ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗΣ ΜΙΣΘΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΕΝ. ΠΟΥ ΚΑΤΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ…Από την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων καθώς και άλλων σχετικών διατάξεων, προκύπτει ότι δεν είναι από το νόμο επιτρεπτή, αντίθετα είναι αυτοδίκαια άκυρη …ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΙΒΛΟΣ… ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ((COM(2006) 618 τελικό )) ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ: Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ … ((Νομική Συμβουλή ))Συνεπώς, αυτά τα πράγματα τα κάνεις, εφόσον μάλιστα είναι νόμιμα, δεν τα ανακοινώνεις, ώστε να… είναι ο αιφνιδιασμός (στα πλαίσια του Νόμου πάντοτε).

Σύμφωνα με το άρθρο 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας οι μισθοί, οι συντάξεις και οι ασφαλιστικές παροχές εξαιρούνται από την κατάσχεση ακόμη και όταν η καταβολή τους γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Επομένως ακατάσχετες είναι και παραμένουν οι απαιτήσεις μισθών και συντάξεων και όταν καταβάλλονται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 464 Αστικού Κώδικα, οι ακατάσχετες απαιτήσεις είναι και ανεκχώρητες και σύμφωνα με το άρθρο 451 Αστικού Κώδικα δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης. Επομένως από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων τίθεται κανόνας σύμφωνα με τον οποίο είναι ακατάσχετοι, ανεκχώρητοι και ασυμψήφιστοι οι μισθοί και οι συντάξεις. Ο σκοπός του νομοθέτη που όρισε τις απαγορεύσεις ήταν να προστατευτεί ένα ελάχιστο εισόδημα των ανθρώπων που βιοπορίζονται από την εργασία τους και είναι αναγκαίο για τη συντήρηση των ίδιων και των οικογενειών τους. Ενόψει δε ότι ο ανωτέρω σκοπός εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, οι παραπάνω ρυθμίσεις είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν επιτρέπεται αντίθετη συμφωνία των μερών. Επομένως η εκχώρηση που γίνεται κατά παράβαση αυτών είναι απολύτως άκυρη (174ΑΚ), τη δε ακυρότητα μπορεί να επικαλεστεί και ο οφειλέτης, ενώ η συναίνεση του οφειλέτη είναι χωρίς έννομα αποτελέσματα δεδομένου ότι η ακυρότητα εξετάζεται σε περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης και αυτεπαγγέλτως.

Περαιτέρω, η παραπάνω απαγόρευση ισχύει για κάθε δικαιοπραξία που έχει σαν σκοπό το ίδιο οικονομικό αποτέλεσμα, όπως η έκταξη που συμφωνείται αμετάκλητη, καθώς επίσης και η εξουσιοδότηση ή εντολή για είσπραξη της απαίτησης, καθώς σε αντίθετη περίπτωση θα ματαιωνόταν ο σκοπός του νομοθέτη που συνίσταται στη διατήρηση της δυνατότητας είσπραξής του μισθού και της σύνταξης με σκοπό την ικανοποίηση των στοιχειωδών αναγκών του φορέα της.

Το δε ακατάσχετο, ανεκχώρητο και ασυμψήφιστο των μισθών, των συντάξεων και των ασφαλιστικών παροχών, καταλαμβάνει όλες τις αποδοχές των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και το μισθό των δημοσίων υπαλλήλων με την ευρεία έννοια, καθώς και τα μερίσματα, εφάπαξ βοηθήματα και τυχόν επιστροφές κρατήσεων.

Από την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων καθώς και άλλων σχετικών διατάξεων, προκύπτει ότι δεν είναι από το νόμο επιτρεπτή, αντίθετα είναι αυτοδίκαια άκυρη κάθε συμφωνία ή κάθε όρος σε δανειακή σύμβαση, με τον οποίο οι τράπεζες αποκτούν (άκυρο) δικαίωμα να παρακρατούν από λογαριασμούς μισθοδοσίας ή συνταξιοδοτικούς, ποσά οφειλόμενα από δάνεια ή κάρτες, η δε παραπάνω παράνομη συμπεριφορά των τραπεζών στην πράξη, συνιστά και αξιόποινη πράξη, καθώς πληροί τις προϋποθέσεις του εγκλήματος της υπεξαίρεσης.

Επισημαίνεται πάλι ότι ακόμα και ο ίδιος ο εργαζόμενος ή ο συνταξιούχος να έχει δώσει την συγκατάθεσή του υπογράφοντας σχετικό όρο σε σύμβαση, είναι και παραμένει ΑΚΥΡΗ και ΠΑΡΑΝΟΜΗ κάθε παρακράτηση χρηματικού ποσού από τις τράπεζες. Η δε εμμονή των τραπεζών σε τέτοια παράνομη συμπεριφορά επισύρει σημαντικές έννομες συνέπειες σε βάρος τους, καθώς οι πληγέντες μισθωτοί ή συνταξιούχοι έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν κατά των τραπεζών την επανόρθωση κάθε ζημίας που υπέστησαν.

Επίσης οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι που έχουν συνομολογήσει παρόμοιους άκυρους όρους στις συμβάσεις, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν δεσμεύονται από αυτούς και έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν από την τράπεζα να απέχει από την εφαρμογή αυτών των όρων στην πράξη

================================================================

2

================================================================

[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |
[pic] | COMMISSION DES COMMUNAUTÉS EUROPÉENNES |
Βρυξέλλες, 24.10.2006
Bruxelles, le 24.10.2006
COM(2006) 618 τελικό
COM(2006) 618 final
ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΙΒΛΟΣ
LIVRE VERT
ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ: Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ
SUR L’AMÉLIORATION DE L’EXÉCUTION DES DÉCISIONS DE JUSTICE AU SEIN DE L’UNION EUROPÉENNE: LA SAISIE DES AVOIRS BANCAIRES
(υποβληθείσα από την Επιτροπή){SEC(2006) 1341}
(présenté par la Commission){SEC(2006) 1341}
ΠΡΑΣΙΝΗ ΒΙΒΛΟΣ
LIVRE VERT
ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ: Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ
SUR L’AMÉLIORATION DE L’EXÉCUTION DES DÉCISIONS DE JUSTICE AU SEIN DE L’UNION EUROPÉENNE: LA SAISIE DES AVOIRS BANCAIRES
Στόχος της παρούσας Πράσινης Βίβλου είναι η διεξαγωγή ευρείας διαβούλευσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών για τον τρόπο βελτίωσης της εκτέλεσης χρηματικών απαιτήσεων στην Ευρώπη. Η Πράσινη Βίβλος περιγράφει τα εγγενή προβλήματα της ισχύουσας κατάστασης και προτείνει, σαν ενδεχόμενη λύση, τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συστήματος για την κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών.
L’objectif du présent livre vert est de lancer une vaste consultation des parties intéressées sur les façons d’améliorer l’exécution des créances pécuniaires en Europe. Le livre vert décrit les problèmes inhérents à la situation actuelle et propose, à titre de solution éventuelle, la création d’une saisie européenne des avoirs bancaires.
Η Επιτροπή καλεί τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους πριν από τις 31 Μαρτίου 2007 στην ακόλουθη διεύθυνση:
La Commission invite les parties intéressées à présenter leurs observations avant le 31 mars 2007 à l’adresse suivante:
European CommissionDirectorate-General for Justice, Freedom and SecurityUnit C1 – Civil JusticeB – 1049 BrusselsFax: +32-2/299 64 57E-mail: jls-coop-jud-civil@cec.eu.int
Commission européenneDirection générale «Justice, liberté et sécurité»Unité C1 – Justice civileB-1049 BruxellesFax: +32-2/299 64 57E-mail: jls-coop-jud-civil@cec.eu.int
Τα ενδιαφερόμενα μέρη παρακαλούνται να αναφέρουν ρητά το κατά πόσον αντιτίθενται στη δημοσίευση των παρατηρήσεών τους στην ιστοσελίδα της Επιτροπής.
Les parties intéressées sont priées d’indiquer expressément si elles ne souhaitent pas que leurs observations soient publiées sur le site web de la Commission.
Η Επιτροπή προτίθεται να οργανώσει δημόσια ακρόαση για τα θέματα που αναλύονται από την Πράσινη Βίβλο. Όσοι αποστείλουν παρατηρήσεις στην Επιτροπή θα κληθούν να συμμετάσχουν.
La Commission envisage d’organiser une audition publique sur les thèmes abordés par le livre vert. Toutes les parties lui ayant adressé des observations seront invitées à y participer.
1. Εισαγωγή
1. INTRODUCTION
1.1. Ανεπάρκειες της ισχύουσας κατάστασης
1.1 . La situation actuelle et ses limites
Η νομοθεσία που διέπει την εκτέλεση θεωρείται συχνά ως η «Αχίλλειος πτέρνα» του ευρωπαϊκού δικαστικού χώρου. Παρά το γεγονός ότι πολλές κοινοτικές πράξεις συμπεριλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων, τη διαδικασία για να αναγνωριστούν οι αποφάσεις και να κηρυχθούν εκτελεστές και μηχανισμούς συνεργασίας των δικαστηρίων σε αστικές διαδικασίες, δεν έχει υποβληθεί μέχρι σήμερα καμία νομοθετική πρόταση σχετική με μέτρα εκτέλεσης. Προς το παρόν, η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης η οποία έχει κηρυχθεί εκτελεστή σε κάποιο άλλο κράτος μέλος υπάγεται αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαίου.
La législation en matière d’exécution est souvent considérée comme le «talon d’Achille» de l’espace judiciaire civil européen. Bien que plusieurs instruments communautaires définissent les compétences des juridictions, la procédure à suivre pour faire reconnaître les décisions et les rendre exécutoires ainsi que les mécanismes de coopération entre les tribunaux dans les procédures civiles, aucune proposition législative relative à des mesures d’exécution n’a été présentée à ce jour. Actuellement, l’exécution d’une décision judiciaire après qu’elle a été déclarée exécutoire dans un autre État membre relève exclusivement du droit national.
Οι παρούσες διαφορές των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά την εκτέλεση αποτελούν σοβαρό εμπόδιο για τη διασυνοριακή είσπραξη απαιτήσεων. Οι δανειστές που επιδιώκουν την εκτέλεση απόφασης σε άλλο κράτος μέλος βρίσκονται αντιμέτωποι με διαφορετικά νομικά συστήματα, με διάφορες διαδικαστικές απαιτήσεις και με γλωσσικά εμπόδια τα οποία συνεπάγονται συμπληρωματικά έξοδα και καθυστερήσεις κατά την εφαρμογή της διαδικασίας. Στην πράξη, ο δανειστής που επιδιώκει να εισπράξει χρηματική απαίτηση στην Ευρώπη θα προσπαθήσει ως επί το πλείστον να επιτύχει την κατάσχεση/δέσμευση[1] του/των τραπεζικού/ών λογαριασμού/ών του οφειλέτη του. Διαδικασίες αυτού του είδους υπάρχουν στα περισσότερα από τα κράτη μέλη. Εφόσον εφαρμόζονται αποτελεσματικά, μπορούν να αποτελέσουν ισχυρό όπλο κατά των απειθών ή δολίων οφειλετών.
Les disparités actuelles des législations nationales en matière d’exécution constituent une sérieux obstacle au recouvrement transfrontalier des créances. Les créanciers qui entendent faire exécuter une décision dans un autre État membre se trouvent confrontés à différents régimes juridiques, à diverses exigences procédurales et à des barrières linguistiques entraînant des coûts supplémentaires et des retards dans l’application de la procédure. Dans la pratique, un créancier qui cherche à recouvrer une créance pécuniaire en Europe essaiera le plus souvent d’obtenir la saisie[1] des avoirs bancaires de son débiteur. De telles procédures existent dans la plupart des États membres. Appliquées efficacement, elles peuvent constituer une arme puissante contre les débiteurs récalcitrants ou fraudeurs.
Εντούτοις, ενώ οι οφειλέτες είναι σήμερα σε θέση να μεταφέρουν τα χρήματά τους σχεδόν ακαριαία από λογαριασμούς που είναι γνωστοί στους δανειστές τους σε άλλους λογαριασμούς στο ίδιο ή άλλο κράτος μέλος, οι δανειστές δεν μπορούν να δεσμεύσουν αυτά τα χρήματα με την ίδια ταχύτητα. Σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές πράξεις, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί τραπεζική κατάσχεση η οποία να μπορεί να εκτελεστεί σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κυρίως, ο κανονισμός 44/2001 (Βρυξέλλες I)[2] δεν κατοχυρώνει την αναγνώριση και την εκτέλεση συντηρητικού μέτρου, όπως είναι η τραπεζική κατάσχεση, που επιτυγχάνεται μονομερώς ( ex parte) σε ένα κράτος μέλος διαφορετικό εκείνου στο οποίο διατάχθηκε[3].
Cependant, si les débiteurs sont aujourd’hui capables de transférer presque instantanément des fonds depuis des comptes connus de leurs créanciers vers d’autres comptes dans le même État membre ou dans un autre, les créanciers eux ne sont pas en mesure de bloquer ces mouvements de fonds aussi rapidement. Dans le cadre des instruments communautaires actuels, il n’est pas possible d’obtenir une saisie bancaire qui soit exécutoire dans l’ensemble de l’Union européenne. En particulier, le règlement (CE) n° 44/2001 (Bruxelles I)[2] ne garantit pas la reconnaissance et l’exécution d’une mesure conservatoire, telle qu’une saisie bancaire, obtenue d’une manière non contradictoire dans un État membre autre que celui où elle a été ordonnée[3].
Η Επιτροπή έχει ήδη τονίσει τις εγγενείς δυσκολίες που παρουσιάζει η διασυνοριακή είσπραξη απαιτήσεων στην ανακοίνωσή της του 1998 με τον τίτλο «Προς αύξηση της αποτελεσματικότητας στην έκδοση και την εκτέλεση των αποφάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης[4]». Ενόψει των διαφορών που παρουσιάζουν οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών και της πολυπλοκότητας του ζητήματος, πρότεινε να περιοριστεί αρχικά ο προβληματισμός στο ζήτημα των τραπεζικών κατασχέσεων[5]. Δύο έτη αργότερα, το πρόγραμμα αμοιβαίας αναγνώρισης καλούσε την Επιτροπή να βελτιώσει τις τραπεζικές κατασχέσεις[6]. Το 2002, η Επιτροπή δημοσίευσε μία πρόσκληση για την υποβολή προσφορών σχετικά με μελέτη για τη βελτίωση της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή αναλύει την κατάσταση στα 15 κράτη μέλη που υπήρχαν τότε και προτείνει σειρά μέτρων με σκοπό να βελτιωθεί η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κυρίως με την θέσπιση ευρωπαϊκής διαταγής κατάσχεσης τραπεζικών λογαριασμών, ευρωπαϊκών ασφαλιστικών μέτρων για τον ίδιο σκοπό και ορισμένων μέτρων με σκοπό να βελτιωθεί η διαφάνεια των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη[7]. Αυτό το τελευταίο σημείο θα αναλυθεί σε Πράσινη Βίβλο που θα δημοσιευθεί το 2007.
La Commission a déjà souligné les difficultés inhérentes au recouvrement transfrontalier des créances dans sa communication de 1998 intitulée «Vers une efficacité accrue dans l’obtention et l’exécution de décisions au sein de l’Union européenne[4]». Étant donné la diversité des législations nationales des États membres et la complexité de la matière, elle proposait de limiter initialement la réflexion au problème des saisies bancaires[5]. Deux ans plus tard, le Programme de reconnaissance mutuelle invitait la Commission à améliorer les saisies bancaires[6]. En 2002, la Commission a publié un appel d’offres concernant une étude sur l’amélioration de l’exécution des décisions judiciaires dans l’Union européenne . Celle-ci analyse la situation dans les 15 États membres de l’époque et propose plusieurs mesures visant à améliorer l’exécution des décisions judiciaires dans l’Union européenne, notamment la création d’une ordonnance européenne de saisie des avoirs bancaires, une ordonnance conservatoire européenne aux mêmes fins et un certain nombre de mesures destinées à améliorer la transparence du patrimoine du débiteur[7]. Ce dernier point sera traité dans un livre vert qui sera publié en 2007.
Τα προβλήματα που συνδέονται με τη διασυνοριακή είσπραξη απαιτήσεων ενέχουν τον κίνδυνο να αποτελέσουν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των διαταγών πληρωμής στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η υπερήμερη πληρωμή και η απουσία πληρωμής απειλούν τα συμφέροντα των επιχειρήσεων και των καταναλωτών. Οι διαφορές που υπάρχουν όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της είσπραξης απαιτήσεων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέχουν εξίσου τον κίνδυνο νόθευσης του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που δρούν στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανάλογα με το κατά πόσον αυτές δρουν σε κράτη μέλη με αποτελεσματικά συστήματα εκτέλεσης των διαταγών πληρωμής ή σε άλλα στα οποία συμβαίνει το αντίθετο. Πρέπει ως εκ τούτου να προβλεφθεί κοινοτική δράση στον συγκεκριμένο τομέα.
Les problèmes liés au recouvrement transfrontalier de créances risquent de constituer un obstacle à la libre circulation des injonctions de payer au sein de l’Union européenne et au bon fonctionnement du marché intérieur. Les paiements tardifs et les impayés menacent les intérêts des entreprises et des consommateurs. L’efficacité variable du recouvrement des créances au sein de l’Union européenne risque également de fausser la concurrence entre les entreprises, selon qu’elles sont actives dans des États membres dont le système d’exécution des injonctions de payer est efficace ou dans d’autres où ce n’est pas le cas. Il convient donc d’envisager une action communautaire dans ce domaine.
2. Πιθανή λύση: Ένα ευρωπαϊκό σύστημα κατάσχεσης τραπεζικών λογαριασμών
2. SOLUTION PROPOSÉE: LA SAISIE EUROPÉENNE DES AVOIRS BANCAIRES
Μια ενδεχόμενη λύση θα ήταν να δημιουργηθεί μία ευρωπαϊκή διαταγή κατάσχεσης τραπεζικών λογαριασμών. Αυτή θα επέτρεπε στον δανειστή να διασφαλίσει χρηματικό ποσό που του οφείλεται ή αξιώνεται από αυτόν εμποδίζοντας την ανάληψη ή μεταφορά χρημάτων που φυλάσσονται από τον οφειλέτη του σε έναν ή περισσότερους τραπεζικούς λογαριασμούς στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης[8]. Αυτή η διαταγή θα πρέπει να έχει αυστηρά χαρακτήρα ασφαλιστικού μέτρου, υπό την έννοια ότι θα δεσμεύει τα χρήματα του οφειλέτη σε τραπεζικό λογαριασμό χωρίς να τα μεταφέρει στον λογαριασμό του δανειστή. Η διαδικασία θα υπόκειται σε όρους για την έκδοση της διαταγής συμπεριλαμβάνοντας ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας του οφειλέτη. Μια διαταγή κατάσχεσης εκδιδόμενη σε ένα κράτος μέλος θα αναγνωρίζεται και θα εκτελείται σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να χρειάζεται κήρυξη της εκτελεστότητας.
Une solution éventuelle consisterait à créer une ordonnance européenne de saisie des avoirs bancaires. Celle-ci permettrait au créancier de mettre en sûreté une somme d’argent qui lui est due ou qu’il réclame, en empêchant le retrait ou le transfert de fonds détenus par son débiteur sur un ou plusieurs compte(s) bancaires ouverts sur le territoire de l’Union européenne[8]. Cette ordonnance serait strictement conservatoire puisqu’elle bloquerait les fonds du débiteur sur le compte bancaire sans entraîner leur transfert sur le compte d’un créancier. La procédure envisagée prévoirait des conditions pour la délivrance de l’ordonnance de manière, entre autres, à assurer au débiteur un niveau de protection suffisant. Une ordonnance de saisie rendue dans un État membre serait reconnue et exécutoire dans toute l’Union européenne sans qu’aucune déclaration lui reconnaissant force exécutoire ne soit requise.
Ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να εγκαθιδρυθεί με τη δημιουργία μιας νέας αυτόνομης ευρωπαϊκής διαδικασίας η οποία θα συμπλήρωνε τα μέτρα εθνικού δικαίου ή ακόμα με την εναρμόνιση, μέσω οδηγίας, των εθνικών νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών. Στην τελευταία περίπτωση, θα χρειαστεί η θέσπιση συμπληρωματικών διατάξεων για να εξασφαλιστεί η αναγνώριση και η εκτέλεση στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαταγής κατάσχεσης που εκδίδεται από κάποιο κράτος μέλος.
Un tel instrument pourrait être mis en place par la création d’une nouvelle procédure européenne autonome qui viendrait compléter les mesures de droit national, ou encore par l’harmonisation, par voie de directive, des législations nationales des États membres relatives à la saisie d’avoirs bancaires. Dans ce dernier cas, des dispositions supplémentaires devraient être arrêtées pour garantir la reconnaissance et l’exécution dans l’ensemble de l’Union européenne d’une ordonnance de saisie délivrée dans un État membre.
Η απόφαση υποβολής ή μη νομοθετικής πρότασης στον συγκεκριμένο τομέα θα εξαρτηθεί από την ανάλυση αντικτύπου η οποία θα αξιολογήσει την έκταση των προβλημάτων που συνδέονται με τη διασυνοριακή είσπραξη απαιτήσεων και την αποτελεσματικότητα ενδεχόμενων εναλλακτικών λύσεων αντί μιας ευρωπαϊκής νομοθετικής ρύθμισης. Οι προτάσεις που διατυπώνονται στο παρόν έγγραφο δεν προδικάζουν το αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης αντικτύπου.
La décision de présenter ou non une proposition législative dans ce domaine dépendra d’une analyse d’impact qui appréciera l’ampleur des problèmes liés au recouvrement transfrontalier des créances et l’efficacité des solutions envisageables en lieu et place d’une réglementation européenne. Les propositions formulées dans le présent document ne préjugent pas du résultat de cette analyse d’impact.
Ερώτηση 1: Θεωρείτε ότι υπάρχει ανάγκη κοινοτικής πράξης για την κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών με σκοπό να βελτιωθεί η είσπραξη απαιτήσεων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν ναι, πρέπει να θεσπιστεί μία αυτόνομη ευρωπαϊκή διαδικασία ή να εναρμονιστούν οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών που αφορούν την κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών;
Question 1: Estimez-vous nécessaire de créer un instrument communautaire de saisie des avoirs bancaires afin d’améliorer le recouvrement des créances au sein de l’UE? Si tel est le cas, faudrait-il instituer une procédure européenne autonome ou harmoniser les législations nationales des États membres en matière de saisie d’avoirs bancaires?
Ερώτηση 2: Είστε της γνώμης ότι η κοινοτική πράξη θα πρέπει να περιοριστεί σε ασφαλιστικά μέτρα που εμποδίζουν την ανάληψη και μεταφορά χρηματικών ποσών που φυλάσσονται σε τραπεζικούς λογαριασμούς;
Question 2: Êtes-vous d’avis que l’instrument communautaire devrait se limiter à des ordonnances conservatoires empêchant le retrait et le transfert de sommes détenues sur des comptes bancaires?
3. Διαδικασία για την έκδοση διαταγής κατάσχεσης
3. PROCÉDURE D’OBTENTION D’UNE ORDONNANCE DE SAISIE
3.1. Συνθήκες υπό τις οποίες ο δανειστής μπορεί να υποβάλει αίτηση για την έκδοση διαταγής κατάσχεσης
3.1. Circonstances dans lesquelles un créancier peut solliciter une ordonnance de saisie
Το ερώτημα που προκύπτει είναι σε ποια στάδια ο επισπεύδων δανειστής μιας χρηματικής απαίτησης πρέπει να είναι σε θέση να υποβάλει αίτηση για την έκδοση διαταγής κατάσχεσης σύμφωνα με το ευρωπαϊκό σύστημα. Υπάρχουν δυνάμει τέσσερα χρονικά σημεία στα οποία ο δανειστής μπορεί να υποβάλει αίτηση για τη λήψη ενός τέτοιου ασφαλιστικού μέτρου για να διαφυλάξει τα δικαιώματά του:
Il convient de s’interroger sur les stades auxquels le créancier, au cours du recouvrement d’une créance pécuniaire, devrait être en mesure de solliciter une ordonnance de saisie dans le cadre de l’instrument européen proposé. Le créancier pourrait demander une telle mesure conservatoire pour faire préserver ses droits à quatre différents stades:
– πριν από την έναρξη δικαστικής διαδικασίας για να εξεταστεί το βάσιμο της απαίτησης·
– avant l’ouverture d’une procédure judiciaire devant examiner le bien-fondé de la créance;
– ταυτόχρονα με την έγερση της κύριας αγωγής,
– simultanément à l’introduction du recours principal;
– σε μεταγενέστερο στάδιο κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας και
– à tout stade ultérieur de la procédure judiciaire;
– κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ της έκδοσης διαταγής σε ένα κράτος μέλος και της κήρυξης της εκτελεστότητας της διαταγής στο κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται ο λογαριασμός του οφειλέτη.
– pendant la période comprise entre la délivrance de l’ordonnance dans un État membre et l’adoption de la déclaration lui reconnaissant force exécutoire dans l’État membre où est ouvert le compte du débiteur.
Προβάλλεται το επιχείρημα ότι πρέπει να χορηγηθεί η μέγιστη δυνατή ευελιξία στον δανειστή παρέχοντάς του τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση για την έκδοση διαταγής κατάσχεσης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά ο κατάλληλος τρόπος για να προστατευτούν τα συμφέροντα του οφειλέτη, ιδιαίτερα όσον αφορά μια αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που προηγείται της κύριας προσφυγής. Μια διαταγή κατάσχεσης κατά το ευρωπαϊκό σύστημα θα συμπληρώνει και θα συμβιβάζεται με τις ισχύουσες ευρωπαϊκές πράξεις στον τομέα της πολιτικής δικαιοσύνης.
Il convient d’accorder la plus grande latitude au créancier en lui permettant de solliciter une ordonnance de saisie à n’importe quelle étape de la procédure. Dans ce contexte, il y a lieu d’examiner avec soin la manière adéquate de protéger les intérêts du débiteur, en particulier s’agissant d’une demande de mesures provisoires antérieure au recours principal. Dans le cadre de l’instrument européen envisagé, l’ordonnance de saisie viendrait compléter les instruments européens en vigueur dans le domaine de la justice civile et serait compatible avec ceux-ci.
Ερώτηση 3: Θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα έκδοσης διαταγής κατάσχεσης σε κάθε ένα από τα τέσσερα στάδια που περιγράφονται στο σημείο 3.1 ανωτέρω ή μόνο σε ορισμένα εξ αυτών;
Question 3: Faudrait-il donner la possibilité d’obtenir une ordonnance de saisie à chacun des quatre stades décrits au point 3.1 ci-dessus ou uniquement à certains d’entre eux?
3.2. Προϋποθέσεις έκδοσης
3.2. Conditions de délivrance
Η διαταγή κατάσχεσης θα μπορούσε να εκδίδεται από το δικαστήριο σύμφωνα με τη διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων, κατόπιν αιτήσεως του δανειστή, μέσω εντύπου διαθέσιμου σε όλες τις κοινοτικές γλώσσες. Ο δανειστής θα πρέπει καταρχάς να πείσει το δικαστήριο ότι έχει θεμελιωμένη απαίτηση έναντι του οφειλέτη (» fumus boni iuris «). Ένα εκτελεστό δικαίωμα – δικαστική απόφαση ή δημόσιο έγγραφο – θα πρέπει να επαρκεί για τη θεμελίωση της απαίτησης. Ο δανειστής ο οποίος ζητεί την έκδοση διαταγής κατάσχεσης πριν να αποκτήσει εκτελεστό δικαίωμα θα πρέπει να προσκομίσει αποδείξεις προς υποστήριξη της αξίωσής του.
L’ordonnance de saisie pourrait être délivrée par un tribunal siégeant en référé, sur requête du créancier, au moyen d’un formulaire disponible dans toutes les langues communautaires. Le créancier devrait tout d’abord convaincre le tribunal qu’il a une créance fondée à l’encontre du débiteur («fumus boni iuris»). Un titre exécutoire – une décision de justice ou un acte authentique – devrait suffire à établir la créance. Le créancier qui sollicite une ordonnance de saisie avant d’obtenir un titre exécutoire devrait produire des preuves à l’appui de sa créance.
Στη συνέχεια ο δανειστής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη επείγοντος, όπως το γεγονός ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος αποτυχίας της εκτέλεσης της απαίτησης εάν δεν χορηγηθεί το μέτρο (» periculum in mora «). Οι διαφορές μεταξύ των νομικών συστημάτων των κρατών μελών επιβάλλουν να εξετάζεται μετά προσοχής ο ακριβής χαρακτήρας αυτής της υποχρέωσης, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη την ανάγκη εξισορρόπησης των συμφερόντων δανειστή και οφειλέτη.
Par ailleurs, le créancier serait tenu d’établir l’existence d’une urgence telle que le recouvrement de la créance est réellement menacé si la mesure n’est pas accordée («periculum in mora»). Les disparités entre les systèmes juridiques des États membres commandent d’examiner avec attention la nature exacte de cette obligation, en gardant à l’esprit la nécessité de mettre en balance les intérêts du créancier et ceux du débiteur.
Τέλος, το δικαστήριο θα πρέπει να μπορεί να ζητήσει από τον δανειστή τη σύσταση ασφάλειας ή εγγύησης, προκειμένου να προστατεύσει τον οφειλέτη από τις ενδεχόμενες απώλειες ή ζημίες στην περίπτωση κατά την οποία το μέτρο θα ακυρωθεί κατά την κύρια διαδικασία. Στο προκείμενο τίθεται το ερώτημα του κατά πόσον ο καθορισμός του ποσού της εγγύησης θα πρέπει να επαφίεται στην αξιολόγηση του δικαστή ή να ρυθμίζεται από την εθνική νομοθεσία, και κατά πόσον η υποχρέωση σύστασης εγγύησης μπορεί να θεσπιστεί χωρίς την εναρμόνιση της υποχρέωσης του δανειστή για οποιεσδήποτε ζημίες προκύψουν ενδεχομένως για τον οφειλέτη από την εσφαλμένη χρήση της κατάσχεσης στην περίπτωση που ο δανειστής δεν επιτύχει τελικά να θεμελιώσει την απαίτησή του.
Enfin, le tribunal devrait pouvoir demander au créancier de constituer une garantie ou une caution , afin de protéger le débiteur contre des pertes et dommages éventuels dans l’hypothèse où la mesure serait annulée à l’issue du recours principal. À cet égard, la question se pose de savoir si le montant de la garantie doit être laissé à l’appréciation du juge ou être régi par la législation nationale, et si l’obligation de constituer une garantie peut être instituée sans harmoniser la responsabilité du créancier en ce qui concerne les pertes que le débiteur est susceptible d’essuyer par suite d’une utilisation indue de la saisie, dans l’hypothèse où le créancier ne parvient finalement pas à établir sa créance.
Ερώτηση 4: Σε ποιο βαθμό πρέπει να ανατίθεται στον δανειστή να πείσει το δικαστήριο ότι η απαίτηση την οποία έχει έναντι του οφειλέτη επαρκεί για να δικαιολογήσει διαταγή κατάσχεσης;
Question 4: Dans quelle mesure incombe-t-il au créancier de convaincre le tribunal que sa créance à l’encontre du débiteur suffit à justifier une ordonnance de saisie?
Ερώτηση 5 : Το επείγον πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής κατάσχεσης πριν από την απόκτηση εκτελεστού τίτλου; Σε περίπτωση κατάφασης, πώς μπορεί να προσδιοριστεί αυτή η προϋπόθεση;
Question 5: L’urgence devrait-elle conditionner la prise d’une ordonnance de saisie avant l’obtention d’un titre exécutoire? Dans l’affirmative, comment définir cette condition?
Ερώτηση 6: Η υποχρέωση που επιβάλλεται στον δανειστή να συστήσει ασφάλεια ή εγγύηση θα πρέπει να επαφίεται στην εκτίμηση του δικαστηρίου όταν αυτό εκδίδει διαταγή κατάσχεσης; Πώς μπορεί να υπολογιστεί το ποσό αυτής της εγγύησης ή ασφάλειας;
Question 6: L’obligation faite au créancier de constituer un dépôt ou une garantie bancaire devrait-elle être laissée à l’appréciation du tribunal lorsqu’il rend une ordonnance de saisie? Comment calculer le montant de cette garantie ou de ce dépôt?
3.3. Ακρόαση του οφειλέτη
3.3. Audition du débiteur
Σύμφωνα με την ισχύουσα πρακτική σε ορισμένα κράτη μέλη, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι δεν θα πρέπει να υπάρχει ακρόαση του οφειλέτη ούτε κοινοποίηση ή επίδοση προς αυτόν πριν από την εκτέλεση της τραπεζικής κατάσχεσης, επειδή κάτι τέτοιο θα αποδυνάμωνε ουσιαστικά τον επιδιωκόμενο στόχο που είναι να αποτρέψει τις κινήσεις κεφαλαίων εις βάρος ενδεχομένως του δανειστή και να διαφυλάξει το «στοιχείο έκπληξης» του μέτρου. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο οφειλέτης θα ενημερώνεται για την κατάσχεση ταυτόχρονα με την εκτέλεσή της και θα έχει ως εκ τούτου τη δυνατότητα να την αμφισβητήσει.
On pourrait arguer, conformément à la pratique actuelle de certains États membres, qu’il ne devrait y avoir aucune audition du débiteur ni notification adressée à celui-ci avant l’exécution de la saisie bancaire. Ceci irait en effet à l’encontre de l’objectif poursuivi, c’est-à-dire empêcher les mouvements de fonds au détriment éventuel du créancier, et ne préserverait pas l’effet de surprise. Dans ce cas, le débiteur serait averti de la saisie au moment de son exécution et il aurait alors la possibilité de la contester.
Ερώτηση 7: Πρέπει να προηγηθεί ακρόαση του οφειλέτη ή επίδοση και κοινοποίηση πριν από την έκδοση διαταγής κατάσχεσης;
Question 7: Le débiteur devrait-il être entendu ou recevoir une notification avant la délivrance d’une ordonnance de saisie?
3.4. Λεπτομέρειες για τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με τον λογαριασμό
3.4. Détail des informations requises concernant le compte
Τίθεται το ερώτημα σχετικά με τον χαρακτήρα και την έκταση των πληροφοριών που αφορούν τον/τους λογαριασμό/ούς του οφειλέτη, τις οποίες θα είναι υποχρεωμένος να χορηγεί ο δανειστής, όταν ζητεί την έκδοση διαταγής κατάσχεσης. Ενώ είναι σαφές ότι οφείλει να προσδιορίζει το ακριβές όνομα του οφειλέτη, είναι πιο δύσκολο να προσδιοριστεί ο βαθμός λεπτομέρειας όσον αφορά τον λογαριασμό. Το ζήτημα του κατά πόσον ο δανειστής πρέπει να είναι υποχρεωμένος να ανακοινώνει τον ακριβή αριθμό ή αριθμούς λογαριασμού/ών είναι ιδιαίτερα αμφισβητούμενο. Δεδομένου ότι ορισμένα κράτη μέλη επιτρέπουν την έκδοση διαταγών τραπεζικής κατάσχεσης απουσία αυτών των πληροφοριών και ότι ο δανειστής αντιμετωπίζει συχνά ιδιαίτερες δυσκολίες να τις συγκεντρώσει, θα μπορούσε να συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι ο προσδιορισμός των ακριβών αριθμών λογαριασμών δεν πρέπει να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση. Εντούτοις, τα στοιχεία που παρέχονται από τον δανειστή πρέπει να είναι επαρκώς λεπτομερή για να επιτρέπουν στην τράπεζα να προσδιορίζει τον πελάτη της και για να περιορίζουν τους κινδύνους καταχρηστικών κατασχέσεων λόγω εσφαλμένης ταυτότητας. Θα πρέπει να εξετασθεί το κατά πόσον, πέραν από το ακριβές όνομα του οφειλέτη, θα αρκούσε να ζητούνται λεπτομερή στοιχεία της θυγατρικής της τράπεζας που διαχειρίζεται τον λογαριασμό/τους λογαριασμούς.
Se pose la question de la nature et de l’étendue des informations relatives au(x) compte(s) du débiteur que le créancier serait tenu de fournir lorsqu’il sollicite une ordonnance de saisie. S’il est clair qu’il devrait indiquer le nom exact du débiteur, le niveau de détail nécessaire concernant le compte est plus difficile à définir. La question de savoir si le créancier doit être tenu de communiquer le(s) numéro(s) de compte(s) exact(s) est particulièrement controversée. Étant donné que certains États membres autorisent la délivrance d’ordonnances de saisie bancaire en l’absence de ces informations et que le créancier éprouve souvent les pires difficultés à les rassembler, on pourrait arguer que l’indication de numéros de compte exacts ne doit pas être une condition indispensable. Néanmoins, les données fournies par le créancier doivent être suffisamment détaillées pour permettre à la banque d’identifier son client et pour limiter les risques de saisies pratiquées à tort suite à des erreurs d’identité. Il convient d’examiner si, en plus du nom exact du débiteur, il pourrait être suffisant de demander les coordonnées de la succursale bancaire qui gère le(s) compte(s).
Ερώτηση 8 : Ποιες ελάχιστες πληροφορίες πρέπει να παρέχονται για την έκδοση διαταγής κατάσχεσης;
Question 8: Quelles informations minimales devraient être fournies aux fins d’une ordonnance de saisie?
3.5. Ζητήματα δικαιοδοσίας
3.5. Questions juridictionnelles
Δεδομένου ότι στα περισσότερα κράτη μέλη, τα δικαστήρια που εκδικάζουν την κύρια προσφυγή είναι αρμόδια να διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ένα δικαστήριο αρμόδιο να εκδικάσει επί της ουσίας δυνάμει του σχετικού ευρωπαϊκού κανονισμού θα πρέπει να είναι εξίσου αρμόδιο για να αποφανθεί σχετικά με ασφαλιστικό μέτρο στο πλαίσιο της προτεινόμενης ευρωπαϊκής πράξης.
Puisque dans la plupart des États membres, les juridictions statuant dans le recours principal sont compétentes pour ordonner des mesures conservatoires, on pourrait avancer qu’un tribunal compétent pour connaître du fond en vertu de la réglementation européenne pertinente devrait aussi être compétent pour prononcer une ordonnance conservatoire dans le cadre de l’instrument européen proposé.
Πέραν του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να εκδικάζει την κύρια υπόθεση, η διαταγή κατάσχεσης θα μπορούσε να εκδίδεται από τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, εφόσον αυτό είναι διαφορετικό, και/ή τα δικαστήρια κάθε κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται τραπεζικός λογαριασμός που θα αποτελέσει το αντικείμενο κατάσχεσης.
Outre la juridiction compétente pour statuer dans l’affaire principale, les tribunaux de l’État membre où le défendeur a son domicile, si celui-ci est différent, et/ou les tribunaux de tout État membre où se trouve un compte bancaire devant faire l’objet d’une saisie, pourraient rendre l’ordonnance de saisie.
Δεδομένου ότι ο στόχος της ευρωπαϊκής πράξης είναι να επανορθώσει την ισχύουσα κατάσταση σύμφωνα με την οποία ο δανειστής οφείλει να απευθυνθεί στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός, μία ενδεχόμενη λύση θα ήταν να επιτραπεί στον δανειστή να επιλέξει μεταξύ των διαφόρων προαναφερόμενων δικαστηρίων.
Étant donné que le but de l’instrument européen serait de remédier à la situation actuelle dans laquelle le créancier doit s’adresser à l’État membre où se trouve le compte, on pourrait envisager de permettre au créancier de choisir entre les différentes instances mentionnées ci-dessus.
Ερώτηση 9: Πιστεύετε ότι δικαιοδοσία για την έκδοση διαταγής κατάσχεσης πρέπει να έχουν τα δικαστήρια που είναι αρμόδια να εκδικάσουν την ουσία της υπόθεσης σύμφωνα με τη σχετική κοινοτική νομοθεσία και/ή τα δικαστήρια του τόπου στον οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός; Πρέπει το δικαστήριο της κατοικίας του εναγομένου να έχει πάντα δικαιοδοσία για την έκδοση διαταγής κατάσχεσης, ακόμα και στις περιπτώσεις που δεν έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με τον κανονισμό 44/2001;
Question 9: Êtes-vous d’avis que les juridictions compétentes pour connaître du fond de l’affaire en vertu du droit communautaire applicable et/ou les tribunaux du lieu où se trouve le compte devraient être compétents pour rendre l’ordonnance de saisie? Est-ce que le tribunal du domicile du défendeur devrait toujours être compétent pour ordonner une saisie, même s’il n’est pas compétent en vertu du règlement (CE) n° 44/2001?
4. Ποσά και όρια της ευρωπαϊκής διαταγής κατάσχεσης
4. MONTANTS ET LIMITES DE L’ORDONNANCE DE SAISIE EUROPÉENNE
4.1 . Ποσό προς εξασφάλιση
4.1. Montant à mettre en sûreté
Ένα μέτρο που θα μπορούσε να αποτρέψει τις καταχρήσεις και θα ήταν αναλογικό θα ήταν να περιοριστεί η κατάσχεση σε ένα ειδικό ποσό και όχι να επιτραπεί η κατάσχεση του συνόλου του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού του οφειλέτη στον λογαριασμό ή στους λογαριασμούς που κατάσχονται. Αυτό το ποσό θα πρέπει να εξαρτάται από το ποσό που αξιώνεται από τον δανειστή (συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των δικαστικών εξόδων που ενδεχομένως οφείλονται στον δανειστή). Θα πρέπει να εξεταστεί σε ποιο βαθμό θα πρέπει να εξασφαλιστούν με την κατάσχεση συμπληρωματικά ποσά, κυρίως οι μελλοντικές πληρωμές τόκων και τα έξοδα στα οποία προβαίνει ο δανειστής για να ζητήσει και να εκτελέσει την κατάσχεση (δικηγορικά έξοδα, έξοδα υπαλλήλων εκτέλεσης και τραπεζικά έξοδα).
Limiter la saisie à un montant spécifique, plutôt que de permettre la saisie de l’intégralité du solde créditeur du débiteur sur le(s) compte(s) saisi(s), serait une mesure qui éviterait les abus et serait proportionnée. Ce montant devrait dépendre de la somme réclamée par le créancier (y compris les intérêts et frais judiciaires éventuellement dus au créancier). Il conviendrait d’examiner dans quelle mesure des montants complémentaires, notamment les paiements d’intérêts futurs et les frais encourus par le créancier pour demander et faire exécuter la saisie (coûts à l’intervention des avocats, des agents d’exécution et de la (des) banque(s)) devraient être mis en sûreté par la saisie.
Ερώτηση 10: Συμφωνείτε ότι η κατάσχεση θα πρέπει να περιορίζεται σε ειδικό ποσό; Εάν ναι, πώς μπορεί να προσδιοριστεί το συγκεκριμένο ποσό;
Question 10: Êtes-vous d’avis que la saisie devrait être limitée à une certaine somme? Si tel est le cas, comment déterminer cette somme?
4.2. Έξοδα που βαρύνουν τις τράπεζες
4.2. Coûts supportés par les banques
Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η εκτέλεση τραπεζικής κατάσχεσης και η παρακολούθηση του πιστωτικού υπολοίπου στον λογαριασμό του οφειλέτη γεννούν ορισμένα έξοδα για τις τράπεζες. Θα μπορούσε εξίσου να υποστηριχθεί ότι οι τράπεζες οφείλουν να εκτελούν την κατάσχεση ως παροχή δημόσιας υπηρεσίας και να επιβαρύνονται με όλα τα ενδεχόμενα έξοδα στο πλαίσιο των δικών τους εξόδων εκμετάλλευσης. Οι ίδιες οι τράπεζες είναι μερικές φορές δανειστές ή έχουν δανειστές σαν πελάτες. Έχουν ως εκ τούτου συμφέρον στην επιτυχή είσπραξη των απαιτήσεων. Κατά συνέπεια το ζήτημα που τίθεται είναι το κατά πόσον οι τράπεζες θα πρέπει να αμείβονται για τον ρόλο που αναλαμβάνουν στον τομέα των κατασχέσεων και, σε περίπτωση κατάφασης, κατά πόσον το ποσό που θα έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν θα πρέπει να προσδιορίζεται σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο. Θα πρέπει να προσδιοριστεί εάν ο δανειστής θα πρέπει να υποχρεώνεται να καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό στην τράπεζα πριν από την εκτέλεση της κατάσχεσης ή εάν η τράπεζα θα πρέπει να αφαιρεί αυτό το τελευταίο ποσό από τον κατασχεθέντα λογαριασμό.
On peut faire valoir que l’exécution d’une saisie bancaire et la surveillance des soldes créditeurs sur le compte du débiteur occasionnent certains frais aux banques. On pourrait également soutenir que les banques devraient exécuter les saisies à titre de service public et supporter tous les coûts éventuels dans le cadre de leurs charges d’exploitation. Les banques elles-mêmes sont parfois créancières, ou ont des créanciers pour clients. Elles ont donc tout intérêt à ce que le recouvrement des créances aboutisse. La question se pose donc de savoir si les banques devraient être rémunérées pour le rôle qu’elles assument en matière de saisies et, dans l’affirmative, si le montant auquel elles auraient droit devrait être plafonné au niveau national ou européen. Il conviendra de déterminer si le créancier devrait être tenu de payer ce montant à la banque avant l’exécution de la saisie ou si la banque devrait déduire ce dernier du compte saisi.
Ερώτηση 11: Θεωρείτε ότι οι τράπεζες θα πρέπει να αμείβονται για την εκτέλεση διαταγής κατάσχεσης; Εάν αυτό ισχύει, θα πρέπει να προσδιοριστεί κατ’ανώτατο όριο το ποσό το οποίο δικαιούνται; Ο δανειστής θα πρέπει να πληρώνει εκ των προτέρων την τράπεζα ή το ποσό θα πρέπει να αφαιρείται από το πιστωτικό υπόλοιπο του κατασχεθέντος λογαριασμού;
Question 11: Estimez-vous que les banques devraient être rémunérées pour l’exécution d’une ordonnance de saisie? Si tel est le cas, devrait-on plafonner le montant auquel elles auraient droit? Le créancier devrait-il payer la banque à l’avance, ou bien le montant dû devrait-il être déduit du solde créditeur du compte saisi?
4.3. Κατάσχεση περισσοτέρων λογαριασμών, κοινών λογαριασμών και λογαριασμών εκπροσώπου
4.3. Saisie de plusieurs comptes, de comptes joints et de comptes de mandataire
Εάν ο δανειστής επιθυμεί να δεσμεύσει ταυτόχρονα πολλούς λογαριασμούς ευρισκόμενους σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη επειδή το πιστωτικό υπόλοιπο ενός λογαριασμού κινδυνεύει να είναι ανεπαρκές για να καλύψει την απαίτηση, προκύπτει το ερώτημα εάν και πώς τα κατασχεθέντα ποσά σε κάθε έναν από αυτούς τους λογαριασμούς μπορούν να περιοριστούν για να αποφευχθεί η κατάσχεση διπλάσιου ή τριπλάσιου ποσού από το οφειλόμενο. Αυτό το πρόβλημα είναι παρεμφερές με την ήδη υπάρχουσα κατάσταση σε ορισμένα κράτη μέλη, στα οποία μια διαταγή κατάσχεσης που έχει επιδοθεί στην κεντρική έδρα μιας τράπεζας δεσμεύει όλους τους λογαριασμούς που υπάρχουν στις θυγατρικές της τράπεζας αυτής. Μια πιθανή λύση στο συγκεκριμένο πρόβλημα θα ήταν να προβλεφθεί η μεταφορά του οφειλόμενου ποσού σε χωριστό λογαριασμό και η αποδέσμευση στη συνέχεια των κατασχεθέντων λογαριασμών. Θα πρέπει να αναλυθεί ο τρόπος με τον οποίο ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να λειτουργήσει με διαφορετικές τράπεζες και διαμέσου διαφορετικών κρατών μελών.
Si le créancier souhaite bloquer simultanément plusieurs comptes ouverts dans un ou plusieurs États membres parce que le solde créditeur d’un compte risque d’être insuffisant pour couvrir la créance, la question se pose de savoir si et comment les montants saisis sur chacun de ces comptes peuvent être limités pour éviter la saisie d’un montant égal à deux ou trois fois la somme due. Ce problème s’apparente à la situation que connaissent déjà certains États membres dans lesquels une ordonnance de saisie notifiée au siège central d’une banque bloque tous les comptes détenus dans les succursales de celle-ci. Une solution possible à ce problème consisterait à prévoir le virement de la somme due sur un compte distinct et à débloquer ensuite les comptes saisis. Il conviendrait d’analyser comment un tel système pourrait fonctionner en présence de banques différentes et entre différents États membres.Des questions se posent également concernant la saisie de comptes joints, c’est-à-dire de comptes ouverts aux noms de deux époux, et de comptes de mandataire, c’est-à-dire de comptes ouverts au nom du titulaire pour le compte du débiteur.
Προκύπτουν επίσης ερωτήματα όσον αφορά την κατάσχεση κοινών λογαριασμών, δηλαδή λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί στα ονόματα δύο συζύγων, και η κατάσχεση λογαριασμών εκπροσώπου, δηλαδή λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί στο όνομα του δικαιούχου για λογαριασμό του οφειλέτη.
Question 12: Si l’ordonnance de saisie porte sur plusieurs comptes, comment la somme à saisir devrait-elle être répartie entre ces comptes?
Ερώτηση 12: Εάν η διαταγή κατάσχεσης αφορά περισσότερους λογαριασμούς, πώς μπορεί το ποσό που πρόκειται να κατασχεθεί να κατανεμηθεί μεταξύ αυτών των λογαριασμών;
Question 13: Comment procéder à la saisie de comptes joints et de comptes de mandataire?
Ερώτηση 13 : Πώς πρέπει να διεξαχθεί η κατάσχεση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών εκπροσώπου;
4.4. Montants exemptés d’exécution
4.4. Ποσά εξαιρούμενα εκτέλεσης
Pour protéger la dignité et la vie de famille du débiteur, certaines sommes doivent être exemptées d’exécution. C’est le cas notamment des sommes que le débiteur a le droit de conserver pour subvenir à ses besoins alimentaires et à ceux de sa famille. Il conviendra donc de déterminer à quel moment ces montants devront être définis et de quelle façon, que ce soit par le juge ordonnant la saisie, l’autorité d’exécution ou la banque qui gère le compte. Cette question devrait-elle être réglée d’office ou uniquement sur requête du débiteur? Enfin, comment cette somme devrait-elle être définie et calculée – conformément au droit de l’État membre dans lequel l’ordonnance a été rendue, à celui de l’État membre où le compte est ouvert, ou encore conformément à un régime européen harmonisé, les montants devant être définis de façon adéquate, par exemple suivant une règle générale ou d’indexation?
Για να προστατευτεί η αξιοπρέπεια και ο οικογενειακός βίος του οφειλέτη, ορισμένα ποσά πρέπει να εξαιρούνται εκτέλεσης. Αυτό ισχύει κυρίως όσον αφορά τα ποσά τα οποία ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να διατηρήσει για την εξυπηρέτηση των δικών του αναγκών διατροφής και των αναγκών της οικογενείας του. Θα πρέπει κατά συνέπεια να προσδιορισθεί σε ποια στιγμή πρέπει να προσδιοριστούν αυτά τα ποσά και με ποιο τρόπο, είτε από τον δικαστή που διατάσσει την κατάσχεση, είτε από την αρχή εκτέλεσης ή την τράπεζα που διαχειρίζεται τον λογαριασμό. Αυτό το ζήτημα θα πρέπει να ρυθμίζεται αυτεπαγγέλτως ή μόνο μετά από αίτηση του οφειλέτη; Τέλος, πώς πρέπει να καθοριστεί και να υπολογιστεί το συγκεκριμένο ποσό – σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο έχει εκδοθεί η διαταγή, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός ή σύμφωνα με ένα εναρμονισμένο ευρωπαϊκό σύστημα το οποίο θα χρειάζεται να εξειδικεύει τα ποσά με κατάλληλο τρόπο, όπως για παράδειγμα μέσω γενικού κανόνα ή κανόνα τιμαριθμικής προσαρμογής;
Question 14: La question de savoir si certaines sommes doivent être exclues de l’exécution devrait-elle être examinée d’office au moment de la délivrance/de l’exécution de la saisie, ou devrait-il incomber au débiteur de former opposition en ce sens? Comment et par qui le montant exempté d’exécution devrait-il être calculé, et sur quelle base?
Ερώτηση 14: Το ζήτημα του κατά πόσον ορισμένα ποσά πρέπει να εξαιρούνται εκτέλεσης θα πρέπει να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως κατά τη στιγμή της έκδοσης/εκτέλεσης της κατάσχεσης ή θα εξαρτάται από την άσκηση ανακοπής εκ μέρους του οφειλέτη; Πώς και από ποιον πρέπει να υπολογίζεται το εξαιρούμενο εκτέλεσης ποσό και σε ποια βάση;
5. EFFETS D’UNE ORDONNANCE DE SAISIE
5. Αποτελέσματα μιας διαταγής κατάσχεσης
5.1. Mise en œuvre
5.1. Εφαρμογή
Dès qu’un tribunal d’un État membre a rendu une ordonnance de saisie, la question de sa mise en œuvre se pose. Étant donné la nécessité d’agir vite et la nature strictement conservatoire de l’instrument, il est proposé que la saisie prenne effet immédiatement dans toute l’Union européenne sans passer par une procédure intermédiaire (telle qu’une déclaration lui reconnaissant force exécutoire) dans l’État membre requis.
Μόλις ένα δικαστήριο κράτους μέλους εκδώσει διαταγή κατάσχεσης, τίθεται το ζήτημα της εφαρμογής της. Δεδομένης της ανάγκης ταχείας δράσης και του αυστηρά συντηρητικού χαρακτήρα του μέτρου, προτείνεται ότι η κατάσχεση πρέπει να παράγει αμέσως αποτελέσματα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να χρειάζεται ενδιάμεση διαδικασία (όπως η κήρυξη της εκτελεστότητας) στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται.
Il conviendra de déterminer les moyens de transmission de l’ordonnance de saisie entre le tribunal qui la délivre et la banque qui gère le compte à saisir. La procédure envisagée doit assurer un équilibre entre l’intérêt du créancier, à savoir une transmission rapide, et celui du débiteur et de la banque, qui est de réduire les saisies injustifiées. La transmission transfrontalière d’actes est régie par le règlement (CE) n° 1348/2000[9], qui prévoit la transmission directe par la poste de l’ordonnance de saisie, du tribunal à la banque. Si cette méthode permet déjà une notification relativement rapide des décisions judiciaires, il convient d’approfondir la question de savoir si le recours aux moyens de communication électroniques accélérerait encore le processus de transmission. Pour réaliser l’objectif d’amélioration du gel des avoirs bancaires, il est proposé de procéder à la saisie bancaire par voie électronique à toutes les étapes de la procédure ou presque, c’est-à-dire dès qu’elle est rendue par la juridiction jusqu’à ce qu’elle parvienne à la banque gestionnaire du compte. Il conviendra d’analyser quels mécanismes devront être conçus pour garantir un niveau adéquat de sécurité durant le processus de transmission, et de déterminer si l’utilisation d’une signature électronique serait suffisante pour certifier l’identité et la compétence de l’autorité de délivrance et pour garantir l’exactitude des données transmises.
Θα πρέπει να προσδιοριστούν τα μέσα διαβίβασης της διαταγής κατάσχεσης μεταξύ του δικαστηρίου που την εκδίδει και της τράπεζας που διαχειρίζεται τον προς κατάσχεση λογαριασμό. Η προβλεπόμενη διαδικασία πρέπει να εξισορροπεί το συμφέρον του δανειστή για ταχεία διαβίβαση και εκείνο του οφειλέτη και της τράπεζας να περιορίζουν τις αδικαιολόγητες κατασχέσεις. Η διασυνοριακή διαβίβαση πράξεων διέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1348/2000[9], ο οποίος προβλέπει την άμεση διαβίβαση μιας διαταγής κατάσχεσης από το δικαστήριο στην τράπεζα με ταχυδρομικές υπηρεσίες. Ενώ αυτή η μέθοδος επιτρέπει τη σχετικά ταχεία κοινοποίηση και επίδοση των δικαστικών αποφάσεων, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω το ζήτημα του κατά πόσον η χρήση των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας θα διευκόλυνε περαιτέρω τη διαδικασία διαβίβασης. Για να επιτευχθεί ο στόχος του να καταστεί αποτελεσματικότερη η δέσμευση λογαριασμών, προτείνεται να διεξάγεται η τραπεζική κατάσχεση με ηλεκτρονικά μέσα σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ή σχεδόν, δηλαδή από τη στιγμή που αυτή εκδίδεται από το δικαστήριο μέχρις ότου περιέλθει στην τράπεζα που διαχειρίζεται τον λογαριασμό. Θα πρέπει να αναλυθούν οι μηχανισμοί που θα πρέπει να σχεδιαστούν για να κατοχυρωθεί κατάλληλο επίπεδο ασφάλειας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαβίβασης και να προσδιοριστεί το κατά πόσον η χρήση ηλεκτρονικής υπογραφής θα είναι επαρκής για να πιστοποιήσει την ταυτότητα και την αρμοδιότητα της αρχής έκδοσης και για να κατοχυρώσει την ακρίβεια των διαβιβαζομένων στοιχείων.
Il conviendrait également de fixer le délai imparti à la banque pour exécuter la saisie, c’est-à-dire d’examiner la question de savoir si le compte serait bloqué immédiatement dès réception de l’ordonnance par la banque ou dans un certain délai à compter de la réception, mais aussi le traitement à accorder aux transactions qui ont débuté avant la notification à la banque de l’ordonnance de saisie.
Θα πρέπει επίσης να καθορισθεί η προθεσμία που χορηγείται στην τράπεζα για να εκτελέσει την κατάσχεση, δηλαδή το κατά πόσον ο λογαριασμός πρέπει να δεσμευθεί αμέσως με την παραλαβή της διαταγής κατάσχεσης από την τράπεζα ή εντός ορισμένης προθεσμίας μετά την παραλαβή, και πώς πρέπει να αντιμετωπισθούν οι συναλλαγές που έχουν ξεκινήσει πριν από την κοινοποίηση ή επίδοση στην τράπεζα της διαταγής κατάσχεσης.
Les banques devraient être tenues de révéler aux autorités d’exécution compétentes si la saisie a bien été pratiquée sur les fonds inscrits au crédit du (des) compte(s) saisi(s) du débiteur. Idéalement, cette information serait également transmise par voie électronique. Dans ce contexte, il conviendra de considérer les moyens à mettre en œuvre pour garantir un niveau suffisant de protection des données et de secret bancaire au cours de la procédure.
Οι τράπεζες θα είναι υποχρεωμένες να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές εκτέλεσης για το κατά πόσον πραγματοποιήθηκε κατάσχεση στα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στο πιστωτικό υπόλοιπο του οφειλέτη στον κατασχεθέντα/στους κατασχεθέντες λογαριασμό/λογαρισμούς. Σε ιδανική περίπτωση αυτή η πληροφόρηση θα μπορούσε να διαβιβάζεται εξίσου ηλεκτρονικά. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο θα πρέπει να εξεταστούν τα μέσα που πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή για να εξασφαλιστεί επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων και του τραπεζικού απορρήτου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Question 15: Êtes-vous d’avis que la procédure d’exequatur devrait être supprimée pour les ordonnances de saisie?
Ερώτηση 15: Είστε της γνώμης ότι θα πρέπει να καταργηθεί η διαδικασία κήρυξης της εκτελεστότητας όσον αφορά τη διαταγή κατάσχεσης;
Question 16: Comment l’ordonnance de saisie devrait-elle être transmise entre le tribunal qui la délivre et la banque qui gère le compte? Quel délai la banque devrait-elle être tenue de respecter pour exécuter la saisie? Quel devrait être l’effet de l’ordonnance de saisie sur les opérations en cours?
Ερώτηση 16 : Πώς πρέπει να διαβιβασθεί μια διαταγή κατάσχεσης από το δικαστήριο που την εκδίδει προς την τράπεζα στην οποία βρίσκεται ο λογαριασμός; Ποια προθεσμία οφείλει να τηρεί η τράπεζα για να εκτελέσει την κατάσχεση; Ποιο θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της διαταγής κατάσχεσης σε τρέχουσες συναλλαγές;
Question 17: Êtes-vous d’avis qu’à la réception de l’ordonnance de saisie, les banques devraient être tenues de révéler aux autorités d’exécution si et dans quelle mesure la saisie a permis de mettre en sûreté des fonds susceptibles d’être versés par le débiteur au créancier?
Ερώτηση 17: Συμφωνείτε ότι κατά την παραλαβή μιας διαταγής κατάσχεσης, οι τράπεζες θα πρέπει να είναι υποχρεωμένες να ενημερώνουν τις αρχές εκτέλεσης κατά πόσον και σε ποιο βαθμό η κατάσχεση διασφάλισε επιτυχώς περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να καταβληθούν από τον οφειλέτη στον δανειστή;
5.2. Protection du débiteur
5.2. Προστασία του οφειλέτη
Dès que l’ordonnance de saisie a pris effet, le débiteur devra être informé que son compte a été bloqué et être mis en mesure de contester cette saisie ou d’en limiter le montant. Il conviendra de déterminer qui sera chargé de communiquer cette information au débiteur. Il est proposé que le débiteur soit averti formellement par le tribunal ou l’autorité d’exécution responsable de la mise en œuvre de l’ordonnance. En outre, dans le contexte des relations commerciales entre les banques et leurs clients, celles-ci informeront le débiteur dès l’exécution de la saisie.
Μόλις η διαταγή κατάσχεσης παράγει τα αποτελέσματά της, ο οφειλέτης θα πρέπει να πληροφορηθεί ότι ο λογαριασμός του δεσμεύθηκε και να είναι σε θέση να αμφισβητήσει αυτή την κατάσχεση ή να περιορίσει το ποσό. Θα πρέπει να καθορισθεί ο αρμόδιος να ανακοινώσει αυτή την πληροφορία στον οφειλέτη. Προτείνεται ο οφειλέτης να ειδοποιείται επίσημα από το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή εκτέλεσης σχετικά με τη διαταγή κατάσχεσης. Επιπλέον, στο πλαίσιο των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των τραπεζών και των πελατών τους, οι τράπεζες θα ενημερώνουν τον οφειλέτη μόλις αρχίζει να διεξάγεται η κατάσχεση.
Il est clair que le débiteur doit avoir le droit de contester une ordonnance de saisie, mais il conviendra de déterminer quelle autorité serait compétente pour connaître de son opposition: le tribunal ayant prononcé l’ordonnance ou le tribunal du lieu où est ouvert le compte. Il conviendra également de considérer si les motifs d’opposition (par exemple, l’acquittement de la dette ou la prescription de la créance) devraient être harmonisés au niveau européen pour garantir l’efficacité de l’instrument envisagé. Les motifs d’opposition admissibles pour contester une ordonnance devraient varier selon que l’ordonnance a été rendue sur la base d’un titre exécutoire ou sans considération de celui-ci. Il est en outre proposé, dans les cas où l’ordonnance de saisie est rendue avant l’ouverture de la procédure judiciaire principale, que celle-ci devienne caduque si le créancier ne forme pas le recours principal dans un délai déterminé (par exemple, un mois).
Είναι σαφές ότι ο οφειλέτης πρέπει να έχει το δικαίωμα να αμφισβητεί μια διαταγή κατάσχεσης, αλλά θα χρειαστεί να εξεταστεί η αρχή που θα είναι αρμόδια να εκδικάζει την ανακοπή του: το δικαστήριο που έχει εκδώσει τη διαταγή ή το δικαστήριο του τόπου στον οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί το κατά πόσον οι λόγοι ανακοπής (για παράδειγμα, η εξόφληση του χρέους ή η παραγραφή της απαίτησης) θα πρέπει να εναρμονιστούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της προβλεπόμενης πράξης. Προτείνεται ότι οι παραδεκτοί λόγοι ανακοπής για την αμφισβήτηση μιας διαταγής θα πρέπει να διαφέρουν ανάλογα με το κατά πόσον η διαταγή έχει εκδοθεί στη βάση υφιστάμενου εκτελεστού δικαιώματος ή ανεξάρτητα από αυτό. Προτείνεται περαιτέρω, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαταγή κατάσχεσης εκδίδεται πριν από την έναρξη της κύριας διαδικασίας, αυτή να καθίσταται άκυρη εάν ο δανειστής δεν υποβάλλει την κύρια αγωγή εντός ορισμένης προθεσμίας (για παράδειγμα, ένας μήνας).
Enfin, il convient d’examiner dans quelle mesure la responsabilité du créancier devrait être engagée lorsqu’une saisie se révèle injustifiée, et si cette responsabilité devrait être harmonisée au niveau européen ou laissée à l’appréciation du droit national.
Τέλος, θα πρέπει να εξεταστεί ο βαθμός στον οποίο ο δανειστής πρέπει να θεωρείται υπεύθυνος όταν η κατάσχεση αποδεικνύεται αδικαιολόγητη και κατά πόσον η ευθύνη αυτή θα πρέπει να εναρμονιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο ή να ανατίθεται στην εκτίμηση του εθνικού δικαίου.
Question 18: Quand et par qui le débiteur devrait-il être informé formellement qu’une ordonnance de saisie a été rendue et exécutée?
Ερώτηση 18: Πότε και από ποιον πρέπει ο οφειλέτης να ενημερώνεται επίσημα για την έκδοση και την εκτέλεση διαταγής κατάσχεσης;
Question 19: Est-ce que la saisie devrait être révocable ou devenir automatiquement caduque si le créancier n’intente pas l’action principale dans un certain délai?
Ερώτηση 19: Η κατάσχεση θα πρέπει να είναι ανακλητή ή να ακυρώνεται αυτομάτως εάν ο δανειστής δεν καταθέτει την κύρια αγωγή εντός ορισμένης προθεσμίας;
Question 20: Sur quelle base et dans quelle mesure le débiteur devrait-il avoir la possibilité de contester l’ordonnance de saisie? Quel devrait être le tribunal compétent pour connaître de l’opposition d’un débiteur à une saisie?
Ερώτηση 20: Σε ποια βάση και σε ποιο βαθμό ο οφειλέτης θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αμφισβητεί τη διαταγή κατάσχεσης; Ποιο θα πρέπει να είναι το αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της ανακοπής την οποία ασκεί ο οφειλέτης κατά της κατάσχεσης;
Question 21: Est-ce que la responsabilité du débiteur devrait être harmonisée au niveau européen dans l’hypothèse où une saisie s’avère injustifiée, et si oui, comment?
Ερώτηση 21: Η ευθύνη του οφειλέτη σε περίπτωση που η κατάσχεση αποδειχθεί αδικαιολόγητη θα πρέπει να εναρμονιστεί σε κοινοτικό επίπεδο και, εάν ναι, με ποιο τρόπο;
5.3. Ordre de priorité des créanciers en concurrence
5.3. Κατάταξη δανειστών
Si plusieurs créanciers font valoir leurs droits concurrents sur le solde créditeur d’un compte bancaire du débiteur, la question se pose de savoir comment déterminer, en dehors d’une procédure d’insolvabilité, l’ordre de priorité des différents créanciers. Si certains États membres accordent la priorité au premier créancier qui notifie une mesure conservatoire à la banque, d’autres appliquent un principe de groupes semblable à celui qui régit la répartition de fonds au cours des procédures d’insolvabilité. Il conviendra donc de déterminer si cette question doit être harmonisée au niveau européen ou laissée à l’appréciation du droit national de l’État membre où l’exécution a lieu. Une question similaire se pose en ce qui concerne le rang de l’ordonnance de saisie dans le cadre de procédures pénales ou administratives.
Εάν συντρέχουν διάφοροι δανειστές για τα ποσά που υπάρχουν στο πιστωτικό υπόλοιπο ενός τραπεζικού λογαριασμού του οφειλέτη, προκύπτει το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο πρέπει να καταταγούν οι διάφοροι δανειστές εκτός διαδικασίας αφερεγγυότητας. Ενώ ορισμένα κράτη μέλη χορηγούν προτεραιότητα στον πρώτο δανειστή που κοινοποιεί ένα ασφαλιστικό μέτρο στην τράπεζα, άλλα εφαρμόζουν μία αρχή ομάδας παρόμοια με εκείνη που διέπει την κατανομή των περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάρκεια διαδικασιών αφερεγγυότητας. Θα πρέπει ως εκ τούτου να καθοριστεί το κατά πόσον αυτό το ζήτημα πρέπει να εναρμονιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο ή να αφεθεί στην κρίση του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η εκτέλεση. Ένα παρόμοιο ερώτημα τίθεται όσον αφορά την κατάταξη της διαταγής κατάσχεσης στο πλαίσιο ποινικών ή διοικητικών διαδικασιών.
Question 22: Devrait-il exister des règles européennes régissant l’ordre de priorité des créanciers en concurrence? Dans l’affirmative, quel serait le principe à appliquer?
Ερώτηση 22: Θα πρέπει να υπάρχουν ευρωπαϊκοί κανόνες που να διέπουν τη σειρά προτεραιότητας των δανειστών; Σε περίπτωση κατάφασης, ποια αρχή θα πρέπει να εφαρμόζεται;
5.4. «Conversion» en mesure exécutoire
5.4. “Μετατροπή” σε εκτελεστό μέτρο
Il est possible qu’un créancier qui a fait bloquer le compte de son débiteur par une ordonnance de saisie obtienne finalement une décision dans le recours principal, qui sera exécutoire dans l’État membre où est ouvert le compte, soit en application d’une déclaration lui reconnaissant force exécutoire en vertu du règlement (CE) n° 44/2001, soit que le créancier produise un certificat émis selon les règles des nouvelles procédures européennes pour les créances de faible importance ou incontestées. Ce créancier souhaitera voir les fonds saisis transférés sur son propre compte ou recevoir l’argent par tout autre moyen. Il conviendra de déterminer comment, dans ce cas, l’ordonnance de saisie peut être convertie en mesure exécutoire pour permettre le versement du montant saisi au créancier.
Ένας δανειστής που έχει δεσμεύσει τον λογαριασμό του οφειλέτη του με διαταγή κατάσχεσης μπορεί ενδεχομένως να επιτύχει την έκδοση απόφασης στην κύρια προσφυγή, η οποία θα είναι εκτελεστή στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός, είτε μέσω κήρυξης εκτελεστότητας σύμφωνα με τον κανονισμό 44/2001 είτε παρέχοντας πιστοποιητικό εκδιδόμενο σύμφωνα με τους κανόνες των νέων ευρωπαϊκών διαδικασιών για τις μικρής αξίας ή μη αμφισβητούμενες αξιώσεις. Αυτός ο δανειστής θα επιδιώξει να επιτύχει τη μεταφορά των κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων στον δικό του λογαριασμό ή να εισπράξει τα χρήματα με οποιοδήποτε άλλο μέσο. Θα πρέπει να προσδιοριστεί ο τρόπος με τον οποίο, σε αυτές τις περιπτώσεις, η διαταγή κατάσχεσης μπορεί να μετατραπεί σε εκτελεστό μέτρο για να επιτρέψει τη μεταφορά του κατασχεθέντος ποσού στον δανειστή.
Question 23: Comment convertir l’ordonnance de saisie en mesure exécutoire dès que le créancier a obtenu un titre exécutoire dans l’État membre où est ouvert le compte?
Ερώτηση 23: Πώς μπορεί να μετατραπεί η διαταγή κατάσχεσης σε εκτελεστό μέτρο μόλις ο δανειστής επιτύχει την έκδοση εκτελεστού τίτλου στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός;
[1] Note terminologique: dans le livre vert, le terme «saisie» désigne une procédure qui bloque ou gèle un bien meuble du débiteur se trouvant entre les mains d’un tiers et qui empêche ce dernier de céder ce bien.
[1] Σημείωση σχετικά με την ορολογία: στην Πράσινη Βίβλο, ο όρος «κατάσχεση» χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει μια διαδικασία με την οποία κατάσχονται ή δεσμεύονται τα κινητά περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη τα οποία βρίσκονται στα χέρια τρίτου και η οποία εμποδίζει αυτόν τον τελευταίο να μεταβιβάσει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία.
[2] Règlement (CE) n° 44/2001 du 22 décembre 2000, JO L 12 du 16.1.2001, p. 1.
[2] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 της 22ας Δεκεμβρίου 2000, ΕΕ L 12, 16.1.2001, σ. 1.
[3] Arrêt de la Cour de justice du 21.5.1980 dans l’affaire C-125/79 ( Denilauler ).
[3] Απόφαση του Δικαστηρίου της 21.5.1980 στην υπόθεση C-125/79 ( Denilauer ).
[4] Communication de la Commission au Conseil et au Parlement européen, JO C 33 du 31.1.1998, p. 3.
[4] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ΕΕ C 33 της 31.01.1998, σ. 3.
[5] Cf. Communication (note 1), p. 14.
[5] Βλέπε ανακοίνωση (υποσημείωση 1), σ. 14.
[6] Programme des mesures sur la mise en œuvre du principe de reconnaissance mutuelle des décisions en matière civile et commerciale, JO C 12 du 15.1.2001, p. 1, 5.
[6] Πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ΕΕ C 12 της 15.01.2001, σ. 1, 5.
[7] Étude n° JAI/A3/2002/02. Le rapport final est disponible à l’adressehttp://ec.europa.eu/justice_home/doc_centre/civil/studies/doc_civil_studies_en.htm.
[7] Μελέτη αριθ. JAI/A3/2002/02. Η τελική έκθεση δημοσιεύεται στη διεύθυνσηhttp://europa.eu.int/comm/justice_home/doc_centre/civil/studies/doc_civil_studies_en.htm.
[8] Une ordonnance européenne pourrait également être utilisée dans le cadre d’une action civile relative à une activité frauduleuse ou criminelle.
[9] Règlement (CE) n° 1348/2000 du Conseil du 29 mai 2000 relatif à la signification et à la notification dans les États membres des actes judiciaires et extrajudiciaires en matière civile et commerciale; JO L 160 du 30.6.2000, p. 37.
[9] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις· ΕΕ L 160 της 30.06.2000,
σ. 37
=================================================
                                                3
=================================================

κατασχέσεις μισθών, συντάξεων, τραπεζικών λογαριασμών από Δ.Ο.Υ κλπ

  Φαίνεται πως η άγνοια (του Νόμου, εν προκειμένω) μετατρέπει φυσιολογικά γεγονότα σε «ειδήσεις» και ορισμένοι ανακαλύπτουν την Αμερική ξανά και ξανά : πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί ότι κάθε φορά που επιβάλλεται δέσμευση (κατάσχεση) τραπεζικού λογαριασμού έναντι οφειλών, αυτό «παίζει» στα δελτία ειδήσεων κατά κόρον και μάλιστα «ψηλά» ;;
  Τώρα ανακάλυψαν οι δημοσιογράφοι ότι οι Δ.Ο.Υ επιβάλλουν κατασχέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς ; Αυτό συμβαίνει ..εδώ και πολλά χρόνια και είναι καθ’όλα νόμιμο, όπως συμβαίνει και μεταξύ ιδιωτών, όταν υπάρχει ιδιωτικό χρέος.
  Ένα από τα μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης και είσπραξης απαίτησης, που προβλέπει ο ΚΠολΔ, είναι και η κατάσχεση απαίτησης ή κινητών πραγμάτων στα χέρια τρίτου !
  Η τραπεζική κατάθεση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η χρηματική απαίτηση που έχει ο καταθέτης έναντι της τράπεζας, όπως και ο μισθός ή η σύνταξη, η απαίτηση έναντι του εργοδότη ή του ασφαλιστικού ταμείου αντίστοιχα : συνεπώς μπορούν να κατασχεθούν είτε από ιδιώτη είτε από το Κράτος, έναντι οφειλών.
   Ο μισθός ή η σύνταξη, από μόνα τους, είναι γενικά ακατάσχετα πράγματα, ωστόσο μπορούν να κατασχεθούν, κατ’ εξαίρεση, όταν υπάρχει απαίτηση διατροφής και μέχρι το 1/2 (ανώτατο όριο), αφού ληφθούν υπόψη και οι ανάγκες του οφειλέτη, να μπορεί δηλ. ο άνθρωπος να ζήσει με τα υπόλοιπα χρήματα.
   Έτσι, για παράδειγμα, η σύζυγος που έχει απαίτηση διατροφής για τα παιδιά, μπορεί να κατασχέσει το μισθό του πρώην συζύγου, π.χ το 1/3 αυτού, στέλνοντας ειδοποιητήριο στον εργοδότη του (τέως) συζύγου, ώστε να παρακρατεί το 1/3 και να το αποδίδει σε εκείνη.
   Δεν μπορεί όμως ο μισθός να κατασχεθεί για άλλα χρέη π.χ για εμπορικά χρέη, ακάλυπτη επιταγή, αδικοπραξία κλπ.
    Όταν όμως ο μισθός ή η σύνταξη κάποιου, μπαίνει σε τραπεζικό λογαριασμό, εκεί πλέον (κατά τη γνώμη μου !) το πράγμα αλλάζει και μπορεί να δεσμευτεί ο λογαριασμός, ο οποίος, όπως είπαμε, αντιπροσωπεύει μία απαίτηση του καταθέτη έναντι της τράπεζας, μία απαίτηση που μπορεί να κατασχεθεί !
    Ο μισθός δηλ. που είναι ακατάσχετος, με και από την κατάθεσή του σε τραπεζικό λογαριασμό, αλλάζει νομική μορφή και μπορεί να κατασχεθεί, γι’ αυτό είναι προτιμότερο να παίρνει κανείς το μισθό στο χέρι (το ερώτημα βέβαια είναι που θα φυλάει κανείς τα χρήματά του, διότι στην τράπεζα υποτίθεται ότι είναι ασφαλή : μία λύση είναι η κατάθεση σε τρίτο πρόσωπο εμπιστοσύνης, αλλά και εκεί μπορεί να υπάρξει πρόβλημα, οπότε το συμπέρασμα είναι ένα : το καλύτερο και το ιδανικό είναι να μην χρωστάς, ώστε να μην χρειάζεται να κρύβεσαι, αλλά έτσι …δεν θα είσαι ωραίος !)
    Η κατάσχεση και η δέσμευση του λογαριασμού φυσικά δεν έρχεται ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά πρώτα ειδοποιείται ο οφειλέτης π.χ με κοινοποίηση διαταγής πληρωμής, οπότε έχει όλο το χρόνο να σηκώσει τα χρήματα από το λογαριασμό του, για να τα σώσει (να τα βάλει στο στρώμα, στο μαξιλάρι, στο φούρνο χαχα, σε άλλο όνομα κλπ).
    Έτσι η είδηση ότι ο «καημένος» ο οφειλέτης που η ΔΟΥ, για οφειλή περίπου 6.700 ευρώ, του δέσμευσε τραπεζικό λογαριασμό με 20 ευρώ, έχει και μία άλλη ανάγνωση : ότι ο καημένος αυτός οφειλέτης ήταν πονηρός και πρόλαβε να σηκώσει τα χρήματα, πριν τα δεσμεύσει η ΔΟΥ !
    Το ίδιο αποτέλεσμα θα έχουν φυσικά και οι δημόσιες εξαγγελίες και απειλές για δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών : θα σπεύσουν όλοι οι οφειλέτες να πάρουν τα χρήματά τους, σε μια εποχή μάλιστα που οι τράπεζες πλήττονται βάναυσα από την αιμορραγία των καταθέσεων (εδώ ισχύει η παροιμία για το κλήμα και το γάϊδαρο !).
     Συνεπώς, αυτά τα πράγματα τα κάνεις, εφόσον μάλιστα είναι νόμιμα, δεν τα ανακοινώνεις, ώστε να «ξυπνήσεις» τον οφειλέτη, διότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα στην αναγκαστική εκτέλεση είναι ο αιφνιδιασμός (στα πλαίσια του Νόμου πάντοτε).
PHGH=
Advertisements