15 Αὐγούστου: Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου… Λόγος στην Κοίμηση της Θεοτόκου

Η Κοίμηση της Θεοτόκου

Η Κοίμηση της Θεοτόκου

Η Κοίμηση της Θεοτόκου

Η Κοίμηση της Θεοτόκου
Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που εορτάζουμε στις 15 Αυγούστου είναι η μεγαλύτερη από τις Θεομητερικές εορτές, τις εορτές, δηλαδή, που καθιέρωσε η Εκκλησία προς τιμήν της Μητέρας του Κυρίου μας, και πιθανότατα η παλαιότερη από όλες.
Οι πρώτες ιστορικές αναφορές στη μεγάλη αυτή εορτή εμφανίζονται στα μέσα του 5ου αιώνα, κατά την εποχή που συγκλήθηκε η Γ΄Οικουμενική Σύνοδος. Η θέση της Παναγίας μέσα στο λατρευτικό κύκλο της Εκκλησίας μας επιβεβαιώθηκε από τη Σύνοδο της Εφέσου, ενώ είναι βέβαιο ότι πολύ νωρίτερα είχε αναπτυχθεί η αποδοχή της τιμής της από τις τοπικές χριστιανικές κοινότητες. Πληροφορίες για το βίο της Θεοτόκου, πριν τον Ευαγγελισμό της και μετά την Ανάληψη του Κυρίου, αντλούμε από την Ορθόδοξη Παράδοση, μιας και τα βιβλία της Καινής Διαθήκης δεν μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε κάποια στοιχεία αυτών των περιόδων της ζωή της. Από την Ιερά Παράδοση οι πληροφορίες αυτές πέρασαν στα λεγόμενα απόκρυφα ή ψευδεπίγραφα βιβλία. Έτσι θα λέγαμε ότι ο Δεκαπενταύγουστος είναι ένα ιστορικό κληροδότημα αυτών των βιβλίων. Τέτοια, λοιπόν κύρια πηγή είναι: “Η Απόκρυφος διήγησις του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μαρίας» ενώ συμπληρωματικές πληροφορίες παίρνουμε από το σύγγραμμα «Περί θείων ονομάτων» του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, από τα «Εγκώμια εις την Κοίμησιν» διαφόρων Πατέρων της Εκκλησίας όπως των αγίων Μόδεστου Ιεροσολύμων, Ανδρέα Κρήτης, Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, Ιωάννη Δαμασκηνού κ.ά., καθώς και από τα τροπάρια που ψάλλει η Εκκλησία μας. Στα κείμενα αυτά διασώζεται η «αρχαία και αληθεστάτη» παράδοση της Εκκλησίας μας γι’ αυτό το Θεομητορικό γεγονός. Ένα κομμάτι της παράδοσης είναι άλλωστε και η ορθόδοξη εικονογραφία.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μάς δίνουν τα παραπάνω κείμενα, η Θεοτόκος ειδοποιήθηκε από άγγελο του Θεού για τον επικείμενο θάνατό της. Αφού στη συνέχεια ανέβηκε στο όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, κατέβηκε στο σπίτι της. Εκεί γνωστοποίησε στους γνωστούς της την αναχώρησή της απ’ αυτόν τον κόσμο και ετοίμασε τα της ταφής της. Γύρω από την κλίνη της Θεοτόκου συγκεντρώθηκαν όλοι οι Απόστολοι, εκτός από το Θωμά. Η Δύναμη του Αγίου Πνεύματος με σχήμα νεφέλης τους άρπαξε από τα διάφορα μέρη της οικουμένης, όπου κήρυσσαν και τους συγκέντρωσε στα Ιεροσόλυμα. «Το δε θεοδόχον αυτής σώμα μετά αγγελικής και αποστολικής υμνωδίας (με ύμνους από Αποστόλους και αγγέλους) εκκομισθέν και κηδευθέν (μεταφέρθηκε και κηδεύτηκε), εν σορώ τη εν Γεσθημανή κατετέθη, εν ω τόπω επί τρεις ημέρας η των αγγέλων χοροστασία και υμνωδία διέμεινεν άπαυστος (για τρεις μέρες η υμνωδία των αγγέλων ήταν ακατάπαυστη). Μετά δε την τρίτην ημέραν της αγγελικής υμνωδίας παυσαμένης, παρόντες οι απόστολοι, ενός αυτοίς απολειφθέντος (του Θωμά που έλειπε) και μετά την τρίτην ελθόντος και το θεοδόχον σώμα προσκυνήσαι βουληθέντος (όταν μετά τον ερχομό του ο Θωμάς θέλησε να προσκυνήσει το άχραντο σώμα της Θεοτόκου), ήνοιξαν την σορόν. Και το μεν σώμα αυτής το πανύμνητον ουδαμώς ευρείν ηδυνήθησαν, μόνα δε αυτής τα εντάφια κείμενα ευρόντες και της εξ αυτών αφάτου ευωδίας εμφορηθέντες ( γέμισαν από την ανείπωτη ευωδία που έβγαζαν) ησφάλισαν την σορόν»1. Ο Υιός της που είχε σαρκωθεί από αυτήν, είχε δεχτεί στους ουρανούς το άχραντο σώμα της και την αγία της ψυχή.
Την παράδοση αυτή της Εκκλησίας μας συνοψίζει άριστα το εξαποστειλάριο της εορτής της Κοιμήσεως, «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεσθημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα, και συ Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα».
Η Κοίμηση της Θεοτόκου περιλαμβάνει το θάνατο και την ταφή της αλλά και τη μετάστασή της στους ουρανούς. Όπως λέει το κοντάκιο της εορτής, «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησε (τη Θεοτόκο), ως γαρ ζωής μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον». Δηλαδή ο τάφος και η νέκρωση δεν κράτησαν τη Θεοτόκο, γιατί ο Κύριος, που είναι η πηγή της αληθινής ζωής, πήρε την ανθρώπινη σάρκα στην κοιλιά της Θεοτόκου και γεννήθηκε από αυτήν. Έτσι έκαμε την Παναγία Μητέρα του, μητέρα της ζωής, πηγή της ζωής.
Αφού ο Κύριος με το σταυρικό του θάνατο πάτησε και κατάργησε το θάνατο, ήταν φυσικό να ανεβάσει στους ουρανούς τη Μητέρα του και να της χαρίσει τη δόξα της αιωνιότητας. Όπως λένε τα τροπάρια της Κοιμήσεως, ο θάνατός της προμνηστεύεται τη ζωή. Αυτή που γέννησε τη ζωή, έχει μεταβεί στη ζωή. Έτσι ο θάνατός της ονομάζεται «αθάνατος Κοίμησις». Και όλα αυτά γιατί η Παναγία πρώτη μεταξύ των ανθρωπίνων πλασμάτων πραγματοποίησε τη θεοποίηση του ανθρώπου, που είναι η συνέπεια της σάρκωσης. Στο πρόσωπο της Θεοτόκου η ανθρωπότητα πρόσφερε τη Νέα Εύα, μέσω της οποίας θα πραγματοποιούνταν αυτό που ο ίδιος ο Θεός είχε υποσχεθεί στους Πρωτοπλάστους (Πρωτευαγγέλιο) μετά την πτώση τους:
Τη συμφιλίωση με το Θεό και τη θέωση του ανθρώπου. Όπως ακριβώς το είπαν οι Πατέρες «Ο Θεός ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν2». «Άνθρωπος γίνεται Θεός ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται3». Αυτήν τη θεοποίηση έδειξε η Θεοτόκος, γιατί, όπως λέει ο ιερός Καβάσιλας, φανέρωσε τον άνθρωπο όπως ήταν στην αρχή στον Παράδεισο, και όπως έπρεπε στη συνέχεια να γίνει. Με την Κοίμησή της προπορεύτηκε στη δόξα που μας περιμένει. Ο Νικηφόρος Θεοτόκης προσθέτει: «αυτή είναι δόξα μεγαλύτερη από όλες τις δόξες, οπού έλαβε η Θεοτόκος, να αναστηθεί πρωτύτερα από τον καιρό της αφθαρσίας, να δοξασθή προτού να γίνει η κρίσις και η εξέτασις, να λάβη την ανταπόδοσιν προτού να έλθη η ημέρα της ανταποδόσεως, να τιμηθή τέλος πάντων με προνόμια, όμοια με εκείνα του υιού της».
Εκείνο δηλαδή που θα απολαύσουν οι πιστοί μετά τη δεύτερη έλευση του Κυρίου και γενική κρίση, προαπολαμβάνει κατεξοχήν η Μητέρα του Θεού. Έτσι εξηγείται γιατί η εορτή της Κοιμήσεως είναι στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, ένα δεύτερο Πάσχα. Της «άλλης βιοτής της αιωνίου, την απαρχήν» που εορτάζουμε το Πάσχα, ο πρώτος καρπός είναι η δόξα της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Εφόσον για την Εκκλησία μας η Θεοτόκος είναι «του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις, των δακρύων της Εύας η λύτρωσις4», ας αφήσουμε τον επίλογο στον μεγάλο Πατέρα Ιωάννη Δαμασκηνό: “Η Θεοτόκος βοήθησε στη σάρκωση του Χριστού, εξυπηρέτησε την παγκόσμια σωτηρία γιατί μ’ αυτήν πραγματοποιήθηκε η προαιώνια απόφαση του Θεού: η σάρκωση του Λόγου και η δική μας σωτηρία.”
1. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Β’ Εγκώμιον εις την πάνσεπτον Κοίμησιν της Θεομήτορος, 18.

15 Αὐγούστου: Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

Ἡ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες τίς θεομητορικὲς γιορτὲς ποὺ γιορτάζεται πανηγυρικὰ σ’ ὅλον τὸν κόσμο, στίς 15 Αὐγούστου, εἶναι ἠ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Θεωρεῖται ἡ κυρίως γιορτὴ τῆς Παναγίας, ἐνῶ ὁλόκληρος ὁ Αὔγουστος εἶναι ἀφιερωμένος σ΄ Αὐτήν.
Μέσα στὴν Ἱερὰ Παράδοση καὶ τὴν πλούσια ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας οἱ πιστοὶ ζοῦν τὴν κοίμηση (θάνατο) τῆς Παναγίας, γιατί ἡ Παναγία πέθανε ὅπως ὅλοι μας, ὅπως καὶ ὁ Υἱός της, ὅμως στὴ συνέχεια «μετέστη», ἀνέβηκε μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα στοὺς Οὐρανοὺς καὶ βρίσκεται ἐκεῖ κοντὰ στὸν Χριστό, νὰ πρεσβεύει καὶ νὰ παρακαλεῖ γιά μας. Ὁ τάφος της, ἐκεῖ στὸν Ναό της, στὴ Γεθσημανή, βρέθηκε κενὸς τρεῖς μέρες μετὰ τὴν Κοίμησή της, ὅταν ἀνοίχτηκε γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ Πανάγιο Σῶμα της ὁ Ἀπόστολος Θωμάς, ποὺ ἔφτασε καθυστερημένος, ὅπως οἰκονόμησε ὁ Θεός. Γιατί γιὰ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους καὶ Ἱεράρχες εἶχε οἰκονομήσει νὰ φτάσουν ἐγκαίρως… πάνω σὲ σύννεφα, ὁ καθένας ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, ὅπου ἦταν σκορπισμένοι, γιὰ νὰ κηρύττουν τὸ Εὐαγγέλιο. Ἡ Παναγία εἶχε πληροφορηθεῖ τὸ «νέο» τρεῖς μέρες νωρίτερα· ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ μὴν ταραχθεῖ ποὺ θὰ πέθαινε καὶ νὰ προετοιμαστεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ χαρεῖ ποὺ θὰ πήγαινε στὴν αἰώνια Βασιλεία δίπλα στὸν ἀγαπημένο της Υἱό. Πῆγε ὅπως συνήθιζε νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τελευταία φορὰ στὴ γῆ καὶ ἔδωσε τὰ δύο μοναδικὰ φορέματά της σὲ δύο χῆρες γυναῖκες, ποὺ ἦταν κοντά της. Ἔπειτα περίμενε τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μία δυνατὴ βροντὴ τοὺς ἔφερε ἀμέσως δίπλα στὸ νεκροκρέβατό της, γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία της, πρὶν ἔρθει ὁ Χριστὸς μὲ τοὺς Ἀγγέλους νὰ…

πάρουν τὴν πανάγια ψυχή της στοὺς Οὐρανούς.

Λόγος στην Κοίμηση της Θεοτόκου

Λόγος στην Κοίμηση της Θεοτόκου

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Τον καθένα από μας τον βασανίζει το ερώτημα: τι θα γίνει με μας και τι μας περιμένει μετά το θάνατο; Μία σαφή απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα μόνοι μας δεν μπορούμε να την βρούμε. Αλλά η Αγία Γραφή και πρώτα απ’ όλα ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας αποκαλύπτουν αυτό το μυστικό. Μας το αποκαλύπτουν επίσης το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μεγάλης αυτής γιορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι που ψάλλονται σ’ αυτή τη γιορτή.

Θέλω όλοι σας να καταλάβετε, γιατί ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της. Ο μέγας απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος στο 20ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως μιλάει για τον πρώτο και το δεύτερο θάνατο. Ο πρώτος μόνο θάνατος, ο οποίος είναι αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους, περιμένει και τους αγίους και τους δικαίους. Αλλά ο δεύτερος, ο φοβερός και αιώνιος θάνατος, περιμένει τους μεγάλους και αμετανόητους αμαρτωλούς, οι οποίοι αρνήθηκαν την αγάπη και την δικαιοσύνη του Θεού και είναι καταδικασμένοι να βρίσκονται αιωνίως σε κοινωνία με το διάβολο και τους αγγέλους του.

Στο Ευαγγέλιο του ίδιου μεγάλου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου διαβάζουμε τα λόγια του Χριστού, τα οποία είναι πολύ στενά συνδεδεμένα με όσα γράφει η Αποκάλυψη: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24).

Το ακούτε, το καταλαβαίνετε; Νομίζω ότι ακόμα και θα πρέπει να σας κινήσει την περιέργεια το γεγονός ότι όλοι όσοι υπακούουν στο λόγο του Χριστού και πιστεύουν στον Ουράνιο Πατέρα του, ο οποίος τον έστειλε, αμέσως μετά το θάνατο τους θα περάσουν στην αιώνια ζωή. Δεν υπάρχει λόγος να δικαστούν αυτοί που έχουν ζωντανή πίστη στο Θεό και υπακούουν στις εντολές του.

Και στους μεγάλους δώδεκα αποστόλους είπε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός: «αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. 19, 28). Δικαστές και κατήγοροι θα είναι κατά την Φοβερά Κρίση του Θεού οι Απόστολοι του Χριστού και, βεβαίως, είναι τελείως αδύνατο να φανταστούμε να δικάζονται η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, ο Βαπτιστής του Κυρίου Ιωάννης, οι μεγάλοι προφήτες του Θεού, ο Ηλίας και ο Ενώχ τους οποίους ζωντανούς τους πήρε ο Θεός στον Ουρανό, όλο το αμέτρητο πλήθος των μαρτύρων του Χριστού, οι δοξασμένοι από τον Θεό άγιοι αρχιερείς και θαυματουργοί με επί κεφαλής τον άγιο Νικόλαο, αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας.
Είναι αδύνατον ακόμα και να περάσει από το μυαλό μας η σκέψη πως θα δικαστούν αυτοί, οι όποιοι άκουσαν από το στόμα του Χριστού: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λκ. 17, 21). Σ’ αυτούς τους μεγάλους αγωνιστές του Χριστού, σαν σε πολύτιμους ναούς κατοικούσε το Άγιο Πνεύμα. Ακόμα και ζώντας στη γη, αυτοί βρισκόταν στην άμεση κοινωνία με τον Θεό, επειδή έτσι είπε ο Κύ¬ριος μας Ιησούς Χριστός: «Εάν τις αγαπήση με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυ¬τόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν» (Ίωάν. 14, 23).

Ή Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ’ αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι’ αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.

Μού ήρθε τώρα στο μυαλό και κάτι καινούριο. Σ’ ένα από τα προηγούμενα κηρύγματα μου σάς έλεγα, ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου με τη δύναμη του Θεού έγινε άφθαρτο και ανελήφθη στους ουρανούς. Αυτό μάς λέει και το κοντάκιο της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον, και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γαρ ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».

Προσέξτε: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν». Σκεπτόμενοι αυτό, ας θυμηθούμε και τι γράφει η Αγία Γραφή για το θάνατο του μεγαλυτέρου προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, του Μωυσή στο 34ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δευτερονομίου, ότι πέθανε σύμφωνα με το λόγο του Θεού στο όρος Νεβώ και τάφηκε στη γη Μωάβ. Ο τάφος του μεγάλου αυτού προφήτη έπρεπε να είναι για πάντα τόπος προσκυνήματος για όλο το λαό του Ισραήλ. Όμως στη Βίβλο διαβάζουμε, ότι: «ουκ οίδεν ουδείς την ταφήν αυτού έως της ημέρας ταύτης» (Δευτ. 34, 6). Όμως κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ εμφανίστηκε ο Μωυσής στον Κύριο και Δεσπότη του τον Ιησού μαζί με τον προφήτη Ηλία, ο οποίος αρπάχτηκε ζωντανός στους ουρανούς.

Νομίζω ότι δεν θα είναι αμαρτία αν θα πούμε, ότι το σώμα του μεγάλου Μωυσή, όπως και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τη δύναμη του Θεού, έμεινε άφθαρτο. Γι’ αυτό και ο τάφος του είναι άγνωστος.

Να σκεφτόμαστε, αδελφοί και αδελφές μου, την μακάρια Κοίμηση της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας και να θυμόμαστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24). Να μάς αξιώσει ο Θεός να γευθούμε και εμείς οι αμαρτωλοί τη μεγάλη αυτή χαρά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, φ η δόξα και το κράτος συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Αυτού Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΜΟΣ Γ’
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Advertisements