αφηρημένη διάταξη του άρθρου 12 ( lex specialis derogat legi generali) και αφ” ετέρου παραθέτουν τη διαφορετική δομή και οργάνωση του κόμματος, τους αλλότριους σκοπούς του και τη διάφορη κατάγωγη αυτού του θεσμού για να καταδείξουν πως αναλογία δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ θεσμών που είναι ριζικά ανόμοιοι. Όσον αφορά τα επιχειρήματα που μπορεί κανείς να φέρει για να υποστηρίξει την αντίθετη άποψη, δηλαδή εκείνη της μη σαφούς και αναντίρρητης απαγόρευσης κόμματος, χωρίς αστερίσκους και πιθανότητες ερμηνευτικής συναγωγής του αντιθέτου, αυτά είναι περισσότερα από ένα. Κατ΄αρχήν, έχοντας ως μεθοδολογικό οδηγό τη γραμματική, ή και τη συσταλτική ερμηνεία του νόμου, χαράσσουμε τη συλλογιστική πορεία η οποία καταδεικνύει ότι ως προς το σωματείο και τη διάλυσή του υπάρχει το άρθρο 12 του Συντάγματος. Αντίστοιχα, όμως, αν θελήσουμε να ανεύρουμε διάταξη ανάλογη για το πολιτικό κόμμα, θα εντοπίσουμε μόνο το άρθρο 29 του Συντάγματος για την ίδρυση και λειτουργία του, η οποία, όμως, δεν περιλαμβάνει πρόβλεψη για διάλυση. Δηλαδή, παρατηρούμε μία λογικώς χιαστή αντιστοιχία για το νομικά συναφές ζεύγος σωματείο και πολιτικό κόμμα, όσον αφορά τη ρύθμιση λειτουργίας και διάλυσης, η οποία, όμως, ενώ στο πεδίο της λειτουργίας έχει ρύθμιση και για τα δύο μέρη του ζεύγους, στο πεδίο της διάλυσης χωλαίνει, αφού το κόμμα δεν έχει σε καμία περίπτωση ρύθμιση. Κατά δεύτερον, και με μεθοδολογικό εργαλείο αυτήν τη φορά την ιστορική ερμηνεία, είναι γνωστό πως το κυβερνητικό σχέδιο του 1975 προέβλεπε διάλυση κόμματος. Η εν λόγω διάταξη, όμως, απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Συνέλευση και δεν εισήχθη ποτέ στο σώμα των συνταγματικών διατάξεων. Κι αυτό προσπορίζει ένα ακλόνητο επιχείρημα -παρ” ότι τα επιχειρήματα ιστορικής προέλευσης θα πρέπει να μην επηρεάζουν ιδιαίτερα την ερμηνεία θεμάτων συνταγματικού δικαίου – ότι ο συνταγματικός νομοθέτης απλώς δε θέλησε να συμπεριλάβει τέτοιο ζήτημα στο Σύνταγμα, άρα δεν τίθεται καν θέμα γνησίου νομικού κενού, το οποίο να χρήζει καλύψεως μέσω της αναλογίας. Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι ουσιαστικά η λύση στο πρόβλημα δίνεται μέσα από το άρθρο 29 του νόμου 3023/2002, το οποίο ορίζει ότι το καταστατικό του πολιτικού κόμματος θα πρέπει να δηλώνει σεβασμό στο δημοκρατικό πολίτευμα, ως ελάχιστο εγγυητικό αποτέλεσμα για την εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατικής Πολιτείας. Ένα κόμμα, συνεπώς, το οποίο δηλώνει στο καταστατικό του ότι η δράση του είναι προς την κατεύθυνση της παραβίασης του Συντάγματος, δεν μπορεί να ιδρυθεί καν – εξαλείφεται προληπτικά με την απόρριψη εγγραφής του από τον Άρειο Πάγο.

Όσον αφορά το ζήτημα της αυτοδιάλυσης ενός πολιτικού κόμματος, αυτή κατ” αρχήν θα μπορούσαμε να λέγαμε ότι επιτρέπεται, η νομολογία, όμως, με την απόφαση 590/2009 ΑΠ, μάλλον αποθάρρυνε ελαφρώς αυτήν την επιλογή. Συγκεκριμένα, στο διατακτικό της η απόφαση αυτή υποστήριξε ότι από το άρθρο 29 όπου δεν περιελήφθη ρύθμιση για διάλυση κόμματος συνάγεται η βούληση του συντακτικού νομοθέτη για μη παρέμβαση στην οργάνωση και δράση ενός κόμματος. Εν, ολίγοις η αυτοδιάλυση είναι επιτρεπόμενη, η πρωτοβουλία, όμως, αφήνεται στο κόμμα, με τη δικαστική εξουσία να νίπτει τας χείρας της. Καταλήγει, δε, η απόφαση αυτή ότι είναι ανεπίτρεπτη η εφαρμογή των άρθρων 12 του Συντάγματος και 105 του Αστικού Κώδικα, ενώ και η δικαστική ή αναγκαστική διάλυση κόμματος με νόμο ή δικαστική απόφαση αντιστοίχως, δε νοείται. Διαφαίνεται, λοιπόν, μία ίσως μικρή ανοχή στη λύση της αυτοδιάλυσης κόμματος, και πάλι όμως όχι καθαρά, αλλά μάλλον εν είδει παραπομπής της ευθύνης από το δικαστή στο ίδιο το κόμμα.

Ιδιαίτερα έντονο έχει ανακύψει το ζήτημα της διάλυσης κόμματος στην ελληνική πολιτική σκηνή το τελευταίο διάστημα, λόγω της ανάδειξης και ισχυροποίησης κομμάτων με προσανατολισμό, πρακτικές και ρητορική που κατευθύνονται στη χρήση βίας. Είναι ξεκάθαρο πως, καθ” όσον το Σύνταγμα δεν προβλέπει εξωτερική και ετερόνομη διάλυση κόμματος, τέτοιες περιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα. Μέσω αυτών των νομικών ρυθμίσεων, και πιο συγκεκριμένα των άρθρων 187 και επόμενα ( περί εγκληματικής οργάνωσης), θα θεμελιωθεί η ποινική ευθύνη των ηγετικών στελεχών και των βουλευτών του κόμματος που προβαίνει στη χρήση βίας, εφ” όσον έχει διεξαχθεί κάποια από τις απαριθμούμενες ως αξιόποινες πράξεις. Γενικά, η παρακώλυση κομμάτων ακόμη και με τέτοιο πρόγραμμα και τέτοια ιδεολογία δεν είναι δυνατή. Δυνατή, ίσως, θα ήταν σταδιακή αποδυνάμωσή τους μέσω της αποστέρησης ανθρώπινου δυναμικού ( στελεχών, δηλαδή, ή βουλευτών), λόγω στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων. Κάτι τέτοιο, όμως, προαπαιτεί δικαστική απόφαση που να έχει τελεσιδικήσει, κι αυτή η διαδικασία έιναι ιδιαίτερα χρονοβόρα και βραδυκίνητη. Σε κάθε πρίπτωση, δε, ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν τα πορίσματα αυτά για το μεμονωνμένο κόμμα που κάνει χρήση βίας, και για οποιοδήποτε άλλο κόμμα, μέσω διευρυμένης και άκριτης αναλογίας, με κίνδυνο να καταλήξουμε θεατές σε περιστατικά ανάλογα με εκείνα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Από όσα προεκτέθησαν, συνεπώς, είναι φανερό πως το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο δεν επαρκεί για να επιτραπεί εξωτερική διάλυση – μέσω νόμου ή δικαστικής απόφασης – κόμματος το οποίο συνιστά απειλή για τα κεκτημένα της δημοκρατίας. Με δεδομένες, όμως, τις εξελίξεις σε όλη την Ευρώπη, αλλά και στη χώρα μας ειδικά, και την εισβολή της βίας και στην εξίσωση του πολιτικού παιχνιδιού είναι σαφές πως η Ελλάδα θα πρέπει να κινηθεί προς αλλαγές της συνταγματικής της ρύθμισης, προκειμένου να εξασφαλιστεί καλύτερα και αποτελεσματικότερα το δημοκρατικό πολίτευμα και οι αξίες του. Με κάθε δυνατή σύνεση και με πλήρεις εγγυήσεις ως προς τα κριτήρια της διάλυσης, η ελληνική έννομη τάξη θα πρέπει να ακολουθήσει το μονοπάτι που χάραξε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και να αναλάβει πρωτοβουλίες για διάλυση κομμάτων, όταν αυτό είναι απαραίτητο για την απασφάλιση »βομβών» στα θεμέλια της Δημοκρατίας. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε, άλλωστε, και συμμόρφωση κι ευθυγράμιση προς τις επιταγές της ΕΣΔΑ, της οποίας η χώρα μας είναι συμβαλλόμενο μέρος και οφείλει να σέβεται και να προάγει. Πρόκειται για ένα ζήτημα υψίστης σημασίας και δημοκρατικής ασφάλειας, στο οποίο πρέπει να δοθεί η δέουσα βαρύτητα, καθώς όπως και ο Πιττακός ο Μυτιληναίος, ένας από τους 7 σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, διεκήρυσσε: »Η καλύτερη δημοκρατία είναι εκείνη, όπου στους κακούς δεν επιτρέπεται να παίρνουν την εξουσία και στους καλούς δεν επιτρέπεται ν’ αρνούνται τη διακυβέρνηση του τόπου τους».-

* η Κρίκη Λυδία είναι φοιτήτρια Νομικής Σχολής Αθηνών

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

ΔΡΟΣΟΣ Γ., Η νομική θέση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα. Αντ.Σάκκουλας 1982.
ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ Α.,
Η συνταγματική θέσις των πολιτικών κομμάτων. Διδακτορικό 1974.

ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Δίκαιο των πολιτικών κομμάτων. Αντ.Σάκκουλας 1994.

ΚΕΦΑΛΑΣ, «Η νομική φύσις του πολιτικού κόμματος», ΕλλΔνη 1981, τ. 6-8, 320-331 και 408-418

ΚΟΤΣΙΑΝΟΣ, «Το κόμμα και η θέσις αυτού εν τω δικαίω», ΕΕΝ 1951, τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου, 490-495.

ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΣ, Τα «Συνταγματικά» εγχειρήματα της δικατορίας και το συντακτικό έργο της Μεταπολίτευσης. Αντ.Σάκκουλας 2001.

ΤΣΑΤΣΟΣ Κ., Συνταγματικό Δίκαιο (τόμος Β”) – Η οργάνωση και η λειτουργία της Πολιτείας. Αντ.Σάκκουλας 1992, ιδίως 80-83 και 112-120.

ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ Γ., «Τα πολιτικά κόμματα ως συνταγματικός θεσμός» σε Μελέτες (Ι): Δημοκρατία. Αντ.Σάκκουλας 1996, σσελ183-255.

ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, Το κομματικό φαινόμενο: μορφές-συστήματα και οικογένειες κομμάτων. Παπαζήσης, Αθήνα 1993.

ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο ρόλος των κομμάτων στη συγκρότηση και λειτουργία του πολιτικού πεδίου» σε Melanges G. Vlachos. Αντ. Σάκκουλας 1995, σελ. 441επ.

ΓΙΑΤΑΓΑΝΑΣ Π., «Η κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας (Στοιχεία για μια επανεξέταση ων θεωρητικών θεμελίων του πολιτεύματος)» [1976] ΤοΣ, 265-289.

ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ Ξ.-ΤΣΑΤΣΟΣ Κ.(επιμ). Το μέλλον των πολιτικών κομμάτων.

ΜΑΥΡΙΑΣ Κ., «Το δικαίωμα συλλογικής εκφράσεως πολιτικών ιδεών και το απαραβίαστο της μορφής τού πολιτεύματος. Σχόλια πάνω στην πρόσφατη νομολογία», [1976] ΤοΣ, 631-638

ΜΑΝΤΖΟΥΤΣΟΣ, Πολιτικά κόμματα και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αντ.Σάκκουλας 2009.

ΤΣΑΤΣΟΣ Κ., Η ενδοκομματική αντιπολίτευση ως πρόβλημα του Συνταγματικού Δικαίου. 1983 και, πιο εξελιγμένα, Εσωκομματική δημοκρατία. Γαβριηλίδης 2010.

ΖΑΚΑΛΚΑΣ, Το αίτημα για εσωκομματική δημοκρατία: μεταξύ συνταγματικής επιταγής και πολιτικής πραγματικότητας,1986.

ΦΟΥΝΤΕΔΑΚΗ Π., Ενδοκομματική Δημοκρατία και Σύνταγμα. Αντ.Σάκκουλας 1987.

ΛΟΒΕΡΔΟΣ Α., Παρεκκλίσεις πολιτικής συμπεριφοράς και Σύνταγμα: πολιτικό έγκλημα, τρομοκρατία, πολιτικό άσυλο, έκδοση. Εξάντας 1988.

OLGUN AKBULUT, Criteria Developed by the European Court ofHuman Rights on the Dis-solution of Political Parties, Fordham International Law Journal,Volume34,Issue1 ,2010 Article 2.

ΚΑΣΤΑΝΑΣ Η.,»Κατ άρθρον ερμηνεία της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του ανθρώπου», Εκδόσεις Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σσ. 432-455.

ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ Ε.,»Διεθνής Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», Ίδρυμα Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Εκδόσεις »Βιβλιοπωλείον της Εστίας».

en.wikipedia.org

www.echr.coe.int

PHGH=.

===============================================

PEρίπου 324.000 αποτελέσματα
Advertisements